Γιώργος Πύργαρης, Το δέντρο της Αόρατης Πόλης

Εκδόσεις Πνοές λόγου & τέχνης

(απόσπασμα)

[…]

Στην ουσία ήμουν ένας περιπλανώμενος, που δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να γυρίζει οπουδήποτε μέσα στη πόλη. Έτσι μια μέρα, χωρίς και γω να καταλάβω καλά καλά πώς, βρέθηκα στο τρίτο όροφο ενός νοσοκομείου για παιδιά. Κάθισα σε μια απ’ τις καρέκλες που υπήρχαν για τους επισκέπτες παρατηρώντας τριγύρω.
    Το βλέμμα μου έπεσε από τη πρώτη στιγμή πάνω της.
    Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι πέντε περίπου ετών. Μα ήταν το πιο φοβισμένο πλάσμα που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Όλα πάνω της ανέδυαν φόβο. Καθόταν σχεδόν ακίνητη σε μια μικρή καρέκλα, ακριβώς δίπλα σε μια νέα κοπέλα που διάβαζε αδιάφορα ένα περιοδικό. Δεν ήταν η μητέρα της. Κανένα πλάσμα δε δείχνει τόσο φοβισμένο, όταν βρίσκεται τόσο κοντά στη μητέρα του. Είχε δύο αδύνατα ποδαράκια σα καλάμια, που κολυμπούσαν μέσα σε ένα κίτρινο κοντό παντελονάκι. Έμοιαζε τόσο εύθραυστη και τόσο τρομαγμένη, σαν όλοι εμείς γύρω της, να ήμασταν θεόρατοι γίγαντες που δεν είχαμε καμιά λογική, κανέναν ενδοιασμό και θα μπορούσαμε ανά πάσα στιγμή να της κάνουμε κακό δίχως λόγο. Ένα τέτοιο συναίσθημα τρόμου έβγαζε. Τα μάτια της παίζανε φοβισμένα, κοιτώντας μια τον έναν μια τον άλλον. Σούδινε την εντύπωση, πως το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει για να κρυφτεί σε μια σκοτεινή υγρή τρύπα. Τόσο τρομαγμένη έδειχνε και ειλικρινά μου είναι δύσκολο να σας περιγράψω εδώ πόσο.
    Είχα απομείνει παγωμένος να τη κοιτάζω. Ήταν σαν ένας σκοτεινός ήλιος που εξέπεμπε φόβο.
    ‘’Είναι ορφανό’’ μου είπε σιγανά μια κυρία δίπλα μου, που μάλλον κατάλαβε ότι είχα ταραχτεί    ‘’Δεν έχει γονείς το καημένο. Το φέρανε χθες από ένα ίδρυμα’’
    Και σα να μάντεψε τη σκέψη μου συνέχισε.
    ‘’Η κοπέλα είναι μια απ’ αυτές που τη προσέχουνε. Φοιτήτρια μάλλον. Κάθε οχτάωρο αλλάζουνε.   Τι να σας πω…πέντε χρονών κι ακόμη δε μιλάει!’’
    Το ίδιο βράδυ δε μπόρεσα να κλείσω μάτι στο δωμάτιό μου. Από τη πρώτη στιγμή που την είδα, σα να μου βύθισαν ένα σκουριασμένο καρφί στη καρδιά. Αυτό το παιδί, ήταν ολοφάνερο, δεν είχε κανέναν στο κόσμο. Κανέναν! Μεγάλωνε μέσα σε ένα ίδρυμα, με παγωμένους ανθρώπους γύρω του, που το μόνο που ήθελαν, ήταν να περάσει το οχτάωρό τους και να φύγουν από κοντά του. Του φώναζαν με το παραμικρό, ίσως το χτυπούσαν ακόμη για να κάθεται σε μια γωνιά αμίλητο κι ακίνητο σα να μην υπάρχει. Γιατί αυτό ίσως ήθελαν όλοι. Να μην υπάρχει.
    Να ποιος ήταν λοιπόν, ο πραγματικός ανθρώπινος πόνος.
   Ω πόσο ανόητος μέχρι τώρα υπήρξα! Πόσο ψεύτικα και πόσο πολυτελή μου φαίνονταν τα δάκρυα που είχα χύσει κάτω απ’ το παραμυθόδεντρο…
    Την άλλη μέρα, την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε μεγαλόπρεπος πάνω από τη πόλη, εγώ βάδιζα ξανά για το νοσοκομείο. Ευτυχώς το επισκεπτήριο άρχιζε σχετικά νωρίς, γι’ αυτό δε χρειάστηκε να περιμένω πολύ. Ανέβηκα με σφιγμένη καρδιά στο τρίτο όροφο και κάθισα στην ίδια θέση. Σε λίγο φάνηκε το κοριτσάκι με μια άλλη κοπέλα αυτή τη φορά. Το ίδιο αδιάφορη.
    Περίμενα αρκετή ώρα, προσπαθώντας να μη εξωτερικεύω το ενδιαφέρον μου για τη μικρή. Κάποια στιγμή κάθισαν κάπου απέναντί μου, ενώ η κίνηση στον όροφο, άρχισε να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Ένα σωρό επισκέπτες έρχονταν για να δουν τα άρρωστα παιδιά, κρατώντας δώρα και παιχνίδια στα χέρια. Γιατροί και νοσοκόμες άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στα γραφεία και τα δωμάτια. Όποτε μπορούσα όμως, κοίταζα τη μικρή που έδειχνε το ίδιο, αν όχι περισσότερο τρομαγμένη.
    Μονάχα μια στιγμή ένοιωσα να υποχωρεί κάπως ο φόβος της. Όταν ξεχάστηκε για λίγο και τα μάτια της έπεσαν πάνω σ’ ένα παιχνιδάκι που κρατούσε ένα άλλο κοριτσάκι. Δεν ήταν κάποιο σπουδαίο παιχνίδι. Μια μικρή μαϊμουδίτσα ήταν που έκανε κούνια. Μα η μικρή για λίγες στιγμές, έριξε τα μάτια πάνω του και δε μπορούσε να τα πάρει από κει. Και όλες αυτές τις στιγμές, λες και έγινε ένα θαύμα. Εξαφανίστηκε προσωρινά κάθε φόβος από πάνω της και παραλίγο να ζωγραφιστεί ένα χαμόγελο στο αδύνατο και χλωμό προσωπάκι της.
    Δεν έχασα καιρό. Σηκώθηκα αμέσως και κατέβηκα στο προαύλιο του νοσοκομείου. Δε μπορεί, κάποιο μαγαζί εδώ γύρω, κάποιο περίπτερο, θα πουλάει ένα ίδιο παιχνίδι. Έψαξα αρκετή ώρα και τελικά το βρήκα. Το αγόρασα και ανέβηκα βιαστικός τα σκαλιά για το τρίτο όροφο, μ’ έναν αδικαιολόγητο φόβο μήπως η μικρή δεν ήταν ακόμη εκεί.
    Όμως εκεί ήταν. Μόνο που ο φόβος είχε επιστρέψει ξανά. Κάθισα πάλι στη θέση μου, κρατώντας το παιχνίδι στα χέρια μου. Η κοπέλα που την πρόσεχε, είχε βγάλει μια μικρή λίμα και περιποιόταν αδιάφορα τα νύχια της.
    Άρχισα με τα δάχτυλα να κουνάω πέρα δώθε τη μαϊμουδίτσα κοιτάζοντας συνάμα και τη μικρή που μετά από λίγο κατάλαβε επιτέλους ότι τη κοιτούσα και άφησε για λίγο τα μάτια της πάνω στα δικά μου. Της χαμογέλασα. Ταράχτηκε λες και της έριξα χαστούκι. Κοκκίνισε και στράφηκε αμέσως αλλού μα ήμουν σίγουρος πως θα ξανακοιτούσε. Έσπρωξα με περισσότερη δύναμη τη μαϊμουδίτσα πάνω στη κούνια, έτσι ώστε να κάνει λίγο θόρυβο. Πράγματι, μετά από λίγο ξανακοίταξε. Έτεινα προς το μέρος της το παιχνίδι και με ένα νεύμα μου, την προέτρεψα να έρθει να το πάρει. Κοκκίνισε ακόμη περισσότερο και έριξε τα μάτια στη κοπέλα . Δεν αποφάσιζε να σηκωθεί. Ποιος ξέρει πόσο ακατόρθωτο έμοιαζε γι’ αυτήν κάτι τέτοιο. Σηκώθηκα όμως εγώ. Πλησίασα και στάθηκα από πάνω τους. Η κοπέλα σταμάτησε να λιμάρει τα νύχια της και με κοίταξε ερωτηματικά.
    ‘’Μπορώ να χαρίσω στη μικρή αυτό το παιχνιδάκι;’’ ρώτησα.
     Η κοπέλα δε μου απηύθυνε καν το λόγο.
   ‘’Πάρτο!’’ είπε αδιάφορα και ψυχρά και έσκυψε πάλι στα νύχια της.
    Πλησίασα το παιχνίδι στη μικρή, που έμοιαζε λες και ήθελε να άνοιγε η γη και να τη καταπιεί. Πέρασαν μερικές στιγμές που φάνηκαν αιώνες κι έπειτα σήκωσε αργά αργά το κοκαλιάρικο χεράκι της που έμοιαζε με καλαμάκι, πήρε το παιχνίδι χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της και τόκρυψε στην αγκαλιά της.
    Ίσως ήταν το μόνο αληθινό δώρο που έπαιρνε στη ζωή της. Θα είχε πάρει κι άλλα βέβαια μα απ’ αυτά που τα πηγαίνουν απρόσωπες οργανώσεις κάθε Χριστούγεννα για να τραβήξουν φωτογραφίες. Μα ένα δώρο αγάπης που προοριζόταν ειδικά γι’ αυτήν πρώτη φορά μάλλον έπαιρνε. Και τόδειχνε ο τρόπος που το κρατούσε. Δεν άρχιζε να παίζει απ’ ευθείας μαζί του, μα το κρατούσε σφιχτά, σα να κρατούσε κάτι πολύτιμο. Σαν αυτό, να ήταν μια ζεστή καρδιά, που παλλόταν ολοζώντανη στην αγκαλιά της.
*

Πέτρος Γκολίτσης, ποίηση (προδημοσίευση)

Από το υπό δημοσίευση, δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Πέτρου Γκολίτση με τίτλο «Το τριβείο του χρόνου» (εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

Balthus, 1945

Η επιστροφή

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς εισάγεται στο φρενοκομείο της 
Κέρκυρας το 1888. Παραμένει έως το 1902

Θεραπευμένος γύρισα στο πατρικό το σπίτι μου
κατόρθωσα σιγά-σιγά πρόβατα λίγα ν’ αποκτήσω
τα βόσκω μοναχός στην εξοχή
τ’ αρμέγω, τα κουρεύω
τα σαλαγάω, τα χαίρομαι
τους έχω δώσει ονόματα: Μαρία, Μαριγώ, Ειρήνη…

Κανέναν δεν συναναστρέφομαι
(στους ζωντανούς εξάλλου δεν με λογαριάζουν)
η “Μήδεια” ανολοκλήρωτη με βασανίζει

Η μάνα μου το σπίτι κάθε μέρα θυμιατίζει
και καταστρέφει κάπου-κάπου τα έργα μου
«αυτά φταίνε γι’ όλα», λέει
και βγαίνω έξω βουρκωμένος στην αυλή
προσπαθώ να μη με δει
που κλαίω και μαλώνω με τις πέτρες
Στο τέλος κατεβαίνω στο εργαστήρι

Πουλάει κανά πρόβατο
και μου το κρύβει
μου λέει, «Χάθηκε»
και τότε παίρνω να γυρίζω
τρέχω από ʼδω, τρέχω από ʼκεί
φωνάζω «Μαριγώ!..», φωνάζω «Ειρήνη!..»

μες στις βαθιές χαράδρες του μυαλού μου
χορτάριασαν τα αγάλματα

μα πάλι ξάφνου λάμπουν

###

Εδουάρδος Σακαγιάν και παξιμάδι ή Καντ

Ι
Ανακατεύεις ολίγον Bacon με Chagall
και παίρνεις έναν Σακαγιάν
στο βάθος αχνοφέγγει κι ο Hopper
καθώς ο Klimt παραμιλά
μην είναι του Balthus τούτη η γειτονιά
μα όχι, όλα κοινά, το λέει ο Dali
καθώς κι ο Σακαγιάν
παραπαπάμ, παραπαπάμ

ΙΙ
Το πράγμα καθ’ αυτό είναι απροσπέλαστο
έλεγε ο Καντ
καθώς ο Φίχτε νεαρός
παραμιλούσε –εντός του–
«κούνια που σε κούναγε
γέρο ξερέ σαν παξιμάδι»

Τώρα γυρίζουν και των δύο τα οστά
γυρίζουν γύρω-γύρω με τη γη
γυρίζουν γύρω-γύρω
όλοι
για λίγο στον κόσμο

*

Έχω πένθος
δεν φορώ μαύρη κορδέλα
στο μπράτσο
σάρκα φορώ
και το μάτι γυαλίζει από θλίψη
το κρέας μου σφίγγει
το κόκκαλο και με πάει

*
Τα μάτια μου σαρώνουν το χαρτί
βότσαλα ακούγονται που πέφτουν στο νερό
νεκρά πουλιά τα μάτια μου
ραμφίζουν το κενό

###

Διαβάστε:
«Ο Πέτρος Γκολίτσης απαντά στο ερωτηματολόγιο του Προυστ» στο Ιδεόστατο.

