Ανθή Θεοχάρη: «Η θέση της ποίησης είναι να προσπαθεί να ανακαλύψει τις κρυφές οπτικές γωνίες και να περιγράψει τι βλέπει»
Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Καραγιαννόπουλο
Η ποίηση μπορεί να είναι το πιο πρόσφορο έδαφος για να συνδεθείς με τα όνειρά σου, τα τραύματα και όλα όσα σε έχουν στιγματίσει. Είναι ένας μαγικός τρόπος να αποτυπώνονται ολόκληροι κόσμοι μέσα σε λίγες μόνο γραμμές.
Όπως γράφει ο Ρίλκε σε επιστολή του προς τον Auguste Rodin: «Όταν γράφουμε ποιήματα, πάντοτε υποστηριζόμαστε και παρασυρόμαστε κιόλας από τον ρυθμό των έξω πραγμάτων». Με παρόμοιο τρόπο, η ποιήτρια, στροβιλιζόμενη από τους ρυθμούς του κόσμου, γεμάτη εικόνες, συναισθήματα και βιώματα, χαράζει το δικό της αποτύπωμα στον χώρο της ποίησης.
Συναντήσαμε την Ανθή Θεοχάρη και συζητήσαμε μαζί της εφ’ όλης της ύλης.
- «Το πούρτσον που κουτσαίνει» είναι η πρώτη σας ποιητική συλλογή. Μπορείτε να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτή;
Όταν συνέλαβα την ιδέα για το πούρτσον (κατσίκι) που περπατά κουτσό, έκανα έναν συνειρμό: πως μέσα μας υπάρχει ένα νευρικό, νεαρό ζώο που, παρά τις διάφορες αναποδιές και τις πληγές που υπέστη, συνεχίζει απτόητο και δρα αγνοώντας αυτή τη μορφή αναπηρίας· καταφέρνει μάλιστα, μέσα από αυτή την έλλειψη, να βρει το κίνητρο να πετύχει ό,τι βάλει στο μυαλό του. Αποδέχεται οτιδήποτε δεν πραγματώνει και το χρησιμοποιεί ως διαδικασία αυτοβελτίωσης και προσωπικής εξέλιξης.
Ο τίτλος, που παραπέμπει στον φαλλό, είναι σκόπιμος· όχι λόγω των σεξουαλικών συνυποδηλώσεων, αλλά λόγω του πατριαρχικού/σεξιστικού ρόλου…
Επιδίωξα την έκδοση αυτή γιατί ένιωσα την ανάγκη να εκφραστώ μέσα από την τέχνη της ποίησης. Η συλλογή αυτή άρχισε να ξετυλίγεται έπειτα από μακροχρόνιες, αλλεπάλληλες πιέσεις και αδιέξοδα. Σαν όλα τα τραύματα να ξέβρασαν μαζεμένα και να ζητούσαν έναν τρόπο να λυτρωθούν· έτσι άρχισα να γράφω, για να τα βγάλω από μέσα μου. Ένας τεράστιος όγκος οργής και λύπης τύλιγε τον λαιμό μου.
- Γράφοντας, ποιες μάσκες καλείται να φορέσει η ποιήτρια, ώστε να «αναρωτηθεί» μέσα από το έργο της, αναζητώντας νέους δρόμους έκφρασης και στοχασμού;
Στο οπισθόφυλλο γράφω ότι ο άνθρωπος φοράει μάσκα και αναρωτιέται: ποιον θέλει να ξεγελάσει, τους άλλους ή τον εαυτό του; Προβληματίζομαι στη συνδιαλλαγή μου με τους ανθρώπους, αλλά και σε ερωτήματα προς τον εαυτό μου: αν αυτή η διαδικασία γίνεται για το δικό μου συμφέρον ή, εν τέλει, για έναν από κοινού ωφέλιμο σκοπό. Αναζητώ τον τρόπο να αποβάλλω τα δεσμά που με περιορίζουν.
