Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Ιχθυέλαιο

Έργο βασισμένο στις θαυματουργές ιδιότητες γνωστού σκευάσματος
που μνημονεύει με στυλ τον Κανάρη, τον μπουρλοτιέρη, ντε.

νακριτικό γραφείο. Καθόλου μακριά από την πόλη καθώς ακούγονται κάθε τόσο καζανάκια, βλαστήμιες, ρεψίματα, γέλια και κλάματα. Το σκηνικό έχει ένα τραπέζι με το φωτιστικό του, έναν πίνακα φελλού με την κάρτα ενός κλειδαρά και κάτι σκισμένα γκοφρέ. Το όλο πράγμα αναδύει ερημιά και εγκατάλειψη μα ταιριάζει απολύτως στο ρόλο ενός ανακριτικού δωματίου, κάπου μες στην καρδιά της πόλης. Καθώς πού να τρέχουμε τώρα;

 Ο ένας καλοντυμένος, ο άλλος με τις πυτζάμες του, κακοχτενισμένος, δεμένος με τις χειροπέδες. Κρατούμενος με όλη τη σημασία της λέξης. Στο μπαλκόνι έρχεται και φεύγει ένας τρίτος που όλο μιλά στο τηλέφωνο και κάτι κανονίζει διαρκώς.)

Ανακριτής: Να το πάρουμε απ’ την αρχή.

Κατηγορούμενος (ή θείος Τάσος, μιας κάποιας ηλικίας, εν αποστρατεία γενικώς): Να το πάρουμε, άκου λέει;

Ανακριτής: Εσύ σαν να λέμε, ήπιες εκείνο εκεί το λάδι και αμέσως ένιωσες μπουρλοτιέρης.

Κατηγορούμενος: Ακριβώς! Είδατε, η επανάληψη που λένε πως είναι μάνα δεν θυμάμαι ξέρω γω τίνος έτσι που γίναμε; Μπράβο, εγκαρδίως και καθέτως.

Ανακριτής: Δεν μας τα λες καλά θείε Τάσο.

Κατηγορούμενος: Μια χαρά τα λέω. Αφού πριν μου τα είπατε μονάχος σας. (εμπιστευτικά) Άκου παιδάκι μου αν είσαι κουρασμένος τ’αφήνουμε και εδώ είμαστε, δεν χανόμαστε. Αύριο πάλι εδώ, τι νομίζεις , δεν ξέρω εγώ από γραφεία; Εννιά, πέντε; Εγώ; Πειθαρχία εγώ; Είστε νέα παιδιά και δεν θα σας κακοκαρδίσω, όχι εγώ.

Ανακριτής: Πες τα και εσύ, να πούμε άλλη μια φορά. Κοίτα να δεις, έχω δυο παιδιά, με περιμένουν, λένε δεν έχω μπαμπά και βάνουν τα κλάματα, καταλαβαίνεις; Θέλεις να θυμώσω, δεν θες, στο λέω εγώ. Άντε παλικάρι μου, άντε πάμε πάλι.

Κατηγορούμενος: (ξεροβήχει) Το λοιπόν, το έλεγε στη διαφήμιση. Σαν τον μπουρλοτιέρη. Λέω και εγώ, τι έχω να χάσω, ίσως γίνω και εγώ μπουρλοτιέρης. Σαν τότε.

Ανακριτής: Σαν πότε;

Κατηγορούμενος: Τότε που είπαν να πιείτε χλωρίνη να συγχωρεθεί ο ιός, τα ξεχάσατε; Επειδή δεν φοράμε μάσκα; Ποτέ δεν τη βγάλαμε και ίσως μεταξύ μας κύριε, να νιώθουμε κάπως ξεβράκωτοι δίχως εκείνη. Ήταν μια κάποια λύσης.

Ανακριτής: (γυρνά από την άλλη) Το Θεό σου! Και δεν μου λες, τι έγινε με το λάδι;

Κατηγορούμενος: Πήγα το βρήκα. Είχα τη φωτογραφία, είπα εδώ είμαστε. Το αγόρασα, ένιωθα κιόλας μια δύναμη παράξενη εντός μου να ξεσηκώνεται. Ξέρετε, όπως τότε…

Ανακριτής: Για πότε λέτε;

Κατηγορούμενος: Για τότε, ντε, με το κορίτσι, αγκαλιές, φιλιά και τα ρέστα. Το όλο το σκηνικό, ντε, πώς το λέτε, τ’αγώνισμα βρε παιδί μου.

Ανακριτής: Μπα, δεν (νιώθει πως παρασύρεται, συνέρχεται.) Το λάδι, το λάδι!

