Γιάννης Λειβαδάς: La Chope Daguerre + Ποιήματα Κελύφους


Εκδόσεις Κέδρος

Η ατέλεια μες στην οποία το μάταιο
Είμαι το σφυρί και το αμόνι
και η διαμόρφωση ανάμεσα.
Η ατέλεια μες στην οποία
το μάταιο
σφυρηλατείται
ακατάπαυστα.
Γράφω το βιογραφικό
ενός μέχρι
προ ολίγου
αδιάβατου χρόνου
πάνω στο χαρτί περιτυλίγματος
του δημιουργού.
Εδώ συνεχίζεις εσύ.
***
Κάθομαι σʼ όλες τις καρέκλες
Κάθομαι σʼ όλες τις καρέκλες
γιατί δεν υπάρχει θέση
για την τέχνη
που ξεκίνησε το
2008 το 2011
Ή το 2012
Σταγόνες απʼ το πουκάμισό μου
που στεγνώνει.
Οι καμπανιές της Σεν Ζενεβιέβ
καθότι οι κλώνοι δεν είναι θεματοφύλακες•
οι δημοκράτες είναι φτιαγμένοι
να πέφτουν από τα σύννεφα.
Το αδυσώπητο επικεφαλής.
Μια νύχτα στεφάνι στο απροκάλυπτο.
Τα προβλήματα είναι λύση.
Τα οστά μου σούπα
μέσα στου τάφου μου
τη λάσπη.
***
©Γιάννης Λειβαδάς

Γαβριήλ Ναχμίας, Ο Μπόρχες κι εγώ

Κρατώντας την επίγευση από το εξαίσιο επιδόρπιο της συνάντησής μας, ο Μπόρχες κι Εγώ πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Αντί να πάρουμε το Μετρό, προτιμήσαμε να περπατήσουμε μέχρι το κέντρο. Κόβοντας δρόμο μέσα από τα στενά, για να αποφύγουμε την κίνηση, γρήγορα βρεθήκαμε «στο λαβύρινθο της πόλης, σαν χαμένοι». Παραδομένοι σε μια συζήτηση για όλα και για τίποτε, προχωρήσαμε στα μισοσκότεινα στενά, χαζεύοντας τα ονόματα των οδών, τα μισάνοιχτα παράθυρα, τα κλειστά συνεργεία, τα μπουρδέλα.
– Λυχνίας σβησθείσης, πάσα γυνή ομοία, σχολίασε ο Μπόρχες, για να προσθέσει αμέσως μετά: Αθήνα, Νέα Υόρκη, Λονδίνο – όλες ίδιες, όταν πέφτει το σκοτάδι.
Χαμογέλασα με την ευρηματικότητά του, που κατάφερε μέσα σε μια φράση να φέρει κοντά τόσο μακρινές πόλεις, διασώζοντας ταυτόχρονα την αξιοπρέπεια όλων των γυναικών.
– Μπουένος Άιρες, συμπλήρωσα, σε μια προσπάθεια να ανταποδώσω τη φιλοφρόνηση (αν ήταν φιλοφρόνηση). Δεν ξέρω αν με άκουσε. Είχε μείνει πίσω, με το βλέμμα καρφωμένο στα παπούτσια του, σαν κάτι να προσπαθεί να θυμηθεί.
– Και Αλεξάνδρεια, είπε με έναν αδιόρατο δισταγμό.
– Γιατί η Αλεξάνδρεια; ρώτησα. Σήκωσε το βλέμμα απότομα, λες και η αστοχία της ερώτησής μου τον συνέφερε από μια στιγμιαία απώλεια συνείδησης. Με έπιασε από το μπράτσο για να στηριχτεί.
– Γιατί όχι; ρώτησε, με τη γνωστή, αφοπλιστική του αφέλεια. Ξεκίνησε να βηματίζει, τείνοντάς μου το χέρι να προχωρήσω μαζί του.
– Κανείς από τους δυο μας δεν έχει βρεθεί στην Αλεξάνδρεια.
– Αυτό είναι κάτι που μόνο η Αλεξάνδρεια μπορεί να γνωρίζει, αγαπητέ μου, απάντησε, προχωρώντας πάντα μισό βήμα μπροστά από μένα, όσο έπρεπε για να διατηρείται η απόσταση, χωρίς να χάνεται η επαφή μας. Είναι όμως πολύ μακριά για να ρωτήσουμε την ίδια – κι αμφιβάλλω αν θα αποκάλυπτε ποτέ τέτοιες ευαίσθητες πληροφορίες – οπότε προτείνω να επανέλθουμε στη συζήτησή μας. Τι ακριβώς σας προβληματίζει στο κείμενο ο «Μπόρχες κι Εγώ»;
– Η ταυτότητα του συγγραφέα, ασφαλώς. Εσείς ποιος πιστεύετε ότι έγραψε το κείμενο;
– Αυτό δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω. Το μόνο που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα είναι ότι κανείς από τους δυο τους δεν το γνωρίζει.
– Κανείς από τους δυο σας, θέλετε να πείτε.
– Με κολακεύετε, αλλά φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σφετεριστώ τη θέση κανενός από τους δυο. Ούτε μπορώ να φανταστώ ποιος από τους δυο τους θα δεχόταν να παραιτηθεί υπέρ μου.
Γύρισε προς το μέρος μου, σαν να ήθελε να σιγουρευτεί ότι δεν θα τον ακούσουν, και μου ψιθύρισε χαμογελώντας:
– Είναι και οι δυο τους ξεροκέφαλοι και αλαζόνες – τόσο ίδιοι κι ανυπόφοροι ο ένας για τον άλλο.
– Δεν εννοείτε, ελπίζω, ότι είστε ένας τρίτος Μπόρχες.
– Καλέ μου φίλε, ο Μπόρχες κι Εγώ είμαστε δυο διακριτές οντότητες. Εγώ είμαι Εγώ και ο Μπόρχες είναι ο Μπόρχες. Ασφαλώς εκείνος έχει πλέον τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζεται σε δυο, τρία ή και σε εκατομμύρια είδωλα, αλλά Εγώ, ακόμη κι αν είχα το δικαίωμα, δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου τέτοια σπατάλη.
– Κάθε στιγμή φοβάμαι ότι θα με παγιδεύσετε σε κάποιο από τα παιχνίδια σας.
– Προς Θεού, γιατί να το κάνω αυτό σε σας; Ίσα-ίσα, στο βαθμό που μπορώ, θέλω να σας βοηθήσω να βγείτε από το λαβύρινθο.
Χωρίς την αίσθηση ότι ξαναβρήκαμε το δρόμο μας, βρεθήκαμε στο Μεταξουργείο. Στο φανάρι της Αγίου Κωνσταντίνου, ο Μπόρχες με ρώτησε τι ώρα είναι. Έσπευσα να διευκολύνω την περίσταση.
– Έντεκα παρά είκοσι. Επιτρέψτε μου να σας φωνάξω ένα ταξί. Είναι αργά και θα σας περιμένουν στο ξενοδοχείο.
– Ναι, βέβαια, είπε κάπως διστακτικά. Είναι αργά, φαντάζομαι ότι θα έχετε πολύ δρόμο μέχρι το σπίτι σας.
Ένιωσα αμήχανα, συνειδητοποιώντας ότι εγώ ήμουν εκείνος που, σπεύδοντας να διευκολύνω την περίσταση, διέκοπτα τον περίπατό μας. Καθώς δεν υπήρχε δυνατότητα να αναιρέσω την παρεξήγηση, παρά μόνο γυρνώντας το χρόνο πίσω, χαμογέλασα κοιτώντας τον στα μάτια.
– Θα έχω την ευκαιρία να σας ξαναδώ;
– Δυστυχώς, δεν έχω περιθώριο επιλογής. Εσείς, όμως, μπορείτε να το ελπίζετε.
Μου άπλωσε το χέρι, καθώς μου υπενθύμιζε το πρόβλημα της όρασής του, κάνοντάς με να νιώσω ακόμη χειρότερα για την αδεξιότητά μου. Έκλεισα την παλάμη του στα δυο μου χέρια, δυνατά, για αρκετή ώρα, προσπαθώντας να του πω με τα χέρια όσα η γλώσσα μου ήταν ανίκανη να εκφράσει. Εκείνος χαμογέλασε.
– Η αγάπη και η πίστη σας με συγκινεί. Το μόνο που μένει είναι να με στείλετε να ξεπλυθώ στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ!
Καθρεφτισμένη στο μειδίαμά του, η δυσκοίλια έκφραση στο πρόσωπό μου δεν άντεξε – εξερράγη σε ένα πλατύ χαμόγελο, ώσπου ξεσπάσαμε κι οι δυο σε ένα λυτρωτικό γέλιο. Του έσφιξα το χέρι άλλη μια φορά.
– Σας ευχαριστώ.
– Κι εμείς. Εννοώ, ο Μπόρχες κι Εγώ.
Χαμογέλασα ξανά στην προοπτική ότι θα συνεχίζαμε το παιχνίδι.
– Δηλαδή, δεν είστε εσείς ο Μπόρχες;
– Όχι περισσότερο από όσο είστε εσείς. Βλέπετε, αυτό το πρωτεϊκό πλάσμα – μιας και δεν μπορώ να τον χαρακτηρίσω άνθρωπο – έχει προσβάλει όλους μας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατό πλέον να διακρίνουμε ποιος είναι ο Μπόρχες και ποιος δεν είναι.
Άνοιξα βιαστικά την ταμπακιέρα και του πρόσφερα τσιγάρο. Το πήρε αφηρημένα, χωρίς να διακόψει το λόγο του.
– Αυτήν ακριβώς την οικουμενικότητά του, τη σχεδόν θεϊκή, αυτήν αποστρέφομαι και, ταυτόχρονα, σέβομαι και υπερασπίζομαι, αφού επάνω της μπορώ να εντοπίσω τη θεμελιώδη διαφορά μας και να διαχωρίσω τον εαυτό μου από εκείνον – μαζί με το γεγονός ότι αυτός πλέον είναι νεκρός κι έχει, συνεπώς, κατοχυρώσει τη θέση του στην αιωνιότητα. Δεν σας αρκούν αυτά ως απόδειξη ότι δεν είμαι ο Μπόρχες;
– Κάθε άλλο, μου αποδεικνύουν ότι είστε ο Μπόρχες. Παραδεχθείτε το.
– Μετά χαράς, αν παραδεχθείτε με τη σειρά σας ότι το «Ο Μπόρχες κι Εγώ» το γράψατε εσείς.
Μου έτεινε το τσιγάρο του για να το ανάψω, περιμένοντας την αντίδρασή μου.
*
©Γαβριήλ Ναχμίας
 