Ποιο είναι το κυρίαρχο γνώρισμα του χαρακτήρα σας; Ποιος ρωτάει; Ο «Προύστ»; Το «Ιδεόστατο»; Από πού; Πότε; Δεν μπορώ να γνωρίζω πραγματικά. Ωστόσο κρίνοντας έστω απ’ την αυθόρμητη πρώτη μου αντίδραση θα έλεγα η απόσταση. Όχι ως κατόρθωμα φυσικά αλλά ως μια τάση «φυσική» και αυθόρμητη. Ή αλλιώς η «ανοικείωση» ή «απο-οικειοποίηση», η ξενότητα. Η μη προσαρμογή. Μια διαρκής αίσθηση απορίας, για τα ίδια μου τα χέρια που τώρα γράφουν, για εμένα που απαντώ, σε τι, προς τι; Σε ποιον; Επίσης λέτε το «κυρίαρχο» γνώρισμα. Δεν στηρίζεται ή δεν σχετίζεται και με άλλα σε μια σχέση δυναμική… «Γνώρισμα»; Κατά το «σε γνωρίζω από την όψη…»; Τα υπόλοιπα; Το ρηγματώδες του ανθρώπινου ψυχισμού; Το μεταβλητό της πρόσληψης; Το μια ενιαίο, το αποσπασματικό; Τέλος, λέτε «χαρακτήρας»; Ας μην το «αναπτύξω» κι αυτό. Σε ποια πλαίσια, ιστορικο-κοινωνικά ή για να φύγουμε και πιο «πάνω», σε ένα χρόνο βιολογικό και γιατί όχι και γεωλογικό. Το υποκείμενο, συνοψίζω κατά κάποιον τρόπο, ένα προχθεσινό ιστορικό αποτέλεσμα, αν όχι κατασκεύασμα… Ο χαρακτήρας, μια πολυτέλεια, σε μια εποχή ψευδο-αυξομειούμενης αφθονίας.
Ποια αρετή ζηλεύετε σ’ έναν άντρα; Εύχομαι να φύγουμε απ’ τους προσωποκεντρισμούς και να κινηθούμε σε μια «υποκαταστασιμότητα» των προσώπων σίγουρα στους κρατικούς και τους υπερκρατικούς μεταβαλλόμενους σχηματισμούς, τους επιστημονικούς και ίσως (γιατί όχι; από μια οπτική γωνία) στους καλλιτεχνικούς αλλά και τους ερωτικούς. Νιώθω σαν δέντρο αν όχι σαν πέτρα, άρα ίσως κινούμαι προς μια κατακτημένη ακινησία (όχι βέβαια πως είναι ακριβώς αρετή) που προϋποθέτει όμως και ένα διεθνές πλαίσιο το οποίο δεν υφίσταται ούτε για αστείο την ιστορική τούτη στιγμή και «λογικά» δεν θα συμβεί καθότι έχει καταρρεύσει, μεταξύ άλλων, οριστικά η όποια ιδέα προόδου (απ’ την άλλη, αν το σκεφτεί κανείς, μια τέτοια κατάρρευση θα λειτουργούσε ως αναγκαία, αλλά όχι φυσικά και ως ικανή συνθήκη για μια τέτοια πραγμάτωση).

Διαβάστε τη συνέχεια….

