Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Η Σιμονέτα

λεπτομέρεια από χαρακτικό 15ου αιώνα -ανώνυμου

στα 1480

δοκιμή για την
τελευταία σκηνή

Σιμονέτα Κατάνο[1] γλιστρά σαν άνεμος μες στα δωμάτια του παλιού παλάτσο. Έχει τα μαλλιά της λυτά, στο πρόσωπό της ανάγλυφη η αγωνία. Έχει τους ώμους της γυμνούς, αν μπορούσε ο Μποτιτσέλι να την δει ετούτη τη στιγμή, είμαι βέβαιος πως θα τη ζωγράφιζε. Κάτι πρόχειρο, μα να σώζει λέει την ομορφιά της μες στους αιώνες.

 Οι ευνούχοι και οι γραμματείς στέκουν και υποκλίνονται, εκείνη περνά κρατώντας ψηλά το φουστάνι της. Όλα διαθέτουν μια δαμασκηνιά απόχρωση. Στο φόντο της σκηνής ανοίγουν ξαφνικά δωμάτια, προβάλλονται μορφές της τέχνης, όλα μες σε μια στιγμή, δίχως να μπορεί κανείς να σταθεί βέβαιος εμπρός σε εκείνο που είδε. Ποιος είδε την Σιμονέτα και δεν την αγάπησε, τόση ήταν η ομορφιά της. Μα σήμερα πέφτανε οι τίτλοι του τέλους και εκείνη η παράνομη, η ριψοκίνδυνη ιστορία ολοκληρωνόταν. Της μήνυσαν πως τη γυρεύει.

Κάθε τόσο στέκει, ακουμπάει το χέρι της πάνω στο φόρεμα, εκείνο κόκκινο, μια πληγή που ίσως της πάρει τη ζωή. Ακούει από κάπου βαθιά τη φωνή, “αν δεν μπορώ εγώ, τότε κανείς, ακούς!”, να πλησιάζει όλο και περισσότερο. Ένα παλιό δωμάτιο, στο φόντο γκρεμισμένη μια τοιχογραφία, ίσως ένας μυστικός δείπνος ή μια σκηνή προδοσίας, κανείς δεν ξέρει πια, όλα γίνανε σκόνη. Ανάβει το κερί, στέκει δίχως να μιλά, η αλήθεια είναι πως πεθαίνει αργά. Κανείς δεν φαντάστηκε πως θα’ταν αυτό το τέλος της σπουδαίας και πανέμορφης δεσποσύνης. Όμως ο έρωτας θα έγραφε αλλιώτικα την ιστορία, ζωγραφίζοντας μοιραίες τις τροχιές.

Λουίτζι: Σου είπα, αν όχι εγώ, τότε κανείς! (κρατάει το εγχειρίδιο, η λάμα του λάμπει μες στο σκοτάδι)

(Η Σιμονέτα ξεσπάει σε γέλια. Και ας πονάει γελάει τρανταχτά, πάνω από τη φωνή του Λουίτζι που γίνεται έξαλλος μαζί της, καταφέρνοντας μαχαιριές μες στον παγωμένο αέρα της κάμαρης.) 

Λουίτζι: Είσαι πρόστυχη! Αυτό είσαι!

Σιμονέτα: Με ζήλευες, πάντα με ζήλευες! Και όταν είδες πως θα με έχανες, ο θυμός σου σε κυρίευσε. Έτσι δεν είναι; Σε ξέρω καλά Λουίτζι.

Λουίτζι: Είναι η αξιοπρέπεια Σιμόν! Να συζητάνε εις βάρος μου, όχι, όχι δεν θα το επέτρεπα ποτέ αυτό Σιμονέτα, να γίνω περίγελος στους πιο σημαντικούς ανθρώπους.

Σιμονέτα: Ώστε, αυτό είναι; Ω, Λουίτζι, λες ψέματα. Με θέλησες, μα τώρα νιώθεις πως μπορεί ένας τέτοιος έρωτας να σταθεί επικίνδυνος. Και είπες, -είσαι τόσο παιδί Λουίτζι, να ‘ρχεσαι εδώ με αυτό το μαχαίρι, δεν με φοβίζεις καθόλου. Είσαι κιόλας ένας σπασμένος άνθρωπος. Καθόλου σημαντικός, όπως οι φίλοι σου!

Λουίτζι: Πάψε! Τίποτε από όλα αυτά δεν έχουν σημασία. Μόνον πως χάρη σε σένα με περιγελούν στην αυλή, λένε για μένα πως υπήρξα ανήμπορος. Και ένας τέτοιος άνθρωπος, συμπληρώνουν, μπορεί να σταθεί επιζήμιος για τους πολλούς. Και αυτά χάρη σε σένα! Τα κατάφερες περίφημα Σιμονέτα! (ηρεμεί για μια στιγμή) Και έτσι τώρα πια έφτασε η ώρα. Να βάλω ένα τέλος.

