Ιστορίες από το Βιβλίο των Ποταμών
Είναι ασυνήθιστα υγρός ο νότος τούτη την εποχή. Και όμως συνεχίζουν να μιλούν για αυτόν τα τραγούδια, για την νωχέλεια και για τα βράδια του τα καρτερικά, τα ατέλειωτα. Δεν είναι όμως έτσι για τον Τζο που τραβάει τις χαλασμένες βάρκες μέσα από τον βάλτο. Τον δένουν με ένα γερό σχοινί και εμπρός παλικάρι μου, λοιπόν φέρ’ τη πίσω. Δεν θα το πίστευες σαν ήξερες πόση προσπάθεια χρειάζεται για να συρθεί το μουλιασμένο σκαρί. Μόνο άνθρωποι σαν τον Τζο ξέρουν να σου πουν. Άνθρωποι που ξέρουν από του νότου την φριχτή και ανίκητη υγρασία.
Γυμνός από την μέση και απάνω, όλο πληγές από τα σχοινιά. Και στην γενειάδα του πουλιά και κλαριά και χλωρό χορτάρι σαν έκπτωτος θεός. Έχει μια φλέβα στο μέτωπό του που χτυπά, θεέ μου πώς χτυπά. Αν κρατήσει και άλλο ετούτος ο καιρός, η φλέβα θα σπάσει. Μα δεν τον ένοιαξε ποτέ η ζωή τον Τζο. Μήτε όταν πέφτανε απάνω στους άλλους στο ξέφωτο του δάσους. Κανέναν δεν σκότωσε τότε ο Τζο και το΄χει καμάρι. Κανενός παιδιού δεν πήρε την ζωή εκείνος. Άντεξε, αλώβητος βγήκε μέσα από το καμίνι της φωτιάς. Το πρόσωπό του όμως ξέρει.
Την βάρκα αυτή την λένε Μαγδαληνή. Κάποτε ήταν πράσινη, είχε δυο γυαλιστερά κουπιά και μερικά λουλούδια εκεί που μαζεύει ο βαρκάρης το σχοινί. Εμπρός γριά μου Μαγδαληνή, πάμε, άλλον δρόμο δεν έχει για μας από τη δοκιμασία, εμπρός Μαγδαληνή μου εμπρός γριά μου και έσερνε την γέρικη βάρκα μέσα από τον βάλτο.
Νύχτα θα΄ταν που τέλειωσε τη δουλειά. Πληρώθηκε το μερτικό του και τράβηξε για το καλύβι του. Δεν είχε ανάγκη από φαΐ και έτσι αγόρασε μια μπουκάλα και προχώρησε τώρα πια με έναν σκοπό μεθυστικό. Περπατούσε και έλεγε το όνομά της, σαν να΄ταν άνθρωπος που αγάπησε πολύ. Μαγδαληνή και ήταν που του ταίριαζαν οι πέτρες και ο διωγμός. Περπατούσε και τον εαυτό του τιμωρούσε.
Μεθυσμένος αντίκρισε τον εαυτό του μες στον καθρέφτη. Τον βρήκε άσχημο, γέρικο και λυπημένο πολύ. Δεν θα τον θέλανε οι άνθρωποι τέτοιος που είναι. Να μπορούσε λέει να ξεφορτωθεί εκείνη τη γενειάδα, γεμάτη κλαριά, νεκρά πουλιά. Και ποιος στ΄αρνείται Τζο, ρωτάει τον εαυτό του και αρπάζει το ξυράφι, μια και δυο γίνηκε πάλι παιδί, σχεδόν αγόρι.