Ευγενία Μπογιάνου, Ανάμνηση με κόκκινο πουλόβερ

 Ακόμη και το βάδισμα θέλει κόπο. Περπατώ και τα πόδια μου δεν με κρατάνε. Λυγίζουν. Θα πέσω. Θα πέσω στο πεζοδρόμιο και θα αφήσω την τελευταία μου πνοή. Η διάγνωση θα είναι κούραση. Μην ακούς τι λένε. Όλα τα άλλα είναι μπούρδες. Από κούραση υποφέρω. Αυτή θα με σκοτώσει. Θα με σκοτώσει και μάλιστα πριν της ώρας μου.
    Ήταν νέος. Έτσι θα πουν. Πενήντα πέντε χρονών. Ακούγεται σαν μέση. Για μένα ίσως είναι το τέλος. Ήταν νέος, θα πουν. Σήμερα είσαι νέος. Παλιά ήσουν γέρος. Εγώ πάλι νομίζω πως είσαι στη μέση. Νέος για θάνατο και γέρος για ζωή.
    Πενήντα πέντε: καλή ηλικία για να αφήσει κανείς τα εγκόσμια.
    Αλλά. Αλλά η ζωή είναι γλυκιά. Κι ο θάνατος μαυρίλα.
    Κοίτα να δεις σκέψεις που κάνω τώρα. Μόνο και μόνο επειδή είμαι κουρασμένος. Επειδή κρατάω αυτές τις δυο σακούλες με τα ψώνια και μου φαίνεται σαν να σηκώνω τόνους βάρος. Ασήκωτο βάρος ζωής. Κι όμως, είναι μόνο λίγα πορτοκάλια και μερικές πατάτες. Τόσο βαριά είναι τα πορτοκάλια; Ή εγώ δεν έχω πια δύναμη;
    Είμαι άρρωστος. Το πόσο άρρωστος δεν το ξέρω. Το ξέρουν οι άλλοι. Μου το κρατούν σαν έκπληξη για το τέλος.
    Προς το παρόν κοιτάζω να τα βγάλω πέρα με τις σακούλες. Θα πάω τα ψώνια στο σπίτι, ο κόσμος να χαλάσει.
    Ζεσταίνομαι. Είναι φυσιολογικό να ζεσταίνομαι τόσο; Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι. Οι ρίζες των μαλλιών μου είναι μούσκεμα. Ο ιδρώτας κυλάει στο μέτωπο και μπαίνει στα μάτια μου. Τυφλός. Σαν τυφλός περπατάω. Φοράω το μπουφάν γιατί μου χρειάζονται οι τσέπες. Πού θα βάλω τα τσιγάρα και το τηλέφωνο; Κι αυτό το αναθεματισμένο χτυπιέται ασταμάτητα σαν δονητής. Σαν μηχανικό γαμήσι. Λες και σε προειδοποιεί πως αυτός που σου τηλεφωνεί θέλει να σε πηδήξει. Δεν το σηκώνω. Δεν προκαλώ άλλο την τύχη μου. Ας χτυπάει όσο θέλει.
    Θα σταματήσω. Δεν χάθηκε ο κόσμος αν αργήσω λίγο. Μήπως με περιμένει κανείς; Θέλω να κάνω ένα τσιγάρο. Μάλλον, για την ακρίβεια, άλλο ένα τσιγάρο. Θα σε σκοτώσει, μου λέει ο περιπτεράς. Τώρα;…, θέλω να του πω, με έχει ήδη σκοτώσει. Αλλά φυσικά δεν λέω τίποτα. Ο άνθρωπος δείχνει ενδιαφέρον. Και πάντα με το χαμόγελο. Έχει σημασία αυτό. Μου λέει ότι είμαι ο καλύτερος πελάτης. Τον πιστεύω. Ποιος άλλος καταναλώνει τόσα πακέτα την ημέρα; Κι εγώ όμως, πιστός. Δεν πάω αλλού. Από αυτόν αγοράζω. Είναι μια σταθερά. Και, δεν ξέρω, έχω ανάγκη από κάποιες σταθερές. Να δω μια γνώριμη φάτσα, να πω μια καλημέρα. Μια καλημέρα είναι κάτι, καμιά φορά. Ο άλλος δεν είναι φίλος σου, μα είναι σαν φίλος. Σου εύχεται να έχεις μια καλή μέρα. Και το εννοεί. Είναι κάτι αυτό.
    Ξέρω κι εγώ; Έχουν νόημα όλα αυτά; Γιατί να μπαίνω τώρα σε τέτοιο συναισθηματικό παιχνίδι με αναφορά τον περιπτερά; Ο άνθρωπος μου δίνει τα τσιγάρα, παίρνει τα λεφτά και από δω πάν’ οι άλλοι. Με έχει ξεχάσει πριν στρίψω στη γωνία. Κι εγώ κάθομαι και λέω…
    Έχουν νόημα όλα αυτά;
   Κάποιο νόημα θα έχουν. Δεν μπορεί να είναι όλα άνευ νοήματος. Αφού τα σκέφτομαι, αφού κάθομαι και τα λέω. Δεν μπορεί.
   Ξετυλίγω τη ζελατίνα του δεύτερου πακέτου της ημέρας. Τι ωραίο γνώριμο μικρό μαλακό πακετάκι. Θα κάνω δυο τζούρες και θα το πετάξω. Τι είναι δυο τζούρες, ούτε να το νιώσω δεν προλαβαίνω. Ίσα που το γεύομαι. Καπνίζω σαν κλέφτης. Κρύβομαι. Από τον εαυτό μου, από τους άλλους. Ό,τι αγαπώ να κάνω, απαγορεύεται. Όπως και πριν στο σούπερ μάρκετ. Πλησίασα μια κοπέλα, υπάλληλο, να τη ρωτήσω για έναν αφρό ξυρίσματος που έψαχνα. Έχω κόλλημα με αυτό τον αφρό και δεν τον έβρισκα. Μου μίλησε ευγενικά. Ήταν πρόθυμη να με εξυπηρετήσει, όταν όμως έσκυψε προς το μέρος μου, σχηματίστηκε μια γκριμάτσα στο πρόσωπό της. Με είδε κι αυτή που την είδα και τη μάζεψε. Όμως ήταν αργά. Το κακό είχε γίνει. Μου απάντησε και απομακρύνθηκε. Έφυγε με μικρά μαλακά βήματα σαν της γάτας.
    Μύρισε την ανάσα μου. Αυτό ήταν. Πόσο αξιοθρήνητος είναι ένας άντρας του οποίου η ανάσα μυρίζει αλκοόλ ακόμη και στις δέκα το πρωί; Η ανάσα μου μυρίζει βόθρο. Μυρίζει στεκούμενα νερά.    Μυρίζει μούχλα και ξερατά.
    Κανονικά θα έπρεπε να σε λυπούνται, έτσι δεν είναι; Κι όμως, συνήθως απλά σε κοιτούν αποδοκιμαστικά και σε αποφεύγουν, λες και είναι κολλητικό. Αρρώστια μπορεί να είναι, δεν ξέρω, κολλητική πάντως σίγουρα δεν είναι.
    Τι να πω; Δίκιο θα έχουν. Πρωί πρωί, πώς να αντέξει κανείς τη δυσωδία; Τι φταίνε οι άνθρωποι με την τρέλα του καθενός; Στο κάτω κάτω ό,τι ξεφεύγει από την κ α ν ο ν ι κ ό τ η τ α προκαλεί αμηχανία. Κι είναι όλα τόσο γυαλιστερά και τακτοποιημένα και κανονικά στα σούπερ μάρκετ. Οπότε η ανάσα ενός μεσήλικα που μυρίζει ποντίκια είναι σαν προσβολή. Έρχεται από έναν κόσμο σκοτεινό που δεν αρμόζει εκεί μέσα. Είναι σαν αιμόπτυση πάνω σε λινό τραπεζομάντιλο. Αυτό είναι.
    Μετά, μου φάνηκε πως έπεσε το σύνθημα και με κοιτούσαν όλοι. Ανεπιθύμητος. Σαν να μόλυνα τον αέρα. Είπα να σηκωθώ να φύγω. Να τα παρατήσω όλα και να φύγω. Όμως δεν το έκανα. Συνέχισα δίχως να κοιτάζω γύρω μου. Μόνο που ζαλίστηκα λίγο και μου ήρθε μια ανακατωσούρα στο στομάχι. Άνοιξα ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό και το ήπια μονορούφι. Έβαλα το άδειο μπουκάλι στο καλάθι. Εννοείται πως θα το πλήρωνα, η υπάλληλος όμως με κοίταξε και κάτι πήγε να μου πει. Έμειναν οι λέξεις, η επίπληξη μάλλον, να αιωρείται από πάνω μας. Δεν είπε τίποτα, μόνο που μόρφασε πάλι. Εκφραστικό πρόσωπο, σκέφτηκα και πήγα στο ταμείο.
   Βλέπω την Αραχόβης μπροστά μου και είναι σαν να ανασταίνομαι. Επιτέλους φτάνω. Τόση κούραση νιώθω. Κούραση βαριά σαν μολύβι. Και ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι. Η τσέπη μου αναταράζεται πάλι. Η δόνηση είναι πιο επίμονη. Απειλητική.
    Δεν θα σταματήσουν ποτέ. Θα συνεχίσουν μέχρι να πιουν και την τελευταία σταγόνα από το αίμα μου.
   Κοντοστέκομαι. Βγάζω το κινητό και κοιτώ την οθόνη. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες αναπάντητες κλήσεις έχω. Κι όλες από τον ίδιο αριθμό. Τον μη αριθμό. Απόκρυψη. Τι κρύβουν γαμώ το κέρατό μου; Ένα μήνυμα αναβοσβήνει. Πόσες φορές έχει επαναληφθεί το ίδιο; Μηνύματα. Χιλιάδες μηνύματα. Το εξής ένα: «κύριε Λέκκα, ονομάζομαι τάδε. Σας παίρνω εκ μέρους της τράπεζας.   Παρακαλώ να με καλέσετε σε αυτό το νούμερο. Το μήνυμα είναι επείγον. Μην το αμελήσετε».
    Το μήνυμα είναι επείγον.
   Η φωνή απρόσωπη. Αυστηρή. Συνήθως γυναικεία. Όμως καμιά φορά, κατ’εξαίρεση, αντρική. Φωνές νεανικές. Σίγουρες. Ζητάνε. Μου ζητάνε. Μου ζητάνε αυτά που τους οφείλω. Όχι σε αυτούς. Δεν τα οφείλω στις φωνές. Τα οφείλω σε αυτό που αντιπροσωπεύουν οι φωνές. Και με το οποίο ταυτίζονται. Ή νομίζουν πως ταυτίζονται. Ή τους έχουν μάθει να νομίζουν πως ταυτίζονται. Η αλήθεια είναι πως δεν έχουν καμιά σχέση μαζί του. Το υπηρετούν για να πάρουν τα ψίχουλα που τους δίνουν. Τι άλλο να κάνουν; Για να μπορέσουν να ζήσουν. Αυτές. Οι φωνές. Οι καλά εκπαιδευμένες φωνές. Οι φωνές που έχουν μάθει να κατατάσσουν τους ανθρώπους ανάλογα με το μέγεθος του χρέους τους. Οι σίγουρες νεανικές φωνές.
    Πριν από κάνα δυο ώρες είχα μιλήσει με μια γυναικεία φωνή.
    «Κύριε Λέκκα, ονομάζομαι Μαυρίδου και σας παίρνω εκ μέρους της τράπεζας».
   Μικρή παύση.
   «Με ακούτε, κύριε Λέκκα;».
   «Ναι, ναι, σας ακούω».
    Η φωνή είναι διαπεραστική. Μου τρυπάει το τύμπανο.
    «Έχετε μια οφειλή στην τράπεζα. Βρίσκεται σε καθυστέρηση. Θα πρέπει να το τακτοποιήσετε».
    «Θα το τακτοποιήσω».
    «Μπορείτε να μου πείτε πότε ακριβώς θα το τακτοποιήσετε;».
    Έχω ακούσει αυτήν την επιτακτική ερώτηση δεκάδες φορές. Δεν υπάρχει άλλη περίοδος χάριτος.   Όχι πως υπήρξε ποτέ. Κέρδιζα λίγο χρόνο–χρόνος με το σταγονόμετρο- με τη λογική της αναβολής. Ο χρόνος που κερδίζεται με χρήμα. Όχι πάντα. Μερικές φορές δεν κερδίζεται ούτε με αυτό.
    Χρόνος με το σταγονόμετρο.
    «Δεν έχω χρήματα».
    Ορίστε, έγινε η παραδοχή. Τώρα; Τι γίνεται παρακάτω;
    «Αυτό δεν αφορά την τράπεζα, κύριε Λέκκα».
    Η φωνή εξακολουθεί να είναι ευγενική. Δεν έχει χάσει ακόμη την υπομονή της. Είναι θέμα χρόνου.  Θα τη χάσει στο τέλος. Εκτός αν μπορέσω να τη χειριστώ. Τόσες φορές το έχω κάνει. Άλλη μία.
     Να χειριστώ μία γυναικεία φωνή που σε λίγο θα χάσει την υπομονή της.
   «Όταν απευθυνθήκατε στην τράπεζά μας, εκείνη ανταποκρίθηκε αμέσως. Πρέπει να είστε κι εσείς συνεπής για να συνεχιστεί η συνεργασία μας».
    Ιδού η συμβουλή. Δεν θα αργήσει και η απειλή.
    «Δεν είναι ότι δεν θέλω να είμαι συνεπής. Όμως βρίσκομαι σε αδυναμία».
    «Μήπως θα μπορούσατε να δανειστείτε ένα μικρό ποσό για αρχή, για να αποφύγετε τις δυσάρεστες επιπτώσεις;».
    Πώς δεν το είχα σκεφτεί; Νά η λύση.
    «Ξέρετε, δεν είναι εύκολο».
    «Ε, τότε η τράπεζα, θα προβεί σε μέτρα εναντίον σας».
   Απειλή.
    «Η υπόθεσή σας θα φύγει από μένα και θα πάει στο νομικό τμήμα. Με αυτούς θα μιλάτε από δω και μπρος».
    Δεν έχω να πω τίποτα. Δεν θέλω να μιλήσω με κανέναν. Θέλω λίγο χρόνο ακόμα. Μια μικρή παράταση χρόνου. Αυτό θέλω.
    «Αν μπορούσατε να κάνετε λίγη υπομονή. Περιμένω κάποια χρήματα. Μέσα στην εβδομάδα θα έχω το ποσό που…».
    «Κύριε Λέκκα δεν είναι θέμα υπομονής, είναι η πολλοστή φορά που μας λέτε το ίδιο. Η τράπεζά μας έχει δείξει ανοχή, όμως η κατάθεση θα πρέπει να γίνει άμεσα. Το αργότερο αύριο».
    Αύριο. Το αργότερο αύριο.
    Κι αν αύριο είναι αργά;
    Η φωνή σιγεί. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό μοιάζει ακόμη χειρότερο. Είχα αρχίσει να συνηθίζω τη φωνή. Μου λείπει τώρα. Άφησε ένα κενό πίσω της.
    Θέλω λίγο χρόνο και τη φωνή. Μόνο αυτό.
    Δεν αντέχω το κενό που άφησε πίσω της η φωνή. Δεν μπορεί, άνθρωποι είμαστε, ανθρώπινα όντα, θα τα βρούμε μεταξύ μας. Αρκεί να υπάρχει ο χρόνος.
    Ξαναβάζω το κινητό στη θέση του. Περπατώ και το νιώθω να χτυπιέται. Νά το, ξαναγύρισε η φωνή. Όλα μπήκαν ξανά στη θέση τους. Όσο αυτό χτυπιέται κι εγώ δεν το σηκώνω παίρνω αναβολή. Κερδίζω χρόνο. Μπορεί κάτι να γίνει έτσι. Ποτέ δεν ξέρεις. Δεν μπορείς να ξέρεις τι θα φέρει μαζί του το αύριο. Το αργότερο αύριο. Κι αν αύριο είναι αργά; Κι αν δεν υπάρχει καν το αύριο; Τότε; Ποιος θα αποζημιώσει ποιον τότε; Κι αν εγώ δεν είμαι πια εδώ και το τηλέφωνο συνεχίσει να δονείται; Αν συνεχίσει να αναβοσβήνει το μήνυμα στην οθόνη και η ευγενική φωνή που δεν θα είναι πια ευγενική συνεχίσει να ζητάει αυτά που δικαιούται να πάρει; Τι θα μπορούσε άραγε να σταματήσει τη φωνή;
    Συνεχίζω το δρόμο μου.
   Στην Αραχόβης θέλω να περάσω απέναντι. Ακούω πρώτα το θόρυβο. Ένα βουητό που θαρρείς κι έρχεται από τα έγκατα της γης. Ίσα που προλαβαίνω να δω το μηχανάκι. Περνάει από δίπλα μου. Παραλίγο θα περνούσε από πάνω μου. Παρά λίγο. Τρομάζω τόσο που τρέμουν τα πόδια μου. Κάνω πίσω και οι σακούλες φεύγουν από τα χέρια μου. Σκορπίζουν τα πράγματα. Ντρέπομαι, γαμώτο. Μετά την τρομάρα, νιώθω ντροπή. Έτσι όπως σκόρπισαν τα πράγματα, νιώθω γυμνός στη μέση του δρόμου. Ούτε καν κοιτάζω γύρω μου από την ντροπή. Κάνω πως δεν βλέπω για να μη με δουν και μένα. Το κεφάλι σκυφτό, κρεμασμένο από το σβέρκο μου σαν σπασμένο. Επικεντρώνω την προσοχή μου στην άσφαλτο. Το μόνο που ακούω είναι τον οδηγό της μηχανής που βρυχάται. Πρόσεχε ρε παλιόγερε, θα σκοτωθείς. Όχι και γέρος ρε φίλε, θέλω να του πω. Μεσήλικας ναι, αλλά γέρος; Αυτό το παλιόγερος μου στοίχισε πιο πολύ από όλα.
    Μαζεύω τα πράγματα. Τα βάζω όπως όπως στις σακούλες. Ευτυχώς που άντεξαν και δεν σκίστηκαν. Τα πορτοκάλια έχουν κυλήσει από δω κι από κει. Θα τα αφήσω και θα φύγω. Σιγά μην κυνηγάω τα πορτοκάλια. Μη σου πω πως θα τα αφήσω όλα όπως είναι και θα εξαφανιστώ.
    Έρχεται μια κοπέλα.
    «Μήπως θέλετε βοήθεια;» με ρωτάει.
   «Όχι, όχι, σας ευχαριστώ πολύ» της λέω. Νιώθω άβολα. Είμαι πράγματι ένας γέρος. Ένας γελοίος γέρος που στέκεται στο πεζοδρόμιο και κοιτάζει αυτούς που τον κοιτάζουν, ενώ εύχεται να ανοίξει η γη να τον καταπιεί.
    «Είναι όλα μια χαρά, ευχαριστώ».
    Η κοπέλα απομακρύνεται.
   Τη βλέπω να φεύγει και σκέφτομαι τη Δόμνα. Θα έχουν πάνω- κάτω την ίδια ηλικία. Της μοιάζει κιόλας λίγο. Έχουν τα ίδια κυματιστά μαλλιά.
    Παίρνω βαθιά ανάσα και συνεχίζω.
    Ανεβαίνω τη σκάλα της εισόδου με τα πόδια μου βαριά σαν πόδια ελέφαντα. Λίγο ακόμη και θα πέσω κάτω. Στάζω στον ιδρώτα. Θα σκοτωθείς παλιόγερε. Θα πεθάνεις παλιόγερε. Βρωμερέ παλιόγερε.
    Τραβήχτηκα πίσω ενστικτωδώς. Αυτό δεν θα έκανε ο καθένας; Αυτό θα έκανε.
Βάζω το κλειδί στην πόρτα. Μπαίνω στη δροσιά της εισόδου. Ούτε αιρκοντίσιον να είχε. Η ατμόσφαιρα είναι κρύα και υγρή. Καλώ το ασανσέρ. Περιμένω. Είναι στον τέταρτο και κατεβαίνει. Το κόκκινο φωτάκι αναβοσβήνει. Μετράει αντίστροφα τους ορόφους. Μετράει κι ο χρόνος αντίστροφα; Τέταρτος. Τρίτος. Δεύτερος. Πρώτος. Μηδέν. Στο μηδέν ανοίγω την πόρτα και μπαίνω.
    Γιατί έκανα πίσω;
     Να ξεφορτωθώ τις ρημάδες τις σακούλες. Μόνο αυτό θέλω. Τις πετάω σε μια γωνιά και ανασαίνω.   Ακούω ένα κρακ. Κομμάτια γυαλιού που θρυμματίζονται. Έσπασε το μπουκάλι της μπύρας. Σώθηκε πριν, στο δρόμο και έσπασε τώρα, μέσα στο σπίτι. Δεν βαριέσαι. Ποιος νοιάζεται για την μπύρα; Πηγαίνω στην κουζίνα. Ανοίγω το ντουλάπι. Αυτό πάνω από το νεροχύτη. Βγάζω ένα ποτήρι. Έχει ένα λεκέ στο χείλος αλλά δεν με πειράζει. Τίποτα δεν με πειράζει. Παίρνω το μπουκάλι με το ουίσκι. Είναι γεμάτο σχεδόν ως τη μέση. Περίεργο. Πότε άδειασε; Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε το άδειασα, αλλά δεν με νοιάζει κιόλας. Το μόνο που θέλω είναι να αδειάσω και το υπόλοιπο και μάλιστα ει δυνατόν αμέσως. Γεμίζω το ποτήρι κατά τα δύο τρίτα. Συμπληρώνω με παγωμένο νερό. Το πίνω στην υγειά μου.
     Ακούω το κουδούνισμα. Ο ήχος ακούγεται από το μέσα δωμάτιο. Αρχικά νομίζω πως είναι η πόρτα. Όμως όχι. Το τηλέφωνο είναι. Δεν μπορεί να μη μ’αφήνουν ήσυχο ούτε εδώ. Η τσέπη μου αναταράζεται. Φοράω ακόμη το μπουφάν. Παρ’ όλη τη ζέστη και τον ιδρώτα δεν πρόλαβα να το βγάλω. Ή μάλλον το ξέχασα. Ξέχασα την προστατευτική πανοπλία μου. Είμαι ακόμη σε ετοιμότητα. Χωρίς την πανοπλία είμαι γυμνός.
    Η τσέπη μου δονείται λίγο ακόμη και μετά σταματάει. Το κουδούνισμα συνεχίζεται. Δεν ξέρω αν θέλω να το σηκώσω. Ποιον να αντιμετωπίσω και πώς; Με τι δυνάμεις; Προχωρώ και τρεκλίζω. Σαν μεθυσμένος. Αλλά, μα την αλήθεια, δεν είμαι μεθυσμένος. Όχι ακόμα. Όχι σήμερα. Είναι αυτή η κούραση που μου αποδιοργανώνει το περπάτημα. Μαζί με το μυαλό μού γαμάει και το περπάτημα. Κάθομαι στην ψάθινη πολυθρόνα δίπλα στο τραπεζάκι με το τηλέφωνο. Το νούμερο αναβοσβήνει πάνω στην οθόνη. Μου είναι γνωστό. Είμαι βέβαιος πως έχω δει πολλές φορές αυτό τον αριθμό, όμως δεν θυμάμαι ποιανού είναι. Πρέπει κάποτε να καταχωρίσω τα ονόματα στις επαφές. Θα το κάνω κάποτε. Προς το παρόν και μόνο η σκέψη με κουράζει.
     Σηκώνω το ακουστικό.
    Ακούω τη φωνή της.
    «Έλα, μπαμπά, εγώ είμαι. Πώς είσαι σήμερα;»
     Θέλω να κατεβάσω όλο το ποτήρι. Μόνο αυτό θέλω. Η μόνη αληθινή μου επιθυμία είναι αυτή.
    Δεν το κάνω γιατί δεν θέλω να το καταλάβει. Και είναι ικανή να το καταλάβει. Πάντα το καταλαβαίνει. Γιατί όμως να με νοιάζει; Γιατί θέλω ξαφνικά να είμαι αρεστός; Καημένε Χριστόφορε, είσαι ένας καλός και υπάκουος μαθητής. Έλα άφησε το ποτήρι και μίλα στην κορούλα σου όπως αρμόζει σε έναν πατέρα.
    «Καλά είμαι, πώς να είμαι; Όπως συνήθως», της λέω.
    «Σε ακούω λίγο ανήσυχο».
     Ανήσυχο. Με ακούει λίγο ανήσυχο. Έτσι μου είπε.
    Και μετά παύση. Τόσο μεγάλη παύση που νομίζω πως έπεσε η γραμμή. Κενό. Εκκρεμότητα. Η σχέση μας καθορίζεται από τα κενά της. Πάντα έτσι ήταν.
     Θέλω να κλείσω το τηλέφωνο. Δεν θέλω να πω άλλη κουβέντα.
     Γιατί να περιγράψω από το τηλέφωνο αυτό που μου συμβαίνει;
    Ακούω την ανάσα της. Η ανάσα της μου χαϊδεύει το αυτί. Είναι το ίδιο κορίτσι;
    Η ανάμνηση έχει ως εξής: ένα κορίτσι ίσα με δέκα χρονών, με έναν πλούσιο σγουρό θύσανο στο κεφάλι, ποζάρει με φόντο τα χαλάσματα. Φοράει κόκκινο πουλόβερ. Ένα κόκκινο φωτεινό, θρασύ. Κρατάω μια παλιά Nikon. Είναι παλιά και για τότε. Ένα από τα πρώτα μοντέλα που δεν το χρησιμοποιώ πια στη δουλειά. Φωτογραφίζω. Απανωτά και ασταμάτητα. Φωτογραφίζω σαν να πυροβολώ. Το πρόσωπο της Δόμνας είναι όλο ένα χαμόγελο.
    Άραγε θυμάται τίποτα από κείνο το ταξίδι ή είναι σαν να μην έγινε ποτέ;
    Δεν είναι ερώτηση. Μάλλον με διαπίστωση μοιάζει. Ίσως γι’ αυτό μου προκαλεί πόνο.
    Τι περιμένει να της πω;
    «Μπαμπά, δεν θα μπορέσω να περάσω σήμερα».
     Δεν της ζήτησα να περάσει. Ποτέ δεν της το ζήτησα.
    «Δεν σου ζήτησα να περάσεις».
    «Έχω πολλά μαθήματα και θα είναι δύσκολο».
     Δικαιολογείται. Γιατί μπαίνει στον κόπο να δικαιολογηθεί;
    «Θα είσαι εντάξει;».
     Τι θα πει εντάξει;
    «Σου είπα πως είμαι καλά».
    «Αν θελήσεις κάτι πάρε με τηλέφωνο».
   Επιμένει. Και μετά; Μετά πάλι η ίδια αμήχανη παύση. Δεν μιλά μα είναι εκεί, πίσω από το τηλέφωνο, δίπλα στο αυτί μου και περιμένει κάτι να της πω.
    «Πάρε με όποτε θέλεις».
    Δεν θα την πάρω ποτέ. Ποτέ δεν της ζήτησα τίποτα. Ούτε και τώρα θα το κάνω.
    «Εντάξει».
    «Σε φιλώ».
    Χαμηλώνει την ένταση της φωνής σαν να ντρέπεται.
    Κλείνω το τηλέφωνο. Πού να είναι άραγε εκείνο το παλιό μοντέλο της Nikon; Κάπου θα είναι παραχωμένη. Σίγουρα κάπου εδώ μέσα θα είναι. Νιώθω μια τρελή επιθυμία να τη βρω και να την κρατήσω στα χέρια μου. Θέλω να την ανοίξω. Να κινήσω το φωτοφράχτη με τα χέρια μου. Να ακούσω τους ήχους της. Πιο πολύ από όλα μου έχουν λείψει οι ήχοι της. Να τη μυρίσω. Να βρω τα ψήγματα εκείνου του ταξιδιού. Να ξαναβρώ την παλιά ερωμένη. Τη γριά, την πεθαμένη ερωμένη. Ίσως να σώσω κάτι έτσι.
    Θυμάμαι τα τρία πακέτα τσιγάρα που αγόρασα πριν από λίγο. Τα βγάζω από την τσέπη του μπουφάν. Τα αφήνω στην άκρη του τραπεζιού. Να τα κοιτάζω. Να μπορώ να τα βλέπω. Βγάζω και το κινητό. Θα το κλείσω. Δεν θα το αφήσω να μου κουνιέται άλλο. Κάθομαι και αποτελειώνω το ποτό μου.
    Όταν ξυπνάω βλέπω το μπουκάλι με το ουίσκι πεταμένο στο πάτωμα. Άδειο. Το στόμα μου στεγνό και πικρό. Σηκώνομαι και πηγαίνω στο μπάνιο. Κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Αυτά τα γένια που πετάγονται σαν αγκάθια δικά μου είναι; Κι αυτό το πρόσωπο; Κι αυτά τα μακριά και γκρίζα μαλλιά; Τα μαζεύω προς τα πίσω. Τα τραβάω πίσω να μη φαίνονται. Τα εξαφανίζω. Σαν έφηβο κοριτσάκι που κάνει σκέρτσα μπροστά στον καθρέφτη. Προσπαθώ να φανταστώ το κεφάλι μου χωρίς μαλλιά. Βλέπω το γυμνό κρανίο μου. Μια στρογγυλή γυαλιστερή μπάλα. Θα σπάσω τον καθρέφτη. Μια ριπή παγωμένου αέρα. Είμαι παιδάκι και κάποιος κλείνει το φως του δωματίου βυθίζοντάς το στο σκοτάδι. Αυτό το ίδιο σκοτάδι. Έμπηγα τις φωνές και γλίτωνα τότε. Τώρα;
     Να το πάλι το τηλέφωνο. Ντριν ντριν από το μέσα δωμάτιο. Όλα τα κακά νέα από το τηλέφωνο τα μαθαίνω. Απανωτά ντριν και να τη η συμφορά. Το κλείνεις το γαμημένο και είσαι άλλος.
     Αυτή όμως πρέπει να είναι η Δόμνα. Είμαι σχεδόν βέβαιος πως είναι αυτή.
    Προηγουμένως, για μια στιγμή μόνο, είχα σκεφτεί να της ζητήσω δανεικά. Να ζητήσω λεφτά από το παιδί μου. Πώς το σκέφτηκα; Και να πεις ότι δεν ξέρω τις δυσκολίες που περνάει. Κανονικά εγώ θα έπρεπε να τη βοηθήσω. Πάλι καλά που δεν μπορεί να διαβάσει τη σκέψη μου. Κάτι είναι κι αυτό.    Σκέψη που δεν τη μοιράζεσαι είναι σαν να μην έγινε. Έτσι δεν λένε;
    Το τηλέφωνο επιμένει. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να το σηκώσω. Δεν θέλω να επαναληφθεί μια κουβέντα αμήχανη σαν τη μεσημεριανή. Αυτή η αμηχανία μού προκαλεί τόση παραπάνω αμηχανία που θέλω να ξεφωνίσω. Και η επιμονή της με τα τηλεφωνήματα; Οίκτο δεν φανερώνει; Με λυπάται. Αυτό είναι όλο. Δεν βρίσκει χρόνο να με δει. Έτσι δεν είπε; Και λοιπόν; Θα καταλαγιάσει τις τύψεις της τηλεφωνώντας μου; Και γιατί να νιώθει τύψεις; Ποιος τις γαμεί τις τύψεις;
     Δεν θα της κάνω τη χάρη. Δεν θα παίξω το παιχνίδι της. Ένα παιχνίδι ενοχών και μεταμέλειας. Ένα παιχνίδι χαμένο από χέρι.
     Άσ’ τη να βουρλίζεται.
    Όμως πάλι… Δεν ξέρω. Θέλω να την ακούσω. Η επιθυμία μου να την ακούσω είναι μεγαλύτερη από τη δυσαρέσκεια που μου προκαλεί ο τρόπος της. Η παρουσία της είναι συγκαταβατική. Αυτό με πειράζει. Συγκαταβατική παρουσία ή καθολική απουσία; Ιδού το δίλημμα. Κι εγώ καλούμαι να επιλέξω.
     Γιατί όμως να μην είναι δίπλα μου το παιδί μου; Γιατί όλοι αυτοί οι ελιγμοί και οι ευγένειες και οι σιωπές; Τι της έχω κάνει Θεέ μου και αρνείται ακόμη και τώρα να τα βάλει όλα στην άκρη και να είναι εδώ; Αυτό θα ήθελα. Να είναι εδώ. Και, κατά βάθος, νομίζω πως δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία που δεν είναι. Αν περιμένει να της το ζητήσω δεν θα το κάνω ποτέ. Το ξέρει. Με ξέρει. Κι εγώ νομίζω πως την ξέρω. Αυτό με βασανίζει πιο πολύ από όλα. Που είναι τόσο δική μου κι ακόμη δεν το καταλαβαίνει. Και που ίσως να είναι αργά όταν και αν το καταλάβει.
     Το κουδούνισμα επιμένει. Θα το προλάβω;
     Ξαφνικά, τρελαίνομαι στην ιδέα μήπως δεν το προλάβω.
    Κάθομαι στην ίδια ψάθινη πολυθρόνα. Δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Σκύβω και βλέπω ένα κομμάτι ουρανού. Ένα γκρίζο κομμάτι ουρανού. Το κεφάλι μου βαρύ. Σαν να έχω ένα σακί με τσιμέντο πάνω στο σβέρκο μου. Σηκώνω το ακουστικό.
    «Λέγετε;»
    «Έλα, Χριστόφορε, η Βήλμα είμαι».
    Πρώτη σκέψη, να το κλείσω δίχως να πω κουβέντα. Αστραπιαία, περνούν από μπροστά μου σαν σε κινηματογραφική ταινία, μια σειρά αμίλητων, νεκρών χρόνων συμβίωσης. Η φωνή της. Ο άκαμπτος, ευθύς, σίγουρος τόνος της. Ρίγος. Μια ανατριχίλα σαν κακό προαίσθημα. Από το στόμα μου δεν βγαίνει κουβέντα.
     «Η Δόμνα μου είπε πως σε άκουσε ανήσυχο».
     «Ιδέα της είναι».
     «Χριστόφορε, δεν είναι κακό να μου πεις πώς νιώθεις».
     «Νιώθω μια χαρά».
     Σιωπή. Η Βήλμα αναστενάζει. Ένας αναστεναγμός που με διαπερνά.
     «Ξέρω πως αύριο είναι μια ιδιαίτερη μέρα για σένα».
    Εισβάλλει στο σπίτι μου. Μπαίνει απρόσκλητα στην κρεβατοκάμαρά μου. Ανακατεύει τα πράγματά μου. Θέλω να της πω πως το ενδιαφέρον της μου φέρνει ναυτία. Νιώθω στ’ αλήθεια ναυτία. Όχι απλώς ναυτία, θέλω να βγάλω τα σωθικά μου.
     Πάλι η ίδια σκέψη.
    Λεφτά. Να της ζητήσω λεφτά. Να πάρω παράταση. Λίγο χρόνο παραπάνω. Δεν ξέρεις τι μπορεί να φέρει ο χρόνος.
     «Χριστόφορε, είσαι εκεί…».
    Είναι μια ιδιαίτερη μέρα. Για σένα. Είναι μια ιδιαίτερη μέρα για σένα. Το «για σένα» το λέει κάπως; Έτσι μου φαίνεται.
    «Είναι μια μέρα σαν τις άλλες» της λέω.
    «Θέλω να ξέρεις πως αν χρειαστείς κάτι…».
    Την προλαβαίνω. Δεν την αφήνω να συνεχίσει.
    «Σ’ ευχαριστώ, δεν θα χρειαστώ τίποτα».
    «Εγώ και το παιδί…».
    «Σ’ ευχαριστώ. Καλύτερα να το κλείσουμε τώρα γιατί είμαι λίγο κουρασμένος».
    «Εντάξει, Χριστόφορε, ό,τι θελήσεις εδώ είμαι».
    Τι να θελήσω από σένα, θέλω να της πω. Κι αυτό που θέλω σιγά μη μου το δώσεις. Αυτό που κατάφερε είναι να κάνει το στομάχι μου σμπαράλια. Θέλω καθαρό αέρα. Να βγω στο μπαλκόνι να αναπνεύσω. Το δωμάτιο μου φαίνεται μικρό. Μικρό και σκονισμένο. Οι τοίχοι έρχονται καταπάνω μου. Αν δεν βγω από δω οι τοίχοι θα συνθλίψουν το κρανίο μου. Το πάτωμα είναι σαθρό. Όλα στριφογυρίζουν. Αέρα. Θέλω αέρα. Να αναπνεύσω. Να πιω. Αυτό θέλω. Ένα ποτήρι. Ακόμα ένα ποτήρι.
    Πηγαίνω στην κουζίνα κι ανοίγω ένα καινούργιο μπουκάλι. Ένα ολοκαίνουργιο γεμάτο μπουκάλι. Με ωραίο ωχροκίτρινο χρώμα. Με μυρωδιά που σπάει τα ρουθούνια. Η μυρωδιά ξεχύνεται μόλις το ανοίγω. Κατακλύζει το χώρο και τον μεγαλώνει. Του δίνει αέρα. Τον αέρα που χρειάζομαι.
Γεμίζω το ποτήρι. Τρία τέταρτα ουίσκι. Το υπόλοιπο παγωμένο νερό. Το κατεβάζω σχεδόν μονοκοπανιά.
     Ακούω πάλι το κουδούνισμα.
    Αποκλείεται να το σηκώσω αυτή τη φορά. Θα το αφήσω να σκούζει όσο θέλει. Δεν θα το σηκώσω. Τελείωσε.
    Κι αν είναι κάτι επείγον; Αν είναι η Δόμνα και θέλει να μου μιλήσει; Αν είναι από την τράπεζα και χάσω την ευκαιρία να πάρω παράταση;
   Δεν είναι κι εύκολη ιστορία να μην το σηκώσεις. Θέλει κότσια να μη σηκώσεις ένα τηλέφωνο που χτυπάει. Το τηλέφωνο χτυπάει μέσα σε ένα άδειο διαμέρισμα. Είσαι μόνος στο διαμέρισμα και αύριο. Αύριο…
    «Λέγετε;».
    «Καλησπέρα, Πέτρος Θεοδώρου».
    «Καλησπέρα».
    Ανησυχία. Ανησυχία που πλανιέται σαν σκιά από πάνω μου.
   «Συμβαίνει κάτι κύριε Θεοδώρου;».
    Αγωνία.
   «Απολύτως τίποτα δεν συμβαίνει κύριε Λέκκα. Πήρα να σας υπενθυμίσω το αυριανό ραντεβού».
   «Ναι, ναι, γιατρέ, το θυμάμαι, φυσικά και δεν το έχω ξεχάσει».
    Περιμένω κι ακούω την καρδιά μου να χτυπά. Χτυπά σαν να ουρλιάζει. Ο άλλος δεν μπορεί να την ακούσει. Έτσι δεν είναι; Όπως οι σκέψεις έτσι και οι καρδιές: δεν τις ακούει κανείς.
    Θα ήθελα να μπορώ να δω το πρόσωπό του. Να μεταφράσω το ύφος του. Αδιάφορο; Ανήσυχο; Καθησυχαστικό; Η απάντηση για όλα κρύβεται μέσα σε αυτό το ύφος.
    Χρόνο. Θέλω λίγο χρόνο ακόμα.
    «Είναι η πρώτη θεραπεία και θα πρέπει να είμαστε λίγο ακριβείς στην ώρα. Εννιά ακριβώς, έτσι;».
    «Ναι γιατρέ, εννιά ακριβώς».
  Αβεβαιότητα. Απαντώ με την ίδια αβεβαιότητα που απαντάει ο αδιάβαστος μαθητής στον παντογνώστη δάσκαλο.
    «Άντε, τα λέμε αύριο, Χριστόφορε. Γεια σου τώρα».
    Πώς με αποκάλεσε; Γεια σου Χριστόφορε. Έτσι είπε. Ποτέ ξανά δεν με έχει πει με το όνομά μου.   Ούτε στον ενικό μου έχει μιλήσει ξανά. Εντάξει. Αυτό είναι. Κατάλαβα. Κανένα ύφος δεν χρειάζεται να μεταφράσω. Η απάντηση για όλα βρίσκεται μέσα σε αυτή την οικειότητα.
***
*
Διήγημα από τελευταίο βιβλίο της
Ευγενίας Μπογιάνου «Κλειστή πόρτα«
από τις εκδόσεις Πόλις
*
Copyright © Ευγενία Μπογιάννου
photo© Jasanský/Polák 1994/96
You might also like:

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Εποχή μου είναι η ποίηση

Εκδόσεις Γαβριηλίδη




Περιγραφή 

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη, στην τρίτη της ποιητική 
συλλογή, αναλαμβάνει να υπερασπιστεί 
την ποίηση «στους χαλεπούς καιρούς». 
Με ασπίδα τη δύναμη των λέξεων και με δόρυ 
τα εκφραστικά μέσα της εποχής και τον 
εσωτερικό κόσμο που αναταράσσεται από 
την αντιποιητικότητα, η ποιήτρια αντιστέκεται 
διατηρώντας πάντοτε την απορία του ποιητή, 

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Ξηρογιάννη, Εποχή μου είναι η ποίηση»

Λεία Βιτάλη, Η κοιλιά της μεταφράστριας (απόσπασμα)

Το δωμάτιο μύριζε σάπιο. Σαν αίμα που έχει μείνει καιρό σ’ ανοιχτή πληγή, δεν λέει να κλείσει. Το βοη­θούσε και η υγρασία του χώρου, ήταν υπόγειο. Όχι πολλά, έξι-εφτά σκαλιά αλλά έφταναν. Κοίταξα γύρω για παράθυρο, το μάτι μου σκόνταψε σ’ ένα ξύλινο χώρισμα με ύφασμα. Ερχόταν ελάχιστο φως. Το πα­ράθυρο θα ‘ταν απ’ την άλλη μεριά του χωρίσματος, σκέφτηκα. Έλειπε το οξυγόνο από κει μέσα. Περισσό­τερο ήταν η ψυχική μου αναστάτωση που δεν βοηθού­σε. Στριμώχτηκα στη μικρή ψάθινη πολυθρόνα με το ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι, άλλοτε θα ‘ταν πορτοκαλί. Το καφέ του δεν έδειχνε να ‘ναι χρώμα. Ρίγησα με τη σκέψη που τινάχτηκε ξαφνικά στο μυαλό μου. Αίμα; Πάει πολύ. Τίποτα ωστόσο δεν είναι πιο υπερβολικό από την πραγματικότητα.

  Το ‘ξερα από παλιά. Το πιο ευαίσθητο κομμάτι του σώματος μου ήταν τα έντερα. Όταν κάτι πήγαινε στραβά και είχα αγωνία με συντρόφευαν. Άκουγα το γουργουρητό τους και ανησυχούσα πιο πολύ. Ήθελα να πάω στην τουαλέτα ν’ αδειάσω το περιεχόμενο τους αλλά δεν γινόταν τίποτα. Ήξερα και από άλλες φορές. Ύστερα ήρθε ο πόνος. Σουβλιά. Ένιωσα τον ιδρώτα να ποτίζει το μέτωπο. Γλίστρησε στη μύτη μου. Έσφιξα τα χέρια. Έπρεπε να κάνω υπομονή. Τράβηξα την μπλε ποδιά μου και σκούπισα τα χέρια μου πάνω της. Υγροί λεκέδες. Τον άκουσα να μιλά ψιθυριστά στο άλλο δωμάτιο. Πίσω από το πρόχειρο χώρισμα. Σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Σε λίγο θα ‘ταν πολύ αργά. Η σειρά μου πλησίαζε. Άκουσα τα δόντια μου να χτυπάνε. Η πόρτα στο χώρισμα άνοιξε και έκανε όλη την κατασκευή να κλυδωνιστεί επικίνδυ­να. Πήρα βαθιά ανάσα, μου ξέφυγε σαν στεναγμός. Ο χώρος πλημμύρισε έντονη μυρωδιά αντισηπτικού και φάρμακου. Λίγο ακόμη και θ’ αναποδογύριζα το στο­μάχι μου προς τα έξω. Η Φ. το κατάλαβε. Ένιωσα το χέρι της να σφίγγει δυνατά το δικό μου. Την κοίταξα. Το βλέμμα μου κρεμάστηκε πάνω της. Έπλεα μέσα σ’ αυτό. Ήταν ήρεμη. Τα μάτια μελιά. Σχεδόν μου χαμο­γελούσε. Ήξερε απ’ αυτά. Είχε υποταχθεί. Δέκα λε­πτά, το πολύ ένα τέταρτο και έξω απ’ την πόρτα. Ό­μως για μένα ήταν η πρώτη φορά. Κράτησα με το άλλο χέρι την κοιλιά μου, την ένιωθα να σκίζεται από την αγωνία. Μου αποκρίθηκε σφιχτή, τσιτωμένη, γονιμο­ποιημένη.
   Ο γιατρός με πλησίασε αργά τρίβοντας τα χέρια του. Μύριζε ολόκληρος πράσινο οινόπνευμα. Δεν ή­θελα να δει την ταραχή μου. Μπορεί να φοβόταν και να μ’ έδιωχνε. Έδειξε ένα χαρτί να υπογράψω. Το κουνούσε μπροστά στα μάτια μου. Δεν καταλάβαινα. Τι διάολο σήμαινε αυτό; Η Φ. προθυμοποιήθηκε να το ελέγξει. Πήγανε οι δυο τους παραπέρα. Εγώ κρατιό­μουν όρθια από ένα ξεφλουδισμένο κάγκελο κατά μή­κος του τοίχου. Άκουσα το γιατρό να θυμώνει και μ’ έσφιξε πάλι η αγωνία. Η Φ. ψαχούλευε στην τσάντα της. Ύστερα θυμήθηκε. Της είχα δώσει τα λεφτά σε φακελάκι και τα ‘χε βάλει στην τσέπη της. Χαμογέλα­σε. Ήξερα ότι αν μπορούσε θα τον είχε κιόλας δαγκώ­σει.
Ο γιατρός τα τσέπωσε και τη χτύπησε στην πλάτη φιλικά, να μην ανησυχεί για τη φίλη της. Ύστερα γύ­ρισε προς εμένα. Το βλέμμα του με κοκάλωσε όρθια στον τοίχο. Το κεφάλι μου σουρνότανε στην γκριζό-λευκη λαδομπογιά. Μ’ έσπρωχνε. Τα δόντια του κίτρι­να και μαυρισμένα στις άκρες. Αραιά. Καλύτερα να μη χαμογελούσε.
   Ακούγαμε και οι δυο τους θορύβους της κοιλιάς μου. Σχεδόν ντράπηκα. Η μυρωδιά του φαρμάκου γι­νόταν όλο και πιο έντονη. Με ζάλιζε. Ο γιατρός μ’ έσπρωξε στο άνοιγμα του χωρίσματος. Το βλέμμα μου στην άσπρη σχεδόν γκρίζα ποδιά του. Στο μανίκι στα­γόνες αίμα. Δεν είχα ωστόσο περιθώριο εκλογής. Χτυ­πούσε κιόλας το κουδούνι. Ερχόταν η επόμενη. Μια γριά με μαύρο τσεμπέρι και γκρίζα ρόμπα ξεπήδησε πίσω από κάτι κρεβάτια. Κρατούσε σφουγγαρόπανο, έσταζε ακόμη. Πέρασε από μπροστά μου σαν αστραπή και βγήκε ν’ ανοίξει. Δεν τολμούσα να κοιτάξω. Εκεί, στη γωνία δεξιά, κάτω απ’ το παράθυρο που έβλεπε το τζαμωτό του σε αυλή, ήταν τρία κρεβάτια. Στα δύο ξαπλωμένες – κίτρινες μέχρι λευκές – αναίσθητες κο­πέλες. Η μια βογκούσε. Ελαφριά. Σαν να ‘βλεπε ε­φιάλτη. Το βλέμμα μου έψαξε το βλέμμα του γιατρού. «Ξυπνάει» ψιθύρισε μ’ επαγγελματική σιγουριά. Του­λάχιστον δεν πεθαίνει σκέφτηκα. Ύστερα είδα το ά­δειο κρεβάτι δίπλα τους. Δεν ήθελε πολύ να καταλά­βω. Περίμενε εμένα. «Μη χασομεράμε παιδί μου.» Εί­χε δίκιο. Δεν είχε νόημα να το τραβάμε. Έμοιαζαν όλα τόσο απλά άλλωστε. Και ήταν. Λίγο πριν έρθω.
   Ο γιατρός μ’ έσπρωξε προς το χειρουργικό κρεβάτι. «Την κιλότα σου» είπε. Κι άρχισε να σκουπίζει με οινό­πνευμα μια σύριγγα. Το κεφάλι μου χτυπούσε. Ένιωθα μεθυσμένη. Άφησα την κιλότα μου στο μικρό σκαμνί μαζί με τις άλλες. Ο γιατρός μου ‘κανε νόημα ν’ ανέβω στο τραπέζι του χειρουργείου. Τα βήματα μου δεν ήταν και τόσο σταθερά. Κλυδωνιζόμουν αλλά προσπαθού­σα. Σκόνταψα ωστόσο πριν ανέβω σε κάτι σκληρό δί­πλα στο χειρουργικό τραπέζι. «Πρόσεχε παιδί μου.» Είχε έναν τρόπο ήρεμο. Ήξερε αυτός. Κοίταξα κάτω. Ακόμη το αντικείμενο τραμπαλιζόταν. Ήταν κόκκινο, σχεδόν καφετί. Υγρό με κομμάτια πηχτά που τρεμόπαι­ζαν εντός του. Σ’ έναν τσίγκινο κουβά με σκουριασμέ­νες άκρες. Δίπλα στα πόδια του τραπεζιού. Και μύριζε σάπιο.
   Ένιωσα πως ήθελα να κλάψω. Είχε μαζευτεί πολύ σφίξιμο τις τελευταίες μέρες μετά την απόφαση. Δεν μπορούσα φυσικά να το κρατήσω. Ήταν όλα πολύ διάχυτα. Το ‘χαμε συμφωνήσει από κοινού. Ήταν εντελώς ξαφνικό. Πολύ πρόωρο. Δεν υπήρχε η δυνατότητα. Εκείνος με είχε κοιτάξει απεγνωσμένα. Η μάνα μου είχε κρύψει με τη σειρά της το πρόσωπο της στις παλάμες. Θα ‘κανα παιδί στην ώρα μου, να μη βιαζόμουν. Μικρό κορίτσι, ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πως είχα σχέσεις. Πού τα ‘μαθα αυτά; Χάλασε ο κόσμος. Εκείνη έπρεπε πρώτα να παντρευτεί, που να μην έσωνε, κι έκανε εμένα για να τη βασανίσω. Έχει αγωνίες ένα παιδί. Εκείνη ποτέ δεν είχε μιλήσει έτσι με τη μάνα της. Τι να ‘λεγε άλλωστε; Τόσα παιδιά. Εκείνη το τελευταίο. Μια ζωή τελευταία. Έτσι την πέρασε. Έλπιζε πως με το δικό της παιδί θα ‘ταν αλλιώς. Δεν είχε άλλωστε και κανένα άλλο. Όλη της η ζωή εγώ. Και η ανταπόδοση; Σκατά. Μια ωραία μέρα της λέω: γκαστρώθηκα.
   Είχα πιστέψει πως έπρεπε να της το πω. Φυσικά αμέσως μετά το είχα μετανιώσει. Δεν υπήρχε κανείς ωστόσο που να μπορούσε να μου βρει ένα γιατρό. «Δεν γίνεται να σε στείλω στον δικό μου» είχε πει. Χωρίς να μου εξηγήσει καταλάβαινα. Η ξαδέλφη μου της σύστησε κάποιον. Έκανε χρόνια αυτές τις δου­λειές. Σε κάτι στενά του Πειραιά. Στην Κοκκινιά. Σί­γουρος. Λίγα λεφτά. Σημασία έχει να κάνει καλά τη δουλειά του, είχε πει η μάνα μου. Εγώ επέζησα της είχε απαντήσει η ξαδέλφη μου, δέκα χρόνια πιο μεγά­λη από μένα. Ο δικός μου κι εγώ μοιραστήκαμε τα λεφτά. Τα γαμήσια και ο έρωτας – κομματιασμένα έμ­βρυα μπροστά μου. Δεν ήξερα αν αυτό που ανακάτευε το στομάχι μου ήταν μια σιχασιά ή αγωνία ή μια απε­ριόριστη θλίψη. Ίσως όμως να ‘ταν και το ξάφνιασμα απ’ την αποκάλυψη της πορείας μου. Η πεπατημένη. Πάντα είχα την ψευδαίσθηση πως ζούσα συγκλονιστι­κές ιδιαίτερες καταστάσεις. Εγώ, άτομο ξεχωριστό απ’ άλλα. Προσωπική μοίρα. Δυνατότητα επιλογής. Σκα­τά. Ήμουν κιόλας στο κανάλι. Με το κεφάλι χωμένο βαθιά στα περιττώματα. Ανέπνεα ήδη την αποσύνθε­ση.
   Ο γιατρός είπε στη γριά ν’ αδειάσει τον κουβά. Είχε ξεχειλίσει απ’ το πρωί. Τον σήκωσαν κι έσταζε. Μαύ­ρο αίμα στο δάπεδο. Δεν ήθελα να δω άλλο. Έκλεισα τα μάτια. Το λάστιχο έσφιξε δυνατά το αριστερό μου μπράτσο. Το δάχτυλο του γιατρού πίεσε τη φλέβα. Ένιωσα το τσίμπημα της βελόνας. Το ξένο σώμα εισχώρησε μέσα μου. Η φωνή του γιατρού αντήχησε κιόλας μακρινή στ’ αυτιά μου. «Πώς σε λένε;» Ίσα ίσα πρό­λαβα να ψιθυρίσω Μαρία. Το μούδιασμα άρχισε από τα πόδια κι ανέβαινε πάνω. Έμοιαζα να ‘μαι μονάχα η μισή. Η κοιλιά μου πέταξε στην ανυπαρξία. Το μυα­λό ακόμη εντούτοις σε λειτουργία. Είχε μια γλύκα αυ­τή η φυγή. Κατάλαβα το χέρι του γιατρού, ξεκούμπω­νε την ποδιά μου μέχρι πάνω. Έπρεπε να την είχα βγάλει. Αν τη γέμιζε αίματα πως θα πήγαινα αύριο σχολείο. Δεν είχα τη δύναμη να το πω. Η νάρκωση ανέβαινε. «Πώς σε λένε;» Το χέρι του ζουλούσε τα στήθια μου. Ακόμη ένιωθα κάτι απ’ ό,τι γινόταν. Έ­τριβε τις ρώγες με μανία. Η νάρκωση ανέβαινε. Οι ήχοι ακούγονταν θολοί, μακρινοί, σαν απ’ το βάθος ενός άπατου πηγαδιού. Μπερδευόμουν προσπαθώντας να καταλάβω. Κι έφευγα. Ίσως έτσι να ‘ταν ο θάνατος. Μια μικρή κραυγή. Να ‘ταν του γιατρού; Μια ανάσα βαριά στ’ αυτί μου. Επιτέλους ο εγκέφα­λος μου βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να πονάνε έτσι όρθια και τεντωμένα. Πόσες ώρες καθόμουν μπροστά στο παράθυρο να κοιτάζω τη λασπουριά των δρόμων; Η μνήμη ποτέ δεν λησμονεί. Έπιασα την κοιλιά μου γυρεύοντας απάντηση. Μ’ αποκρίθηκε ζωντανή, τσιτωμένη, τεράστια. Κινήθηκα αργά προς το μικρό γραφείο του καθιστικού. Εκεί κλειδωμένο ένα κομμάτι του εαυτού μου. Έψαξα με χέρια που έτρεμαν. Και νάτος. Ο κίτρινος φάκελος. Με τις εξετάσεις. Είχαν ημερομη­νία πριν τρία χρόνια. Τέτοια εποχή. Φλεβάρης ήταν και τότε θυμάμαι. Το ‘λεγαν καθαρά. Δεν μπορούσα να συλλάβω πια. Το λευκό υγρό δεν είχε περάσει τις σάλπιγγες. Με πονούσε άδικα. Έμενε πίσω. Τα όργα­να είχαν σφαλίσει για τα καλά. Ατέλειωτες συμφύσεις από μολύνσεις. Ο γυναικολόγος με είχε κοιτάξει ερω­τηματικά. Παραδέχτηκα όλες τις μαλακίες που είχαν συμβεί εκεί κάτω μου. Μίλησα για τρεις εκτρώσεις, ήταν πέντε. Στον ίδιο γιατρό. Ήμουν δεκάξι την πρώ­τη φορά. Ένα κομμάτι κρέας που ‘σταζε στο χειρουρ­γείο την ψυχή του. Φοβόμουν πως θ’ αδειάσω. Μετά από χρόνια έμαθα ότι ο γιατρός πέθανε. Την τελευ­ταία φορά κόντεψα να πεθάνω κι εγώ. Τόσα αντιβιο­τικά δεν θυμάμαι να είχα πάρει ούτε με την αμυγδαλίτιδα και τις άλλες αρρώστιες μου μαζί. Ήταν η χαρι­στική. Έτρεμε το χέρι του πολύ όταν βύθιζε την ένε­ση. Σχεδόν δεν είχε ζητήσει καν τα λεφτά προκαταβο­λικά. Του τα ‘χα δώσει από συνήθεια, τα πήρε αφηρη­μένος. Καταλάβαινα πως δεν ένιωθε καλά, τον είχα πιέσει. Η γριά είχε πάει στο χωριό της. Το χειρουρ­γείο άδειο. Δεν δούλευε πια. Μόνο κάτι παλιές γνω­στές. Για χάρη πιο πολύ. Έκτακτες περιπτώσεις. Ο γιος του σπούδαζε γιατρός στο Λονδίνο. Αν προλά­βαινε θα του άνοιγε ο ίδιος το ιατρείο κάπου στο Κο­λωνάκι. Ούτε συζήτηση για την Κοκκινιά. Φυσικά γυ­ναικολόγος. Έπαψα να τον ακούω. Η νάρκωση κου­κούλωσε ξανά τις αισθήσεις. Φεύγοντας ταλαιπωρή­θηκα πολύ να βρω ταξί. Βγαίνοντας, στο γκρίζο κάθι­σμα είδα μια μεγάλη κόκκινη κηλίδα. Έκλεισα την πόρτα γρήγορα μη δει ο ταξιτζής. Η αιμορραγία δεν σταμάτησε παρά δεκαπέντε μέρες μετά. Στο μεταξύ ο χασάπης μου είχε πεθάνει. Δεν πρόλαβε να μου συ­στήσει αντιβιοτικά. Τα πήρα μόνη μου από το φαρμα­κείο.
   Ο γυναικολόγος κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του και συμπλήρωσε κάποιες ακόμη παρατηρήσεις στα χαρτιά. Ίσως κάτι μπορούσε να γίνει με εγχείρηση στο εξωτερικό, αλλά και αυτό με πιθανότητες επιτυχίας κάτω από 40%. Η περίπτωση μου ήταν πολύ άσχημη. Τα γεννητικά μου όργανα είχαν γίνει αδιαπέραστα. Σαν να τα ‘χανε χτίσει με μπετόν. Τελεία και παύλα.
Άναψα το φως, είχε σκοτεινιάσει πια. Η βροχή εξακολουθούσε να σημαδεύει το λασπωμένο δρόμο. Επτά και μισή. Το ρολόι είχε ξανά σταματήσει. Φθαρμένη μηχανή, δούλευε πότε πότε σαν από θαύμα. Το είχα κι εγώ ταλαιπωρήσει πολύ με μικροεπισκευές, τις αναλάμβανα προσωπικά. Είχα πάθος με τα ρολόγια. Πολλά παλιά ρολόγια ένα γύρω. Δεν δούλευαν. Χρό­νος σταματημένος. Τ’ αγαπούσα πιο πολύ. Όταν έκα­ναν ακόμη ένα γύρο. Κι ύστερα πέθαιναν. Κι εγώ πάλι τ’ ανάσταινα. Για δυο τρεις μέρες, ή για πέντε ακόμη λεπτά.
   Πονούσα πάλι – κάθισα στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο. Τύλιξα προσεκτικά τις εξετάσεις, τις έκρυψα στο φάκελο, το συρτάρι κατάπιε ξανά την πληγωμένη φύση μου. Αργότερα είχα αποφασίσει να υιοθετήσω παιδί. Η δικαιολογία της ύπαρξης με ροκάνιζε. Κάτι έπρεπε να κάνω κι εγώ στη ζωή μου. Σχεδόν είχα αρ­χίσει να νιώθω διαλυμένη σαν σκόνη. Αναστήθηκα με την ιδέα. Το να αποκτήσεις ένα παιδί είναι αυτοσκο­πός. Δεν ρισκάρεις. Δεν ψάχνεις. Δεν αναλώνεσαι. Τ’ αφήνεις κι έρχεται. Κυλάς μαζί του. Κέρδισες. Δεν σου ζητάει κανείς τίποτ’ άλλο. Είναι ο υπέρτατος σκο­πός. Κλείνεις τα μάτια ευτυχισμένη. Έκανα το καθή­κον μου. Ωστόσο κάποιο λάθος θα έχει γίνει και το θηρίο εξακολουθεί να δαγκώνει παρ’ όλ’ αυτά.
   Σε λίγο ο μικρός Παναγιώτης θα τρέχει πάνω στο παλιό χαλί αυτής της κάμαρας. Κλείνω τα μάτια. Χα­μογελώ . Το ρολόι δουλεύει ξανά. Γίνονται θαύματα. Κρατώ την κοιλιά μου. Ποιος θα το πίστευε; Εγώ η Μαρία που κάνω θαύματα με τα ρολόγια έκανα ένα και στον εαυτό μου. Όσο πιο πολύ το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ βεβαιωνόμουν πως εκεί κάτω στη μεγά­λη μου κοιλιά αναπτυσσόταν ο μικρός Παναγιώτης. Το τρίχρονο μυωπικό παιδί που το βρεφοκομείο απο­φάσισε να ξεφορτωθεί. Δεν τολμούσα βέβαια ακόμη να μιλήσω σε κανένα για όλα αυτά. Ιδιαίτερα στον Λύσιο. Θα ‘ταν ικανός να με βγάλει τρελή και θα του το χρωστούσα και χάρη. Έτσι έκανε πάντα όταν δια­φωνούσε σε κάτι. Η κοιλιά μου όμως ήταν προσωπικό μου θέμα και απαιτούσε ιδιωτικό χειρισμό. Ακόμα, ευτυχώς, μπορούσα να τα κρατώ μυστικά όλα αυτά. Μ’ ευχαριστούσε τόσο πολύ που είχα επιτέλους ιδιω­τική ζωή. Έπαιρνα στα μάτια μου άλλη αξία. Χώρια που η ιδιωτική μου αυτή ζωή θα έφερνε στον κόσμο ένα παιδί. Δεν θα ‘μουν πια η οποιαδήποτε Μαρία. Αλλά η μητέρα του Παναγιώτη. Όπως η δική μου. Δεν ήταν απλά η Ελένη. Ήταν η μητέρα της Μαρίας. Διαπερνούσε το χρόνο μ’ αυτό. Γινόταν αθάνατη. Άφηνε πίσω της έργο. Άξιζε που είχε υπάρξει στη ζωή.
   Η ζαλάδα ήταν έντονη αυτή τη φορά. Δεν πρόλαβα να κρατηθώ. Ένιωσα να πέφτω. Νομίζω άκουσα μια μικρή κραυγή. Ήταν δική μου.
   Τον είδα να ‘ρχεται κατά πάνω μου. Λασπωμένα παπούτσια πάνω στο χαλί. Ανέπνεα βρεγμένο χώμα. Ένιωσα έναν πόνο βαρύ στην κοιλιά μου. Την βρήκα σφηνωμένη ανάμεσα στον καναπέ και το τραπεζάκι μπροστά του. Τραβήχτηκα. Ο Λύσιος με βοήθησε να σηκωθώ. Καθίσαμε δίπλα δίπλα στον καναπέ. Με κοί­ταξε σχεδόν τρομαγμένος. Στα ρούχα του στέγνωνε η βροχή. Μ’ έπαιρνε στο τηλέφωνο όλη μέρα. Δεν ήμουν ούτε στο γραφείο. Ανησυχούσε. Τον κοίταξα έκπλη­κτη. Είχα από καιρό την εντύπωση πως για ‘κείνον δεν σήμαινα πολλά. «Κάνεις λάθος», με φίλησε. Η κοιλιά μου εμπόδιζε την απόλυτη επαφή.
   Φορούσα ακόμη το παλτό. Ο Λύσιος πέρασε το χέρι του από μέσα ψάχνοντας την κοιλιά μου. Την άγγιξε. Έμεινα ακίνητη. Περισσότερο το μάντευα παρά το αισθανόμουν. Την πασπάτευε. Άνοιξε το παλτό μου. Το χέρι του τριγύριζε ακολουθώντας το σχήμα της. Την έπιασε και με τα δύο. Δεν ήταν εύκολο να τη ζουλήξει. Μου ξέφυγε φωνή. Είχα πονέσει. Την ψαχούλε­ψε καλά και ύστερα σταμάτησε. Έμεινε για λίγο σκε­πτικός και ύστερα με κοίταξε. Δεν προσπάθησα να τον βγάλω από τη δύσκολη θέση. Καλύτερα να γευτεί όλο το μεγαλείο του θαύματος σκέφτηκα, αφού έτσι κι αλ­λιώς το ανακάλυψε. Περίμενα. Και η ερώτηση ήρθε. Όχι δεν είναι φούσκωμα. Ναι είμαι γκαστρωμένη. Φυσικά και το ξέρω αφού έχω κοντά τρεις μήνες καθυ­στέρηση. Το τσεκάρισα σήμερα.
   Ο Λύσιος αποτραβήχτηκε, άναψε τσιγάρο. Τον έ­νιωθα να γίνεται μακρινός. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια κοντά. Καθένας βουτηγμένος στον εαυτό του. Προχω­ράμε παράλληλα. Δίπλα. Πάντα ωστόσο μια απόστα­ση. Τόση που να μην καίγεσαι στην ίδια τη φωτιά. Να μη σε ταράζει η ίδια τρεμούλα. Ό,τι ζητάει ο ένας απ’ τον άλλον το προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του. Είναι η ψευδαίσθηση της σχέσης. Ο Λύσιος δεν είχε ζητήσει ποτέ τίποτ’ από μένα. Ο καθένας ήξερε το ρόλο που έπρεπε να παίζει για τον άλλο. Το δεχόταν αδιαμαρ­τύρητα. Μας είχαν πει πως αυτά είναι δοσμένα απ’ τη φύση. Πάει και τέλειωσε. Νομίζαμε πως αγαπιόμα­σταν. Δεν είχαμε ανακαλύψει ακόμη την μπλόφα. Η παγίδα μάς είχε γραπώσει και τους δυο. Ο ένας νόμιζε πως ο φταίχτης ήταν ο άλλος. Ο ένας γαμούσε για να τιμωρήσει. Ο άλλος γαμιόταν για να εξιλεωθεί. Ο Λύ­σιος όμως σήμερα μυρίζεται έναν κίνδυνο μεγαλύτερο από ποτέ. Με κοιτάζει σαν να τον έχω κιόλας κοροϊδέ­ψει. Νιώθω μια απειλή να πλησιάζει. Δεν μιλά. Βγά­ζει το παλιό του μοντγκόμερι και τινάζει τις ελάχιστες σταγόνες βροχής που δεν έχουν ακόμα στεγνώσει. Κά­νει κρύο εδώ μέσα χωρίς καλοριφέρ. Ακόμη δεν έφε­ραν πετρέλαιο. Μίλησε στη διαχειρίστρια, την είδε στο ασανσέρ. Αύριο της υποσχέθηκε το βενζινάδικο πως θα μας στείλει. Ξέρω η Τοτάλ εδώ δίπλα. Ναι. Πάντως το κρύο κάνει καλό. Σκοτώνει τα μικρόβια. Άσχετες συζητήσεις για ν’ αποφύγουμε την ουσία. Πάντα μιλάγαμε πολύ. Και για όλα. Έλεγε ο καθένας τα δικά του. Από το ένα θέμα στο άλλο. Δεν είχε ση­μασία αν μιλούσαμε και οι δύο για το ίδιο. Αν συμφω­νούσαμε ή διαφωνούσαμε. Αν άκουγε καν ο ένας τον άλλον. Απλά θέλαμε να νιώθουμε μια ακόμη παρου­σία πέρα απ’ τη δική του ο καθένας σ’ αυτό το δωμά­τιο. Νιώθαμε τότε πως είχαμε μια δικαιολογία της ύπαρξης μας. Ακόμη και η απειλή σου έδινε τη διαβεβαίωση πως υπάρχεις. Πίστευα πως έτσι ήταν και για τους δυο μας. Αργότερα κατάλαβα πως ο Λύσιος στήριζε πολύ περισσότερο την ισορροπία του σε μένα απ’ ότι εγώ σ’ αυτόν. Άλλωστε ίσως να μην είχα στηριχθεί στ’ αλήθεια ποτέ εγώ πάνω του. Να ήταν έμμεσα το στήριγμα μου, μέχρι που αποφάσισα να πάω στο ίδρυ­μα. Και τώρα με το θαύμα της κοιλιάς μου νιώθαμε και οι δυο πως κάτι θ’ άλλαζε την ήδη υπάρχουσα ισορροπία ανάμεσα μας.
   Τον ένιωθα ταραγμένο. Όσο περνούσε η ώρα πιο πολύ. Ζήτησε ένα ποτό. Το κονιάκ βόλευε πιο καλά με τέτοιο κρύο. Η μικρή ηλεκτρική σόμπα περισσότερο φώτιζε παρά ζέσταινε το χώρο. Ήπια και γω μαζί του. Τον ρώτησα για φαγητό. Δεν είχε φάει αλλά δεν ένιωθε και πείνα. Το ίδιο κι εγώ. Αργότερα σκέφτηκα το μωρό στην κοιλιά μου. Δεν θα ‘πρεπε να μένω νη­στική. Το έμβρυο θα ‘τρωγε τότε απ’ τις σάρκες μου. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που γκαστρωμένες γυ­ναίκες έχαναν τα δόντια τους ή τα μαλλιά τους. Σκέ­φτηκα να βράσω δύο αυγά και τα φάγαμε με λίγες φρυγανιές και τυρί. Προγραμμάτισα μάλιστα το βρά­δυ πριν πέσω να πιω κι ένα ποτήρι γάλα. Δεν θα ‘κανα άσχημα αν το εφάρμοζα κάθε μέρα αυτό. Το γάλα έχει ασβέστιο και χρειάζεται για τα κόκαλα του παι­διού, είχα ακούσει σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή.
Άναβε το τρίτο τσιγάρο μετά το αυγό. Βάλαμε κι άλλο κονιάκ. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από συναι­σθήματα. Με ρώτησε τι είχα σκοπό να κάνω. Κούνησα τους ώμους. Το ‘βλεπα απλά σαν ένα καθημερινό γε­γονός και τίποτ’ άλλο, είπα ψέματα. Δεν θ’ άλλαζε σε τίποτα τη ζωή μας. Ήπιε μια γουλιά κονιάκ χωρίς να μιλήσει. Δεν πίστευε κουβέντα. Ξέραμε ο ένας τον άλ­λο πια, από συνήθεια. Έσβησε το τσιγάρο του με μι­κρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Αυτό το έκανε ό­ταν ήταν αναστατωμένος πολύ. Κανείς μας δεν διέκο­πτε τη σιωπή. Είχε σφηνώσει ανάμεσα μας. Κάτι σαν πάλη, ποιος θα φανεί πιο ψύχραιμος στον πανικό του άλλου.
   Ο Λύσιος σηκώθηκε. Ήταν πια εννέα. Ήθελε να προλάβει τα νέα στην ΕΡΤ. Μια ωραία δικαιολογία να κοπάσει η ένταση ανάμεσα μας. Περισσότερο τον ενδιέφερε ο καιρός, είπε. Αύριο είχε πολλές διαδρομές να καλύψει με το αυτοκίνητο. Το καθίκι ο Παπαδάκης θα διάλεγε πάλι αυτόν να βγάλει το φίδι απ’ την τρύ­πα με τέτοιο καιρό. Γεννήθηκε το θέμα της σόμπας αυτομάτως. Ποιος θα την κρατούσε απ’ τους δύο. Με­ταφέρθηκα λοιπόν και γω στον καναπέ μαζί του και δίπλα μας μπήκε η σόμπα. Έκλεισα το φως στην κου­ζίνα μην καίει άδικα και πήρα μαζί το κονιάκ. Αύριο θα ξέπλενα τις αυγοθήκες και τα κουταλάκια. Με τέ­τοιο καιρό που να βάλω τα χέρια μου στα νερά. Το θερμοσίφωνο της κουζίνας δεν τ’ ανάβαμε σχεδόν πο­τέ για οικονομία.
   Κάθισα δίπλα του. Ο Τέρενς Κουΐκ είχε αρχίσει κιόλας τα δικά του. Το θέμα της ημέρας οι βροχές σ’ όλη τη χώρα. Έμοιαζε να είναι το πιο σημαντικό γε­γονός που μας συνέβαινε την τελευταία βδομάδα κα­θώς άδειαζαν και τα αποθέματα των τροφίμων μας στις λαϊκές και στα σούπερ μάρκετς. Λίγο ακόμη και η χώρα θα ‘μοιαζε σαν να ‘βγαινε από πόλεμο. Ο καιρός δεν μας είπε κάτι καλύτερο. Ο παρουσιαστής ανάγγει­λε άλλον μετεωρολόγο και μεις είδαμε άλλον στο γυα­λί . Καλύτερα γιατί αυτόν τον καραφλό τον συμπαθώ περισσότερο. Μοιάζει να χαμογελά ακόμη κι όταν μι­λάει για κατακλυσμούς. Η κακοκαιρία συνεχίζεται λοιπόν και αύριο για όγδοη μέρα. Ανταλλάξαμε βλέμ­ματα. Ίσως μπορούσα ν’ αποφύγω σκέφτηκα και πάλι το γραφείο. Θα ‘κανα κάποιες μεταφράσεις στο σπίτι. Θα ‘φτιαχνα και ρεβύθια σούπα, ταίριαζαν στον και­ρό . Σχεδόν χάρηκα. Περισσότερο μου άρεσε η σκέψη πως θα μέναμε οι δυο μας, εγώ και η κοιλιά μου, μόνοι μας. Είχαμε πολλά να σκεφτούμε. Το κατάλαβε. Δεν είπε τίποτα. Το είδα όμως ότι το κατάλαβε. Έπαιξε τα μάτια και κοίταξε αλλού. Κλείσαμε την τηλεόραση. Είχε ένα ελληνικό αστυνομικό. Σαχλαμάρα. Δεν πετύ­χαινε η συνταγή ποτέ όταν προσπαθούσαν να μιμη­θούν τα ξένα. Ουαί. Μου ‘ρχόταν πάλι εμετός και δεν έφταιγε η εκπομπή τώρα γι’ αυτό. Αναλογιζόμουν το κρεβάτι. Η σκέψη τριβέλιζε το μυαλό μου. Μ’ αυτή τη κοιλιά φοβόμουν το γαμήσι. Τριών μηνών βέβαια κα­νένας δεν σου λέει να μην το κάνεις. Δεν μοιάζει διό­λου επικίνδυνο, αλλά η δική μου η κοιλιά τόσο απότο­μα που είχε μεγαλώσει έδειχνε σαν επτά. Και την ένιωθα να τσιτώνει κι άλλο.
Ο Λύσιος με κοίταξε περίεργα ενώ γδυνόμουν τουρτουρίζοντας μπροστά στο σομπάκι – το μεταφέραμε στην κρεβατοκάμαρα. Πρόσεξε και ‘κείνος ό,τι είχα επισημάνει κι εγώ. «Σίγουρα λες μόνο τριών μηνών;» Τον διαβεβαίωσα, γιατί στ’ αλήθεια θυμόμουν ότι πριν είχα περίοδο. Ήταν άλλωστε και σημειωμένο στο ημερολόγιο μου. Με κοίταξε στα μάτια σχεδόν απελ­πισμένος. Ήθελε πολύ να το πιστέψει. Είπε: «Υπάρ­χουν ξέρω περιπτώσεις που είναι γκαστρωμένες και έχουν περίοδο.» Αυτό ήταν. Πώς δεν το είχα κι εγώ σκεφτεί τόσες ώρες. Με τόση μεγάλη κοιλιά δεν ήταν δυνατόν να ήμουν μόνο τριών μηνών. Τι μαλακίες κά­θομαι και λογαριάζω. Θα ‘μουν επτά σίγουρα, μπορεί και οκτώ. Σκέφτηκα την υπόθεση μου που θα πέρναγε την άλλη βδομάδα από το συμβούλιο του ιδρύματος και ρίγησα. Σήμερα ήταν Πέμπτη. Μπορεί να ‘μουν κιόλας στον ένατο. Γι’ αυτό και οι πόνοι. Μπορεί σε τέσσερις πέντε μέρες να γεννούσα.
   Έκλεισα τα μάτια. Μια ταραχή ξεκινούσε πάλι από τα σωθικά μου και απλωνόταν σ’ όλο το σώμα. Ένιω­σα τα πόδια και τα χέρια μου να τρέμουν. Το μυαλό μου σφίχτηκε. Ήταν μέσα μου όλα τόσο μπερδεμένα. Κρατήθηκα από την καρέκλα μην πέσω. Παλιότερα για τις ζαλάδες ο παθολόγος μου είχε συστήσει ηρεμι­στικά, τα ‘παιρνα κατά καιρούς, παρ’ όλο που δεν κα­ταλάβαινα πως μπορούσαν να θεραπεύουν τις ζαλά­δες. Τώρα δεν τα ‘θελα. Φοβόμουν μήπως πειράξουν το παιδί. Το ‘χα διαβάσει στις οδηγίες, αν θυμάμαι καλά.
   «Κρυώνεις.» Άκουσα τη φωνή του. Γιατί όχι; Μπο­ρεί να ήταν από το κρύο που έτρεμα. Φόρεσα το φανε­λάκι μου και χώθηκα κάτω απ’ το πάπλωμα. Ήταν ζεστά. Το σώμα του Λύσιου είχε θερμάνει το κρεβάτι. Δεν έσβηνε το φως. Κοιτούσε μονάχα έξω απ’ την τζαμόπορτα του μπαλκονιού. Είχε σταματήσει να ρί­χνει αλλά περιμέναμε να ξαναρχίσει όπου να ‘ναι. Μακριά φώτιζαν τις στέγες αστραπές.
   Το σκεφτόταν πολλή ώρα και τέλος το ρώτησε. Για τον μικρό Παναγιώτη. Το ‘ξερα πως τον απασχολού­σε. Αν ήμουν γκαστρωμένη θα ‘πρεπε να σταματήσω τη διαδικασία με τον Παναγιώτη. Τον κοίταξα στα μάτια. Με ψάρευε. Κρεμόταν απ’ αυτή την απάντηση. Αναρωτήθηκα γιατί. Δεν το ρώτησα. Είχε στηρίξει πολλά στη σχέση μας έτσι όπως ήταν μέχρι τώρα. Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω. Είπα μόνο, ναι, θα το σκεφτώ. Δεν ξέρω αν ησύχασε. Εγώ όμως άρχισα να καταλα­βαίνω πόσο είχε μπερδευτεί η κατάσταση. Ο Λύσιος είπε πως έτσι έπρεπε να κάνω. Να πω στο ίδρυμα ότι είμαι έγκυος. Όλοι θα προτιμούσαν το δικό τους παι­δί από ένα ξένο. Ωστόσο ο καθένας θα το καταλάβαι­νε. Το θέμα δεν ήταν εκεί. Να διαλέξω δηλαδή το δικό μου – δικό μας παιδί.
   Τον κοιτούσα ακόμη προβληματισμένη. Ο Λύσιος απέφυγε το βλέμμα μου. Σφάλισε τα μάτια του γρήγο­ρα σαν να ‘θελε να διώξει κάποιον εφιάλτη από μέσα του. Πώς δεν το ‘χα αμέσως καταλάβει; Άρχιζε τώρα κάτι να ξεκαθαρίζει στο μυαλό μου. Ζούσα σε τέτοια ένταση, σχεδόν εξωπραγματική. Αυτό με βοηθούσε να συλλάβω ιδέες και καταστάσεις που μπορεί ποτέ άλλο­τε να μην το κατάφερνα. Ο Λύσιος πριν δυο χρόνια είχε δεχτεί την πρόταση μου για υιοθεσία γιατί το παι­δί δεν θα ‘ταν δικό του. Δεν το ‘βλεπε σαν μια αληθινή κατάσταση και γι’ αυτό δεν είχε αρνηθεί. Στ’ όνομα μου είχα ζητήσει από το ίδρυμα την υιοθεσία. Εγώ θα έπαιρνα το παιδί. Και σαν άγαμη που ήμουν δεν είχα δικαίωμα να διεκδικήσω κάποιο νεογέννητο και υγιές. Γι’ αυτό μου έδιναν τον Παναγιώτη. Ο Λύσιος δεν θα ‘χε καμία συμμετοχή. Ο Παναγιώτης θα ήταν γι’ αυτόν απλά ένας συγκάτοικος. Τώρα το πράγμα βέβαια άλ­λαζε. Αν έβγαινε κάτι απ’ την κοιλιά μου θα ‘ταν και δικό του αφού είχαμε αποκλειστικότητα στο σεξ. Η σχέση μας λοιπόν έπαιρνε άλλη τροπή.
   Το φως ήταν ακόμη αναμμένο. Και ‘κείνος με τα μάτια κλειστά. Ένιωθα την κούραση να με τυλίγει ολοκληρωτικά. Έπρεπε να πάψω επιτέλους να σκέφτο­μαι. Έπρεπε να μετρήσω πάλι προβατάκια και να κοι­μηθώ . Η σημερινή μέρα είχε πολλά συσσωρεύσει. Ή­μουν από τα χαράματα ξυπνητή. Γύρισα πλευρό κι έ­κλεισα τα μάτια. Κλικ και σκοτείνιασε. Ο Λύσιος έ­σβησε το φως. Σιωπή. Ένιωσα ν’ αρχίζει το ταξίδι. Βυθιζόμουν. Και τότε άκουσα πάλι να με φωνάζει. Δεν κοιμόταν. Δεν τον άφηνε η αγωνία να χαλαρώσει. Ο Λύσιος πίστευε πως μ’ αγαπούσε. Μπορεί να ‘ταν κι έτσι. Η αγάπη ήταν το όπλο του. Εγώ ήμουν το θύμα αυτού του όπλου. Ο Λύσιος με ήθελε όλη δική του. Κι αγωνιούσε για το τι περιείχε η τεράστια κοιλιά μου. «Μαρία, πρέπει να πας για τεστ.» Κατάλαβα πόσο μια θετική απάντηση θα ‘ταν για κείνον οδυνηρή. Έβλεπα πως δεν ήθελε παιδί. Εκείνη όμως την ώρα δεν μπο­ρούσα να καταλάβω τη βαθύτερη αιτία που τον έκανε όχι μόνο ν’ αντιδρά στην ιδέα ενός τρίτου προσώπου ανάμεσα μας, αλλά να φοβάται στην κυριολεξία την ύπαρξη του παιδιού.
   Του πέταξα ένα «εντάξει» μόνο και μόνο για ν’ απαλλαγώ απ’ τις συζητήσεις και να κοιμηθώ. Το μυα­λό μου όμως δούλευε πυρετικά προσπαθώντας ν’ ανα­λύσει τις αιτίες της τόσο μεγάλης του ταραχής. Δεν ήταν ότι δεν ήθελε παιδιά. Ήταν ότι είχε ένα παιδί. Με ‘κείνην. Την άλλη. Την πρώην. Ένα κορίτσι. Δικό του. Ήταν ήσυχος. Τα είχε κάνει όλα. Είχε το έπαθλο του τελειωμένου καθήκοντος. Μια καλή δουλειά. Είχε κάνει οικογένεια. Έγινε πατέρας. Μετά βέβαια χώρι­σε. Πλήρωνε όμως ότι μπορούσε για διατροφή. Δεν είχε τίποτα από το προσχέδιο παραλείψει όταν έφτασε στην εκτέλεση. Ήταν κερδισμένος. Κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Πλήρης. Το διάτρητο θνητό σώμα βουλωμέ­νο καλά παντού με συναισθήματα. Δεν στάζει. Δεν εκρέει. Δεν αιμορραγεί. Στηρίζεται. Έχει ολοκληρω­θεί . Τα βήματα σταθερά. Διαγραμμένα με προϋποθέ­σεις επιτυχίας. Κι όμως. Κλυδωνιζόμενα. Σε κάθε βή­μα ο κίνδυνος μια τρύπα να πετάξει το βούλωμά της. Κι η ανασφάλεια να χυθεί. Σχεδόν ένιωθα μια έντονη λύπη γι’ αυτόν, εγώ, με τα χιλιάδες ανοίγματα που αφοδεύουν την ψυχή μου μετά βδελυγμίας. Όσο και να σκέφτομαι δεν κατορθώνω να καταλάβω τι είναι εκείνο το ιδιαίτερο που τον φοβίζει σ’ αυτό το παιδί.
   Ο Λύσιος δεν κοιμάται. Νιώθει τον κίνδυνο να πλησιάζει. Δεν μιλά. Δεν μιλώ. Κάνω πως κοιμάμαι. Η ώρα περνά. Η νύχτα βαθαίνει. Η νύχτα ξασπρίζει. Ο Λύσιος πονά. Και με πονά. Το φως του φεγγαριού έχει εγκατασταθεί στο δωμάτιο. Χτυπάει αλύπητα το πρόσωπο του. Τον κοιτάζω. Τα μάτια του ανοιχτά. Το στόμα του ακόμα μια σχισμή σφιγμένο. Δεν μιλάμε. Ξέρουμε και οι δυο, οι λέξεις δεν εκφράζουν τις καταστάσεις. Αλλοιώνουν μόνο τα γεγονότα, κρύβουν τα συναισθήματα. Η επικοινωνία δεν γίνεται με λόγια.
   Γέρνω στο δικό μου πλάι. Η κοιλιά μου διαγράφει το ημικύκλιο μαζί μου. Υπάρχει πάντα. Το ξέρουμε και οι δύο. Για διαφορετικό λόγο ο καθένας μας νιώ­θει φόβο. «Αύριο να πας κιόλας.» Το περίμενα. Κι ακόμα ξέρω πως πρέπει να το κάνω. Να μάθω επιτέ­λους. Δεν πιστεύω να κοιμηθώ. Σφαλίζω όμως τα μά­τια. Λίγες ώρες με χωρίζουν απ’ το αύριο. Και αύριο θα μάθω την αλήθεια. Αυτό που κουβαλάω εντός.

