Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Πέντε σκηνές μιας ανερμήνευτης ποιητικής

Είναι σαν να ‘πεσε το μεσημέρι
στο πιάτο σου ζεστό μοσχομυριστό
κι εσύ πηδιέσαι με τον βαρκάρη-θεριστή
δεν ντρέπεσαι που ξέπεσες από φεγγάρι
κι είναι τώρα η ματιά σου βεντάλια
μπουγάδα ξεχασμένη στο φωταγωγό

δίχως αεράκι τι λόγος πια σού πέφτει;

*

πάει ξέπεσε κι αυτό
δεν είναι γράμμα δεν είναι στίγμα
στίξη
δεν είναι σήμα για τον αδειανό καιρό

είναι μια λεπτομέρεια κακογραμμένη
είναι μουτζούρα μια λερωμένη θλίψη
επάνω σ’ ανονείρευτο χαρτί

*

ξεδοντιάρης βωμολόχος
κάθε βράδυ τα πίνει στα πόρτα της μοναξιάς
δεν έχει μπέσα δεν έχει ευθύνη
είναι ένας γέροντας λόγος δίχως αφεντικό

βρωμάει η ανάσα του από ‘δω
κι αν ήταν ποίημα θα ‘ταν πρόστυχο
φτυσιά για ανέραστο ναυτικό

*

κάθε βράδυ πέφτει και σ’ άλλο κρεβάτι
από μοναξιά σε μοναξιά
κι από ποιητή σε ποιητή
χαρίζει τη σάρκα της για μια επαφή
αδιάφορη γρήγορη απρόσεκτη
ανειλικρινή

κι ύστερα
φεύγει πιο λευκή κι από πεθαμένη λέξη
φέροντας την κατάρα των αιώνων στο τσόφλι
ενός χιλιοστραπατσαρισμένου μύθου

*

στους μπιντέδες έρεε πιο ειλικρινής
μεστή από έναρθρες κραυγές
με γεωμετρημένες όλες της τις αιχμές
κι απέριττη στα ανοίγματα
όταν ξέπεφτε σε γραφεία
και επιτροπές
μάζευε ξερό σαπισμένο το σπόρο
ξόδι για λησμονημένους ποιητές

*

©Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

✳︎