Κατηγορούμενος: Πώς θα το πείτε;

(Εκείνη την ώρα μπαίνει ο τρίτος)

 Τρίτος: Ρε, να του ρίξω μια γροθιά ίσια στα μάτια να κάτσει να σκεφτεί; Δηλαδή σπίτια εμείς δεν έχουμε; Άμα δεν μπορείς θα’ρθω εγώ. Και τότε τα λέμε.

Κατηγορούμενος: Τα λέμε!

Ανακριτής: Θα ξανάρθει.

Κατηγορούμενος: Αναφορικά με το λάδι, πήγα σπίτι – να μην λέτε ότι αλλάζω θέμα διαρκώς, μην βρεθώ κατηγορούμενος και για άλλα πράγματα – ήπια όλη τη συσκευασία. Έπειτα περίμενα, ξάφνου, καθώς είχα , τ’ομολογώ , σφοδρά απογοητευτεί από την αναντιστοιχία της διαφήμισης και του παρεχόμενου αποτελέσματος, έτοιμος να μηνύσω εταιρίες, πολυκαταστήματα, ενορίες, συμμορίες, εισοδηματίες, δεν θα άφηνα κανένα. Περί τη δωδεκάτη, εσήμανε συναγερμός. Ξέρετε τι θα πει συναγερμός; Άναψαν τα αίματα, θυελλώδεις οι βοριάδες φυσήξανε, ανοίξανε ρήγματα πρωτοφανέρωτα, άλλαξαν οι χάρτες και  ευθύς αισθάνθηκα τη δύναμη του λαδιού. Ω ρε μανούλα μου, να μ’έβλεπες τι φόρα είχα πάρει, πώς όριζα τον κόσμο. Κατέβηκα να πάρω αέρα, πρώτη φορά διψούσα τόσο. Έφθασα ίσαμε το λιμάνι. Είδα τη σημαία, θυμήθηκα τη διαφήμιση του παππού με τ’εγγονάκι του, – μα τι ωραία που τα λένε οι δυο τους και τι χαριτωμένο αγοράκι – και τότε ήρθε και με βρήκε ο Κανάρης.

Ανακριτής: Ο Κωνσταντίνος;

Κατηγορούμενος: Ναι, αυτός. Τον ξέρετε και εσείς; Πολύ παράξενος, παίζει με τη φωτιά, μπορεί να χαλάσει μονάχος του ολόκληρες ναυαρχίδες.

Ανακριτής: (Από την άλλη) Και έχουμε μπόλικες. Ναι βέβαια. Ξέρω, πώς.

Κατηγορούμενος: Μόνο η πλώρη πήρε λίγο πάντως για να λέμε και του στραβού το δίκιο.

Ανακριτής: Είπατε, πριν, ο Κανάρης, έτσι; Τρίτος, τρίτος!

(Μπαίνει ο τύπος με τα τηλέφωνα)

 Ρίξ’ του και εσύ μία να τελειώνουμε, μην μας κατσαδιάσεις για παρακόληση.

(Ο τρίτος ρίχνει μια μπουνιά στον κατηγορούμενο, αυτός γελάει.)

 Κατηγορούμενος: Ξέρετε, δεν νιώθω τίποτε, ο πόνος δεν έχει καμία απολύτως σημασία για μένα. Οπότε παλικάρια, μην κουράζεστε. Το λάδι είναι θαυματουργό. Και να με σκοτώσετε εγώ πάλι δεν θα πεθάνω.

(Του ορμούν και γίνεται χαλασμός, ο κατηγορούμενος παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, δίνει και καταλαβαίνουν εκείνοι εκεί τι ακριβώς θαύματα κάνει το λάδι. Ξάφνου μένει μόνος στη σκηνή, εισβάλλουν δυο τραυματιοφορείς. Σταματούν εμπρός του.)

Κατηγορούμενος (όχι πια): Πάρτε τους και φέρτε άλλους, αυτοί σπάσανε.

Τραυματιοφορέας α : (συνωμοτικά) Πήρες λάδι;

Κατηγορούμενος: Ναι, και εσύ;

(σφίγγουν τα χέρια, αγκαλιάζονται, φιλιούνται σαν σύντροφοι του παλιού καλού καιρού)

 Τραυματιοφορέας α : Ξέρεις, στην πραγματικότητα (κοιτάζει μην τους βλέπουν), είμαι ο Κανάρης, ο μπουρλοτιέρης ντε. Αμέ!

Κατηγορούμενος: Εγώ είμαι ο Κανάρης!

*

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

φωτο: Στράτος Φουντούλης