Σιμονέτα: (σοβαρεύει) Τι πας να κάνεις; Θα σε πιάσουν. Ξέρεις με ποιον τα βάζεις; Οι Κατάνο θα σε κυνηγήσουν, πας χαμένος.

(Ακούγονται φωνές, η Σιμονέτα φωνάζει δυνατά, ο Λουίτζι την απειλεί με το μαχαίρι που ακουμπά με αργές κινήσεις στη φλέβα του λαιμού της. Εκείνη μεμιάς σωπαίνει, τώρα έχουν έρθει τόσο κοντά, εκείνη χλομή, να’χει κιόλας περάσει στην άλλη πλευρά του κόσμου. Και όμως όμορφη και λαμπερή σαν το γύρο του κόσμου που αθροίζει όλες ανεξαιρέτως τις ομορφιές.)

Σιμονέτα: (μαλακώνει, πιο τρυφερά) Θαρρείς πως αν με σκοτώσεις θα σου ανήκω ποτέ; Είσαι τόσο γελασμένος Λουίτζι. Είσαι παιδί Λουίτζι, παιδί. (φιλιούνται παθιασμένα, δεν υπάρχει τίποτε από τους δυο τους σε ολόκληρη την πλάση. Και όσο ανταλλάσσουν όρκους αιώνιους στο φόντο της σκηνής πυκνώνει μια άγρια βλάστηση, κάτι που θα μπορεί να μεταφέρει στο κοινό την αίσθηση της λήθης, κάτι εξίσου ένδοξο και μεγαλειώδες.

Λουίτζι: Πάψε! Αν δεν ήταν για την ομορφιά σου, η καρδιά σου θα ‘χε πάψει να χτυπά.

Σιμονέτα: (ανάμεσα στην παραφορά) Δεν έχω καρδιά. Μόνο μια πέτρα, δεν σου ανήκω. Δεν μπορώ να ανήκω σε ένα παιδί Λουίτζι. Τις πέτρες δεν τις θέλει κανείς, δεν ανήκουν σε κανέναν Λουίτζι, ω Λουίτζι.

(Παραδίδονται στο πάθος τους μα ξάφνου ο Λουίτζι τραβά το μαχαίρι του και καταφέρνει μια καινούρια πληγή πλάι σε εκείνη την παλιά που θα’παιρνε λέει τη ζωή της νεαρής. Εκείνη τινάζεται, όσο ο εραστής της μπήγει το μαχαίρι, κάνοντας την να πάρει τόσες εκφράσεις, όσο οι σταθμοί που περνά μια ζωή σαν βρεθεί το κατώφλι του θανάτου. Άλλο ένα χτύπημα. Εκείνη τη στιγμή εισβάλλουν στο δωμάτιο οι φρουροί. Αντικρίζουν την Σιμονέτα νεκρή και ορμούν μεμιάς στον Λουίτζι που φαντάζει πια ένας ζωντανός νεκρός. Οι φρουροί τον χτυπούν με τα ξίφη τους, εκείνος πεθαίνει. Αργότερα, γύρω από αυτήν την ιστορία θα επικρατήσει στα δωμάτια του παλάτσο η έντονη φημολογία για δήθεν προδιαγεγραμμένα φονικά και άλλα τέτοια.

Τώρα στο σημείο που έπεσε νεκρή η εξαίσιας ομορφιάς κόρη, καίει ένα δειλό φαναράκι. Είναι βαλμένο σε μια γυάλινη προθήκη και από κάτω έχει μια μικρή πλεξούδα, πολυκαιρισμένη που αποδίδεται στην κόμη της. Όλοι αμφιβάλλουν για το εύρημα, μα κανείς δεν αγγίζει τέτοια πράγματα κοριτσίστικα. Η κάμαρη του φονικού παραμένει κλειδωμένη για το κοινό. )

_______________
[1]    Λέγεται πως υπήρξε ερωμένη του Λεονάρντο ντα Βίντσι ή κάποιο πρόσωπο του κύκλου του. Τη μνημονεύει ο Γουόλτερ Πέιτερ στα θρυλικά κείμενα για την Αναγέννηση. Και αν η υπόθεση του έργου, δεν σχετίζεται με τη μοίρα της άγνωστης αυτής γυναίκας, εκείνη δεν παύει να ‘ναι μοιραία στην έκφραση της, όπως τη θέλει η ζωή. Και αυτή εδώ η δοκιμή, που ‘χει βάλει στο μάτι την τελευταία σκηνή ενός έργου που δεν θα τα καταφέρει ποτέ, την θέλει για πρόσωπο κεντρικό της.

✳︎

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→