Μια ανταπόκριση από την αγία, ελληνική επαρχία
Το χωριό ήταν σκαρφαλωμένο στην άκρη της πλαγιάς. Ο μύθος λέει πως τούτος ο τόπος λογιζόταν σαν επταπάπαδο, πάει να πει μετρούσε σχεδόν επτά χιλιάδες ανθρώπους. Έπειτα, όπως λένε οι παλιοί ήρθε η καθίζηση και σκέπασε τη ζωή με πέτρες και χώμα, σφραγίζοντας τη μοίρα ετούτου του κόσμου του ετοιμόρροπου. Κάπου σωζόταν ένα απομεινάρι του πύργου του Αγά, ανάπηρος και εκείνος, μια άγκυρα δίχως σχοινί για πάντα χαμένη στον βυθό.
Έπειτα όλοι μαζί κινήσαμε για την πλατεία του μικρού χωριού. Τι όμορφο Θεέ μου εκείνο τ’απόγευμα, πώς να το λησμονήσει κανείς. Ήμουν βέβαιος πως κάπου ανάμεσα στα άνθη που χύνονταν από τις μάντρες και τις στέγες, νύχτες ολόκληρες κρατιούνται νύμφες και πλάσματα απόκοσμα. Πλέκουν λέει με τα λουλούδια στεφάνια και όλη τη νύχτα χορεύουν κάτω από το φεγγαρόφωτο του Αυγούστου που ‘ναι αλλιώτικο. Και τον κόσμο ξαναφτιάχνουν κάπως ανάλαφρο και ωραίο ίσαμε να πέσει και πάλι το φως της μέρας που όλα τα λευκαίνει.
Τώρα σουρουπώνει και το χωριό ερημώνει. Κάποια βήματα στ’απάνω καλντερίμι, δυο παιδιά που περνούν γελώντας και το όνομα Κατερίνα που φέγγει απ’άκρη σ’άκρη στο μικρό χωριό. Σε λίγο θα νυχτώσει και οι επισκέπτες ετοιμαζόμαστε για την επιστροφή. Έχουμε πει να ανταμώσουμε στον πλάτανο, στην πλατεία του μικρού χωριού με την ωραία βρύση. Καπέλο στον λαιμό, εσπαντρίγιες και στον λαιμό μαντίλι. Οι επισκέπτες διαφέρουν από τους κατοίκους του μικρού χωριού. Έχουν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους τη δίψα για όσα δεν είδαν, όσα δεν χόρτασαν. Οι ντόπιοι καθισμένοι στα περβάζια των λευκότατων παραθυριών τους μας χαιρετούν, όχι με εκείνη τη βεβαιότητα πως ποτέ δεν θα μας ξαναδούν, μα με την υποψία πως κάποτε ορισμένοι από εμάς θα επιστρέψουμε σε τούτα τα μέρη.
Ένας άνεμος σαρώνει τον ανήφορο. Οι κρεμασμένοι λαμπτήρες, σαν γιρλάντες χορεύουν μια, δυο στον άνεμο και σβήνουν, σαν αγάπες. Μια σκιά περνά από το παράθυρο, όλα ιδωμένα μυστικά και ανομολόγητα, πώς να σας μιλήσω για όλα αυτά. Και τότε από το κοπάδι των επισκεπτών ξεμακραίνω, τον δρόμο τον στενό παίρνω και όλο βυθίζομαι πιο μέσα στο θαύμα. Σε ένα κόσμο κάθετο κατεβαίνω, μην με ρωτάτε, τίτλο δεν έχει ο κόσμος ετούτη την ώρα που τρέμει και τρέμει.
