Κωνσταντίνου Χ. Λουκόπουλου, Οι Πόλεις του Χειμώνα -κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις εκδόσεις Έναστρον


  1. Η τέχνη εκπληρούται

Σε μια παράσταση που συμβαίνει Σάββατο -από έναν περιθωριακό θίασο φοιτητών δραματικών σχολών- μια αποθήκη σιτηρών κατακαίγεται, ενώ κάθε κόκκος στάρι βιώνεται  περιμετρικά και απόλυτα -ή τροχίζεται ή γλείφεται- από την ηθοποιό στάχτη.  Τα ξύλα της νοτίζονται από τη βροχή και τρίζουν, ενώ το χώμα λάμπει εστιγμένο και ηχηρό, σαν ένα χριστουγεννιάτικο παιγνίδι: φουσκώνοντας – ξεφουσκώνοντας. Ενώ ξημερώνει η Κυριακή, τα όρια καταπίνονται και αποκτά σύγχρονη όψη γοτθικού καθεδρικού.

Η ταχύτητα συγχέεται με την εκτέλεση.

Η έκταση με τη διαστολή.

Το ένστικτο του αναπαραγωγού συγχέεται με την αιματηρή σύγκρουση.

Οι θεατές αναχωρώντας εγκαταλείπουν στα καθίσματα τους χθεσινούς τους εφιάλτες,  δερματικά κύτταρα και νεκρά μαλλιά (φυσικά ή θλιβερά εξτένσιονς) μιμούμενοι τον δρόμο των άστρων προς ένα σύμπαν ολοκλήρωσης.

Η τέχνη πληρούται -δια της σύγχυσης- και εντέλει, εκπληρούται.

  1. θέμα αισθητικής

Η κορμοστασιά των κυπαρισσιών λιγώνει συχνά τα σύννεφα· ταυτόχρονα η δίψα τους για την ανάταση και μια στιβαρή (κρυμμένη) συνθήκη αργιλώδους υποστρώματος. Στην εικαστική της ερμηνεία, η ομορφιά κερδίζει την παρόρμηση μα και το περιεχόμενό της. Και η ενδημική φορά της ανύψωσης, ως μια επίμονη άρνηση της βαρύτητας, συγχέεται απλοϊκά  με τον ρομαντικό έρωτα της φαλλικής φόρμας προς το ουράνιο επέκεινα. Το θέμα όμως είναι -και για τα κυπαρίσσια και για μας – να τροφοδοτούμε μια διαλεκτική της συνείδησης, κι όχι να εφευρίσκουμε συνεχώς  μια περιστασιακή διαλεκτική της έκπαγλης αγάπης. Εκεί ίσως να βρεθεί η αιτία μας (ως ένα αιτιοκρατικό κίνητρο γενναίας αυτοδιάθεσης είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω). Η εικόνα μας, όσο ισχυρή, ας οριστεί ελεύθερη από αισθητικό φορτίο (αφού είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι ματώνουν κυρίως εκτός κάδρου).

  1. κατασκευή

Υπάρχουν φυσικά και νύχτες Αποκάλυψης. Ενώ παρατηρώ τα χρονικά τους εξαπτέρυγα εκστασιασμένος, οι νύχτες αυτές -συνηθισμένες στη γήρανση- εξαϋλώνονται με ένα απαλό βουητό, και οι περαστικοί των λεωφόρων ψαλιδίζονται. Νιώθω όμοια ψαλιδισμένος, ζω μες στην ψαλιδιά (με μια βαθιά ανάσα ή πάνω στην ανάσα.) Η ποσότητα του χρόνου που παράγεται εκεί πυκνώνει στα νύχια μου σαν ένας κατασκευασμένος θεός.

  1. οίστρος

Σε μια θολή ανάμνηση μιας ερωτικής πράξης μεταξύ δυο πανέμορφων θηλαστικών, πες δυο τίγρεων της Βεγγάζης, μετά το πέρας της ερωτικής πράξης, τα αναπαραγωγικά όργανα τσούζουν και φλεγμαίνουν. Η ανταλλαγή υγρών και τριχώματος, δια της επαναλαμβανόμενης τριβής, δημιουργεί καύσο και δυσφορία, επίσης λίγο αίμα εμφανίζεται συνήθως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, καθώς ο οίστρος υποχωρεί. Αυτό μας υπενθυμίζει τη θνητότητα των κορμιών που παράγουν την απόλαυση. Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι ανάλογο σε όποιο ζεύγος ανά τον πλανήτη, η εμπεδόκλεια άλως είναι που μεταφέρει το φάντασμα του θανάτου εν τω μέσω της ηδονιστικής ευδαιμονίας και το υλοποιεί. Κι ας χρεώνεται το όλον στη δεύτερη -φροϋδική- θεωρία των ορμών.

(Απόσπασμα από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Χ. Λουκόπουλου, ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΤΟ ΧΕΙΜΩΝΑ, υποενότητα ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΦΑΛΑΤΩΣΗ, εκδόσεις ΕΝΑΣΤΡΟΝ – 2018, σελ. 118 – 121)