Δίνω χρόνο και παρατηρώ τον εαυτό μου στη μοναξιά και στη συνύπαρξή μου με τους άλλους, ανοίγοντας τον δρόμο προς τη συμφιλίωση, την αποδοχή και την κατανόηση των ορίων.
Μέσα από τη διαδικασία της έκθεσης μου δίνεται η ευκαιρία να εκφραστώ με ελευθερία.
- Γράφετε σε ένα ποίημα: «Χυδαία η γλώσσα της σιωπής δεν επουλώνει τη μνήμη». Μήπως η γενιά μας, σε όλη της την πορεία, προσπαθεί να διαχειριστεί τα τραύματά της; Μήπως είμαστε υπερβολικά απορροφημένοι σε μια διαδικασία αυτοΐασης παρά τα όσα συμβαίνουν γύρω μας;
«Χυδαία η γλώσσα της σιωπής δεν επουλώνει τη μνήμη». Είναι χυδαία ακριβώς γιατί παραμένει στη σιωπή, στην απάθεια, στη μη αντίδραση. Με αποτέλεσμα να συντηρεί το τραύμα. Τραύματα που οφείλονται τόσο σε όσα συμβαίνουν γύρω μας όσο και σε όσα γεννιούνται μέσα μας.
Ο διάλογος μεταξύ ατόμου και πραγματικότητας είναι αναπόφευκτος και διαρκής, με αποτέλεσμα η διαχείριση να προκύπτει τελικά ως αναγκαιότητα· ως κατάσταση της ύπαρξής μας, που ενδεχομένως να οδηγήσει και σε αλλαγή μέσα μας — στη μεταμόρφωση του εαυτού μας σε κάτι καλύτερο ή και χειρότερο. Μοιραία, με τον τρόπο που ζούμε, μας απορροφά ολόκληρη αυτή η διαδικασία.
- Ποιες είναι οι βασικές σας επιρροές;
Όταν έχω την ανάγκη να γράψω αυτό που με κινεί, που με επηρεάζει, δεν είναι σίγουρα μόνο ένα πράγμα. Οι πράξεις των ανθρώπων, ο τρόπος που φερόμαστε από τη θέση που βρισκόμαστε — όπως, για παράδειγμα, η διπλωματία, η υποκρισία, η ανέχεια, η ανάγκη, η εκμετάλλευση, η έλλειψη ενσυναίσθησης, ο αυταρχισμός, η υποταγή, η αποφυγή, ο χειρισμός κ.λπ. — όλα αυτά με απασχολούν.
Γενικά, παρατηρώ τους ανθρώπους σε όσα κάνουν και λένε, ανάλογα με τη θέση στην οποία βρίσκονται κάθε φορά. Με εμπνέει ιδιαίτερα η συμπεριφορά του ανθρώπου.
Διαβάζοντας τους ποιητές που αναφέρω, νιώθω να «τρέχει» μέσα μου ένα ποτάμι ερχόμενο από ψηλό βουνό.
Αρθούρος Ρεμπώ, Φρίντριχ Νίτσε, Μαρκήσιος ντε Σαντ, Τσαρλς Μπουκόφσκι, Νίκανορ Πάρα, Μίλτος Σαχτούρης, Κατερίνα Γώγου, Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Ντίνος Χριστιανόπουλος, Κωνσταντίνος Καβάφης και πολλοί άλλοι.
- Ένα ιδιαίτερο στοιχείο της γραφής σας είναι η αυστηρή δόμηση των ποιημάτων. Τι είναι αυτό που την επηρεάζει; Το περιεχόμενο που θέλετε να περάσετε, μια αίσθηση που αποκρυσταλλώνεται κατά τη συγγραφή… ή μήπως είναι αποτέλεσμα των διαδοχικών επεξεργασιών τους;
Αυτή η αίσθηση αυστηρότητας οφείλεται στο ότι θέλω να γίνομαι σαφής, χωρίς να φλυαρώ. Η ωμότητά μου στον τρόπο που γράφω βγαίνει ενστικτωδώς· έτσι είμαι και στην επικοινωνία μου με τους ανθρώπους. Μέσα από την τριβή με τη γραφή αναζητώ, στιγμιαία, τις σωστές λέξεις που θα δώσουν το μήνυμα που θέλω, με το ύφος που νιώθω.
