εργάκι
αγροτο – ποιμενικόν
(Παράπηγμα στη μέση της εξοχής. Χτισμένο από τσιμεντόλιθους και δίχως σοβάτισμα. Έχει μια μοναχική κεραία στην οροφή του, άγνωστο ποιο σήμα προορίζεται να συλλάβει. Έτσι όπως προβάλλει στη σκηνή, πρέπει κανείς να φανταστεί πως τρεμοπαίζει όπως όλα τα πράγματα στο φόντο του καυτού μεσημεριού. Ένας άνδρας εμφανίζεται στη σκηνή, φοράει λινό κοστούμι και καθώς πρέπει καπέλο τύπου παναμά. Κάτι προσπαθεί να ξεχωρίσει, ίσως εκείνο το παράπηγμα στο πουθενά του οροπεδίου. Το λιοπύρι τον έχει καταβάλλει, κάθε τόσο σκουπίζει το μέτωπό του με ένα μαντίλι, έπειτα ισιώνει τον παναμά του και βάζει μπρος του, σαν πρώτα, τον κακοτράχαλο ανήφορο.
Θα’ναι νύχτα σαν φτάνει έξω από τη μικρή κατασκευή. Τώρα μια μαρκίζα τρεμοσβήνει – θα ‘ναι κανείς τρελός να βάλει σε τούτα τα ύψη μια μαρκίζα, άκου λέει, μια μαρκίζα που ανάβει σαν το θελήσει και κάθε τόσο είναι μια έκπληξη ποια γράμματα ανάβουν σε κόκκινο φόντο. “Κε”, “Ο”, “Πε”, πάλι “Πε”, όχι μπε, μα “Πε”. Ο άνδρας χτυπάει την πόρτα, μα προτού προλάβει να κάνει την κίνηση, ένας καθώς πρέπει κύριος, κοστουμαρισμένος και αρωματισμένος υπέρ του δέοντος κάνει την εμφάνισή του στην πόρτα με τα πλαστικά κρόσσια που χορεύουν σε κάτι ξαφνικούς ανέμους, τίποτε σπουδαίο, τίποτε. Οι δυο τους μιλούν.)
Κύριος στην υποδοχή (ευτραφής κύριος, μέσης ηλικίας με μάτια που γυαλίζουν.): Καλώς ήλθατε! Σας περιμέναμε! Ανάψαμε μάλιστα τα φώτα, μήπως είχατε χαθεί! Μας ανησυχήσατε, σενιόρ!
Επισκέπτης (με λινό κοστούμι, καλοβαλμένος) : Με βοηθήσατε πολύ, σας ευχαριστώ. Αλλιώς θα ‘χα χαθεί, το οροπέδιο είναι απέραντο. Μόνον σκοτάδι και βελάσματα, κύριε.
Κύριος στην υποδοχή: Βεβαίως, βεβαίως, εμείς εδώ διαθέτουμε μέριμνα. Δεν λέμε, “ελάτε να υπογράψετε” και τους αφήνουμε τους ανθρώπους στην τύχη τους. Εμείς αντιθέτως, τους δείχνουμε το δρόμο. “Από ‘δω, έι, εσείς χαμένοι, από εδώ!”. (όλα αυτά τα αναπαριστά, πολύ υποβλητικά είναι η αλήθεια)
Επισκέπτης: Ωστόσο, εντυπωσιακό που ‘ναι το γεγονός της μαρκίζας εδώ πάνω. Θα πρέπει να ‘χετε πλήθος επισκέπτες. Σωστά;
Κύριος στην υποδοχή: Ας πούμε ότι οι δουλειές πάνε καλά, κύριε (καχύποπτα τώρα, δίχως το ίδιο κέφι με πριν) Το λοιπόν, θα περάσετε ή θέλετε να απολαύσετε ένα ποτό κάτω από τα αστέρια; Εγώ θα τ’απολαύσω. Άλλωστε τα ‘χω όλα από καιρό έτοιμα, γνώριζα πως θα ‘ρθείτε, πως όλα ήσαν ένα καπρίτσιο, σαν να λέμε στυλώσατε τα πόδια σαν μικρό παιδί. Μα την κρίσιμη στιγμή, κάματε το σωστό. (βάζει να πιουν)
Επισκέπτης: Το σωστό είπατε; Ώστε συμφωνείτε;
Κύριος στην υποδοχή: Μα θα μπορούσα να μην το κάνω; Οι νόμοι, κύριε, οι νόμοι! (μικρή παύση, όλοι νομίζουν πως θα πει κάτι, μα όπως οι νόμοι, όλα μένουν δίχως περιεχόμενο)
Επισκέπτης: Όλα τα αφήνετε μισά, κύριε, με τρώει η αγωνία κάθε φορά για να τελειώσετε τη φράση σας.
