Αρχείο 31/01/2013
Δεν ήταν η σάτιρα
του δωδεκάτου λεπτού
που βούτηξε
τη λογική μου
σε μειδίαμα
λευκής μαρμαρυγής,
μα η νηφαλιότητα
των αθώων
που με οδήγησε
σ’ ένοχα μυστικά,
διττά κελεύσματα σιωπής
επίορκων δωρητών ψυχής.
Σάστισα σαν είδα
το δείπνο των ανέμων
στο δείλι της βροχής
κι αναστέναξα απορώντας
“τι θέλω εγώ απρόσκλητος
ανάμεσα σε ήχους
γέλιων και θρήνων,
σε αλήθειες και ψέματα,
γάμων και κηδειών”.
Δείκτης σιωπής,
φως αντοχής
και δώδεκα χτύποι
της καρδιάς μου
σαν χάθηκα χαράματα
στα εντός μου,
ανήμπορος πειρατής
στα ίχνη
ψευδώνυμης φυγής.
Πρώιμη στάχτη
της υψικαμίνου
πεταμένη στο πέλαγος,
σαν άλλη ξενιτιά
της μοίρας μας,
το αβέβαιο
της θέλησής μας
και το άβατο
της ηθικής μας,
κάθε πρωί
που θρηνούμε όνειρα,
κάθε βράδυ
που κερνάμε υποσχέσεις.
Πουλάω
ό,τι μου χάρισες,
ένα βλέμμα
κι ένα χαμόγελο
σε οδοντοστοιχία
απολύτως λευκή,
μα τόσο τηλεοπτική.
Γιατί να θυσιάσω
κι άλλες νύχτες
θερινού σινεμά
με πασατέμπο,
για παζάρια
ημιθανών προσκλήσεων
σε γεύμα υποκρισίας;
Μου αρκεί
η ξέφρενη προσμονή
μιας άλλης γοητείας,
που δεν ενοικιάζεται,
ούτε πουλιέται.
Έχασα το αλφαβητάρι
της πρώτης δημοτικού
και τώρα
που ψάχνω απεγνωσμένα
να δώσω στην Άννα
ένα μήλο,
γέρασα από αναμνήσεις,
χωρίς διακοπή
για διαφημίσεις,
πίνοντας αναψυκτικό light
και κάνοντας “like”
σε τετράστιχα ημερολογίου.
Έφυγε η γραφή
κι έμεινε η σιωπή
κολλημένη στην άμμο ρίμας,
που έπλασε
με στάχτες χαϊκού
ωδές ανάμεικτων προσδοκιών
σε χαλεπούς καιρούς,
με ενδιάμεσους σταθμούς
γυμνά διηγήματα
που δεν άντεξαν
το καθωσπρέπει της ενδοχώρας
και ντυμένα ποιήματα
που τιμωρήθηκαν
σε ακτές γυμνιστών
με απαγόρευση εισόδου.
Άφησες ένα post-it
με υποσημείωση
το πραγματικό σου πρόσωπο,
γεμάτο ρυτίδες,
χωρίς χαμόγελο,
με αμέτρητα “απωλέσθην”
να ναρκοθετούν μορφασμούς
κατ’ επίφαση ευτυχίας.
Είναι ακόμη
κολλημένο εκεί,
από τότε που πάγωσα
πριν προλάβω
ν’ ανοίξω το ψυγείο.
Copyright©Δημήτρης Π. Κρανιώτης
photo©Paul D’Amato, 1997

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.