Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Τζίνα, να μία σωστική φωτοβολίδα

Έργο με καταρρεύσεις
 και με συντριβές

κηνικό τραπεζαρίας με ένα σωρό εδέσματα, πιατέλες, καράφες παραγεμισμένες με κρασί. Οι καρέκλες βρίσκονται σε απόλυτη στοίχιση και έχουν πλεγμένα ξύλινα ρόδα στις πλάτες τους. Στην μια πλευρά του τραπεζιού βρίσκονται όλα τα κάδρα των προγόνων. Φέρουν στο ύψος των ματιών τους μια κατάμαυρη λωρίδα χρώμα, σαν κάποιος που ‘χει σφραγίσει το βλέμμα τους για πάντα. Στον άλλον τοίχο κεφαλές θηραμάτων βαλσαμωμένες, τίγρεις, αρσενικά λιοντάρια, βίσονες και θηρία ασυνήθιστα που μόνον κάποιος θαρραλέος θα μπορούσε να κυνηγήσει. Πάνω από το τραπέζι φέγγει ένας πολυέλαιος, ενώ στο ταβάνι μπορεί να δει κανείς ζωγραφισμένη σε κακή αντιγραφή μάλλον , δίχως προοπτική, την Ανάληψη της Μαρίας του Κορέτζιο. Μάλλον ετούτη η Μαρία δεν θα φτάσει πουθενά.) 

Ξαφνικά ένα τσούρμο ευτυχισμένων καλεσμένων εισβάλλει στην τραπεζαρία. Ακολουθούνται από τους υπηρέτες, κάτι βιαστικούς σερβιτόρους που τραβούν τις καρέκλες και βγάζουν το πώμα για να χυθεί άφθονο το κρασί. Είναι όλοι τους μέλη μιας ανώτερης, κοινωνικής τάξης. Είναι σπουδαίοι, τόσο μα τόσο πλούσιοι και οι χειρονομίες τους λεπτές, διακριτικές. Τίποτε δεν φανερώνει τις επιθυμίες τους. 

 Σε λίγο όλοι βρίσκονται σκυμμένοι στο τραπέζι τους και απολαμβάνουν τα ιδιαίτερα πιάτα του νεαρού μάγειρα που ανέλαβε να καλύψεις τις υψηλές, γαστρονομικές τους απαιτήσεις. Αφορμή για τη συνεστίαση εκείνων των ανθρώπων, ο γάμος κάποιου νεαρού απογόνου. Το ζευγάρι εισέρχεται τελευταίο. Κάνουν μια βαθιά υπόκλιση και η ορχήστρα, σκαρφαλωμένη στη μαρμάρινη εξέδρα παίζει αποσπάσματα από μεγάλες και αξέχαστες όπερες.

Κυρία Λεξ, κόμισα των βορινών, γαλλικών εξοχών (ενός τόπου δηλαδή που δεν υπήρξε ποτέ) Τι όμορφο ζευγάρι! Καλώς ήλθατε παιδιά μου. Ζερόμ, δεν θα φιλήσεις την αγαπημένη σου θεία;

Ζερόμ: Μα τι με περάσατε; Φυλάω ένα φιλί μόνο για σας, θεία. (πηγαίνει γύρω από το τραπέζι, αρπάζει κάτι, το τρώει, σταματάει αργά και στέκει προσοχή εμπρός στα κάδρα, κολλάει ένα χαρτονόμισμα στο κούτελο του βιολιστή σαν να δίνει παραγγελιά) Να, δύο φιλιά για την θεία μου!

Κυρία Λεξ: Είσαι εσύ ένας!

Ζερόμ: Ένας είμαι καλέ θεία! Τι το πέρασες; Νομίζω πως παραήπιατε θεία μου. Λίγη αυτοσυγκράτηση δεν κάνει κακό!

Κυρία Λεξ: Θα πρέπει κανείς να ζει μεθυσμένος, ευτυχισμένος, στο απόγειο, διαρκώς της ζωής. 

Ζερόμ: Για αυτό σας αγαπώ, θεία μου, για αυτό! Να σας συστήσω την Τζίνα. Η Τζίνα δουλεύει ως δικηγόρος σε κάποιο γραφείο της Νέας Υόρκης. 

Κύριος Λεξ (Σ κόμης με κομμένο ποδάρι και ένα θολό μονόκλ: Καλώς ήλθατε, Τζίνα. Μα καθίστε, να, εδώ κοντά μου εσύ Τζίνα.

Τζίνα: Καλησπέρα σας (βαθιά υπόκλιση και ένα βλέμμα όλο πόθο προς τον Ζερόμ) 

Κυρία Λεξ: Λοιπόν, έχω να πω πως είστε απολύτως ταιριαστοί. (βαθμιαία όλοι πέφτουν στα πιάτα τους, καταβροχθίζουν τις σάλτσες, τα αγριογούρουνα, τα ερίφια και τους αστακούς, τις σαλάτες, ακόμη και τα μαντλέν που κανονικά αφορούν τα γλυκά εδέσματα.)