Κύριος στην υποδοχή: Είστε από εκείνους δηλαδή;
Επισκέπτης: Ποιους;
Κύριος στην υποδοχή: (βαριεστημένα) Εντάξει με το ποτό σας; Πάμε να τελειώνουμε, περάστε.
Επισκέπτης: Ξέρετε, θα χρειαστεί χρόνος.
Κύριος στην υποδοχή: Μα γιατί; Είναι όλα τακτοποιημένα, περάστε.
Επισκέπτης: Καλύτερα, να σας εξηγήσω. Εγώ είμαι του ελέγχου, εννοώ με στέλνει η υπηρεσία ελέγχων. Εντοπίσθησαν κάποιες ατασθαλίες, ξέρετε, οικονομικής και διαχειριστής φύσεως που…
Κύριος στην υποδοχή: Τι μου λέτε! Πέφτω από τα σύννεφα! Χαθήκανε όλες οι αξίες, κύριε, οι αξίες λέω! (πάλι μένει στην ίδια πόζα παγωμένος)
Επισκέπτης: (χαμηλόφωνα) Πάλι τα ίδια… (κανονικά) Που λέτε, ακόμη και εμείς πέσαμε από τα σύννεφα. Ο κύριος διευθυντής μου είπε, “άντε πήγαινε, να μην πουν ότι δεν πήγαμε”, θέλω να πω όλοι ήσαν βέβαιοι πως δεν υπήρχε το παραμικρό να καταδικάσει κανείς, κάποια συμπεριφορά ή ένα σκάνδαλο. Ωστόσο…
Κύριος στην υποδοχή: Ωστόσο; (με έκπληξη)
Επισκέπτης: Ωστόσο, σήμερα έφθασε ένα σήμα στην πρωτεύουσα που καθιστούσε αμφίβολη την προτέρα απουσία αμφιβολιών, θυμάστε, σας είπα πριν για αυτό.
Κύριος στην υποδοχή: Πώς! Ενθυμούμαι! Κοπιάστε, παρακαλώ, δηλαδή συνεχίστε!
Επισκέπτης: Και το σήμα το ‘λεγε καθαρά. Πίσω από τα σπασμένα παράθυρα, τις σκουριασμένες τζαμαρίες, κάποιοι παζαρεύουν τις τύχες του τόπου. Θέλω να πω, η υπόθεση έχει ψωμί. Και έτσι, εστάλη εδώ του λόγου μου και σας ζητώ τα βιβλία για να ολοκληρώσω τους ελέγχους μου.
Κύριος στην υποδοχή: Αμέσως! Μα δώστε μου μισό λεπτό να βάλω το σανό στα ζωντανά. Είναι η ώρα τους, ψυχή δεν έχουν και αυτά;
Επισκέπτης: Πώς καταλαβαίνω. Και άλλωστε, έχουμε όλο το χρόνο του κόσμου.
Κύριος στην υποδοχή: Αυτό μόνον ο κύριος το κατέχει!
(Χάνεται στο μισοσκόταδο, κρατάει ένα λαδοφάναρο, μα τι να σου κάνει μες σε τέτοιο ζόφο.
Ένα προς ένα αρχίζουν να εμφανίζονται τα συμπαθή αρνάκια. Βγαίνουν μέσα από τη νύχτα σαν άγγελοι σε σύναξη ποιμενική. Στέκουν τώρα μυριάδες τριγύρω στον ελεγκτή, το λαδοφάναρο πλησιάζει, ο κύριος της υποδοχής δίνει το παράγγελμα. Και ευθύς αυτά τα καλοσυνάτα ζωντανά που’σαν μέχρι τότε μια απολύτως, χριστιανική συντροφιά, φανερώνουν κάτι απαίσια αιχμηρά δόντια, ικανά να συνθλίψουν κόκαλα και σάρκες. Και όλα μαζί βελάζοντας τόσο απόκοσμα, όσο και συνηθισμένα, κάτω από το θόρυβο, κατασπαράζουν τον άτυχο ελεγκτή ώσπου τίποτε δεν μένει. Ο κύριος στην υποδοχή χτυπάει με μια μαγκούρα την μαρκίζα, αυτή ανάβει σταθερότατα πια. Έπειτα παίρνει το ποτήρι του με το φραπέ, τ’ανακατεύει μια δυο φορές, πίνει ότι έχει απομείνει. Ότι έχει απομείνει.)
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
photo: Στράτος Φουντούλης

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.