***
Από το βιβλίο του
 
Γαβριήλ Ναχμία
NOMINATI -16+1 ασκήσεις ελευθερίας,
Απλές Εκδόσεις

Τάκης Σινόπουλος ἤ ἡ νέκυια τῶν ἀφανῶν

Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗ

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ
ἤ ἡ νέκυια τῶν ἀφανῶν
Ο ποιητής, λέει ὁ Ρίλκε, δέν ἔχει βιογραφία· βιογραφία εἶναι τά ποιήματά του. Ὁ ποιητής, λέει ἐπίσης ὁ Ρίλκε, γιά νά ἐλπίζει ὅτι μπορεῖ κάποτε νά φτάσει στό ποίημα, πρέπει νά ἔχει ἐμπειρίες. Γιατί οἱ στίχοι δέν εἶναι, καθώς νομίζουν οἱ ἄνθρωποι, αἰσθήματα, εἶναι ἐμπειρίες. Πρέπει ἑπομένως νά ἔχει δεῖ πολλές πόλεις, ἀνθρώπους καί πράγματα, πρέπει νά γνωρίζει τά ζῶα, πρέπει νά αἰσθάνεται πῶς πετᾶνε τά πουλιά καί νά ξέρει τήν κίνηση, μέ τήν ὁποία ἀνοίγουν τά μικρά λουλούδια τό πρωί. Ὡστόσο, προσθέτει, πρέπει νά ἔχει παρασταθεῖ καί σέ ἑτοιμοθάνατους, πρέπει νά ἔχει καθήσει κοντά σέ νεκρούς στό δωμάτιο μέ τ’ ἀνοιχτό παράθυρο καί τούς ἐναλλασόμενους θορύβους. Κι ἀκόμη, δέν ἀρκεῖ νά ἔχει ἀναμνήσεις, πρέπει νά μπορεῖ καί νά τίς λησμονά ὅταν εἶναι πολλές, καί πρέπει νά ἔχει τή μεγάλη ὑπομονή νά περιμένει νά ξανάρθουν. Μόνο ὅταν γίνουν αἷμα μέσα του, βλέμμα καί χειρονομία, δίχως ὄνομα καί δίχως νά ξεχωρίζουν ἀπό αὐτόν, τότε μόνο μπορεῖ νά συμβεῖ, σέ μιά πολύ σπάνια ὥρα, ἡ πρώτη λέξη ἓνός στίχου νά ὑψωθεῖ στή μέση τους καί νά βγεῖ ἀπ’ αὐτές.
Ὑπό τό φῶς αὐτῶν τῶν λόγων ἑνός ποιητή τελείως διαφορετικοῦ ἰδεολογικά, ἰδιοσυγκρασιακά καί τεχνοτροπικά ἀπό τόν Τάκη Σινόπουλο, εἶναι νομίζω χρήσιμο νά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας σέ ὁρισμένα κρίσιμα βιογραφικά στοιχεῖα τοῦ ποιητῆ. Ὁ ἴδιος ἄλλωστε, συμπορευόμενος ἐν πολλοίς μέ τόν μεγάλο ὁμότεχνό του, ἔγραφε τά ἀκόλουθα: «Ὑπάρχουν ἔργα πού φαίνονται νά ζοῦν μία δική τους μυστική ζωή, πού δέν χρειάζονται τήν ἀναδρομή στήν ἰδιωτική ζωή τοῦ τεχνίτη γιά νά μελετηθοῦν, ταυτόχρονα ὅμως, τά ἔργα αὐτά εἶναι ἀναπόσπαστα δεμένα μέ τίς ἐξωτερικές περιπέτειες τοῦ δημιουργοῦ τους, ὥστε θ’ ἀποτελοῦσε βασικό σφάλμα ἄν θεωροῦνταν καί ἐξετάζονταν ἀνεξάρτητα ἀπό τίς συνθῆκες πού, κρυφά ἤ φανερά, τροφοδότησαν τή γέννηση καί τήν ὑπάρξη τους. Ἀνάμεσα στή ζωή καί τή δημιουργία ὑπάρχουν σχέσεις καί ἀνταποκρίσεις τέτοιες, πού, χωρίς κίνδυνο, θά μπορούσαμε νά συλλογιστοῦμε τά συγκοινωνοῦντα δοχεῖα ἤ νά ἀναφερθοῦμε στή συνάρτηση μήτρας καί ἐμβρύου».
Ο Τάκης Σινόπουλος, λοιπόν, γεννήθηκε στίς 17/30 Μαρτίου τοῦ 1917 στήν Ἀγουλινίτσα, χωριό τῆς Ἠλείας, πού ἀπέχει πέντε χιλιόμετρα ἀπό τόν Πύργο. Ἦταν πρωτότοκος γυιός τοῦ καθηγητῆ τῆς φιλολογίας Γιώργη Σινόπουλου, ἀπό τό χωριό Μούντριζα τῆς Ὀλυμπίας καί τῆς Ρούσας Βενέτας, τό γένος Ἀργυροπούλου, ἀπό τό χωριό Βυζίτσι (ἤ καί Βυζίκι) τῆς Γορτυνίας. Δίπλα στό χωριό του τό ποτάμι, πού, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, τόν εἶχε διαποτίσει ὁλόκληρο. Καί ὁ μεγάλος Ἀλφειός, πού ἀποτελεῖ τό σμίξιμο τοῦ ἀρχικοῦ Ἀλφειοῦ, τοῦ Λάδωνα καί τοῦ Ἐρύμανθου (στό ἔργο του: Ντοάνα), πού κι αὐτός εἶναι, στό χωριό Τριπόταμα, συμβολή τριῶν ποταμῶν.
Ἂς κρατήσουμε τά ποτάμια αὐτά, γιατί θά τά συναντήσουμε πολλές φορές στό ἔργο του. Ἂς κρατήσουμε ἐπίσης τό ἔτος τῆς γεννήσεώς του, γιατί τό 1917, ὄχι τυχαία, εἶναι τό ἔτος πού ὁ Ἔσδρα Πάουντ, πρῶτος στά νεώτερα χρόνια, ἐπαναφέρει στή ζωή τόν Ἐλπήνορα, ἕνα δευτερεῦον πρόσωπο τῆς Ὀδύσσειας, πού θά παίξει καθοριστικό ρόλο στήν ποίηση τοῦ Σινόπουλου ὡς ἀναφορά καί ὡς βίωμα καί θά τό συναντήσουμε, ὄχι τυχαία ἐπίσης, καί στό ἔργο τοῦ Σεφέρη καί τοῦ Ρίτσου.
Ἂς ἀκούσουμε ἐπίσης πῶς περιγράφει ὁ ἴδιος τά παιδικά του χρόνια στόν Πύργο, ὅπου ἡ οἰκογένειά του θά ἐγκατασταθεῖ τό 1920: «Τό δημοτικό της φτώχειας –τῆς λαϊκῆς συνοικίας – ἡ εὐλογιά – ὁ δάσκαλος – τό ξύλο».
Ἂς κάνουμε ἕνα ἂλμα χρονικό καί, προσπερνώντας τό Ἑλληνικό Σχολεῖο καί τό Α΄ Γυμνάσιο τοῦ Πύργου, ἄς βρεθοῦμε στήν Ἀθήνα, ὅπου ὁ Σινόπουλος, τό 1935, εἶναι φοιτητής τῆς ἰατρικῆς. «Αἴσθημα ἐπαρχιωτισμοῦ – φτώχεια – αἴσθημα κατωτερότητας – ἀπομόνωση», σημειώνει ὁ ἴδιος. Ὅμως καί «οἱ συναυλίες τῆς Κρατικῆς Ὀρχήστρας στά “Ὀλύμπια” μέ τόν Μητρόπουλο, τά ὑπαίθρια παλιατζίδικα τῆς ὁδοῦ Ἱπποκράτους καί τῆς Ἀσκληπιοῦ, οἱ παραδόσεις τοῦ καθηγητῆ Τσάτσου στή Νομική Σχολή, ἡ ταραγμένη πολιτική ἀτμόσφαιρα κι ἡ σκιά τοῦ Βενιζέλου πάνω στήν Ἑλλάδα, ὁ Καρυωτάκης πού ἔδυε, ὁ Καβάφης πού μεσουρανοῦσε, ἡ γενιά τοῦ ‘30 κι ὁ Κοσμᾶς Πολίτης, ὁ ὑπερρεαλισμός καί τά κοινωνικά προβλήματα. […] Ὁ κόσμος δέν ἦταν καθόλου ἁπλός».
Ἑπόμενος σταθμός τοῦ ποιητῆ ὁ πόλεμος, ἡ Κατοχή καί, φυσικά, ὁ Ἐμφύλιος. Εἶναι ἡ ἐποχή ἡ πιό γόνιμη καί ἡ καθοριστική γιά τήν ποίησή του, ἀφοῦ σ’αὐτή μορφώθηκαν οἱ βουλές τῆς ποιήσεώς του, ὅπως ἀργότερα, πολύ ἀργότερα θά φανεῖ. Ἀπό τήν ἐποχή αὐτή θά κρατήσουμε ὁρισμένες στάσεις. Στίς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1941 στρατεύεται καί ὡς λοχίας ὑγειονομικοῦ τοποθετεῖται στό 6ο Στρατιωτικό Νοσοκομεῖο Λουτρακίου. Τόν Ἀπρίλιο, μετά τήν κατάρρευση τοῦ μετώπου, ἐπιστρέφει στήν Ἀθήνα, ὅπου καί προσπαθεῖ νά ἑτοιμασθεῖ γιά τίς διπλωματικές του ἐξετάσεις. Τό φθινόπωρο ἐγκαταλείπει τήν προσπάθειά του καί λόγω τῆς μεγάλης πείνας ἐπιστρέφει στόν Πύργο. Ἐκεῖ, τό καλοκαίρι τοῦ 1942, συλλαμβάνεται ἀπό τίς Ἰταλικές ἀρχές κατοχῆς καί φυλακίζεται ὡς ἀντιστασιακός. Μένει στίς φυλακές Δροσοπούλου ἐπί 40 μέρες, περνᾶ ἀπό στρατοδικεῖο στήν Τρίπολη καί ἀθωώνεται. Ἦταν ὄντως στήν Ἀντίσταση; Καί ποιά ἦταν ἡ στάση του ἔναντι τῆς Ἀντίστασης, πού σιγά σιγά ἄρχιζε νά ἁπλώνεται καί στήν Ἠλεία; Δέν τό ξέρουμε. Πάντως ὁ ἴδιος, πολλά χρόνια μετά, θά περιγράψει τή στάση του μέ τήν φράση Στήν Κατοχή λουφάξαμε καί ταυτόχρονα θά ἀναφέρει, ὅτι ἡ μόνη μέχρι τό 1967 ἀντιστασιακή πράξη τῆς ζωῆς του, ὑπῆρξε ἡ κατά τόν χρόνο αὐτό καί λόγω τῆς ἐπιβολῆς τῆς δικτατορίας παραίτησή του ἀπό τήν κρατική ραδιοφωνία, ὅπου εἶχε ἐπί ἕνα χρόνο μία ἐκπομπή γιά τήν ποίηση.
Στά χρόνια ἐκεῖνα ἀνάγονται οἱ μεταφράσεις τοῦ Προυστ καί τοῦ Βαλερύ, πού δημοσιεύονται στό περιοδικό «Ὀδυσσέας», πού ἐκδίδεται στόν Πύργο. Ἰδιαίτερα ἄς σημειώσουμε τή μετάφραση «Ἀπό τό ἡμερολόγιο τοῦ κ. Τέστ» τοῦ Βαλερύ, γιατί, τεχνοτροπικά τουλάχιστον, τόν κ. Τέστ θά τόν συναντήσουμε τό 1956 ὡς Μάξ στή συλλογή «Ἡ γνωριμία μέ τόν Μάξ».
Τόν Ὀκτώβριο τοῦ 1943 ἐπανέρχεται στήν Ἀθήνα καί ἀρχίζει νά προετοιμάζεται γιά τίς διπλωματικές του ἐξετάσεις. Τό πτυχίο του θά τό πάρει, τελικά, Μάρτιο τοῦ 1944. Ἔτσι ὡς γιατρό πλέον θά τόν βρεῖ ἡ ἀπελευθέρωση καί ἡ ἐκ νέου ἐπιστράτευσή του στίς 10 Ἰανουαρίου τοῦ 1945, ὅταν δηλαδή ἡ Μάχη τῆς Ἀθήνας συνεχίζεται ἀκόμη, καί ὡς γιατρός θά μετάσχει στόν Ἐμφύλιο ἀπό τήν πλευρά τοῦ Ἐθνικοῦ Στρατοῦ, μέχρι τό Μάιο τοῦ 1949, πού ἀπολύεται κλείνοντας συνολικά πέντε χρόνια θητείας.
Ἴσως θά πρέπει νά ἐπιμείνουμε περισσότερο στόν Ἐμφύλιο, ὅπου ὁ Σινόπουλος ἐθήτευσε, ὅπως εἴπαμε, ὡς στρατιωτικός γιατρός, (πολλές φορές στήν πρώτη γραμμή), μέχρι τόν Μάιο τοῦ 1949, καί ἡ Ἑλλάδα, ὡς κράτος καί ὡς κοινωνία, μέχρι τό Καλοκαίρι τοῦ 1974. Οἱ παλαιότεροι ἄς σκαλίσουμε τή μνήμη μας, οἱ νεώτεροι ἄς φροντίσουμε νά πληροφορηθοῦμε ἀπό τίς χιλιάδες σελίδες πού ἔχουν γραφτεῖ καί πού συνεχῶς γράφονται γι’ αὐτόν καί τίς συνέπειές του, οἱ λογιότεροι ἄς θυμηθοῦν τόν Θουκυδίδη καί ἄς ἀνατρέξουν πάλι στά «Κερκυραϊκά».Ὅλοι, τέλος, γιατί αὐτό ἔχει πολύ μεγάλη σημασία γιά τήν ἀφήγησή μας, ἂς θυμηθοῦμε τόν Ὁμηρικό Ἐλπήνορα. Ὁ Ὅμηρος τόν ἀναφέρει ὡς Κάποιος Ἐλπήνωρ καί περιγράφει τίς συνθῆκες ὑπό τίς ὁποῖες, καθώς προσπαθοῦσε νά ἀκολουθήσει τούς συντρόφους του στό ταξίδι τῆς διαφυγῆς ἀπό τό Νησί τῆς Κίρκης, ἔχασε τή ζωή του: Ἀπό τή στέγη πέφτοντας, γκρεμίστηκε μέ τό κεφάλι, σύντριψε τοῦ λαιμοῦ τούς ἀστραγάλους, εὐθύς κατέβηκε στόν Ἅδη ἡ ψυχή του.
Ἐκεῖ στόν Ἅδη, ὅταν κατεβαίνει, θά τόν συναντήσει ὁ Ὀδυσσέας. Ἐλπήνορα, πῶς ἔφτασες ἐδῶ, κάτω στό ζοφερό σκοτάδι; τόν ρωτάει. Καί ὁ Ἐλπήνωρ, ἀφοῦ τοῦ περιγράψει τόν τρόπο τοῦ θανάτου του, τόν ἱκετεύει, ὅταν θά φτάσει πάλι στό νησί τῆς Αἴας μέ τό καλόχτιστο καράβι του, νά φροντίσει γιά τήν ταφή του ἐκεῖ, στόν τόπο πού σκοτώθηκε: πρῶτα κάψε τό σῶμα μου, μαζί καί τ’ ἅρματά μου / τά δικά μου· ὕστερα σῆμα ἀνύψωσε γιά χάρη μου / στό περιγιάλι τῆς θαλάσσης – ἑνός πού ἡ δυστυχία τόν τσάκισε, / νά βλέπουν οἱ μελλούμενοι καί νά μέ μνημονεύουν. Κι ὅταν μ’ αὐτά τελειώσεις, στήριξε τό κουπί στόν τύμβο μου / αὐτό πού εἶχα ζωντανός ὅσο κωπηλατοῦσα μέ τούς ἄλλους μου συντρόφους.
Αὐτό πού ὁ νεκρός Ἐλπήνωρ ζητάει ἀπό τόν Ὀδυσσέα, νά τόν θάψει δηλαδή καί πάνω στόν τάφο του νά στήσει ἕνα σημάδι πού νά δείχνει τό ποιός καί τό γιατί, ἐπιχειρεῖ νά πράξει σ’ ὅλο τό μῆκος τῆς διαδρομῆς του ὁ Σινόπουλος.
Τό 1951 σέ ἡλικία 34 ἐτῶν ὁ ποιητής μετακομίζει ἀπό τήν πλατεία Ἀμερικῆς, πού μέχρι τότε ἔμενε, στήν ὁδόν Κολοκοτρώνη, στόν Περισσό, μιά συνοικία προσφυγική τοῡ Δήμου Νέας Ἰωνίας, Δήμου καθ’ ὁλοκληρίαν ἐκείνη τήν ἐποχή προσφυγικοῦ. Εἶναι διορισμένος γιατρός στό ΙΚΑ τῆς περιοχῆς καί παράλληλα ἀσκεῖ τήν ἰατρική ὡς ἐλεύθερος ἐπαγγελματίας. Δύσκολη σχέση ἀλλά καί πηγή ἐμπειρίας πολύτιμης, ἀφοῦ, ὅπως γράφει, «Ὁ κόσμος δέν ἦταν τό ὅτι ἔχω αὐτό ἤ ἐκεῖνο καί πάρε αὐτό τό φάρμακο καί φύγε. Τό ἰατρεῖο τό ’παίρναν καί γιά ἐξομολογητήριο».
Στά τέλη τοῦ 1951 κυκλοφορεῖ τό πρῶτο του βιβλίο – ἔκδοση φυσικά ἰδιωτική καί σέ λίγα ἀντίτυπα. Ἔχει τόν τίτλο «Μεταίχμιο», περιέχει ποιήματα γραμμένα ἀπό τό 1944 ὡς τό 1950 καί εἶναι ἀφιερωμένο στόν ἀδελφό του Παῦλο. Ἡ ἔκδοση προκαλεῖ αἴσθηση στούς λογοτεχνικούς κύκλους καί γίνεται ἀντικείμενο τῆς κριτικῆς. Ὁ Κλέων Παράσχος στήν «Καθημερινή», ὁ Ἀνδρέας Καραντώνης στήν ἐφημερίδα «Ἑλλάς», ὁ Νικηφόρος Βρεττάκος στά «Ἑλληνικά Χρονικά», ὁ Πέτρος Χάρης στήν «Ἐλευθερία», ὁ Αἰμίλιος Χουρμούζιος στή «Νέα Ἑστία», ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου στήν «Ἑλληνική Ἡμέρα», ὁ Ἀστέρης Κοβατζής στήν «Ἀπογευματινή» –συλλογή ἐντυπωσιακή γιά πρῶτο βιβλίο ἑνός νέου ποιητῆ. Βρίσκουν ὅλοι σαφεῖς ἐπιρροές ἀπό τόν Ἔλιοτ καί τόν Σεφέρη ἀλλά ταυτόχρονα ἀκοῦνε καί τήν δική του προσωπική φωνή. Παρά τίς ἐπιρροές «ὁ κ. Σινόπουλος ἐκφράζει δικά του ὁράματα, δικές του πεῖρες, χρησιμοποιεῖ δικά του σύμβολα, στά ποιήματά του ἀκοῦμε τή δική του φωνή», γράφει ὁ ἔμπειρος Κλέων Παράσχος.
Στέκομαι στήν παρατήρησή του γιά τά δικά του σύμβολα. Ὄντως γιά πρώτη φορὰ στήν ἑλληνική ποίηση ἀκούγεται τό ὄνομα «Ἐλπήνωρ». Εἶναι τίτλος τοῦ πρώτου ποιήματος στή συλλογῆς. Ἕνα τοπίο θανάτου, μιά ἔρημη, μιά καθημαγμένη χώρα, εἶναι τό ἐμβληματικό καί καλοχτισμένο αὐτό ποίημα, ὅπως καί ὅλα τά ποιήματα τῆς συλλογῆς. Καί κάπου ἐκεῖ ὁ Ἐλπήνωρ, ὁ ἐμβληματικός ἀντιήρωας τοῦ Ὁμήρου, πού τώρα ὅμως δέν εἶναι μέ σπασμένους τούς ἀστραγάλους τοῦ λαιμοῦ ἀλλά μέ τό μαῦρο σίδερο μπηγμένο στά πλευρά καί μέ τά δάκτυλα ἀκρωτηριασμένα. Ἀξίζει νά ἀκούσουμε ὁλόκληρο τό ποίημα, πού ἔχει ὡς μότο τήν ἐρώτηση τοῦ Ὀδυσσέα: «Ἐλπήνωρ, πῶς ἦλθες…» – ἐρώτηση πού στό ποίημα τουλάχιστον μένει χωρίς ἀπάντηση, ἀλλά πού ἀφήνεται νά ἐννοηθεῖ, ὅτι τόν ἔφερε ὁ χαλασμός τῶν χρόνων τοῦ ποιητῆ.