Κύριος Λεξ: (λερωμένος με σάλτσες, το πουκάμισό του χάλια, με ένα αρνίσιο μπούτι στα χέρια) Μα δεν θα φας κάτι Τζίνα; Δεν χρειάζεται να σε ανησυχεί ο πάγος, αυτός θα σπάσει. Ο Ζερόμ, ο καλός μας, είναι ο αγαπημένος ανιψιός όλων μας. Λίγο αρνί μήπως;

Τζίνα: Όχι, όχι, σας ευχαριστώ κύριε κόμη. 

Κυρία Λεξ: Ώστε ακατάδεκτη! Ζερόμ, δεν πρόσεξες καλά! Καθόλου καλά!

Κύριος Λεξ: (μασώντας κτηνωδώς εκείνο το αρνίσιο μπούτι, μπουκωμένος, με τις λέξεις ίσα να προφέρονται) Δεν έχετε δίκιο να αρνείστε τη φροντίδα μας. Είστε τόσο όμορφη, δεν χρειάζεται να κρατάτε καμία πόζα. Φάτε! Παρακαλώ, φάτε!

(Η Τζίνα δαγκώνει από το αρνίσιο μπούτι του κόμη και έπειτα σκουπίζει τα χείλη της με την ανάποδη πλευρά των χεριών της. Ο Ζερόμ στο μεταξύ, έχει σκοτώσει την κυρία Λεξ και κατασπαράζει το μυαλό της. Όλοι τους τρώνε βιαστικά, κοιτάζοντας το ρολόι που χτυπά ξύλινα κάτω από το πορτραίτο του Χριστού. Τόση είναι η βιασύνη που αν κανείς ζητήσει το αλάτι ή λίγες πατάτες, τα σερβίτσια πετούν στον αέρα. Κανείς δεν έχει χρόνο για οτιδήποτε άλλο εκτός από το φαγητό. Η Τζίνα δακρύζει, κοιτάζει τον Ζερόμ μα δεν τον αναγνωρίζει. Στο μεταξύ ένας υπηρέτης εμφανίζεται με το καβαλέτο του και τα σύνεργα της ζωγραφικής. Φτιάχνει την κυρία Λεξ βιαστικά μα με ακρίβεια. Κάποιος άλλος υπηρέτης αναλαμβάνει να το κρεμάσει στον τοίχο πλάι στα άλλα πορτραίτα. Το ρολόι χτυπάει, κάποιος αρπάζει τον κούκο και τον πετάει στη φωτιά, η Τζίνα σαστίζει, ο κύριος Λεξ κάνει πως ρίχνει μια φωτοβολίδα και όλοι σταματούν το φαγητό τους.)

Κύριος Λεξ: (απευθύνεται στην Τζίνα) Σαν σημάνει η ώρα έχουμε συμφωνήσει πως θα κάνω ότι ρίχνω μια φωτοβολίδα. Τότε όλοι θα σταματήσουν και θα περάσουν για το τσάι στην μπροστινή βεράντα. 

(Κάποιος εισέρχεται στη σάλα, κάτι λέει εμπιστευτικά στον κύριο Λεξ. Ο Ζερόμ βρίσκεται στην απέναντι πλευρά και καταβροχθίζει την κυρία Λεξ μαζί με ολάκερη την τάξη της. Τον κύριο Λεξ τον πλημμυρίζει μια γεροντική γενετήσια ορμή. Κοιτάζει την Τζίνα απαξιωτικά. Έπειτα ζητά την προσοχή των υπολοίπων.)

Κύριος Λεξ: Μόλις επληροφορήθη πως ανάμεσά μας υπάρχει μια γυναίκα ελαφριών ηθών. Μες στο χριστιανικό μας σπίτι, ακούς εκεί, να προκύψει τέτοιο πράγμα φοβερό. Τζίνα, τι έχεις να πεις;

(Σηκώνεται, τρέχει γύρω από το τραπέζι, κάποιος προσπαθεί να την αρπάξει από τον φραμπαλά, εκείνη πέφτει στην αγκαλιά του Ζερόμ. Έπειτα κλαίει. Τη σηκώνει από τη θέση της και την επιπλήττει.)

Ζερόμ: Τι έπαθες Τζίνα; Σηκώνεσαι από το τραπέζι, αρνείσαι λίγο αρνίσιο μπουτάκι, εκφέρεις παράξενες απόψεις. Και πάνω απ’όλα έχεις μια ηθική ελαστικότατη, όπως όλα τα κόκκινα κορίτσια. Ω Θεέ μου, τι άσχημο παιχνίδι μου ‘παιξες. Άκου, να με παρασύρει μια συνοδός, μια φτηνή.

Κύριος Λεξ: Όλοι κάνουμε λάθη παιδί μου. (τραβά το ξίφος του, κοιτάζει την Τζίνα με νόημα)

Τζίνα: Τι πάτε να κάνετε; Ζερόμ, Ζερόμ αγάπη μου βοήθεια! (κυνηγιούνται γύρω από το τραπέζι) Αμάν πια με αυτή τη θεία σας! Θα την φάτε μετά, βοήθεια Ζερόμ!

Κύριος Λεξ: Τι τύχη που την έχετε Τζίνα! Μα θα το τακτοποιήσω αργότερα, θα δείτε. Δεν ξεχνώ εγώ., δεν ξεχνώ ποτέ. (απειλητικά)

*

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης