Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος ―από τον Δημήτριο Μποσνάκη

Αντώνης Νικολής, Περεγρίνος ―εκδόσεις Αρμός, 2023

ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ: ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΠΑΘΗ

Εισαγωγή

Ο Περεγρίνος του Αντώνη Νικολή ανήκει σε εκείνα τα σπάνια έργα της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας που, χωρίς να απολέσουν την ιστορική και γλωσσική τους ιδιοπροσωπία, υπερβαίνουν εξαρχής το εθνικό τους πλαίσιο και εγγράφονται οργανικά στον ορίζοντα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Όχι επειδή αντλούν το υλικό τους από ένα αναγνωρίσιμο ιστορικό παρελθόν, αλλά επειδή ενεργοποιούν με αισθητική συνέπεια και στοχαστικό βάθος θεμελιώδη ερωτήματα της ανθρώπινης κατάστασης: την αστάθεια της ταυτότητας, τη σχέση τραύματος και αυτοπροσδιορισμού, τη συνάρθρωση βίου και αφήγησης, καθώς και το όριο ανάμεσα στην πράξη και το νόημά της.

Ο Περεγρίνος δεν αναπαρίσταται ως ιστορικό πρόσωπο της ύστερης αρχαιότητας, αλλά ανασυγκροτείται ως υπαρξιακή μορφή διαχρονική: ένα υποκείμενο που καίγεται μέσα στη διαρκή του προσπάθεια να αποκτήσει σχήμα. Η παρούσα μελέτη υποστηρίζει ότι η υψηλή λογοτεχνική αξία του έργου εδράζεται σε τρεις αλληλένδετους άξονες: (α) στη ριζικά αισθητηριακή και ρυθμικά επεξεργασμένη γλώσσα, (β) στη σύνθετη αφηγηματική αρχιτεκτονική που παράγει ένα ανοιχτό, πολυφωνικό κείμενο, και (γ) στη βαθιά σύγχρονη προβληματική της ταυτότητας ως ρευστής, τραυματισμένης και διαρκώς εκκρεμούς διαδικασίας. Μέσα από αυτούς τους άξονες, ο Περεγρίνος αρθρώνεται ως έργο όχι απλώς επίκαιρο, αλλά ουσιωδώς σύγχρονο.

  1. Πλοκή, κυκλική αφήγηση και εσωτερική αρχιτεκτονική

Η μυθοπλασία του Νικολή αναπτύσσεται σε επτά κεφάλαια («Λόγους») και ένα καταληκτικό excursus, ακολουθώντας μια κυκλική αφηγηματική κίνηση που δεν αποσκοπεί στην εξιστόρηση μιας ζωής με γραμμική συνοχή, αλλά στη χαρτογράφηση μιας διαρκούς περιπλάνησης. Η μνήμη του νεκρού κεντρικού ήρωα λειτουργεί ως παρουσία εν τη απουσία, μετατρέποντας το τέλος σε σημείο επιστροφής και επανεγγραφής.

Ο Περεγρίνος —με τις διαδοχικές του μετωνυμίες, Πρωτέας και Φοίνικας— κινείται ανάμεσα σε πόλεις, φιλοσοφικές σχολές και θρησκευτικά ρεύματα του 2ου αιώνα μ.Χ., μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της Β΄ Σοφιστικής. Ο συγγραφέας αντλεί τον πυρήνα της «ιστορικής» βιογραφίας από αποσπασματικές αρχαίες μαρτυρίες (κυρίως τον Λουκιανό και συμπληρωματικά τον Αύλο Γέλλιο), τις οποίες μεταπλάθει ελεύθερα, οικοδομώντας ένα έπος εσωτερικής διάλυσης και αυτοσκηνοθεσίας. Η πλοκή δεν οργανώνεται γύρω από γεγονότα, αλλά γύρω από μεταμορφώσεις· κάθε στάση αποτελεί και μια απόπειρα σταθεροποίησης που εκ των προτέρων είναι καταδικασμένη να αποτύχει.

  1. Η γλώσσα ως αισθητηριακή εμπειρία και γνωσιολογικό εργαλείο

Η πρώτη εμπειρία του αναγνώστη από τον Περεγρίνο είναι η εμπειρία της γλώσσας. Η γραφή του Νικολή είναι έντονα αισθητηριακή, πλαστική και μουσική· συγκροτεί έναν τρισδιάστατο κόσμο όπου ο χώρος και το σώμα αποκτούν πρωτεύοντα ρόλο. Ο αέρας, η θερμότητα, οι οσμές των πόλεων και των σωμάτων, η υλικότητα των μνημείων και των τελετών ή η αποπνικτική ένταση του πλήθους δεν λειτουργούν ως φόντο της αφήγησης, αλλά ως πρωτογενή στοιχεία γνώσης.

