Από μικρό παιδί φοβάμαι το σκοτάδι. Δεν ξέρω γιατί αλλά μου προκαλεί ανατριχίλα. Αν μπορούσα, και στον ύπνο μου θα είχα αναμμένα φώτα. Και για να είμαι ειλικρινής, όσο ζούσα, είχα αναμμένο ένα φωτάκι στο δωμάτιο μου τη νύχτα. Έτσι, για συντροφιά, για να απαλύνει την κυριαρχία του μαύρου. Λέω όσο ζούσα γιατί τώρα είμαι νεκρός. Νεκρός με μια σωματική, υλική αν θες, έννοια. Γιατί μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως κατά τ’ άλλα νιώθω πιο ζωντανός από ποτέ. Δεν το ήξερα ότι τα πνεύματα έχουν αυτή τη δύναμη. Σημασία, πάντως, έχει ότι είμαι νεκρός. Αμετάκλητο γεγονός.
Αισθάνομαι τους γδούπους και ακούω κορναρίσματα. Άρα είμαι κάπου καθ’ οδόν. Λογικά βρίσκομαι με τα κοράκια. Εντάξει, μωρέ, τη δουλειά τους κάνουν κι αυτοί απλά τώρα είμαι στις μαύρες μου. Ορίστε, δεν έχω χάσει την αίσθηση του χιούμορ μου άρα κάτι έχει διασωθεί απ’ αυτό που ήμουν. Έλεγα, λοιπόν, ότι μάλλον είμαι καθ’ οδόν. Ακούω τους τύπους που με μεταφέρουν να συζητούν για μια ταινία που είδαν. Δεν τη γνωρίζω, δεν πρόλαβα φαίνεται να τη δω. Είχα άλλες δουλειές, όταν ήμουν ακόμη εν ζωή. Ξέρεις, να τρέχω σε νοσοκομεία, σε γιατρούς, σε ατελείωτες εξετάσεις. Η ζωή μου τα τελευταία χρόνια συμπυκνωμένη σε λίγες λέξεις. Όχι, εντάξει έχω ζήσει και όμορφες στιγμές. Αλλά μάλλον μου έμειναν πιο πολύ οι ζόρικες. Δεν είμαι κανένας αχάριστος εγώ. Τη ζωή μου πολλοί τη ζήλεψαν. Φαινόταν αψεγάδιαστη. Αλλά φίλε, όλα ήταν ένα μάτσο φούμαρα. Δεν έμεινε τίποτα στο τέλος. Μελαγχόλησα που τα θυμήθηκα. Πώς θα ‘θελα τώρα ένα τσιγαράκι. Τι θα μου κάνει παραπάνω; Θα με σκοτώσει; Έλα, είπαμε, έχω ιδιαίτερο χιούμορ. Ήμουν παντρεμένος. Ρωτάς αν την ερωτεύτηκα; Ξεκάθαρα όχι. Ήταν άλλα χρόνια. Πολλές φορές σκέφτηκα να τη χωρίσω. Ήταν απαίσιος χαρακτήρας η γυναίκα μου. Δεν ξέρω έναν άνθρωπο που να την αγάπησε πραγματικά στη ζωή της. Αφόρητη γυναίκα. Είναι μνημειώδη τα μούτρα της. Τα παιδάκια των φίλων μου τη φοβόντουσαν. Της είχαν βγάλει κι ένα υποκοριστικό. Ποιο ήταν να δεις; Πέρασαν δεκαετίες από τότε. Α, ναι ο «μπαμπούλας». Λέω δικών μου φίλων γιατί αυτή δεν είχε φίλους. Ναι, τώρα τι; Μπέσα πράγματα. Μόνο τους γιους μας αγαπούσε. Αυτό δε μπορώ να της το αρνηθώ. Α, ναι, εκείνους τους λάτρευε. Και της έμοιαζαν κιόλας. Δε μιλάω εξωτερικά. Μιλάω για το μέσα τους. Θυσία έγινα για αυτούς και ξέρεις πως μου το ανταπέδωσαν; Άσε μεγάλη ιστορία. Θα με πιάσουν και τα ζουμιά και δεν το θέλω. Το πεταμένο σκυλί της γειτονιάς μας, το αδέσποτο, μεγαλύτερη φροντίδα κι αγάπη πήρε από μένα. Μόλις είδαν ότι πάει αυτός, τώρα τα ‘φαγε τα ψωμιά του, ήθελαν να τους αδειάσω τη γωνιά μια ώρα αρχύτερα. Ο σκοπός επετεύχθη. Δεν ξέρω αν μπορείς να φύγεις από παρατεταμένη θλίψη, κάπου διάβασα πάντως ότι μπορεί και να συμβεί. Σ’ ένα άρθρο ψυχολογίας θαρρώ. Μπορεί να είναι και μπούρδες βέβαια. Δεν είμαι και γιατρός.
Πάντως, βγήκε κι ένα καλό. Τουλάχιστον απαλλάχθηκα απ’ αυτούς και έπειτα πάω στο χωριό μου. Καθαρός αέρας, δέντρα, πουλιά που κελαηδούν. Το αγαπώ το χωριό μου κι ας έζησα δύσκολα χρόνια. Φτώχεια καταραμένη, τι τα θες; Αλλά είχα δυο αδέρφια, παλικάρια σωστά. Είμαι σίγουρος πως ανυπομονούν να με ξαναδούν. Έστω κι έτσι. Οι μπαγάσηδες ελπίζω να μην κλαίνε. Εγώ θα προτιμούσα μια γιορτή, όλοι να είναι ντυμένοι με χρωματιστά και να λένε ιστορίες για μένα. Και να γελάνε, φίλε μου. Να ακούσω ξανά τα γέλια τους. Τις φωνές τους. Η ώρα φτάνει. Λογικά πρέπει να πλησιάζουμε. Δεν μπορείς να πεις, σου κάνω καλή παρέα. Κάτσε, κάτι λένε αυτοί μπροστά. Σταμάτησαν το αυτοκίνητο. Με βγάζουν από μέσα. Πού βρίσκομαι; Πρώτη φορά βλέπω αυτό το μέρος στη ζωή μου. Ή στο θάνατό μου είναι η πιο κατάλληλη έκφραση; Τώρα, μάγκα μου, αρχίζουν και με ζώνουν τα φίδια. Αυτό το μέρος σίγουρα δεν είναι το χωριό μου. Βλέπω αυτά τα γελοία ανθρωπάκια να κατεβαίνουν απ’ το άλλο αυτοκίνητο. Εκείνο που πήραν με τις οικονομίες μου. Πού είναι οι φίλοι μου; Πού είναι τ’ αδέρφια μου; Και γιατί στον διάολο δεν είμαι στον τόπο μου; Η αλήθεια με χτυπάει κατακούτελα. Έτσι νταααν, στο δόξα πατρί. Κανείς δεν θα ΄ρθει γιατί κανείς δεν έμαθε για τον θάνατό μου. Ουρλιάζω, βρίζω Θεούς και δαίμονες αλλά δεν καταφέρνω τίποτα. Κι εδώ, την ύστατη ώρα, με βασανίζουν. Αλλά δεν θα τους περάσει αυτό. Θα οργανώσω σχέδιο. Εσύ, ως άγγελος, τι πιστεύεις; Μπορώ να τους στοιχειώσω μέχρι να τους τρελάνω; Αυτό το κούνημα του κεφαλιού σου ήταν ναι ή όχι; Δεν σε πρόλαβα. Είσαι πολύ γρήγορος για τα δικά μου δεδομένα. Γιατί αν είναι ναι, ένα σου λέω. Μόλις μου έφτιαξες τη μέρα.
*
©Ευγενία Νικητίδου
φωτο: Στράτος Φουντούλης

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.