- Στην ποίησή σας κυριαρχούν η έντονη –σχεδόν βίαιη– σεξουαλικότητα και η παντελής αδυναμία επικοινωνίας με τους γύρω. Θεωρείτε πως αυτά είναι τα χαρακτηριστικά της εποχής μας; Κι αν ναι, ποια η θέση της ποίησης σε έναν τέτοιο κόσμο;
Αισθάνομαι την ίδια τη ζωή σαν μια βίαιη σεξουαλική κατάσταση. Διεκδικούμε πράγματα με την ένταση της αγανάκτησης, όχι με τη σοφία της ωριμότητας. Η ταχύτητα με την οποία τρέχουν τα γεγονότα μάς αφήνει απαθείς και αδιάφορους, σαν να μην πρόκειται ποτέ να μας αγγίξουν. Η θέση της ποίησης είναι να προσπαθεί να ανακαλύψει τις κρυφές οπτικές γωνίες και να περιγράψει όσα βλέπει. Εκμαιεύει το όραμα ή το επινοεί.
- Πιστεύετε στην έμπνευση;
Πιστεύω στην έμπνευση, η οποία —τουλάχιστον σε μένα— έρχεται στιγμιαία, βλέποντας μια εικόνα που είτε με αφορά άμεσα είτε έμμεσα. Απραγματοποίητες επιθυμίες του παρελθόντος, η έντονη εμπειρία ενός συναισθήματος —είτε λύπης είτε χαράς— βιωμένου στο παρόν, καθώς και το συναίσθημα της νοσταλγίας για πράγματα που τέλειωσαν, όλα αυτά λειτουργούν ως πηγές έμπνευσης. Εξίσου έντονη είναι και η αίσθηση λαχτάρας για όνειρα του μέλλοντος, που όσο προχωρά ο καιρός δεν πραγματοποιούνται.
- Γράφετε σε ένα άλλο ποίημα: «Το βλέμμα της καθαρίστριας μαζεύει τα σκουπίδια που/ γεννάμε κάθε πρωί». Μήπως τελικά αυτό δεν κάνουν και οι ποιητές/τριες;
Η καθαρίστρια τι κάνει; Μαζεύει ό,τι αφήνουμε πίσω μας· αυτά που δεν θέλουμε, που μας είναι αδιάφορα, που μας «λερώνουν». Μαζεύει όσα εμείς αποφασίσαμε ότι δεν τα χρειαζόμαστε. Το βλέμμα της μάς επιστρέφει με σαφήνεια πως αυτά που πετάξαμε είναι ακριβώς εκείνα που μας «ξεγυμνώνουν».
- Στο ποίημα σας «Κρεβάτι για δυο» δηλώνετε απογοητευμένη (αν όχι προδομένη) από τους ποιητές. Κι όμως, η δήλωσή σας αυτή γίνεται μέσα από ένα ποίημα. Δεν είναι μια αντίφαση;
Αυτό το ποίημα είναι μια αλληγορία. Αφήνω τους αναγνώστες να το δουν με τη δική τους ματιά.
Θέλω να κλαψουρίσω σε μια αγκαλιά
Λέω το δικαιούμαι
Τόσους ποιητές νόμισα για καταφύγιο μα αυτοί τα δικά τους.
- Εσάς, τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στην ποίηση και τι σας κινητοποιεί να συνεχίσετε;
Αυτό που με κινητοποίησε ήταν το ένστικτο. Είχα ανάγκη να γράψω για να εκφραστώ, να επικοινωνήσω με τα τραύματά μου. Όταν ανεβαίνω από αυτή τη βύθιση στον εσωτερικό μου κόσμο, επιστρέφω με μια αίσθηση ελαφρότητας.