 

ΕΛΠΗΝΩΡ

 

Ἐλπήνωρ πῶς ἦλθες…
ΌΜΗΡΟΣ

Τοπίο θανάτου. Ἡ πετρωμένη θάλασσα τά μαῦρα κυπαρίσσια
τό χαμηλό ἀκρογιάλι ρημαγμένο ἀπό τ’ ἁλάτι καί τό φῶς
τά κούφια βράχια ὁ ἀδυσώπητος ἥλιος ἀπάνω
καί μήτε κύλισμα νεροῦ μήτε πουλιοῦ φτερούγα
μονάχα ἀπέραντη ἀρυτίδωτη πηχτή σιγή.

Ἦταν κάποιος ἀπό τή συνοδεία πού τόν ἀντίκρισε
ὄχι ὁ πιό γέροντας: Κοιτάχτε ὁ Ἐλπήνωρ πρέπει νάναι ἐκεῖνος.
Ἐστρέψαμε τά μάτια γρήγορα. Παράξενο πῶς θυμηθήκαμε
ἀφοῦ εἶχε ἡ μνήμη ξεραθεῖ σάν ποταμιά τό καλοκαίρι.
Ἦταν αὐτός ὁ Ἐλπήνωρ πράγματι στά μαῦρα κυπαρίσσια
τυφλός ἀπό τόν ἥλιο καί τούς στοχασμούς
σκαλίζοντας τήν ἄμμο μ’ ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα.
Καί τότε τόν ἐφώναξα μέ μία χαρούμενη φωνή: Ἐλπήνορα
Ἐλπήνορα πῶς βρέθηκες ξάφνου σ’ αὐτή τή χώρα;
εἶχες τελειώσει μέ τό μαῦρο σίδερο μπηγμένο στά πλευρά
τόν περσινό χειμώνα κι εἴδαμε στά χείλη σου τό αἷμα πηχτό
καθώς ἐστέγνωσε ἡ καρδιά σου δίπλα στοῦ σκαρμοῦ τό ξύλο.
Μ’ ἕνα κουπί σπασμένο σέ φυτέψαμε στήν ἄκρη τοῦ γιαλοῦ
ν’ ἀκοῦς τ’ ἀνέμου τό μουρμούρισμα τό ρόχθο τῆς θαλάσσης.
Τώρα πῶς εἶσαι τόσο ζωντανός; πῶς βρέθηκες σ’ αὐτή τή χώρα
τυφλός ἀπό τήν πίκρα καί τούς στοχασμούς;

Δέ γύρισε νά ἰδεῖ. Δέν ἄκουσε. Καί τότε πάλι ἐφώναξα
βαθιά τρομάζοντας: Ἐλπήνορα ποῦχες λαγοῦ μαλλί
γιά φυλαχτάρι κεμασμένο στό λαιμό σου Ἐλπήνορα
χαμένε στίς ἀπέραντες παράγραφους τῆς ἱστορίας
ἐγώ σέ κράζω καί σά σπήλαιο ἀντιλαλοῦν τά στήθια μου
πῶς ἦρθες φίλε ἀλλοτινέ πῶς μπόρεσες
νά φτάσεις τό κατάμαυρο καράβι πού μᾶς φέρνει
περιπλανώμενους νεκρούς κάτω ἀπ’ τόν ἥλιον ἀποκρίσου
ἄν ἡ καρδιά σου ἐπιθυμεῖ μαζί μας νάρθεις ἀποκρίσου.

Δέ γύρισε νά ἰδεῖ. Δέν ἄκουσε. Ξανάδεσε ἡ σιωπή τριγύρω.
Τό φῶς σκάβοντας ἀκατάπαυστα βαθούλωνε τή γῆ.
Ἡ θάλασσα τά κυπαρίσσια τ’ ἀκρογιάλι πετρωμένα
σ’ ἀκινησία θανατερή. Καί μόνο αὐτός ὁ Ἐλπήνωρ
ποὺ τόν γυρεύαμε μέ τόση ἐπιμονή μές στά παλιά χειρόγραφα
τυραννισμένος ἀπ’ τήν πίκρα τῆς παντοτινῆς του μοναξιᾶς
μέ τόν ἥλιο νά πέφτει στά κενά τῶν στοχασμῶν του
σκαλίζοντας τυφλός τήν ἄμμο μ’ ἀκρωτηριασμένα δάχτυλα
σάν ὅραμα ἔφευγε καί χάνονταν ἀργά
στόν ἄδειο χωρίς φτερά χωρίς ἠχῶ γαλάζιο αἰθέρα.

