Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Το μαύρο γάλα της αυγής [2014]

Αρχείο 13.5.2014

Για το ποίημα «Χιλή, 1974» του Νικόλαου Σπανιά και τα βιβλία των υπαίθριων πωλητών

Τ΄απογεύματα του καλοκαιριού οι πωλητές απλώνουν τα ονόματα των ποιητών στις άκρες των πεζοδρομίων. Έξω από τους σταθμούς του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου συρρέουν τα πλήθη διαβάζοντας αργά.  Σαν να μιλούν μια άλλη γλώσσα. Διαβάζουν τα ονόματα, τα φωνάζουν όπως στα προσκλητήρια τις στρατιωτικές νύχτες. Οι αυτόχειρες των επαρχιακών πόλεων, ένας ποιητής του Ναυπλίου που δώρισε το σπίτι του στο δήμο. Ένα σπίτι με γκρεμισμένα παράθυρα που επέζησαν των σεισμών. Μες στα πλήθη αναμιγνύονται οι ζωντανοί ποιητές. Απόψε θα θυμούνται τ΄όνομά τους όταν θα περπατούν πλάι στ΄αγόρια του Περάματος. Πίνακες ζωγραφικοί του Γεωργίου Χρονά. Είσοδοι σε υποχώρηση, ιδρωμένα απογεύματα και τα σεισμόπληκτα μυστικά της παλαιάς μητροπόλεως. Οι ζωντανοί ποιητές κρατούν τα φτερά τους κρυμμένα μες στα παλτά των χειμώνων. Φεύγουν και επανέρχονται ξανά τις πρώτες πρωινές ώρες φιλώντας τα πεζοδρόμια, ζωσμένοι απ΄τη μοναξιά τους, πνιγμένοι. Ως το μεσημέρι τ΄όνομά τους θα είναι κιόλας ξεχασμένο.

Αυτό το βιβλίο έχει ένα ποίημα για την Χιλή. Αυτό το βιβλίο ανήκει στον Νικόλαο Σπανιά. Αυτή η πόλη ανήκει στους επαίτες και τους γυρολόγους. Κάποιος προτείνει ν΄αρπάξουν φωτιά τα βιβλία των αυτοχείρων. Όλοι συμφωνούν, όλοι χειροκροτούν. Όλοι αδιαφορούν για τον πωλητή που γονατισμένος κοπιάζει να περισώσει τους ποιητές, προφέροντας τα ονόματα και τους πιο αξιόλογους απ΄τους στίχους. Ετούτο το βιβλίο όμως δεν καίγεται. Η φωτιά απάνω του δεν αρπάζει το χαρτί. Φωνάζουν θαύμα και βρίζουν τον πωλητή για μαγείες και άλλα τέτοια τρομακτικά πράγματα της μεταφυσικής. Οι παράφρονες και οι συναισθηματικοί κρατούν το βιβλίο στα χέρια τους, διαβάζουν δυνατά τους στίχους. Ταξιδεύουν στις καινούριες, λατινικές χώρες. Πετούν τα μαντήλια τους στους δρόμους, κρεμούν στα δέντρα τα λαμπερά τους κάποτε μάτια. Όμως με φωνές και δέντρα ποτέ δεν έφθασαν εκείνοι. Απ΄τα βάθη του ποιήματος δεν φάνηκε κανείς. Μόνο αντίλαλοι και τ΄απόφωνα των μεγάλων οραμάτων. Ο ποιητής της Χιλής 1974 γνωρίζει καλά τ΄αφοδευτήρια, τα γήπεδα, τ΄αναψυκτήρια. Εκεί μένουν κρεμασμένες σκισμένες σημαίες, εκεί πελεκημένα τ΄όνόματα των φυλακισμένων από τις πόλεις της Χιλής που διατρέχουν οι κόνδορες των Άνδεων. Εκεί οι σφυγμοί.Το αίμα, τ΄αγκάθια και η σκόνη των δρόμων όταν οι μεγάλες πόλεις περνούν στην ιστορία. Με τα μουσικά τους ονόματα, αιρετικές κλητικές των πόλεων. Έτσι και η Αθήνα και η Ρώμη και το Μπουένος Άιρες με τους πνιγμένους ήρωες και τους ιχθύες στα μεγάλα βάθη.

Μιλούν για τον ποιητή με μίσος. Ο Σπανιάς εκείνο και ο Σπανιάς τ΄άλλο. Λένε για τις συνήθειές του, πόσο αρεσκόταν στην εφηβική σωματογραφία. Λένε και άλλα πολλά. Για χρήματα χαρισμένα στους εραστές του, για το σχολειό της τρίτης λεωφόρου, για την ηρωίνη που τον οδήγησε σ΄απόπειρες και ιδρύματα. Ακόμη λιγότεροι συζητούν ετούτο το ποίημα για τη Χιλή. Που δημοσιεύτηκε πριν το θάνατό του και που τόσο ρεαλιστικά αντικρίζει τη σκοτωμένη ήπειρο, τη χώρα που δεν σώζεται και δεν επιπλέει πια. Γεμάτη σκελετούς στους δρόμους, ποιητές Ινδιάνους με βασκικό αίμα και τον Πάμπλο Νερούδα που τόσο καλά γνωρίζει τις επαναστάσεις, τον έρωτα και τα τραγούδια. Αυτά τα μαντήλια στα σκοινιά είναι αποχαιρετισμοί. Αυτά τα πουκάμισα στα δέντρα είναι τα δώρα των προσευχητών πριν τα ικριώματα. Τέλος το βιβλίο παραδίδεται στην πυρά. Μαζί και ο πωλητής και ορισμένες συλλογικές εκδόσεις του Τραϊανού και του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου. Ο Τσέζαρε Παβέζε καθώς φλέγεται ουρλιάζει τους τελευταίους στίχους. Κάποιος πέθανε πολύ καιρό πριν. Ισχυρίζεται πράγματα για τους ποιητές. Στο Τορίνο της βιομηχανίας και αλλού.

Ο Νικόλαος Σπανιάς ζει στα γυμναστήρια, τα λύκεια, τις αυλές που δεν καλύφθηκαν ακόμη στις αφετηρίες της οδού Κολοκοτρώνη. Τέτοια φωτιά και τέτοια σιωπή. Γιατί ο Νικόλαος Σπανιάς πολύ αγάπησε τις ελευθερίες και την γυναίκα της Χιλής που γερνά στο Σαντιάγο, μες σε βραχνούς θορύβους και μεταπολιτεύσεις.

fav-3

©Απόστολος Θηβαίος

favicon