Η αισθητηριακή πυκνότητα δεν υπηρετεί έναν συμβατικό ρεαλισμό, αλλά παράγει νόημα: καθιστά την εμπειρία του κόσμου αδιάσπαστη από την εμπειρία του εαυτού. Η ρυθμική οργάνωση της πρόζας —με επιταχύνσεις, παύσεις και θραύσεις— μιμείται τους παλμούς μιας συνείδησης σε κρίση. Ο λόγος μοιάζει να αναπνέει ασθματικά, να συγκρατείται και να εκρήγνυται, ενσαρκώνοντας όχι μόνο τα γεγονότα, αλλά την εσωτερική τους ένταση. Η λογοτεχνία εδώ δεν αφηγείται απλώς· βιώνεται.

  1. Ρευστή ταυτότητα και αφηγηματική πολυφωνία

Στον πυρήνα του έργου αρθρώνεται μια ριζική άρνηση της σταθερής ταυτότητας. Ο Περεγρίνος συγκροτείται ως πρωτεϊκή μορφή, σε διαρκή μεταμόρφωση. Αλλάζει ονόματα, πίστεις, φιλοσοφικές προσχωρήσεις και κοινωνικούς ρόλους, όχι από καιροσκοπισμό, αλλά από την αδυσώπητη ανάγκη να συλλάβει έναν εαυτό που, κάθε φορά, του διαφεύγει.

Η αδυναμία σταθεροποίησης δεν συνιστά έλλειμμα, αλλά υπαρξιακή συνθήκη. Κάθε νέα ταύτιση λειτουργεί ως προσωρινό περίβλημα, ως απόπειρα συγκρότησης ενός συνεκτικού υποκειμένου που εκ των προτέρων γνωρίζει τη φθορά του. Η περιπλάνηση του ήρωα δεν είναι στρατηγική επιλογή, αλλά μορφή ζωής.

Η ρευστότητα αυτή εγγράφεται οργανικά και στη δομή της αφήγησης. Ο Νικολής μετατοπίζει αδιάκοπα την εστίαση: από τη ροή της συνείδησης σε ψυχρές, σχεδόν χρονικογραφικές αποστάσεις· από την ειρωνική ή κριτική ματιά τρίτων στην άμεση, απογυμνωμένη εμπειρία του ήρωα. Η αφήγηση ταλαντεύεται ανάμεσα στην εγγύτητα και την απόσυρση, παράγοντας μια μόνιμη ερμηνευτική αστάθεια.

Χαρακτηριστική είναι η αντίστιξη ανάμεσα στον «θεατρικό» Περεγρίνο και τον κυνικό Λουκιανό. Η πολυφωνία δεν αποσκοπεί στη σύνθεση ούτε στην τελική κρίση, αλλά στη συνύπαρξη αντιφατικών οπτικών. Καμία φωνή δεν κατοχυρώνει οριστική αυθεντία· το νόημα παραμένει ανοιχτό, εκτεθειμένο, διαρκώς διαπραγματεύσιμο.

Έτσι, το ερώτημα της ταυτότητας μετατοπίζεται: η αφήγηση δεν αναζητεί το «ποιος ήταν ο Περεγρίνος», αλλά επιμένει στο βαθύτερο και πιο ανησυχητικό «πώς γίνεται κανείς κάποιος».

  1. Το τραύμα ως μηχανισμός αφήγησης

Κάτω από τις διαδοχικές μορφές του ήρωα εδρεύει ένα θεμελιώδες τραύμα: η πατρική πληγή, η απόρριψη, η σκιά της πατροκτονίας. Το τραύμα αυτό δεν λειτουργεί απλώς ως βιογραφικό βάρος, αλλά ως μηχανισμός της ίδιας της αφήγησης. Όπως μια ρωγμή σε κεραμικό, διαλύει κάθε απόπειρα σταθερότητας· ό,τι κι αν οικοδομηθεί γύρω του, ραγίζει εκ νέου.

Η αφήγηση μιμείται αυτή τη ρωγμή: γίνεται θραυσματική, ασυνεχής, άλλοτε βαθιά εσωτερική και άλλοτε απόμακρη. Ο Περεγρίνος δεν ταξιδεύει απλώς· διαφεύγει, επανεφευρίσκοντας τον εαυτό του ως απάντηση σε μια πληγή που δεν θεραπεύεται, αλλά μετασχηματίζεται. Σε έναν σύγχρονο κόσμο όπου το τραύμα έχει καταστεί κοινός τόπος του ψυχολογικού λεξιλογίου, αυτή η εσωτερική κάκωση ακούγεται όχι αρχαία, αλλά οδυνηρά οικεία.

  1. Η αυτοπυρπόληση ως ακραία συμπύκνωση του υποκειμένου

Η αυτοπυρπόληση του Περεγρίνου, στα Ολύμπια του 165 μ.Χ., αποτελεί το κορυφαίο αφηγηματικό και φιλοσοφικό συμβάν του έργου. Δεν λειτουργεί ως λύση ή ερμηνευτικό κλείσιμο, αλλά ως στιγμή απόλυτης συμπύκνωσης. Τελετουργία, θέαμα, φιλοσοφική δήλωση και απελπισμένη διεκδίκηση υστεροφημίας συνυπάρχουν σε μια πράξη που αντιστέκεται σε κάθε μονοσήμαντη ανάγνωση.