Τό ποίημα γράφτηκε τό καλοκαίρι τοῦ 1944 καί δημοσιεύθηκε γιά πρώτη φορά τόν Ὀκτώβριο τοῦ ἴδιου χρόνου στό περιοδικό Φιλολογικά Χρονικά, δηλαδή περισσότερο ἀπό ἕνα χρόνο πρίν γίνει προσιτό στό ἑλληνικό κοινό τό ποίημα, ὅπου ὁ Σεφέρης ἐπικαλεῖται τό ὄνομα τοῦ Ἐλπήνορα. Ἡ προτεραιότητα αὐτή δέν θά εἶχε ἰδιαίτερη σημασία, ἄν ὁλόκληρο σχεδόν τό ποιητικό ἔργο τοῦ Σινόπουλου δέν ἦταν μία συνεχής «μελέτη θανάτου» «ἑνός ἐπιζῶντος», μιά «Νέκυια ἐν προόδῳ», μέ ζωτικό πυρήνα τόν Ἐλπήνορα ἤ μᾶλλον αὐτό πού συντομογραφικά μποροῦμε νά ὀνομάσουμε «ἐμπειρία τοῦ Ἐλπήνορα», γράφει ὁ καθηγητής Γ. Π. Σαββίδης. Καί ἔκτοτε, προσθέτει, τό φάσμα τοῦ Ἐλπήνορα, πρωτεϊκά στοιχειώνει καί συνέχει τίς κυριότερες ποιητικές συνθέσεις του, ὡς τό «Χρονικό».
Τό γεγονός αὐτό, ὅτι δηλαδή ὁ Ἐλπήνωρ ἀποτελεῖ τόν ζωτικό πυρήνα τῆς ποίησης τοῦ Σινόπουλου, τό ἐπιβεβαιώνει καί ὁ ἴδιος ὁ ποιητής σέ μία δημόσια ἐξομολόγησή του, τό 1965: « Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά σᾶς ἀφηγηθῶ τή μικρή ἱστορία τοῦ δικοῦ μου Ἐλπήνορα. Ἕνα μεσημέρι, καλοκαίρι τοῦ 1944, μέ φοβερό ἥλιο καί ζέστη, περνώντας ἀπό τό Πεδίο τοῦ Ἄρεως, κάθισα ἐξαντλημένος ἀπό τήν πείνα καί τήν κούραση τῆς κατοχῆς σ’ ἕνα παγκάκι. Πρέπει νά μέ εἶχε ζαλίσει πολύ ὁ ἥλιος καί ἡ ἐξάντληση. Ξαφνικά στόν ἄσπρο μικρό δρόμο, μές στό φῶς, πέρασε μπροστά μου ἡ φιγούρα ἑνός φίλου μου ποιητῆ, πού τόν σκότωσαν οἱ Γερμανοί ἔπειτα ἀπό φρικτά βασανιστήρια στήν Πάτρα, τό 1942. Ἦταν ὁ Φώτης Πασχαλινός (= Θοδωράκης Ζώρας). Γυρίζοντας στό σπίτι μου ἔγραψα τόν «Ἐλπήνορα». Ἀλλά ἐκεῖνο πού γιά μένα εἶχε σημασία εἶναι πώς τό ὅραμα αὐτό σφράγισε ἀποφασιστικά ἕνα μεγάλο μέρος, τό μεγαλύτερο μέρος τῆς ποίησής μου».
Εἶναι λάθος (τό ἔχουμε διαπράξει πολλοί) νά βλέπουμε στήν ποίηση τοῦ Σινόπουλου σταθμούς – ἡ ἐποχή τοῦ Ἔλιοτ κλπ. Εἶναι μία ποίηση ἐν προόδῳ, «μιά Νέκυια ἐν προόδῳ». Τό ἕνα ποίημα περιέχει τό ἄλλο, τό ἑπόμενο προϋποθέτει τό προηγούμενο. Χωρίς τό «Μεταίχμιο» (1951) δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ὁ «Νεκρόδειπνος»(1972). Καί δέν εἶναι τυχαῖο, πού τό πρῶτο ποίημα στό «Μεταίχμιο» ἐπιγράφεται «Ἐλπήνωρ». Ὅπως δέν εἶναι τυχαῖο πού ὁ Ἐλπήνωρ τοῦ πρώτου αὐτοῦ ποιήματος εἶναι (ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής), ὁ Φίλιππος, πού τόν συναντοῦμε στά ἑπόμενα ποιήματά του νά ἔρχεται καί νά ἐπανέρχεται. Ὁ Φίλιππος, χαρακτηριστικό παράδειγμα καί ἐπιβεβαίωση αὐτῆς τῆς ἐκδοχῆς, ἐμφανίζεται πρώτη φορά στό «Μεταίχμιο» (1951), τόν ξανασυναντοῦμε στά «Ἄσματα» (1953) –στό τέταρτο καί στό ἑνδέκατο ἄσμα– τόν βασανίζει μέ ἕνα ἀκέραιο ποίημα στό «Μεταίχμιο Β’» (1957), ἐνῶ στό «Χρονικό» (1978) ἐμφανίζεται στό εἰσαγωγικό ποίημα «Καταγωγή».

Ἐρχόταν ἕνα φῶς.
κι ἀπό τό Μάρτη μήνα ἐρχόταν ἡ ἄνοιξη
στήν κάμαρα πού μίλαγε μέ πεῖσμα ὁ Φίλιππος.

[…]
Κοίτα νά καταλάβεις φώναξε. Τίποτα δέν εἴχαμε.
Μήτε κρεβάτι μήτε κάθισμα. Τό σπίτι ἕνα παλιό
σαράβαλο. Παντοῦ ὁ ἀέρας φύσαγε σέ θέριζε.

[…]
Ἐδῶ γεννήθηκα.
Ἐδῶ μεγάλωσα. Λοιπόν αὐτά μοῡ χρειάζονται
γιά τήν ὀργή μου καί τήν περηφάνειά μου.
Γιά νά κρατήσω καί νά κρατηθῶ.
Δέν ἔχω θεούς καί δέ φοβᾶμαι.

Ποιός ὅμως ἦταν ὁ Φίλιππος καί γιατί τόν βασάνισε; Ὁ Φίλιππος (σύγχρονο πρόσωπο, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής) ἦταν ἡ ἄλλη, ἡ ἐλλείπουσα συνιστώσα τῆς ζωῆς του. Ἡ παραπληρωματική. Αὐτή πού τήν ἀπώθησε στό ἀσυνείδητο καί πού ἐρχόταν στούς ἐφιάλτες του καί τόν βασάνιζε.

Δέν θά ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Ἀμετανόητος πείσμωνε.
Οἱ σκοτεινές μέρες τούφταιγαν τά ἐρειπωμένα πρόσωπα.
Τό αἷμα του ἀκούγοντας ἀνέβηκε τά λαμπερά βουνά.
Κι ἀπόμεινα
μονάχος περπατώντας καί σφυρίζοντας
Μέσα στήν κούφια Λάρισα.

Τό ποιός ἦταν στήν πραγματικότητα ὁ Φίλιππος καί τό πῶς μπῆκε στήν ποίησή του, τό εἴδαμε ὅταν ἀναφερθήκαμε στό ὅραμά του στό Πεδίον τοῦ Ἄρεως. Περισσότερα πραγματολογικά στοιχεῖα μας δίνει ὁ Ἀλέξανδρος Ἀργυρίου στήν «Ἱστορία τῆς Ἑλληνικῆς Λογοτεχνίας».
«Ὁ Φῶτος Πασχαλινός (πραγματικό ὄνομα Θεοδωράκης Ζώρας) μέ ἀξιοπρόσεκτο ἔργο σκορπισμένο στά περιοδικά τοῦ Μεσοπολέμου, ἐκτός ἀπό τή συλλογή τοῦ “Ἐπαρχιακά” (1937). Γιά τήν ἀντιστασιακή του δράση τόν τουφέκισαν οἱ Γερμανοί τό Νοέμβριο τοῦ 1943»

 

Τό γιατί τόν βασάνισε θά τό καταλάβουμε, ἄν θυμηθοῦμε τήν ἐξομολόγηση τοῦ ἴδιου του ποιητῆ σέ μία συνέντευξή του στό περιοδικό «Διαβάζω» (λουφάξαμε στήν Κατοχή…) καί ἄν τό συνδυάσουμε μέ τόν μαρτυρικό θάνατο τοῦ Φώτου Πασχαλινοῦ ἀλλά καί μέ τούς στίχους του, πού ὁ Ἀναγνωστάκης ἔχει περιλάβει στήν προσωπική του ἀνθολογία.

Ἡ βροχή δέν εἶναι γιά παιδιά
κι οὔτε καί τό χιόνι γιά παιγνίδι.

Ὁ Φίλιππος, λοιπόν, τό αἷμα τοῦ ἀκούγοντας ἀνέβηκε τά λαμπερά βουνά. Ὁ Τάκης Σινόπουλος τό δικό του αἷμα ἀκούγοντας ἔμεινε μονάχος, περπατώντας καί σφυρίζοντας μέσα στήν κούφια Λάρισα.
Καί ποιά ἦταν ἡ κούφια Λάρισα; Ἴσως ἡ Λάρισα τοῦ Ἐμφυλίου, ἴσως ὁ Περισσός, ὅπου ἐγκαταστάθηκε ἀπό τό 1951, καί ὁπωσδήποτε ἡ ζωή ἑνός γιατροῦ τοῦ ΙΚΑ σέ μιά συνοικία καί ὅσα αὐτό συνεπάγεται γιά ἕνα εὐαίσθητο ἄνθρωπο.
Ἐκεῖ λοιπόν στήν κούφια Λάρισα τῆς ζωῆς του, γιατροπορεύει ὅλη τή μέρα τούς ἀσθενεῖς του, πού, ὅπως μαρτυρεῖται, τόν ἀγαποῦσαν, καί τά βράδια παλεύει μέ τούς νεκρούς του, πού ζητοῦν ἕνα σῆμα καί πάνω σ’ αὐτό τό κουπί, μέ τό ὁποῖο κωπηλάτησαν πρός τόν δικό τους θάνατο καί πού, τώρα, δέν ἔχουν τά ὀνόματα τοῦ Ἐλπήνορα οὔτε τοῦ Φίλιππου ἀλλά ὀνόματα πολύ πιό χρηστικά γιά τίς ἀνάγκες τῆς δουλειᾶς του, πού ἐντούτοις δέν ἀποτελοῦν παρά μεταμορφώσεις τοῦ Ἐλπήνορα, καί λέγονται Πόρπορας, Κονταξής, Μάρκος, Μπίλιας, Τορέρας ἀλλά καί ἡ Φανῆ καί ἡ Ὄρσα. Μερικούς ἀπό αὐτούς, ὅπως ὁ Μπίλιας, τούς ξέρουμε ἀπό τήν πρώτη του συλλογή, τό «Μετάιχμιο», ἀπό τό 1951.

 

Ἄν ἔπρεπε νά δώσω ἕνα χαρακτηρισμό τοῦ Σινόπουλου μέ ἱστορική ἀναφορά, θά ἔλεγα εὔκολα: ποιητής τοῦ Ἐμφυλίου. Ἡ νεώτερη ἱστορία μας εἶναι ποτισμένη ἀπό τό αἷμα γιά τή Λευτεριά ἀλλά καί τό χυμένο αἷμα, τό σπαταλημένο. Εἰδικότερα ἀπό τό 1940 καί μετά, τή φοβερή ἐποχή τῆς Κατοχῆς, τῆς Ἀντίστασης, τοῦ Ἐμφυλίου. Ὁ Σινόπουλος εἶναι μπλεγμένος στά βρόχια τῆς Ἱστορίας, εἶναι ὁ ποιητής τοῦ αἵματος, τοῦ ἀδελφικοῦ αἵματος, τοῦ Ἐμφυλίου.
Μπορεῖς νά διαβάσεις χιλιάδες σελίδες, ὅσες δηλαδή ἔχουν γραφτεῖ καί ὅσες θά γραφτοῦν, νά μελετήσεις τά αἴτια καί τίς ἀφορμές, τά γεγονότα καί τούς ἀριθμούς ἀλλά ποτέ δέν θά μπορέσεις νά καταλάβεις τή βαθύτερη οὐσία τῶν πραγμάτων, ἄν δέν σοῦ ἔχει δοθεῖ ἡ χάρη νά γνωρίσεις τή νεώτερη ποίησή μας. Ἐκεῖ, μόνον ἐκεῖ, βρίσκεται ἀτόφια ἡ φοβερή Ἐποχή.
Ὁ Ἀναγνωστάκης, ὁ Λειβαδίτης, ὁ Ἄρης Ἀλεξάνδρου δίνουν πτυχές τῆς φοβερῆς αὐτῆς ἐποχῆς. Τό ἴδιο καί οἱ ἄλλοι, ὅπως ὁ Δούκαρης, ὁ Μιχάλης Κατσαρός, ὁ Τίτος Πατρίκιος. Ἀπό τή σκοπιά τους καί ἀπό τή θέση του ὁ καθένας. Ἀπό τή σκοπιά τῆς ἐπικείμενης ἥττας, τῆς συντελεσμένης ἥττας, τῆς ἐσωτερικῆς ἥττας. Ὁ Σινόπουλος, μόνος αὐτός, βιώνει τόν Ἐμφύλιο ὡς καθολική ἥττα καί ὡς τραγωδία ἀμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμῶ νά πῶ, μέ μιά αἰσχύλεια τόλμη, ἔστω καί μέ κάποια ὑποχώρηση στόν ρερητορευμένο λόγο.
Ἕνα τοπίο θανάτου, μιά ἔρημη, μιά καθημαγμένη χώρα καί ὁ Ἐλπήνωρ μέ τίς διάφορες μεταμορφώσεις του, πού ζητᾶ δικαίωση. Ναί, ἀλλά μέ ποιό τρόπο (γιατί αὐτό ἔχει σημασία γιά τήν ποίηση καί τόν ποιητή) καί μέ ποιά μέσα; Περνώντας ἀπό τόν Ἔλιοτ καί τόν Σεφέρη, τά cantos τοῦ Πάουντ, τούς τρόπους τοῦ Pierre Jean Jouve, τούς γάλλους ποιητές πού μετέφρασε καί ἀπορροφώντας μέ ἄνεση, ὅπως γράφει ὁ Τάσος Γαλάτης, τίς ποικίλες αὐτές ἐπιδράσεις. Καί στό βάθος πάντοτε ἡ Ὀδύσσεια καί ἡ ἀφήγηση τοῦ Ὀδυσσέα στόν Ἀλκίνοο. Μέ στάση καί ἔμφαση στή Νέκυια.
Καί τό πετυχαίνει ὄχι μόνο χάρις στό ἰσχυρό ταλέντο του ἀλλά καί χάρις στή μελέτη καί τή γνώση τῆς ποιήσης καί τῆς ἱστορίας τῆς Τέχνης. Χάρις στόν ἀγώνα καί τήν ἀγωνία του νά κατακτήσει μία γλώσσα δική του, πού θά στοιχεῖται μέ τόν κόσμο του. Ἐξ οὗ καί οἱ «ἀντί-ποιητικές» λέξεις καί ἐκφράσεις πού συστηματικά χρησιμοποιεί. Ἤξερε ὁ Σινόπουλος πώς τό παιγνίδι, ἄν δέν εἶσαι ὁ Ρεμπῶ, τό κερδίζουν οἱ σοφοί ποιητές: ὁ Σολωμός, ὁ Καβάφης, ὁ Σεφέρης. Δέν ἦταν ὁ Ρεμπῶ, ἦταν ὅμως ἕνας σοφός ποιητής, ἕνας poeta doctus. Ἀπό τόν Ἔλιοτ ἀπέσπασε τήν τέχνη τῆς ὀργάνωσης τοῦ ποιήματος, ἀπό τόν ὑπερρεαλισμό τήν περιπέτεια τῶν συνειρμῶν, ἀπό τήν τέχνη τοῦ κινηματογράφου τήν τεχνική τοῡ φλάς-μπάκ. Ἔτσι μέ ἀγώνα καί ἀγωνία καί ἀνασκάπτοντας συνεχῶς τόν ἑαυτό του, τά βιώματα καί τίς ἐνοχές του, ἔφτασε ἐκεῖ πού ἔφτασε, στόν «Νεκρόδειπνο» δηλαδή καί τό «Χρονικό», ὁρόσημα στήν ποίηση καί στήν αὐτογνωσία μας.
Ἀλλ’ ἂς σταθοῦμε λίγο στόν «Νεκρόδειπνο», ἀφοῦ προηγουμένως περάσουμε πάλι ἀπό τήν Ὀδύσσεια καί τόν τρόπο πού ὁ Ὀδυσσέας καλεῖ τούς νεκρούς του, στή Νέκυια. Ἐκεῖ ὁ γυιός τοῡ Λαέρτη τραβώντας τό σπαθί τό μυτερό ἀπ’ τό μηρό του, σκάβει ἕνα λάκκο ὡς ἕνα πήχη –φάρδος πλάτος– καί χύνει γύρω ἀπό τά χείλη του σπονδές πρός ὅλους τους νεκρούς, παρακαλώντας τά ἀδύνατα κεφάλια τῶν νεκρῶν. Ὕστερα, μέ τό σπαθί τοῦ πάντοτε, κόβει τῶν προβάτων τό λαιμό –ἔτρεχε μαῦρο τό αἷμα τους. Κι εὐθύς στό ἄκουσμα τοῦ αἵματος, μαζεύτηκαν/ ἀπό τό ἔρεβος τοῦ κόσμου, ψυχές νεκρῶν πού ὁ θάνατος τούς βρῆκε./ […] πολλοί κι οἱ χτυπημένοι ἀπό κοντάρια χάλκινα,/ ἄντρες πού πολεμώντας ἔπεσαν, στό χέρι τους κρατώντας/ ματοβαμμένα τά ὅπλα τους.
Σπονδές γιά τό «Νεκρόδειπνο» πού ἀνασύρουν τούς νεκρούς του ἀπό τή λήθη καί τή σιωπή τοῡ Ἃδη δέν εἶναι βέβαια γιά τόν Σινόπουλο τά σφάγια οὔτε τό αἷμα, εἶναι τά δάκρυα πού φέρνει ὁ πόνος.

Δάκρυα πολλά μέ καίγανε, μονάχος κι ἔγραφα, τί
ἤμουν ἐγώ, μιλώντας ἔτσι μέ,
[…]
Βαστώντας τό ντουφέκι του σπασμένο ὁ Προσόρας,
ὁ Μακρυσιώρης, ὁ Ἀλαφοῦζος, ὁ Ζερβός
στή σύναξη ζυγώσανε. Κοιτάχτε, ἐφώναξα, κοιτάξαμε.
Τό φῶς πλημμύρα, ὁ καρποφόρος ἥλιος
Μνήμη τῶν ἀφανῶν. Τά χρόνια πέρασαν, ἀσπρίσαμε,
τούς ἔλεγα.
Ἦρθε ὁ Τζαπέτης, ὁ Ζαφόγλου, ὁ Μαρκουτσᾶς,
στρωθήκαμε στόν μπάγκο καί
στήν ἄκρη ὁ Κωνσταντῖνος ἔτσι νοσηλεύοντας τό πόδι του.
[…]
Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα
κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτῶ.
Κι ἀπό τήν Πελοπόννησο ὡς τή Λάρισα
βαθύτερα ὡς τήν Καστοριά,
πάνω στό χάρτη μαῦρο μόλεμα,
ἡ Ἑλλάδα σύντομη ἀνασαίνοντας –
Πάσχα στήν ἔρημη Κοζάνη μετρηθήκαμε,
πόσοι ἔμειναν ψηλά, πόσοι κατέβηκαν
πέτρα, κλαδί, κατήφορος,
τό σκοτεινό ποτάμι.
[…]
Σιγά σιγά οἱ φωνές γαλήνεψαν

Σιγά, σιγά, ὅπως ἤρθανε, χαθήκανε.
Πήρανε τό λαγκάδι, ἀέρας, χάθηκαν.

Τό ποίημα, γράφει ὁ Δ.Ν.Μαρωνίτης, εἶναι μία κυκλική ἀφήγηση μέ κέντρο της τήν ποιητική πράξη. Ὁ τροχός γυρίζει στόν ἄξονα τῆς μνήμης, σταματᾶ ὅταν αὐτή ἡ μνήμη ἔχει πιά ξοδευτεῖ καί ἀναρωτιέται γιά τό κύρος της. Τό ἀφηγηματικό ὑλικό σκορπᾶ σέ ἕξι ἀκτίνες: ἀναχώρηση – περιπέτεια πολεμική – νέκυια – νόστος – μοναξιά -νέα κατολίσθηση στόν ἐπίπεδο κόσμο. Ὁ πραγματικός χρόνος τοῦ ἔργου ὁρίζεται μέ κάθε ἀκρίβεια: Ἦρθαν οἱ μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα \ κι οἱ μέρες τοῦ σαράντα ὀχτῶ. Τό ἴδιο καί τά κρίσιμα γεγονότα: Κι ἀπό τήν Πελοπόννησο ὡς τή Λάρισα \ βαθύτερα ὡς τήν Καστοριά \ πάνω στό χάρτη μαῦρο μόλεμα…
Θά κλείσω τήν παρουσίαση τοῦ ἔργου τοῦ Σινόπουλου – ἀποσπασματική καί ὠχρή κατ’ ἀνάγκην – μέ μιά παρατήρηση: Ὁ Σινόπουλος πάλεψε χρόνια μέ τόν ἑαυτό του, μέ τά φαντάσματά του καί μέ τίς λέξεις καί τελικά κατάφερε νά περάσει ἀπό τήν ἀτομική στή συλλογική ἐμπειρία καί, χωρίς νά ἀρνηθεῖ τούς δασκάλους του, νά κατακτήσει τή δική του φωνή. Ἔδωσε ὄνομα στούς ἀφανεῖς νεκρούς μιᾶς τραγικῆς ἐποχῆς καί ἄγγιξε ὁλόσωμος τή μεγάλη ποίηση.
*
Γράφοντας αὐτά πού παραπάνω ἀνέφερα εἶχα τό φόβο ὅτι κάνω μία πολύ προσωπική ἀνάγνωση τοῦ ποιητῆ, ὅτι τόν φέρνω στά μέτρα μου. Ἀλλά παρηγορήθηκα καί ὁ φόβος μου διασκεδάστηκε, ὅταν, διαβάζοντας ἕνα δοκίμιο τοῦ Σινόπουλου γιά τόν Σεφέρη, εἶδα, ὅτι τόν ἴδιο φόβο εἶχε κι αὐτός γιά τή δική του ἀνάγνωση: «Τό ἔργο διαρκεῖ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἄξιο νά φαίνεται σέ μᾶς διαφορετικό ἀπ’ ὅ,τι τό θέλησε ὁ δημιουργός του», γράφει ὁ Βαλερύ καί τό υἱοθετεῖ ἀναφέροντας τό ὁ Σινόπουλος.

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΑΚΗΣ
21 Δεκεμβρίου 2009

Σημείωση: Τό παρόν κείμενο ἀποτελεῖ ἀνακοίνωση, πού ἔγινε στίς 21-12-2009 στό σεμινάριο « Μιά σύγχρονη ματιά στήν ποιητική μας παράδοση – Μιά νέα μελέτη τοῦ δημοτικοῦ μας τραγουδιοῦ καί δεκαπέντε σημαντικῶν ποιητῶν μας», πού ὀργάνωσε τό Πανεπιστήμιο Πατρών ἀπό 9 Μαρτίου ὡς 21 Δεκεμβρίου 2009.

[πηγή:
copyright© ‘Ιδρυμα Τάκης Σινόπουλος Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης και
Χρίστος Ρουμελιωτάκης,
από το βιβλίο του «Έφοδος στον ουρανό»,
Εκδόσεις Τυπωθήτω]

Περιηγήσεις Ναυτίλου: Έριχ Αουερμπαχ, Μίμησις

Μίμησις

Έριχ Αουερμπαχ, εκδ. ΜΙΕΤ, μτφ. Λ. Αναγνώστου.

Η εικόνα της πραγματικότητας στη Δυτική λογοτεχνία
Η πραγματικότητα αρμενίζει
και ξεφεύγει τον οργισμένο νου,
που πάει να την περιορίσει
σ’ ένα δικό του πλαίσιο:
είναι σαν ψάρι που καταβροχθίζει
ό,τι ζωντανό βρει γύρω του
και στο τέλος καταπίνει
και τη θάλασσα όπου κολυμπά.

D.H. Lawrence
Στο έργο του «Μίμησις» ο Αουερμπαχ διατρέχει τρεις χιλιετίες της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας προσπαθώντας να εντοπίσει στα μνημειώδη έργα της τα συμπτώματα του ρεαλισμού. Ποια είναι όμως για τον συγγραφέα τα καθοριστικά γνωρίσματα του ρεαλισμού, τα οποία αναπτύσσονται, για πρώτη φορά με πληρότητα, στο έργο του Σταντάλ και του Μπαλζάκ; Οι δυο Γάλλοι μυθιστοριογράφοι πραγματεύονται με σοβαρό τρόπο γεγονότα της καθημερινής πραγματικότητας από κάποιο χαμηλό κοινωνικό στρώμα και τα καθέκαστα δρώμενα τοποθετούνται με ακρίβεια και διεισδυτικότητα, σε μια ορισμένη εποχή της σύγχρονης ιστορίας. Αυτή ακριβώς η λογοτεχνία του σύγχρονου ρεαλισμού βρίσκεται στους αντίποδες της παλαιότερης, η οποία είναι στατική, χωρίς ιστορικές αναφορές, σε υψηλό ύφος όσον αφορά στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις ή σε χαμηλό και κωμικό στις κατώτερες.

«Αν η σύγχρονη σοβαρή ρεαλιστική λογοτεχνία δεν μπορεί να παρουσιάσει τον άνθρωπο παρά μόνον ενταγμένο μέσα σε μια συγκεκριμένη,συνεχώς αναπτυσσόμενη,συνολική πραγματικότητα, πολιτική, κοινωνική και οικονομική, τότε ο Σταντάλ είναι ο θεμελιωτής της».
Κάθε κεφάλαιο πραγματεύεται μια εποχή. Στις σελίδες της ογκώδους αυτής μελέτης παρελαύνουν τα μεγαλύτερα ονόματα της λογοτεχνίας: Όμηρος, Δάντης, Βοκκάκιος, Ραμπελαί, Μονταίνιος, Σαίξπηρ, Θερβάντες, Μολιέρος και Ρακίνας, Βολταίρος και Σαιν-Σιμόν, Σίλλερ και Γκαίτε, Σταντάλ και Μπαλζάκ, Φλωμπέρ και Ζολά, Βιρτζίνια Γουλφ και Προυστ. Αναμφίβολα το πιο εντυπωσιακό κεφάλαιο είναι το εναρκτήριο: Η ουλή του Οδυσσέα, όπου αντιπαραβάλλεται η αφηγηματική απεικόνιση της πραγματικότητας στην Οδύσσεια και στη Γένεση, στα επεισόδια της αναγνώρισης του μεταμφιεσμένου Οδυσσέα από την Ευρύκλεια όταν αγγίζει την ουλή του και της προετοιμασίας του Αβραάμ για τη θυσία του Ισαάκ.

Στον Όμηρο: «τόσο οι άνθρωποι όσο και τα πράγματα κινούνται ή βρίσκονται μέσα σε προσδιορισμένους χώρους, όλα έχουν σαφή όρια και φωτίζονται με την ίδια ένταση. Εξίσου σαφή και ρητά εκφρασμένα είναι και τα συναισθήματα και οι σκέψεις, που ακόμη και στη συγκίνηση διατηρούν τη σωστή τους τάξη».

Ενώ στη βιβλική εξιστόρηση:»Οι σκέψεις και τα συναισθήματα δεν εκφράζονται, υπονοούνται μόνον από τη σιωπή και τα αποσπασματικά λόγια. Η όλη αφήγηση, καθώς κατευθύνεται με την πιο υψηλή και αδιάπτωτη ένταση προς ένα στόχο, και έτσι είναι πολύ πιο ενιαία, παραμένει αινιγματική και μυστηριώδης».
Πολύ σοφά ο Άουερμπαχ αποφεύγει να εμπλακεί στην αναζήτηση του ορισμού του όρου «ρεαλισμός» καθώς όπως ο ίδιος παραδέχεται στον επίλογό του «δεν είναι σαφής ούτε μονοσήμαντος». Τέτοιοι όροι, πιστεύω, μόνο ποιητικά μπορούν να οριστούν: «Realism is a corruption of reality» έγραψε ο Wallace Stevens ενώ ο Harry Levin προσπαθώντας σε ένα δοκίμιό του να τον συλλάβει, κατέληξε στο ότι «ρεαλισμός είναι αυτή η προσπάθεια, αυτός ο ακατανίκητος πόθος της τέχνης να πλησιάσει την πραγματικότητα». Ωστόσο ο Άουερμπαχ, θυμίζοντας τον Γκέοργκ Λούκατς, αφήνει σαφώς να εννοηθεί στο έργο του ότι ο ρεαλισμός στη λογοτεχνία είναι μια Αξία, ένας στόχος, τον οποίον οι δημιουργοί, προκειμένου να αξιολογηθούν θετικά, οφείλουν να πραγματώσουν. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να επικρίνει,έργα του μοντερνισμού, όπως αυτά της Βιρτζίνια Γουλφ και ιδιαίτερα του Τζόυς.
Ο Έριχ Άουερμπαχ ήταν καθηγητής στην έδρα ρομανικών σπουδών στο πανεπιστήμιο του Μαρβούργου όταν το 1935, ως «μη Άριος», έφυγε κυνηγημένος για να βρει καταφύγιο στο πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Εκεί από το 1942 έως το 1945, χωρίς δυνατότητα πρόσβασης σε ενημερωμένη βιβλιοθήκη και με ανύπαρκτα βοηθήματα, καταπιάστηκε με τη συγγραφή αυτού του, ομολογουμένως, τιτάνιου έργου. Τελειώνοντας, ωστόσο, την ανάγνωση δεν μπόρεσα να μην αναρωτηθώ: Τι ήταν αυτό που τον ώθησε, εν μέσω πολέμου και διωγμών, στην επισφαλή και πολιτιστικά απομονωμένη πόλη της Ανατολής, να γράψει ένα βιβλίο για την εικόνα της πραγματικότητας στη Δυτική λογοτεχνία; Κι όμως, σε καιρούς που η πραγματικότητα στον πολιτισμένο Δυτικό κόσμο είναι τόσο αποτρόπαιη, που να σε κάνει να αμφιβάλλεις ακόμη και γι’ αυτήν την ίδια, ο Γερμανός καθηγητής στρέφεται στην Πραγματικότητα της Τέχνης και προτάσσει έναν ανθρωπισμό της λογοτεχνίας. Γιατί πέρα απ’ ο,τιδήποτε άλλο ο Άουερμπαχ είναι ένας ανθρωπιστής.
Ο συγγραφέας τελειώνοντας τη μελέτη του αναφέρει:
«Πρέπει να σημειώσω ότι η μελέτη γράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Εδώ δεν υπάρχει καμιά βιβλιοθήκη επαρκώς εξοπλισμένη για ευρωπαϊκές μελέτες. Οι διεθνείς επικοινωνίες ήταν συχνά κομμένες…Γι’ αυτό και το βιβλίο δεν περιέχει σημειώσεις. Και θα μπορούσα να πω ότι το βιβλίο μου οφείλει τη συγγραφή του στην έλλειψη μιας μεγάλης ειδικής βιβλιοθήκης. Αν είχα επιχειρήσει να ενημερωθώ για όσα έχουν γραφτεί πάνω σε τόσο πολλά αντικείμενα, μάλλον δεν θα έβρισκα πια καιρό να καταπιαστώ με το γράψιμο.
Με αυτές τις παρατηρήσεις ολοκλήρωσα όσα πίστευα ότι οφείλω ακόμη στον αναγνώστη. Αυτό που απομένει τώρα είναι να τον βρω. Μακάρι η μελέτη μου να φτάσει στους αναγνώστες της, τόσο στους παλαιότερους φίλους μου που επέζησαν όσο και σε όλους τους άλλους για τους οποίους προορίζεται, και να συμβάλει ώστε να σμίξουν πάλι εκείνοι που διατήρησαν ανέπαφη την αγάπη τους για τη δυτική ιστορία μας».
[Απρίλιος 1945]
Η «Μίμησις» είναι ένα βιβλίο σπάνιο, γραμμένο με απλότητα και «ταπεινότητα». Ανήκει σε μιαν άλλη εποχή. Είναι σαν τις αριστουργηματικές ταινίες του Όρσον Ουέλλες, που παρά τις ατέλειές τους, τις απολαμβάνεις , σαν κάτι που ενώ ξέρεις πολύ καλά ότι ανήκει υφολογικά στο παρελθόν, είναι μοναδικό κι ανεπανάληπτο.
Σημειώσεις:Οι εικόνες είναι με τη σειρά: Σταντάλ, η ουλή του Οδυσσέα (σχέδιο του Gottlob Heyne), Τζόυς, Γουλφ, Άουερμπαχ, σχέδιο του Markus Vallazza από τον κύκλο Θεία Κωμωδία (Δάντης, Βιργίλιος, Φρόυντ,Νίτσε, Τζόυς & Μάρκους).
Τέλος, ως βιβλιόφιλος οφείλω να τονίσω ότι η έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης είναι χάρμα οφθαλμών.
***

Ο Μποστ και η γελοιογραφική γλώσσα του

Από τον ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΕΤΣΕΤΙΔΗ

Σκίτσο του Δημήτρη Χαντζόπουλου

Έκθεση «Cherchez να φάμ’! Ο Μποστ του Τύπου», Μουσείο Μπενάκη, κτίριο οδού Πειραιώς, 4 Απριλίου έως 19 Μαΐου, ώρες λειτουργίας: Πέμπτη, Κυριακή 10:00-18:00, Παρασκευή, Σάββατο 10:00-22:00, Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη κλειστά

