Τασούλα Γεωργιάδου, Αληθινές παλαιάς κοπής, μιας άλλης εποχής ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Διηγήματα, από τις εκδόσεις Παρέμβαση

Περιγραφή
Μόλις κυκλοφόρησε το βιβλίο «ΑΛΗΘΙΝΕΣ Παλαιάς κοπής, μιας άλλης εποχής» της Τασούλας Γεωργιάδου από τις Εκδόσεις Παρέμβαση. Πρόκειται για διηγήματα ιδιαίτερης αισθητικής και ξεχωριστής γραφής… Ιστορίες Αληθινών γυναικών μιας άλλης εποχής, γεννημένες στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Γυναίκες παλαιάς κοπής, με όνειρα σε παροπλισμό και περιορισμένες επιλογές, θεωρούν υποχρέωσή τους να μη δυσαρεστήσουν γονείς κι αδέλφια που αποφασίζουν για το δικό τους καλό. Βάζουν σε προτεραιότητα τα κοινωνικά πρέπει, το «τι θα πει ο κόσμος», καταχωνιάζουν τα θέλω τους και ο γάμος είναι μονόδρομος προορισμός. Καθώς προχωρούν οι δεκαετίες, οι γυναίκες της νεότερης γενιάς γίνονται πιο τολμηρές, πιο ανεξάρτητες, πιο διεκδικητικές σε δικαιώματα. Τις χαρακτηρίζει η υπομονή, η καρτερία, ο αγώνας για το καλύτερο των δικών τους ανθρώπων, κάποιοι μισανθισμένοι έρωτες, αλλά και η αγάπη. Οι ζωές τους συνάδουν με τα ήθη των επαρχιακών πόλεων και παραλληλίζονται με την εθνική περιπέτεια.

Απόσπασμα
«Σας αγάπησα, σας πόνεσα, σας ένιωσα. Όι, δεν φεύγω εγώ από το σόι σας! Να μου δώσετε την άλλη θυγατέρα σας, τη μικρή. Και δεν ακούω πράμα». Έμεινα σύξυλη. Το φλιτζανάκι γλίστρησε από τα χέρια μου με θόρυβο στο νεροχύτη και τσάκισε το χερουλάκι του. Σκούπισα βιαστικά τα βρεγμένα χέρια μου στην ποδιά. Ένιωθα να ζαλίζομαι. Έβγαλα την ποδιά και χύθηκα στο μπροστινό δωμάτιο. Έκλεισα με ορμή την πόρτα πίσω μου και στρώθηκε στη ραπτομηχανή. Πάτησα δυνατά το πεντάλ και άρχισε να γαζώνει ένα τυχαίο πανί, όσο για να γίνεται φασαρία να μην ακούω τη συζήτηση στη σάλα. Η Σίγγερ μούγκρισε να συμπαρασταθεί στην κυρά της. Έπρεπε να σκεφτώ, να σκεφτώ γρήγορα τι θα κάνω. Όλοι σάστισαν στη σάλα. Έμειναν άφωνοι για αρκετά λεπτά, αιφνιδιάστηκαν. Όμως ο Σήφης πρέπει να το είχε συλλογιστεί και αποφασίσει πολύ πριν. Περίμενε καιρό την κατάλληλη στιγμή να το ξεφουρνίσει. Είχαν φύγει οι μακρινοί συγγενείς, οι φίλοι, οι γείτονες. Τόσος πολύς κόσμος ήρθε στον χρόνο της Νόπης! Ήταν τόσο αγαπητή και έφυγε τόσο πρόωρα και άδικα! Από τα ψες είχαμε κάνει το τρισάγιο στα μνήματα. Την Κυριακή, μετά την εκκλησία ο κόσμος ήρθε στο σπίτι για τον καφέ. Στον μεγάλο ασημένιο δίσκο είχαν διαβαστεί τα κόλλυβα, άψογο έργο της θείας Σύρμως και τα γυρίσαμε σπίτι να μοιραστούν σε όσους ακολούθησαν. Είχαμε δανειστεί οκτώ σερβίτσια από τη γειτονιά και δυο τα δικά μας. Σερβίραμε σοκολατένιες ελιές, παξιμαδάκι γλυκάνισου με κονιάκ να συγχωρέσουν οι παραβρισκόμενοι. Οι δυο μεγάλες μου αδελφές ψήνανε τους καφέδες, οι δυο νύφες, η ξαδέλφη κι εγώ ήμασταν στο σερβίρισμα. Γύρω στις δώδεκα αραίωσε ο κόσμος, έφυγαν οι μεγάλες με τα κουτσούβελα που τις τραβολογούσαν απ’ τη φούστα. Έμεινα με τη μάνα να πλύνουμε στη κουζίνα και οι άντρες να συζητούν στην σάλα. Έκρινε σκόπιμο ο πατέρας να υπενθυμίσει στον Ιωσήφ ότι είναι νέος και ελεύθερος, να κοιτάξει πια τι θα κάνει στη ζωή του, δεν μπορεί να πενθεί επ’ άπειρον.[…]»