Το μικρό το παραθύρι ανοιχτό, θαρρείς για μένα. Να δω και να πιστέψω. Μια γυναίκα μαυροφορεμένη στέκει στο παραγώνι. Και ένα κορίτσι, -ίσως να’ναι η Κατερίνα, η Δανάη, η Ανδρομάχη, η Κλειώ, μια Ηρώ – στέκει με τα μάτια τα υγρά και ακούει τη γριά. Της αφηγείται ένα παραμύθι με όμορφα κορίτσια και πρίγκιπες που όλη νύχτα τους αρχαίους κορμούς πελεκούν για να τους φτιάξουν περιδέραια, στέμματα για τα ξανθά τα μαλλιά τους. Και έπειτα , έλεγε η γριά, διαβαίνουν χιλιάδες κινδύνους και όλο κοντά στα κορίτσια π’αγαπούν τραβάνε. Θα πρέπει να διαβάσουν χιλιάδες κινδύνους, τον θάνατο που στέκει στη βρύση με το μαύρο του το αρχιερατικό, απόκοσμος σαν αρχιεπίσκοπος. Πάντα εκείνος να ρωτά το αίνιγμα και πάντα το παλικάρι που’χει μες στην καρδιά του την απάντηση. Και ύστερα, στα τοξωτά τα γεφύρια μια όμορφη νύμφη, τους βάζει δύσκολα. Να γυρέψουν λέει μες στον βυθό το χρυσό φλουρί που κάνει πράξη όλες τις ευχές. Και εκείνα ψάχνουν και μια και δυο, να που ακουμπούν στα χέρια του κοριτσιού το ολόχρυσο το γρόσι. Και ανοίγουν οι δρόμοι, πέρα χαράζει και οι εραστές χωρίζουν. Με τούτη την πίκρα το παλικάρι που ποτέ δεν θα προκάμει αλλιώς ο μύθος θα σκορπίσει, στα τοξωτά τα γεφύρια επιστρέφει και ο θάνατος του γελά. Και οι δυο τους ξεδιψούν, άλλος με τα χρόνια και άλλος με τον καημό.
Και το κορίτσι αποκοιμιέται. Και η γριά σαν πέτρα στέκει στη γωνιά της, διαβάζοντας το συναξάρι του αγίου. Και σαλεύουν τα άνθη και ξυπνούν χιλιάδες θαύματα τριγύρω μου. Μα στ’όνειρο εσύ εχάθης Ρηνιώ μου και δεν είδες, μήτε που έμαθες ποτέ τι σκιές σκαρώνει στο παραγώνι το ολομόναχο λυχνάρι.
Τα λεωφορεία κορνάρουν, τελευταία ειδοποίηση. Κάποιοι τρέχουν βιαστικοί, χαλούν τον κόσμο. Τους ακολουθώ και έχω για πάντα στο νου μου την Ρινιώ που κοιμάται πάνω στο όνειρο το τουφωτό. Και λογαριάζω τυχερή τη μικρή της την ζωή. Γιατί παραμένει λέει ορθάνοιχτη η ψυχή της στο παραμύθι, σε εκείνο το άναυδο του Νίκου Καρούζου που κρατιέται σαν πολύτιμος καρπός μες στις παραδόσεις του τόπου μας, ουσία της ποίησης της τωρινής και κάθε άλλης. Θα ξανάρθω Κατερίνα, θα το δεις. Μα θα’χεις μεγαλώσει πια, το παραγώνι σου θα’χει γκρεμιστεί και τίποτε δεν θα πιστεύεις πια από τα παραμύθια. Μόνο το συναξάρι, κάτι φύλλα κιτρινισμένα στο συρτάρι της παλιάς σερβάντας θα’χουν να λένε για εκείνον τον καιρό.
Έπειτα συλλογίστηκα για μια στιγμή μονάχα τους χαρακτήρες, τη ζωντάνια της αφήγησης, την ελευθερία με την οποία κανείς σμίγει τις ιστορίες και πλάθει τους ηρωισμούς των χαρακτήρων. Ετούτο συνιστά τη βαθιά τη θρησκεία της μεταφυσικής ελληνικής επαρχίας, με τις αλήθειες της, μες στη νηστεία κάθε περιττής διακόσμησης να γυρνά μαγεμένη για τις καρδιές που εμπρός της θα ανοιχτούν.
Το λεωφορείο κορνάρει, αργά κινεί και παίρνει τον δρόμο. Κάποιος με χαιρετά από την πηγή των τοξωτών γεφυριών. Να ‘ναι λέει ο θάνατος που προσμένει το παλικάρι; Ποτέ δεν θα το μάθω, μήτε θα σε ξεχάσω ποτέ Ρηνιώ μου. Μόνο εσύ κοίταξε μες στη ζωή σου την αληθινή να μην ξεχαστείς μικρή μου αλκυόνα, λησμονώντας την άλλη πλευρά ετούτου του κόσμου που όλα τα ερμήνευσε, όλα εκτός από το παραμύθι. Εκείνο που απ’άλλες πηγές κρατάει, δικές μας, ψυχικές.
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.