- Ποιες είναι οι κυριότερες δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει μια νέα ποιήτρια στον κόσμο της λογοτεχνίας;
Νομίζω ότι ένα βασικό εμπόδιο είναι πως η πλειοψηφία του κόσμου είναι κουρασμένη και αδιάφορη. Ο επιθετικός όγκος πληροφοριών που κατακλύζει τον σύγχρονο άνθρωπο, με ταχύτητες που δεν προλαβαίνει ούτε να διαβάσει ούτε να φιλτράρει, απλώς δεν τον ενδιαφέρει. Για να διαβάσει κάποιος χρειάζεται χρόνο, ξεκούραση και διάθεση· και για να τα έχει αυτά, θα πρέπει να διαθέτει μια ποιότητα ζωής, με ό,τι συνεπάγεται αυτό.
Βέβαια, ο κάθε ποιητής γράφει για τον δικό του λόγο, οπότε θεωρώ ότι οι δυσκολίες είναι υποκειμενικές· μιας και, με την πάροδο του χρόνου, αν κάτι είναι να μείνει, θα μείνει — εφόσον, βέβαια, εκτεθεί, βγει στο φως και δεν μείνει στο συρτάρι.
- Θεωρείτε πως η τέχνη της ποίησης βρίσκεται σε κίνδυνο με την εισβολή της τεχνητής νοημοσύνης; Τι σας φοβίζει για το μέλλον;
Δεν ξέρω αν η τέχνη της ποίησης βρίσκεται σε κίνδυνο· αυτό θα το δείξει ο χρόνος και, φυσικά, το πώς θα χρησιμοποιηθεί ένα τέτοιο εργαλείο. Εγώ προσωπικά είμαι ενάντια σε οποιαδήποτε βοήθεια από το AI, γιατί, ειδικά τώρα, το μυαλό μου δεν πρέπει να ξεκουραστεί από ένα μηχάνημα. Θέλω να γράφω μόνη μου· θέλω να το βιώνω ολόκληρο. Όταν διάβασα αυτή την ερώτηση, σκέφτηκα την αρκούδα στο ποίημα του Ρίτσου «Η σονάτα του Σεληνόφωτος»:
(Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ.)
Αυτό που φοβάμαι για το μέλλον είναι η αποξένωση των ανθρώπων, διότι έτσι ο κόσμος δεν θα αναπτύσσει συναισθήματα για τον συνάνθρωπό του, δεν θα γνωρίζει τι είναι αληθινό και τι εικονικό. Σε τι αποβλέπει ένα ποίημα που δημιουργείται από μια μηχανή; Θα απομακρυνθούμε από τον συνάνθρωπο και, κατά συνέπεια, από τον ίδιο μας τον εαυτό· θα επιθυμούμε μόνο «εύκολες σχέσεις» και ξεκούραστα πράγματα. Όλο αυτό, όμως, θα στραφεί εναντίον μας, γιατί έχω την αίσθηση ότι θα καταλήγουμε μόνοι και φοβισμένοι.
- Ετοιμάζετε κάτι αυτή την περίοδο;
Είναι έτοιμη η δεύτερη συλλογή, όπου το θέμα της αφορά τη γλώσσα τόσο ως μέσο επικοινωνίας όσο και ως όργανο καθ’ εαυτό. Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε αναζήτηση εκδότη.
- Τι μήνυμα θα θέλατε να στείλετε στους αναγνώστες μας;
Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να μεταφέρω κάποιο μήνυμα στους αναγνώστες, αλλά, μιας και με ρωτάτε, αυτό που θα έλεγα είναι ό,τι λέω στον εαυτό μου και στους φίλους μου:
Να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους και να μην φοβούνται τις πιο σκοτεινές τους πλευρές, αρκεί να τις χρησιμοποιήσουν για την εξέλιξη και την ενδυνάμωση του εαυτού τους. Να βλέπουν την ευκαιρία για αλλαγή μέσα από τα λάθη, να επιδιώκουν μια ωραία κουβέντα με έναν φίλο, να μην φοβούνται να εκτεθούν και να διεκδικούν με θάρρος.

Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.