Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Έξι μικρά απογεύματα

Αρχείο 8.7.14

fav-3

Ι. ΠΕΛΩΡΙΟ, ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΜΑΤΙ

Αυτά τ΄απογεύματα θ΄απομείνουν αξέχαστα. Επειδή, πέρα απ΄τη θέα που σου κόβει την ανάσα, πέρα απ΄την πόλη κορίτσι στην κόχη ενός αίθριου, ήταν πάντα η λύπη των αγαλμάτων. Ήταν μια στιγμή που όλες οι ανάσες κρατήθηκαν.

Όλα τούτη την ώρα λοιπόν στέκουν με το μέρος μας. Και τα ψηλά τέρματα στην είσοδο του πάρκου που συγκρατούν τεράστιους αναμεταδότες είναι μια απόδειξη. Τα μπλουζ στη διαπασών και οι κραυγές των σκύλων που μεσουρανούν. Κάποτε οι Μπάσκερβιλ εξάντλησαν το καλοκαίρι τους εδώ.

Αυτά τ΄απογεύματα θα μείνουν αξέχαστα. Επειδή η πόλη ήταν πάντα μια σκιά που τέλειωσε και πάει. Επειδή πάντα ο σπασμός του πελώριου, μοναχικού ματιού και τ΄αχυρένιο σώμα του κοριτσιού στους ανέμους.

fav-3

ΙΙ. ΨΙΧΑ ΨΩΜΙΟΥ

Αργά το βράδυ ζωγραφίζει. Γυμνά μοντέλα, ταβάνια από μνήμης, των Βερονέζε και άλλων. Όψεις του Τολέδο, εξαίσιες, αναπαραστατικές. Προχωρεί ολοένα και κοντύτερα στη φύση. Γι΄αυτό συχνά προσεύχεται, ζητά συγχώρεση. Για ΄κείνες τις φορές που κρυμμένος σε μια ρωγμή πίσω απ΄την καινούρια μέρα, καταστρέφει με πάθος τα έργα. Με ψίχα ψωμιού και μαύρο βερνίκι, έτσι που να κρύβεται για πάντα ο θάνατος του κόμη, το πολύ, κόκκινο χρώμα, το σώμα της Ιουδήθ και το επιβλητικό σπίτι του Ναυπλίου.

Αυτά είναι πράγματα που δεν λέγονται, αυτά είναι τα πλεγμένα στεφάνια των καρυάτιδων.

Κάποια απ΄τα έργα πωλήθηκαν σε υψηλές τιμές. Έπειτα αναγνώρισαν σκιές πίσω από τις στρώσεις. Έτσι εξηγήθηκαν αυτοί οι τίτλοι στα έργα. Το καφενείο, Κυριακή των ζαχαροπλαστείων, λαμπαδοπωλείο, ερωτευμένο ζευγάρι στο βάθος της στοάς, τα κλειστά παλιατζίδικα. Μια ιταλίδα Μήδεια στον προθάλαμο ενός χαμηλού σπιτιού.

Τώρα συρρέουν μελέτες στο επιμελητήριο του Βιβλίου, διεξάγονται ημερίδες, ρωτούν τους περαστικούς για την όψη του. Ίσως σε μερικά χρόνια κάτι απ΄το πρόσωπό του να μπορεί ν΄αποσαφηνιστεί, λένε και επιστρατεύουν σκιτσογράφους, ζωγράφους της Κυριακής, αγιογράφους που κάποτε έζησαν και ερωτεύτηκαν στην Κοστάντζα.

fav-3

ΙΙΙ. ΛΙΜΠΡΕΤΟ

Ένα τραπέζι, φως φθορίου, σπαρμένες αντένες, σαν εξώστης εργατικής κατασκευής. Μια υπόκλιση στο ρεύμα του μη λειτουργικού. Λοιπόν, η σκηνή στεγαζόταν στα παλιά σφαγεία. Αιμάτινη ατμόσφαιρα και ανελέητα μεσημέρια. Ένας στέκει ανάμεσα στα σκηνικά. Υποδύεται έναν ακίνητο άνθρωπο. Είναι πειστικός και γρήγορα κερδίζει το χειροκρότημα του κοινού που πανηγυρίζει για την ολοκαίνουρια φόρμα. Ένας καπνίζει στο τραπέζι και ένας ποδηλάτης γυρνά, γελώντας δαιμονικά γύρω απ΄τα σκηνικά. Και το κορίτσι, αυτό το κορίτσι που υπήρξε μαθήτρια και ερωμένη και ιέρεια της πλατείας σωριάζεται ακριβώς πάνω στο διάγραμμα του σώματός της.

Το κοινό παγώνει. Κανείς τους δεν εννόησε πως όλοι αυτοί που συνέρρεαν από διάφορες πύλες δεν ήταν παρά αυτόχειρες. Οπαδοί μιας παλιάς και βέβαιης πτώσης.

Το κοινό αποχωρεί. Έτσι, όπως χάνεται μες στα φώτα είναι από τερακότα. Παλιές, πήλινες μορφές. Πάντα ανυποψίαστοι και ωραίοι.

fav-3

IV. ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΙ ΗΡΩΕΣ

Ο γητευτής των μικρών ωρών, ο αμερικάνος ήρωας της ερήμου που σκίζει τις σελίδες του μυθιστορήματος, κάποιος που εμπορεύεται σπαράγματα από το μεγάλο φυσικό χάρτη του κόσμου, ο θαμώνας της ταβέρνας με τα εξειδικευμένα γούστα, τα ερωτικά. Ένας αποτυχημένος λογοτέχνης, η Γεωργία των ημερολογίων, χορεύτριες του μεσοπολέμου ανάμεσα σε κίονες και επίγειους φωτισμούς, ο αγωνιώδης εξερευνητής της πρώτης σε μέγεθος νήσου, ο αδελφός, το κορίτσι που είχε κάποτε μια φωνή και μια δουλειά στα ραφτάδικα της οδού Κολοκοτρώνη, ο Γιώργος Μακρής, ο Τραϊανός διατάσσοντας αεροσκάφη στον ορίζοντα των Αθηνών, οι γηραιοί πια ταξιδιώτες του υπερωκεανείου. Και άλλοι πολλοί, ήρωες λογοτεχνικοί που δεν σκοτώνονται και δεν εξαντλούνται, δεν εξαντλούνται, δεν εξαντλούνται. Γυρνούν τους λόφους ιδρωμένοι, πουλώντας στεφάνια, εξηγώντας τα όνειρα. Υπόσχονται ανεξάντλητους ουρανούς, υπόσχονται ολόκληρο τον κόσμο. Τις νύχτες απομένουν πάντα μόνοι μες στην καλοσύνη, μες στους κήπους τους πιο μυστικούς.

fav-3

V. Η ΕΜΠΟΡΟΣ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ

Εμφανίστηκε αργά. Ολόκληρη η στοά έγινη κήπος μ΄αφάνταστη ησυχία. Είχε στολισμένο έναν μικρό επιτάφιο. Η φωτογραφία ενός νέου και τ΄αδύναμο καντήλι. Τίποτε άλλο.

Ήρθε με μυρωδιές βουνών, ν΄αφήσει λίγα άνθη πάνω στα τραπέζια. Τίποτε άλλο.

Τώρα χάνεται στο βάθος της στοάς και μονάχα κάτι απ΄το φουστάνι της θα μένει φανερό. Κάτι που να μπορεί να  την καταστήσει αγία στις καρδιές των σιδηρουργών.

Στα πόδια της θ΄αφήνουν σπονδές, ποιήματα, αφηρημένους χάλυβες.

fav-3

VI. ΤΟ ΜΠΑΛΟΝΙ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Ταράχτηκε διαβάζοντας την περιγραφή. Η νικήτρια φωτογραφία του διαγωνισμού αναπαριστά ένα μαύρο μπαλόνι πάνω στη στέγη του μικρού σπιτιού. Που δεν πάλλεται από κανέναν άνεμο και που υψώνεται σαν μαύρη σημαία,ακίνητη για πάντα. Αυτό το κατάμαυρο μπαλόνι που είναι σκιά ή ψυχή παιδιού κρατιέται από μια σταθερή, χαλύβδινη αντένα. Πρόκειται για ένα πολύ, παλιό   παιχνίδι.

Στάθηκε στην άκρη, στο αίθριο. Κοίταξε το μαύρο μπαλόνι, θυμήθηκε τους ποιητές ζωγράφους, πολυνησιακές νύχτες στα μητροπολιτικά μουσεία, τους κινδύνους γύρω απ΄τα βλέφαρά της. Έψαχνε την ψυχή του χαμένου παιδιού, γύρω απ΄τη στέγη, πάνω στα σύρματα, στ΄άδεια καθίσματα των καφενείων, σε κιγκλιδώματα ζωγραφισμένα, με ανακοινώσεις πολιτικές των αρχών της δεκαετίας.

Αυτός που γνώριζε για τ΄όραμά του, ο κάτοχος και ο εμπνευστής της φωτογραφίας συνιστούσε έναν σοβαρό κίνδυνο. Πώς βρέθηκε σ΄αυτήν την ίδια θέση, πώς άντεξε την τόση ακινησία, πώς έφυγε, δίχως να πει τ΄όνομά του.

Εισέβαλε ξαφνικά στο σπίτι, κοίταξε τους καλεσμένους με τις μάσκες, αμίλητους, σε τρομερό κίνδυνο και είπε ξανά την ιστορία. Τούτη τη φορά δεν πρόφερε καμιά δική του λέξη. Πάει να πει πως έπλασε τον κόσμο ξανά με τα χείλη του και την αναπνοή του, καινούριο. Δίχως τίποτε δικό του.

fav-3

©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Les pavés de l’Avenue de la Brabançonne, Bruxelles 2010