Ο Μέντης Μποσταντζόγλου είναι ο Τζέημς Τζόυς της ελληνικής γελοιογραφίας. Με την σατιρική του επίθεση στην μίζερη μικροαστική σοβαροφάνεια, η οποία ως πλημμυρίδα κατέκλυσε και κατακλύζει ακόμη μέχρι σήμερα την κοινωνία μας, ανέδειξε τον τεράστιο πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Άπαντα τα κείμενά του και οι γελοιογραφικές απεικονίσεις που τα συνοδεύουν υπάρχουν και λειτουργούν διαχρονικά, μέχρι τις ημέρες μας όπου οι «Πειναλέοντες» και οι «Ανεργίτσες» περισσεύουν, στηλιτεύοντας την κουφότητα της εξουσίας και την ματαιόδοξη στάση εκείνων οι οποίοι την διαχειρίζονται.
Η δική του ορθογραφία όχι μόνο δεν παραποίησε το εννοιολογικό υπόβαθρο της γλώσσας, αλλά της προσέδωσε βαθύτατα εκπληκτικής καθαρότητας σημασίες, αναδεικνύοντας την μεγάλη διαβρωτική δύναμη της λέξης και το ηφαιστειογενές χιουμοριστικό περιεχόμενο, το οποίο αίφνης εκτινάσσεται από την δήθεν αφελή και δήθεν ανορθόγραφη γραφή του.
«Ἤθελον να εροτήσω – διά νά σᾶς δοροδοκίσω – πόσον πρέπυ νά πλιρόσω – καί τί χρίματα να δόσω;»
Με άκρα αφέλεια, και με πληθυντική ευγένεια, όπως αρμόζει στην υποκριτική μιζέρια του κοινωνικού τοπίου, πλησιάζει ο ύποπτος μυστακοφόρος τον ποδοσφαιριστή της εποχής. Τίτλος του σκίτσου: Ο ΠΟΛΩΝ ΤΗΣ ΜΕΤΡΙΤΗΣ (κατά το όνομα της πρώτης κλίσεως: η μετριτή, της μετριτής!). Αναλογικώς, Ο ΠΟΛΩΝ θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε από τους πλείστους, οι οποίοι διαχειρίστηκαν θέσεις εξουσίας στις μέρες μας.
Δεν αντιστρατεύεται την γλωσσική καθαρότητα της ελληνικής, δεν είναι μαστροχαλαστής. Είναι μάστορας, γλωσσοπλάστης δημιουργός, ακριβολόγος υπονομευτής μιας εκφυλισμένης μικροαστικής νοοτροπίας η οποία καταδυναστεύει την ελληνική κοινωνία, από την τότε μεταπολεμική μέχρι και την σημερινή μεταπολιτευτική εποχή της κρίσεως.
Η γραφή του, η οποία συνοδεύει τα γελοιογραφικά σκίτσα του, προσδίδει πολλαπλώς σημαντικά νοήματα, πλήρη από το υψηλής ποιότητος καταλυτικό του χιούμορ. Και ας μην αμφισβητήσει κανείς ότι δεν ισχύει το 2013 το ρεφρέν εκείνο, το οποίο άδει η «μαμά Ελλάς» την δεκαετία του ’60:
«Κάπου ὑπάρχουν φαγητά,
Άλλοι τα μασάνε.
Κάπου ὑπάρχουν ἀσφαλῶς, μά δέν ξέρει ποῦ.
Κι’ ἔτσι σκαλίζει στά χαρτιά, στόν τενεκέ μέσ’ τ’ ἄστρα.
Κι’ εῖν’ ἰκανό, στ’ ὀρκίζομαι,
τό ὀρφανό, τό λυσσακό, νά φάη καμμιά γλάστρα».
Παρά το γεγονός το οποίο, μόνο αυτό, ακούστηκε στη δική μας εποχή ότι «υπάρχουν λεφτά» και τούτο αποδείχθηκε ψεύδος, ίσως εμφιλοχωρεί και η τρομερή απειλή και το «υπάρχουν φαγητά» να αποδειχθεί φενάκη και αντικατοπτρισμός στην έρημο της απωλείας και της οικονομικής εξαθλίωσης στην οποία έχουμε οδηγηθεί.
Ο Μέντης Μποσταντζόγλου διαμορφώνει κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου τον δικό του «γλωσσολογικό κώδικα». Έτσι με ευφυείς αλλαγές στην τυπική ορθογράφηση και στον τονισμό των λέξεων, με ευρηματικές συνηχήσεις, με αναπάντεχες συνδηλώσεις, ακόμη και με παράθεση ξενόγλωσσων λέξεων πετυχαίνει εξόχως απολαυστικά και ταυτοχρόνως καυστικά γελοιογραφικά αποτελέσματα.
Πολλοί θεώρησαν τον κατά κόσμον Χρύσανθο Μποσταντζόγλου, τον ευφυή και ευρηματικόν Μποστ, συνεχιστή της εικονογραφικής εκδοχής, την οποία καλλιέργησε ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος. Επειδή το θέμα μικρή σχέση έχει με το αντικείμενο του παρόντος σημειώματος, αφήνω ως εικασία την εξέταση της παραπάνω πρότασης.
Ο Μποστ πάντως, για πρώτη φορά βάζει στο στόμα των σκίτσων του φουσκίτσες με λόγια το καλοκαίρι του 1958 εικονογραφώντας τις Σταυροφορίες του Ν. Τσιφόρου στο περιοδικό Ο Ταχυδρόμος. Και, παραδόξως –αν εδώ δεν με απατά η μνήμη μου– τα λόγια αυτά είναι γαλλικά: «Ζέ βουζέμ τρέ μποκοῦ τούτ λά ζούρ – πούρ λαμούρ ίλ παρλέ λέ σαντούρ», άδει ο σταυροφόρος «Γάλλος τραγουδῶν γαλλιστί», και η καλή του ΑΡΝΤΑ απαντά: «αί μουά ὀσί». Υπογραφή: Bost.
Εν συνεχεία, με αύξουσα πρόοδο τα κείμενα στις γελοιογραφίες του θα μεγαλώνουν, η γλώσσα του, ο γλωσσικός του κώδικας, θα πλουτίζεται και, κάποτε, όταν πλέον το κείμενο θα περισσεύει θα το καταγράψει κυκλοτερώς στην περιφέρεια του σκίτσου του.
Και αυτή η υπονομευτική και χυμώδης γλώσσα του θα γίνει η εν εγρηγόρσει συνείδηση της προοδευτικής μερίδας των πολιτών αυτής της παντοειδώς ταλαιπωρημένης χώρας.
ΥΓ. Τον Μποστ είχα γνωρίσει από τα σκίτσα του στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όταν δημοσιεύονταν στο περιοδικό: Ελληνόπουλο – Ο θησαυρός των παιδιών. Έκτοτε συνέχισα να παρακολουθώ την πορεία του στα διάφορα έντυπα με τα οποία συνεργάστηκε. Γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τον γνώρισα και προσωπικώς. Μεσούσης της δεκαετίας του ’80 πήρα την παρακάτω επιστολή:
«Ἀγαπητέ συνάδελφε Δ. Πετσετίδη. Εὐχαριστῶ γιά τόν κόπο πού ἔκανες νά φωτοτυπήσεις τά σκίτσα σου (πολλά ἀπ’ αὐτά τώρα πού τά ξαναβλέπω τά θυμᾶμαι). Πετυχημένες κι’ οἱ παρωδίες «Μποστ». Ἀλλά καλά κάνεις καί τά ἐγκατέλειψες, ὅπως κι’ ἐγώ. Μόνον ἐκ τοῦἐμπορίου ἡἄνεσις. Ἔγκαιρα ἀποτραβήχτηκες κι’ ἐσύ, ἀκολουθώντας τό παράδειγμά μου ἴσως. Πιστεύω ὅτι δέν κάναμε ἄσχημα.
Φιλικά
Μποστ
ΥΓ. Συγγνώμη γιά τήν καθυστέρηση. Δουλειές!»
 
*

Θανάσης Θ. Νιάρχος, «Τζιβαέρι» -δύο αποσπάσματα–επιφυλλίδες

Εκδόσεις Οδός Πανός

Η αποδιοπομπαία Ομόνοια

Η μικρή συντροφιά των τριών υπαλλήλων – δύο άνδρες και μία γυναίκα – σε εμπορικά μαγαζιά των Εξαρχείων στεκόταν στη γωνιά ενός κάθετου προς την πλατεία δρόμου, οκτώ και τέταρτο ακριβώς το πρωί. Ακόμη και ο βιαστικός περαστικός θα άκουγε τη γυναίκα να λέει επί λέξει: «Είναι πια αφόρητη η κατάσταση. Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις μετά τις εννιά το βράδυ. Κάτω από την Ομόνοια έχουν γίνει γκέτο και αν πας προς τα εκεί, αλίμονό σου. Δεν τολμάς να πλησιάσεις». Εννοούσε σαφώς τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους λαθρομετανάστες.
Κατ’ αρχάς αδυνατεί να καταλάβει ακόμη και ένας κακοπροαίρετος τι έχει συμβεί και η Ομόνοια καθώς και οι γύρω της δρόμοι και περιοχές έχουν μεταβληθεί σε σημείο αναφοράς για κάθε μορφή βίας, κλεψιάς και εγκληματικότητας. Πώς συμβαίνει και έχει εξελιχθεί η Ομόνοια σε ένα είδος άτυπης καθημερινής συνάντησης από κλέφτες και εγκληματίες, χωρίς ωστόσο – δεν μπορεί να μη γινόταν γνωστό – να συμβαίνει το παραμικρό; Γιατί δηλαδή θα μεταβάλλανε σε σεσημασμένο έναν χώρο άνθρωποι που δεν θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν – αφού διέπρατταν τις κλοπές και τα εγκλήματά τους – πουθενά αλλού παρά μόνο στον χώρο αυτό;
Κι αν γινόταν αυτό, πώς δικαιολογούνται – κοντά στον νου και η γνώση – δύο περιστατικά που επίσης δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς: ένας άνθρωπος που συμβαίνει πολύ συχνά να διασχίζει την Ομόνοια ακόμα και προχωρημένες ώρες της νύχτας να μην του έχει συμβεί ποτέ το παραμικρό ενώ όσοι καταγγέλλουν συνήθως την Ομόνοια «τους έχουνε πει», «κάτι ακούσανε, κάποιον να λέει», «ένας γνωστός τους κινδύνευσε και τους το ανακοίνωσε μόλις του συνέβη».
Δεν γίνεται να συκοφαντούμε συλλήβδην ανθρώπους που μας είναι άγνωστοι, τόσο ταλαιπωρημένους μάλιστα που δεν χρειάζονται τη δική μας συκοφαντία για να βουλιάξουν ακόμα περισσότερο. Θα ήταν αδύνατον να συμβαίνουν όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά στην Ομόνοια και γύρω από αυτήν και να συνεχίζουν να τη διασχίζουν μέρα και νύχτα «κανονικοί» άνθρωποι.
Σαφέστατα βρίθει από ανεπάγγελτους, άνεργους, άστεγους, λαμόγια της δεκάρας, ναρκομανείς που στέκονται ακόμη στα πόδια τους ή έχουν καταρρεύσει, όμως ο πραγματικός κίνδυνος δεν προέρχεται ποτέ από έναν εξοντωμένο. Είναι άλλωστε παγκόσμιο φαινόμενο στις μεγάλες πλατείες όλων των πρωτευουσών να μαζεύεται το κοινωνικό και οικονομικό κυρίως «κατακάθι» προκειμένου να αρπάξει τη μικροευκαιρία για να επιβιώσει. Πού να πάει στην Ελλάδα, στην Εκάλη;
Μένει ωστόσο η απορία για τη γυναίκα, την υπάλληλο, που οκτώ και τέταρτο το πρωί επιχειρηματολογούσε για την εγκληματικότητα της Ομόνοιας. Πώς δεν της πέρασε της δύστυχης από το μυαλό ότι μια υπάλληλος που μιλάει και φοβάται με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η μεγαλοαστή της Φιλοθέης εξωθείται η ίδια σε ακόμη δυσχερέστερη «μοίρα» από τη σημερινή της;
Οτι μια υπάλληλος με κουτσουρεμένο τον πενιχρό μισθό της είναι πολύ πιο κοντά στον μετανάστη και τον λαθρομετανάστη ακόμη και ότι η αγαθότατη – το πιστεύουμε ειλικρινά – κυρία της Φιλοθέης συνιστά ως νοοτροπία για την ίδια την υπάλληλο πολύ μεγαλύτερη απειλή, σε σχέση με τον ημεδαπό κλεφτράκο ή τον εξαθλιωμένο αλλοδαπό;
Οταν μια υπάλληλος των Λιοσίων, του Κολωνού ή του Περάματος φοβάται με τον ίδιο τρόπο που φοβάται η μεγαλοαστή, το πολιτικό σύστημα μιας χώρας εμφανίζεται έτοιμο να χειραγωγηθεί από τις πιο ακραίες πολιτικές δυνάμεις.