Τώρα θυμάται καλύτερα πως ήταν θειαφένιο το απόγευμα και δεν ξεχώριζαν οι ζωντανοί από τους πεθαμένους. Είδε τώρα, που σκοτώνονταν με τις λόγχες, άκουσε τους πυροβολισμούς εκείνου του έφιππου λοχαγού που σάρωνε το πεδίο της μάχης. Πίσω δεν κοίταξε και έφυγε όπως τ΄αγρίμι που ΄χει στο κατόπι του θηρευτές. Ποτέ δεν θα κοιτάξει πίσω, το υπόσχεται. Μα είναι ατέλειωτο το δάσος και κάπως παγωμένη η καρδιά του. Εμπρός του βάλτοι και πιο πίσω ο λοχαγός που τον είχε ακολουθήσει. Τον είδε φοβισμένο, πλησίασε με το μαχαίρι του βγαλμένο από την θήκη. Τον χτύπησε και εκείνος διπλώθηκε και ήταν τότε που αργά, – θυμάται τον ήχο – του χάραξε το άσχημο, κακό σημάδι. Ένα μικρό λάμδα, χτυπημένο βαθιά πάνω στο κόκαλο που ποτέ δεν θα το πάρει το κύμα. Χάθηκε μες στην ομίχλη του μπαρουτιού όσο εκείνος είχε χάσει πια το όνομά του. Είχε γίνει ένας λιποτάκτης, τίποτε περισσότερο δεν είχε πια να του δώσει η ζωή.
Και τώρα εμπρός στον καθρέφτη ήρθαν πίσω εκείνα τα χρόνια. Τον κυρίευσε ο πανικός. Αν τον δουν θα καταλάβουν, θα τον διώξουν και πουθενά δεν θα βρει για να ζήσει. Εδώ υπάρχουν λίγες δουλειές για αυτόν. Ο χείμαρρος που σάρωσε τους αχυρώνες στην σειρά έχει αφήσει βουνά την λάσπη. Ο Τζο μπορεί να την φτυαρίσει σε μια μέρα, άντε δυο μα δίχως μεροκάματο. Μα αν δουν το σημάδι, θα δουν μες στα μάτια τον λοχαγό και την αλήθεια και τους συντρόφους του πεθαμένους μες στο ξέφωτο. Θα δουν πως έτρεξε, με την ζωή του στα δόντια και πως τον πρόλαβαν οι βάλτοι, για φαντάσου.
Ήταν τότε που ΄ρθε στο νου του το όνομα. Μαγδαληνή, είπε και θυμήθηκε την βάρκα, την μικρή την πράσινη. Και είπε θα φύγει από τώρα και για πάντα με δυο πράγματα μονάχα και αυτό το σημάδι που το πηγαίνει εδώ και εκεί για να βρει λέει μια θέση στον κόσμο. Και να που ταξιδεύει τώρα, μες στους βάλτους που είναι πράσινοι βαθιά λίγο πριν το χάραμα. Εμπρός γριά μου, εμπρός Μαγδαληνή μου, μα τον μυρίστηκαν τα σκυλιά και οι θηρευτές και πέφτουν όλοι ξωπίσω του. Τώρα τα ξέρουν όλα και διψούν. Δεν έχει να πάει πουθενά και έτσι μες στην βαρκούλα του, σαν κύκνος ποταμίσιος που ξέρει πως πεθαίνει, στέκει και πίνει από το φεγγάρι και από τη φύση ολόκληρη.
Ύστερα πέφτει μια βροχή και κάποιος τραβά τη βάρκα με τον λιποτάκτη που ΄πρεπε να πληρώσει και πλήρωσε με τ΄αντίτιμο αυτού εδώ του κόσμου. Ήταν ο Τζο που φτυάριζε έναν λόφο λάσπη σε μια, άντε δυο μέρες. Ακουμπισμένος πάνω στα ύφαλα της βάρκας του, με το βλέμμα του τώρα πια, στυλωμένο στ΄άδειο, κοιτάζει τον έφιππο λοχαγό που΄ρχεται, όλο έρχεται από μια μακρινή εποχή. Ιππεύει το ίδιο σταχτί άλογο και είναι κλειδωμένο το πρόσωπο του, απόδειξη πως είναι νεκρός. Στέκει και του γνέφει με εκείνον τον αδιαπραγμάτευτο, τον σιωπηλό τρόπο που ΄χουν οι νεκροί, έξω από τα όνειρά μας, για να λένε τις συγνώμες τις μεγάλες.
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.