Η φωτιά δεν εξαγνίζει· εκθέτει. Δεν σταθεροποιεί την ταυτότητα, αλλά την παγώνει σε μια εικόνα ριζικά αμφίσημη. Είτε ιδωθεί ως απόπειρα υπέρβασης της συμβολικής τάξης, είτε ως ακραία χειρονομία αυτοπροσδιορισμού, η πράξη δεν αναιρεί την προηγούμενη αστάθεια του ήρωα. Αντίθετα, την καθιστά ορατή στην πιο ωμή της μορφή. Η αυτοπυρπόληση δεν εξηγεί τον Περεγρίνο· τον καθιστά ανοιχτό.

  1. Το σύγχρονο ρίγος και η παγκόσμια εμβέλεια του έργου

Το βαθύ σύγχρονο ρίγος του Περεγρίνου δεν απορρέει από κάποια αναλογική σύγκριση ανάμεσα στην αρχαιότητα και το παρόν, αλλά από τη δομική συγγένεια ανάμεσα στην υπαρξιακή συνθήκη του ήρωα και στη σύγχρονη εμπειρία του υποκειμένου. Η μορφή του Περεγρίνου ενεργοποιεί ένα πλέγμα αγωνιών που ορίζουν κατεξοχήν τη νεωτερική και μετανεωτερική αυτοσυνείδηση: τη ρευστότητα της ταυτότητας, την υπερπροσφορά ρόλων και αφηγήσεων, την αγωνία του ανήκειν και την επιτακτική ανάγκη ορατότητας.

Ο Περεγρίνος κινείται ανάμεσα σε φιλοσοφίες, θρησκείες και ιδεολογικά σχήματα όχι ως φορέας μιας εξελικτικής πορείας, αλλά ως υποκείμενο εκτεθειμένο σε μια πληθώρα ασύμβατων νοημάτων. Η περιπλάνησή του λειτουργεί ως αλληγορία μιας συνθήκης όπου η ταυτότητα δεν συγκροτείται μέσα από τη διάρκεια, αλλά μέσα από διαδοχικές, επισφαλείς επιτελέσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιστορική απόσταση δεν λειτουργεί ως φίλτρο αποξένωσης, αλλά ως μεγεθυντικός φακός της ανθρώπινης αστάθειας.

Το έργο καθίσταται έτσι ουσιωδώς σύγχρονο όχι επειδή μιλά για τον σημερινό κόσμο, αλλά επειδή αναδεικνύει τη συνθήκη της κρίσης ως μόνιμο χαρακτηριστικό της ανθρώπινης ύπαρξης. Η φλόγα του Περεγρίνου παύει να είναι ιστορικό συμβάν και μετατρέπεται σε μεταφορά της επιθυμίας για ελευθερία, αλλά και της αδυσώπητης ανάγκης του υποκειμένου να υπάρξει μέσα από το βλέμμα των άλλων, μιας ανάγκης που, στην εποχή της δημόσιας έκθεσης και της διαρκούς αυτοπαρουσίασης, αποκτά ιδιαίτερη ένταση.

Επίλογος

Ο Περεγρίνος του Αντώνη Νικολή συνιστά ένα έργο υψηλής λογοτεχνικής πυκνότητας και στοχαστικής τόλμης. Μέσα από μια γλώσσα αισθητηριακά φορτισμένη και μια αφηγηματική αρχιτεκτονική που αντιστέκεται στη μονοσημία, το μυθιστόρημα δεν αναπλάθει απλώς ένα πολιτισμικό περιβάλλον και μια μορφή της ύστερης αρχαιότητας, αλλά τα μετατρέπει σε πεδίο διερεύνησης της ανθρώπινης ύπαρξης σε συνθήκες κρίσης.

Η δύναμή του έγκειται στην άρνησή του να προσφέρει καθησυχαστικά νοήματα. Η ταυτότητα δεν αποκαθίσταται, το τραύμα δεν θεραπεύεται, η πράξη δεν λυτρώνει. Αντί για απαντήσεις, το έργο επιμένει στην αμφισημία, στην ένταση και στην εκκρεμότητα ως θεμελιώδεις όρους της ανθρώπινης εμπειρίας.

Ο αναγνώστης δεν εξέρχεται από το κείμενο σοφότερος, αλλά βαθύτερα εκτεθειμένος. Και ακριβώς γι’ αυτό, ο Περεγρίνος παραμένει ένα έργο που δεν ολοκληρώνεται με την τελευταία του σελίδα, αλλά συνεχίζει να καίει, σαν μια φλόγα που, ακόμη κι αφού σβήσει, επιμένει να φωτίζει το σκοτάδι.

✳︎

©Δημήτριος Μποσνάκης

✳︎