[«Τα Νέα 1.6.2012»]

*

Ειδυλλιακότης και θηριωδία

Σαββατοκύριακο, σε νησί του Αργοσαρωνικού. Συγκεκριμένα βράδυ Σαββάτου, γύρω στις 10, στο ειδυλλιακό λιμανάκι του νησιού, με τα αραγμένα – γύρω στα δέκα – μικρά και μεγάλα κότερα και τις ψαροταβέρνες με τα απλωμένα τραπεζάκια. Η μαγική ατμόσφαιρα της παραλίας, όπως την παραστέκει το λαμπυρίζον φόντο του νησιού, δεν αλλοιώνεται στο παραμικρό. Ακόμη και το πυκνό πλήθος που συνωστίζεται στην παραλία συμβάλλει ώστε η αναπόλησή της στο μέλλον να είναι ακόμη πιο νοσταλγική.
Για έναν θόρυβο πραγματικά ενοχλητικό που ακούγεται κάποια στιγμή δεν αργεί να ξεκαθαρίσει η αιτία του. Τρεις αλλοδαποί σέρνουν ένα καρότσι με ένα βαρύ φορτίο από άδεια μπουκάλια αναψυκτικών και μπίρας. Για την ακρίβεια ο ένας αλλοδαπός το σέρνει, οι άλλοι δύο είναι σχεδόν πεσμένοι πάνω στο φορτίο με τρόπο που τα ξεχειλισμένα κασάκια, καθώς δεν είναι δεμένα με σκοινί, να μη γλιστρήσουν δεξιά και αριστερά. Ο θόρυβος είναι πραγματικά ενοχλητικός γιατί η παραλία του νησιού είναι στρωμένη με πλάκες.
Ενας προσεκτικός παριστάμενος παρατηρώντας τους αλλοδαπούς θα πρόσεχε πως έχοντας συνείδηση της ενόχλησης που προκαλεί ο θόρυβος αλλά και η ιθαγένειά τους δεν σηκώνουν ούτε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια τους να κοιτάξουν τους γύρω τους. Σάμπως να πρόκειται για «μοίρα», την ώρα που οι άλλοι απολαμβάνουν οι ίδιοι όχι μόνο να εργάζονται αλλά και να τους επιπλήττουν. Ή μάλλον να πρέπει να αισθάνονται ευτυχείς που συμβαίνει να έχουν δουλειά και δεν τους ξυλοφορτώνουν σε κάποια σκοτεινή γωνιά.
Επειδή οι άνθρωποι όταν αισθάνονται πως απολαμβάνουν γίνονται σχολαστικοί, μίζεροι και άτεγκτοι ως προς το τι είναι σωστό, αλλά καθώς το ζήτημα δεν είναι πια ζωής και θανάτου αντιλαμβάνεται κανείς τη διάχυτη ενόχληση στο λιμανάκι του νησιού που ωστόσο παραμένει σιωπηλή. Οταν αίφνης πετάγεται ένας άνδρας γύρω στα εξήντα και έντονα εκνευρισμένος απευθύνεται στον δήμαρχο του νησιού που συμβαίνει να κάθεται σε ένα παρακείμενο τραπεζάκι, λέγοντάς του: «Δεν μπορείτε να επέμβετε εσείς, κ. δήμαρχε; Είναι δυνατόν να ακούμε τέτοιου είδους «μουσική» αυτή την ώρα;». Ο δήμαρχος, προς τιμήν του, χωρίς να ξέρει κανείς τι σκέφτηκε δεν του έδωσε καμιά σημασία.
Αν τον θόρυβο που έκανε το καρότσι είναι σίγουρο πως θα τον έχει ξεχάσει κανείς τα επόμενα δέκα λεπτά, τη συμπεριφορά του ενοχλημένου εξηντάρη ενδέχεται να τη θυμάται και ύστερα από χρόνια. Ακριβώς γιατί φανέρωνε, χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτό, δυο μεγάλες αιτίες της εθνικής μας κακοδαιμονίας. Πρώτον, το να λογαριάζουμε την παρέμβαση της «εξουσίας» ως τη μόνη ικανή να μας κουλαντρίσει, όταν θα έπρεπε να υπολογίζουμε σε μιαν αλλαγή νοοτροπίας που θα έκανε την εξουσία σχεδόν διακοσμητική. Και, δεύτερον, την οποιαδήποτε αντίδρασή μας να επιδεινώνεται όταν έχει για μάρτυρά της και σύμμαχό της την οποιαδήποτε εξουσία.
Ας σκεφτούμε πόσοι θα εκδηλώνονταν ως φιλάνθρωποι, αν δεν έδιναν με τη φιλανθρωπία τους εξετάσεις σε ισχυρά πρόσωπα της κοινωνικής και της οικονομικής ζωής. Μελαγχολεί κανείς όταν σκέφτεται ότι ο ενοχλημένος κύριος άνοιγε με την αντίδρασή του τον δρόμο ώστε να ακούγεται ως κάτι φυσικό η εξόντωση των αλλοδαπών. Μελαγχολεί όμως κανείς ακόμη περισσότερο όταν σκεφτεί πως η ενόχληση έγινε τρομακτική επειδή το καρότσι το έσερναν αλλοδαποί. Ετσι είναι. Οταν σε απειλεί ένας μεγαλόσχημος οικονομικός παράγοντας ή ένας πολιτικός του λες και ευχαριστώ. Οταν απλά σε ενοχλεί ένας ανήμπορος του παίρνεις, αν μπορείς, το κεφάλι.

[«Τα Νέα 25.6.2012»]

*

Copyright© Θανάσης Θ. Νιάρχος και εφημερίδα «Τα Νέα»

Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα»

 
ΓΙΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Τελευταία φορά μπροστά στο φιλιστρίνι.
Μετά, η ομολογία.
Ο χρόνος πυκνώνει, ακουμπάει στην αρχή το σώμα,
μετά, βυθίζεται μέσα του,
του δίνει μνήμη.
Δεν υπάρχει σκιά, ο ήλιος γυμνός και μόνος,
κύτταρα που προσπαθούν να υπάρξουν πάλι,
στόματα με θυμό, χωρίς συγκεκριμένο θέμα στα λόγια.
Ανατριχίλα!
Μπορεί και αναγούλα – ανάλογα τα κέφια του μάγειρα.
Ο χρόνος σαν κι εμάς είναι ναυλωμένος.
Δεν φαίνεται κάπου στεριά.
Ο χρόνος κι αυτός είναι σκλάβος εδώ.
Τα μάτια θυμούνται
τα βήματα θυμούνται
το πλήρωμα έχει ξεχάσει
δεν πρέπει να θυμάται.
Το βαπόρι περπατάει στο νερό
με τα πόδια του να πλατσουρίζουν
σαν μικρού παιδιού στις διακοπές.
Μικρή ζωή!
Πιο πολύ ζωή
έχουν τ’ απόβλητα του βαποριού.
Θυμίζουν ανθρώπους πάνω…

***
ΑΙΩΝΑΣ

Ακέφαλα κορίτσια
Εσύ χωρίς φίλους
Λάθος απαντήσεις
Κύκλοι παντού.
Τηρουμένων των αναλογιών,
ονομάστε το:
Πρώτη
Μοναδική
Παρουσία.

***
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

«Τι δουλειά κάνεις;»
«Πουλάω… παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα.
Πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο.
Μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες,
φεύγω».
Σ’ ένα καταπράσινο δάσος υπήρχε μια όμορφη αλεπού,
πολύ μικρή για μεζές
πολύ – πολύ μικρή για να μη χορταίνει εύκολα.
Όταν ξέμενε,
επιτάχυνε το βήμα, έφτανε στις παρυφές της πόλης,
όρμαγε στα σκουπίδια,
επέστρεφε.
«Όλοι θέλουν
ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη,
άλλοι – οι πιο πολλοί-
να ξελαμπικάρουν:
Μια ζητούμενη ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι, κόστος, φλυαρίες».
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο-
θα την έλεγες
ευπροσάρμοστη
ολιγαρκή
κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα.
Γι’ αυτό και η ουρά της είναι φουντωτή, εντυπωσιακή,
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο.
Σαν να λέει:
«Από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου».

***
ΠΕΤΑΞΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΩΜΙΚΟ ΔΡΟΜΟ
στην Πελαγία Μπότση———————–

Οργισμένες εφημερίδες στο πάτωμα.
Ποιό πάτωμα; είναι δρόμος.
«Ω, μη θεωρείτε την εξαθλίωση καθαυτή,
υπάρχει κυρίως η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής».
Δεν ψέκασαν για αρουραίους, αλλά δεν δάγκωσαν ακόμη.
Παραίσθηση είναι να κρυώνεις στον καύσωνα
να ιδρώνεις το καταχείμωνο
ίσως και να ’ναι βλάβη του εσωτερικού θερμόμετρου
– όλα τα μηχανήματα είναι ψεύτικα, πια.
Κάποιος διηγείται ιπποτικές ιστορίες,
βάζει στην πλοκή «τη δύναμη του καλού».
Προφυλακτικά πεταμένα,
τα πιο πολλά άδεια.
Είναι που ο έρωτας στις μέρες μας λέγεται πείνα.
Κάποιους τους βρίσκει ξανά η πλειοψηφία, στο θάνατό τους:
Πεθαίνουν από ανακοπή.
Πετάς πάνω απ’ τους βρώμικους δρόμους,
έχεις βάλει την οργή σου να γλυκάνει τη χαρμάνα στα πρεζάκια,
ακούς την πιο βαριά ροκιά σου:
Casta Diva… μάλλον το ’58,
κατεβαίνεις,
φτάνει η επίλεκτη καταστολή:
Νομίζω λέγεται ηλιθιότητα και δεν έχει χείλη.
Τελικά δάγκωσε κάποιους ο αρουραίος.
Έχεις την βεβαιότητα πως πήγε να τους φιλήσει.
«Πόσοι μένουν σ’ αυτό το σπίτι; Είμαστε από τη στατιστική αρχή».
«Πριν ένα λεπτό 21.865, ξέρετε αλλάζει συχνά το νούμερο».

***
ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα,
το πάει για ύπνο.
Ασβεστωμένη γειτονιά για τον Τρανταχτό.
Στην υγειά και στη μνήμη των αγριμιών που καλπάζουνε,
σε κήπους περιφραγμένους!
Τα παιδιά, οι έφηβοι, εκεί…
Σοβαροί όλοι, λίγο σφιγμένοι.
Ένας ξεμάκρυνε για ν’ αυνανιστεί στα χόρτα:
Η σπονδή του.
Από το ξενοδοχείο το τρανταχτό καμάρι
μίλησε στη μάνα του, παραπονέθηκε:
« Με βάζουν να τρώω όλο μου το πρωινό.
Χάνω τη μέρα, έτσι».
Μετά, η μητέρα των ακατέργαστων διαμαντιών
έκατσε στη θέση της μάνας του.
Όταν πάει ταξίδι αγαπημένος,
πονάει το φευγιό…
Δεν προσκυνήθηκε ποτέ από κάποιον.
Τον βλέπαν έτσι, «Τρανταχτέ» λέγαν.
Οι κοπέλες της γειτονιάς στη σειρά
βαμμένες σαν πουτάνες όλες και σιωπηλές.
Τόσος σεβασμός:
«Έτσι, δεν θα τον ερεθίζαμε ποτέ».
Μετά κατέβηκε ένα κόκκινο μπαλόνι και των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα
το κατάπιε.
Μετά απογειώθηκε. Μέσα της, πολύς αέρας βλέπεις.
Πετάει τώρα από πάνω μας.
Πάνω απ’ τη πλατεία μας. Όχι την εκκλησία.
Κρατάει κάτι.
Είναι και πολύ ψηλά για να δεις.
Ο καπετάνιος που ’ρθε καθυστερημένος, το βλέπει:
«Είναι λίγο δενδρολίβανο, ένα παντελόνι, ένα γιλεκάκι».
Μετά, ένας φαλακρός, μόνος μέσα στο σπίτι του
θα ρίξει μια στροφή ζεϊμπέκικο:
«του Μικρού»

***

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ »ΔΡΟΜΟΙ ΜΕ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ» , ΕΚΔΟΣΕΙΣ ARS POETICA

*
Copyright©Νίκος Κυριακίδης
Photo©Dorothea Lange, Thirteen Million Unemployed Fill the Cities in the Early Thirties, 1934

Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”

Αρχείο 05/04/2013

ΓΙΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Τελευταία φορά μπροστά στο φιλιστρίνι.
Μετά, η ομολογία.
Ο χρόνος πυκνώνει, ακουμπάει στην αρχή το σώμα,
μετά, βυθίζεται μέσα του,
του δίνει μνήμη.
Δεν υπάρχει σκιά, ο ήλιος γυμνός και μόνος,
κύτταρα που προσπαθούν να υπάρξουν πάλι,
στόματα με θυμό, χωρίς συγκεκριμένο θέμα στα λόγια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”»