
Εισί γάρ δή
οι περί τάς τελετάς
ναρθηκοφόροι μέν πολλοί,
βάκχοι δε τε παύροι
Πλάτων
αφήγημα σκέτη μασκαράτα
Ήταν τόσο κουρασμένος. Σύρθηκε ως την αποβάθρα του σταθμού. Δεν είχε κέφι μήτε να σκεφτεί και έτσι μηχανικά, όπως κάνει ένα καλά εκπαιδευμένο ζώο, ακολούθησε την ίδια διαδρομή, έστριψε στον ίδιο διάδρομο, διάλεξε μέχρι και το ίδιο μηχάνημα επικυρώσεως. Και έτσι ζώντας τελείως μηχανικά, έφθασε ως την αποβάθρα.
Όλα έρημα, ένας εδώ και κάποιος άλλος λίγο παραπέρα, στο φόντο των λεπτών που απομένουν. Δεν το ‘θελε – και είναι ανακρίβεια κατόπιν της εναρκτήριας παραδοχής – μα συλλογίστηκε πως πάνε χρόνια τώρα που τα καινούρια ρολόγια μετρούν μόνο ανάποδα. Τόσος χρόνος σου απομένει, σε τόσα λεπτά φθάνει ο συρμός, το ρολόι του κόσμου θέλει μόνο τόσα δευτερόλεπτα για να σημάνει το τέλος, μια μαργαρίτα μετράει ανάποδα τα πέταλά της μα κανείς δεν την αγαπάει, τώρα και πάντα. Ένα ποίημα του Σαχτούρη, σκέτη αλήθεια.
Στάθηκε στο μέσο του διαδρόμου, αρκετά πίσω από την κόκκινη λωρίδα που σημαίνει πως κάποιος διάβηκε το σύνορο. Και που βρίσκεται τώρα, αύριο και πάντα, ενώπιον του τρομερού κινδύνου. καθώς φθάνει φωτισμένος, φορτωμένος με ένα σορό ιστορίες από τη λαϊκή συνοικία του Μεταξουργείου.
Απόψε όλα φαντάζουν συνετά. Ο ένας, ο πιο κοντινός από τους επιβάτες στηρίζει την πλάτη του στον τοίχο του σταθμού. Μοιάζει με εκείνα τα μοντέλα των διαφημίσεων που αποπνέουν γοητεία και σιγουριά. Αν ήταν του λόγου του ο Παζολίνι, θα στήριζε σε αυτή την πόζα ένα ολόκληρο φιλμ, με σπασμένες καρδιές και όμορφα παιδιά.
Ένας Θεός ξέρει πώς του ‘ρθε ο Παζολίνι απόψε στο νου. Αντί να συλλογιστεί τους λογαριασμούς που αυγατίζουν στο καλαίσθητο βάζο του πάγκου, εκεί στο πιο απόμερο μέρος της κουζίνας, αυτός ανακαλεί μεγάλες κινηματογραφικές μορφές και τσακίζει την ψυχή του μες στη νοσταλγία. Ή την Δανάη, αντί να σκεφτεί αυτήν που την αγαπάει τόσα χρόνια τώρα δίχως αντίκρισμα, αυτός γυροφέρνει τον Παζολίνι και φτιάχνει σύμπαντα της έβδομης τέχνης. Άβυσσος και τα λοιπά και τα λοιπά.
Η δουλειά θα φταίει, η δουλειά που τον δεσμεύει δώδεκα ώρες τη μέρα. Η δουλειά που είναι ίδια, ένας αργός θάνατος που – τι ειρωνικό! – εξασφαλίζει τα προς το ζην. Και αυτό αρκεί , σε ρωτώ. Μα το ερώτημα που στον εαυτό του απευθύνει, δεν σημαίνει τίποτε επειδή ο συρμός φθάνει θορυβώδης με έπαρση και μια αίσθηση ταραχής που γρήγορα περνά και χάνεται. Κάποιος παίρνει για πάντα μακριά τη φωνή του και ο άνεμος τον συνεφέρνει. Κάτι κόκκινα γράμματα, σκέτο αίμα, ανάβουν στο μέτωπο του βαγονιού. Αυτό είναι, ο χρόνος του τέλειωσε, σε λίγο θα βρίσκεται αλλού, εκεί που κάποιος άλλος μετράει ήδη αντίστροφα, κάποιος γεμάτος αγωνία με ένα σώμα κατάκοπο. Αν ήταν ο έρωτας το αίτιο, ή πάλι το ανυπόφορο οχτάωρο κανείς δεν ξέρει, μόνο η καρδιά εκείνου του αγνώστου που δεν έχει μνημείο στο όνομά του, μόνο κάτι φωτογραφίες ασπρόμαυρες προσκόπων που πέταξαν για την Αχερουσία, δεκαετίες πίσω. Αυτό μόνο, κάποτε στο μέλλον.
Κάθισε σε μια θέση πλάι στο παράθυρο. Του αρέσει να αντικρίζει τον κόσμο μες στην πιο ξέφρενη ταχύτητα. Να μην προλαβαίνει να δει, τίποτε άλλο έξω από τον εαυτό του στο σκοτεινό τζάμι του παραθύρου που δεν ανοίγει, μονάχα σπάει. Έτσι αλλάζουν οι ζωές, είπε μονάχος του και πέρασε στη θλίψη.
Του φάνηκε ωραία μεταφορά εκείνη της μορφής του στο βάθος της ταχύτητας, καθώς ο συρμός επιταχύνει. Σε λίγο ένα κορίτσι με συρμάτινη φωνή θα ανακοινώσει την άφιξη στο επόμενο. Μα μόνο για λίγο και έπειτα τα βαγόνια που δεν γνωρίζουν από αγάπη και χωρισμένα χείλη θα κυλήσουν πάνω στις ράγες, μνήμη θα γίνουν στα υποδόρια μιας πόλης.
Μια στιγμή αφού ανοίγουν οι πόρτες, ο κόσμος παγώνει. Κανείς δεν μπαίνει, η πόλη έχει αδειάσει και δεν υπάρχει κανείς για να πάει οπουδήποτε. Και τώρα – πάλι ο ποιητής – με τόσους σταθμούς έρημους πώς θα ζήσουμε, πώς;
Μια παρέα από σειληνούς, σάτυρους και σατυρίσκους μπήκε όλο θόρυβο μες στο βαγόνι. Ακροβολίστηκαν στις γωνιές, όλο γελούσαν με κάτι που ‘χε μόλις συμβεί. Και ήσαν τόσο πιστευτοί, θέλω να πω Φαίδρε, ήσαν πολύ εύστοχα ντυμένοι. Έμοιαζαν με νέους του πρώην ανατολικού μπλοκ, που ‘χαν με επιτυχία στέψει όλες τις ενδυματολογικές τους πρωτοβουλίες. Και έτσι εθύμιζαν χαρακτήρες γεννημένους μες στα δάση της Αρκαδίας, μικροί γυμνοί θεοί που ‘χαν , ξεμείνει. Και τώρα έκπτωτοι και πικραμένοι για το τέλος του μύθου, ταξίδευαν απελπισμένοι με τους βραδινούς συρμούς. Το πρωί βρίσκανε καταφύγιο μες στις βιβλιοθήκες. Κανείς δεν θα μάθαινε για τον κρυμμένο τους εαυτό, κανείς.
Κάποιος από την παρέα, σοβάρεψε ξαφνικά και έριξε μια ματιά στους επιβάτες. Διάσπαρτοι μες στο βαγόνι μοιάζαμε με ανθρώπους δίχως προορισμό. Ο τύπος περπατούσε αργά μες στο βαγόνι, κάθε φορά που τρεμοσβήνανε τα φώτα η έκφρασή του άλλαζε για λίγο. Γινόταν τόσο φοβερή που του ‘κοβε την ανάσα. Οι άλλοι τον ακολουθούσαν, όπως ακριβώς το ‘γραψε ο Πλούταρχος και το θυμήθηκε ο Παπαγιώργης. Κανείς δεν θα τον σώσει μια τέτοια ώρα, κανείς. Μα για την ιστορία ο αρχαίος έγραψε. Ου μόνον του οίνου Διόνυσος αλλά και πάσης υγράς φύσεως Έλληνες ηγούνται κύριον και αρχηγόν.
Ένα απότομο φρενάρισμα και ο συρμός ακινητοποιήθηκε. Δεν ακουγόταν τίποτε, μόνο ένας ήχος, κάτι σαν συριγμός. Προσπάθησε να βρει από πού ερχόταν ο ήχος. Στο βάθος διέκρινε κάτι σκιές, στο πλάι του κάποιος περνούσε, ήταν αδύνατο να ξέρει. Ο φόβος τον κυρίευσε και δεν υπήρχε βοήθεια καμιά από τον Παζολίνι, πόσο μάλλον από τον Πλούταρχο. Είχε παγώσει όταν ένιωσε την ανάσα κάποιου πάνω στο πρόσωπό του. Κινδύνευε να χάσει την αυτοκυριαρχία του όταν έφερε στο νου του την παλιά εκείνη ιστορία με το θίασο του θεού Διονύσου. Δεν μπορεί, μονολόγησε και η μορφή εμπρός του που ανάσαινε, γέλασε χαμηλόφωνα. Δεν μπορεί, ξανάπε και συλλογίστηκε τους νέους του Μένη, πάντα χλομούς και νευρικούς και ωραίους, σαν τ’αγόρι του τοίχου, θυμάστε; Ίσως ήταν τίποτε τέτοιοι νεαροί, αποφασισμένοι να τρομάξουν τους επιβάτες του συρμού που δεν έλεγε να βγει στο ξέφωτο της αποβάθρας. Θα ‘χαν στο νου τους να σπάσουν πλάκα που λένε, αυτό είναι όλο.
Τους συλλογισμούς του διέκοψε μια φωνή γεροντική. Κοίταξε στο πλάι του και εκεί που μέχρι πριν, κανείς δεν καθόταν, διέκρινε μια γηραιά μορφή, Η ράχη της ήταν κυρτή και είχε σφιχτά δεμένο το μαντήλι με το οποίο ο χρόνος σκεπάζει την ομορφιά των επίλοιπων Ελληνίδων. Έμοιαζε με κάποια γυναίκα που ‘χε στα σίγουρα ξανανταμώσει, ίσως στης Ελευσίνας ένα οδοιπορικό ή απάνω στον παλιό, εθνικό δρόμο με τους σπαρμένους νεκρούς του. Η γυναίκα με μια φωνή σχεδόν φθινοπωρινή, κάτι σαν βροχή, με ένα γρέζι σοφίας στην χροιά, είπε. “Το σοφόν δ’ου σοφία το τε μη θνητά φρονείν”. Ορίστε και τα της τραγωδίας. Τώρα πια το πράγμα είχε σοβαρέψει για τα καλά και οι Βάκχες είχαν πέσει στο τραπέζι.
Μαζί με τον Παπαγιώργη που από κάπου μακριά χαμογελούσε, ντυμένος αιωνιότητα. Άκουσε μια κραυγή εμπρός του, ο συρμός ταρακουνήθηκε, στάθηκε για μια στιγμή και μετά επιτάχυνε, σαν να ‘θελε να προλάβει το χρόνο που μετράει αντίστροφα παντού στον κόσμο με εκείνα τα κόκκινα τα νούμερα του, σκέτο αίμα. Λίγο πριν την αποβάθρα ο συρμός φρενάρισε, οι πόρτες ανοίξανε μα δεν βγήκε κανείς. Κοίταξε εμπρός του, όλα λείπανε και τα φώτα στο σταθμό ήσαν σβηστά. Αναρριχητικά φυτά, από εκείνα που κυκλώνουν τις ζωές που εγκαταλείψαμε, καλύπτανε τα πάντα. Θυμήθηκε την ηλικιωμένη, μα δεν ήταν κανείς πλάι του. Όνειρο ήταν άραγε, αναρωτήθηκε και βολεύτηκε καλύτερα στη θέση του. Έριξε μια ματιά στο βάθος του τζαμιού. Είδε τον αντικατοπτρισμό του στο βάθος μιας νύχτας και έκλαψε πικρά, δίχως λόγο.
Στο φόντο, μια παρέα περνούσε χορεύοντας έναν παράξενο χορό. Εμπρός πήγαινε τρομαγμένος κάποιος επιβάτης. Οι άλλοι τον πρόγκιζαν με φωνές και ουρλιαχτά και εκείνος τραβούσε για το πουθενά. Η γριά στάθηκε απέναντί του. Έλυσε το μαντήλι της και ευθύς ο κόσμος φωτίστηκε. Μια γυναίκα, όμορφη, όχι πάνω από είκοσι χρονών, σχεδόν διάφανη, έτσι που να μπορούσες να κοιτάξεις μέσα της χαμογέλασε φευγαλέα και έπειτα χάθηκε. Τέτοια κορίτσια δεν υπάρχουν στα αλήθεια, μόνο στα κοραλλένια μπαρ του κάτω κόσμου μπορεί να τα βρεις αν το θελήσεις.
Ο συρμός ξεκίνησε, η μυθιστορηματική ομίχλη σκόρπισε. Έφθασε στον προορισμό του και περπάτησε για λίγο ανάμεσα στους ευτυχισμένους καρναβαλιστές. Την είχε λησμονήσει την αποψινή γιορτή. Άνοιξε το βήμα του, όσο ο χρόνος τριγύριζε εκεί έξω σε τουρνέ και μάζευε ότι απέμενε από τ’ανθρώπινα. Δεν μίλησε σε κανέναν για όλα αυτά. Τα απέδωσε το τρομερό δωδεκάωρο και σαν έφτασε σπίτι, τηλεφώνησε στην Δανάη που τον περίμενε τόσα χρόνια τώρα, τόσα χρόνια, σαν ένα σπίτι που προσμένει υπομονετικά το τέλος του.
✳︎
©Απόστολος Θηβαίος
Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→
φωτο: Στράτος Φουντούλης
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.