Αρχείο 1.7.2014
Ι
Ο καφές βράζει και χύνεται
κι απ’ τις φουσκάλες όνειρο
προχωράει από φαντασία σε πραγματικότητα,
δεν ζητώ μεταφυσικές απαντήσεις,
μα,αν τα ώτα φαγώνονταν από κλωσσόπουλα
ψηλά στην αετοφωλιά
και το Να δεν προέτρεπε
και το Πυρ δεν έκαιγε
και το Θα δεν σήμαινε τον μέλλοντα
αλλά μια ιδιότυπη προέλευση αρχέγονης μηλιάς
κι αν το σμήνος των δεκατριών άτονων ιάμβων
φορούσε αλεξίπτωτο
δεν θα έπεφτε στο μαγγανοπήγαδο
σηκώνω ώμους απορία
καθρεφτίζεται στραβή ζωή
απ’ την αετοφωλιά ως το μαγγανοπήγαδο
στον ενδιάμεσο χώρο
αιωρούνται οι προοπτικές
να τελειώσει η αγάπη με την έλευση ενός ελέφαντα
απ’ τα φαράγγια
αιωρούμαι
ακροβατώ σαν προοπτική
υποθέτω πως για όλα υπάρχει ένα τέλος
θάβομαι σε χρυσόριζα
τίποτε δεν ξεπροβάλλει απ’ τα στενά
κι η έλευση κρύβεται
στο υπό βράχων συν και αεί.
![]()
ΙΙ
Με τις σταυροβελονιές μαθαίνω
– κέντημα είμαι –
τι σόι είναι το αίμα μου.
Έντομα έρπονται στην ωμοπλάτη
φλόγισε η μάζα της μικρής ελιάς
κι έσταξε αίμα πηχτό κόκκινο βαθύ.
Ήταν κι η προσμονή του μαύρου ταχυδρόμου
που γαργαλούσε τον εγκέφαλο.
Ο πόνος πασπατεύοντας με βρήκε
σαν θυελλίδα να τραγουδώ
να μοιάζω με γέροντα Σειληνό
μ’αρχαίο τραγοπόδη τρελό
που το ‘σκασε από συμπόσιο φιδιών.
Αραχνιασμένος τραβούσε με νυχτερίδας αίμα
τον δρόμο του
δίχως να βρεθεί νεώτερος ιερέας
του ανύπαρκτου θεού
απ’ τον προηγούμενο τον καψερό και τιποτένιο
που όταν του έπινα το αίμα
το χέρι μου είχε χρώμα
γκριζοπράσινο
σαν μάτι θανατικό μπροστά στο άπειρο.
![]()
ΙΙΙ
Εκείνο το υπερούσιο βραδάκι που με ζέσταινε το καλοριφέρ
κι ακουγόταν έξω η κιθάρα του χειμώνα
να παίζει την αγαπημένη μπαλάντα
με αναφορά στην τομή της ειμαρμένης
στο προσάναμμα των ξύλων
και τη διαδρομή του πετρελαίου
στις λέξεις και τις νότες
που ήταν και δεν ήταν ο εαυτός μου.
Εκείνο το υπέροχο βραδάκι συνέβη να υπάρχουν
σάλπιγγες δίχως να υπάρχει η Ιεριχώ.
Τυφλός έπειτα απ’ την δικαιοσύνη του φωτός
συνάντησα αμίλητους βοσκούς
άκουσα τους ήχους των κοπαδιών τους
ρώτησα τα πρόβατα για το θαύμα
μαικήνες,απάντησαν, επιχειρούν να ξελογιάσουν σαύρες
την πέτρα που λύσαμε απ’ τα γκρεμισμένα τείχη
την πήρε δώρο
αεικίνητος ανεμιστήρας
ραγίζει στο γύρισμα ή την κίνηση των φτερών
σαν έξοχος μνηστήρας
στόμα λευκού σκουληκιού
διαδέχεται η σκουριά τη σκόνη
κι όλα τω όντι ερείπια
ήσυχα διάγουν τον θάνατό τους.
![]()
©Αχιλλέας Κατσαρός
φωτο©Στράτος Φουντούλης

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.