   Στριμώχνομαι στην άκρη άκρη του κρεβατιού προσπαθώντας να μην τον ακουμπήσω καθόλου. Έτσι ελπίζω να μην του περάσει καθόλου απ’ το μυαλό η επιθυμία να γαμηθούμε απόψε. Η ένταση όμως είναι πο­λύ πιο δυνατή για να πιστέψει και ο ίδιος πως μπορεί να κοπάσει με έναν οργασμό. Δεν μας παίρνει απόψε για τέτοια.

***
Κριτικές για το βιβλίο —-> ΕΔΩ
©Λεία Βιτάλη 

You might also like:

Σταυρούλα Α. Γάτσου, ποίηση

Προδημοσίευση από την ποιητική σύνθεση «Εργαλεία Πολέμου για τους Αιχμάλωτους του ’Ερωτα»,Εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

***
ΩΔΗ ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΣΙΣΥΦΟ

πετρώδη αετώματα
μικροί βάτοι που αφήνονται στη τύχη του ανέμου να χαϊδεύονται
χυμένα πράσινα μικρά χορτάρια βύζαξαν πρώτη άνοιξη
οι παπαρούνες που φυτρώνουν αείποτες χωρίς να ρωτάνε γιατί

τριμμένη σάρκα στα πόδια και στα γόνατα
από την αέναη συνεχόμενη κίνηση των μυών
γνωστικά προδομένη κι αυτή από την ώρα της ανάστασης
στην υψικάμινο ορίζεται η αυτόχειρος παρθένα
η εκπνοή, στιγμή της λύτρωσης
σε κάθε δύση της ημέρας ολοκληρώνεται η αρπαγή

θεοί και άνθρωποι
ωσάν ορίσατε χαρά σε τέτοια μοίρα
πως δεν ορίσατε τον πόνο;

***
Η ΘΛΙΨΗ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ
Γεμάτη πίκρα

στα μάτια όλων να
φαντάζω σωστή

Επειδή υπάρχω
επειδή υπήρξα πιστή
να’δινα τη ζωή μου στη θάλασσα καλύτερα
παρά ανθρώπου χέρια να περιμένει
να σπαρταρά
το σώμα μου ίδιο κουφάρι
η ζωή μου περίσσια

Που πήραν κι έκαμαν των πόνων μου ανώφελη θυσία
έναν μύθο καλόν.

***

λίγο πριν απ’το μετά*
(το λειβάδι στα σύννεφα)

‘Εξοδος
Στις φλέβες μου κυλάνε
μνήμες.
Φτωχοί συγγενείς
φυλούν
τις πύλες των αθανάτων.
Στα μάτια μου
κείτεται μια καρδιά βουνίσια
κι ένα σταφύλι κορμί.
*

Στη σύνθεση το «λίγο πριν απ’το μετά» αναφέρεται ως τίτλος στα περιεχόμενα και κλείνει τα εργαλεία. Πρόκειται για μια σειρά από μικρά ποιήματα, το πρώτο από αυτά είναι το ‘Εξοδος.

*
Copyright©Σταυρούλα Α. Γάτσου
photo© Dorothea Lange, 1938

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Μια σύγχρονη ερωτική ιστορία, με φόντο τα Δεκεμβριανά του ’44.
Ένας ισόβιος έρωτας στην εποχή των στιγμιαίων ερώτων και ο εφιάλτης του εμφυλίου στα χρόνια της κρίσης.
Εκδόσεις Ίκαρος

(απόσπασμα)
Πεθαίνει ο παππούς
Ο ΠΑΠΠΟYΣ ΜΟΥ, του οποίου πήρα τ’ όνομα, ο κυρ-Μιχαήλ, όπως τον φώναζαν, υπέφερε από άνοια εδώ και επτά-οκτώ χρόνια. Πρόσφατα, όμως, είχε πέσει κατάκοιτος, και συγκεκριμένα λίγο αφότου η γιαγιά (η μητριά του πατέρα μου) απεδήμησε εις Κύριον, θα έλεγαν στην εποχή της.
   Άραγε, ήταν προτιμότερο, που την έχασε όσο ακόμη ήταν στα καλά του, ο καημένος; Ή μήπως θα ήταν μικρότερο το χτύπημα γι’ αυτόν, αν την είχε χάσει αργότερα, όταν είχε πια χαθεί κι ο ίδιος στην ομίχλη της αρρώστιας του;
   Μετά την απώλεια της γιαγιάς, πάντως, ο παππούς μετακόμισε σ’ εμάς, στο πατρικό μου, και τώρα ήταν στα τελευταία του.
ΑΣΦΑΛΩΣ, η μνήμη μου παρουσιάζει πολλά κενά, όχι μόνο από εκείνη την εποχή, αλλά και από άλλες, κατά πολύ μεταγενέστερες. Πολύ καθαρά θυμάμαι μόνο διάφορες ξεκομμένες λεπτομέρειες.    Για το συγκεκριμένο, όμως, δεν γεννάται ζήτημα, είμαι απολύτως σίγουρος.
   Μερικούς μόνο μήνες, πριν γίνει ό,τι έγινε με τον πατέρα της Νίκης, χάσαμε τον παππού.
ΟΣΗ ΦΡΙΚΗ κι αν μου προκάλεσε τότε το γεγονός ότι έτυχε να είμαι παρών στις τελευταίες του στιγμές, τόση αγαλλίαση μου φέρνει σήμερα.
   Πώς αλλιώς να το πω; Πιστεύω ότι υπήρχε κάτι άριστο στην όλη εμπειρία. Και μακάρι να επέστρεφε η συνήθεια, όπου κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν μες στα σπίτια τους, στο ίδιο τους το κρεβάτι, κι όχι στο αφιλόξενο και σχεδόν εχθρικό περιβάλλον ενός νοσοκομείου.
ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ, τότε ακόμα μέναμε στη μονοκατοικία, και τον παππού τον είχαμε βάλει στο σαλόνι, σ’ εκείνη τη μεγάλη πολυθρόνα που άνοιγε και γινόταν κρεβάτι, πλάι στον καναπέ.
   Το σαλόνι είχαμε πάψει ουσιαστικά να το χρησιμοποιούμε, τα δύο περίπου χρόνια που έζησε μαζί μας ο παππούς(το πρώτο εξάμηνο κατόρθωσε να τα βγάλει πέρα χωρίς τη γιαγιά, αλλά από εκεί και πέρα έπεσε κατάκοιτος), κι είχαμε μεταφέρει την τηλεόραση στην κουζίνα.
Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ξεψύχησε αρχές Μαΐου, ένα Σάββατο πρωί, κατά τις οκτώ. Είχαμε περιτριγυρίσει το κρεβάτι του, από τα δεξιά η μαμά να του κρατάει το ένα χέρι, από τ’ αριστερά το άλλο εγώ, και στα πόδια ο μπαμπάς, απόμακρος και σχεδόν ψυχρός ως συνήθως.
   Ο παππούς είχε κλειστά τα μάτια του, και το πρόσωπο στραμμένο προς το μέρος μου, κι όχι μόνο το στόμα του, αλλά ολόκληρο το πρόσωπό του, λες και είχε μετατραπεί σε μια χοάνη, σ’ ένα μικροσκοπικό σπήλαιο, που πάλευε να πάρει ανάσα, κι απλώς έβγαζε εκείνο τον απαίσιο ρόγχο.
ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ αυτιά τουλάχιστον, ο ρόγχος του έμοιαζε μ’ ένα είδος βογκητού από την υπερπροσπάθεια που κατέβαλλε για ν’ ανασάνει. Το σκελετωμένο στήθος του φούσκωνε και ξεφούσκωνε, μετά πάγωνε για λίγο, πείθοντάς μας ότι όλα είχαν τελειώσει, αλλά όχι, λάθος, ο βραχνάς ξεκινούσε πάλι από την αρχή.
   Η μαμά έλεγε ότι ο ρόγχος του είχε αρχίσει από το περασμένο βράδυ, κι ότι η ίδια έπεσε πάνω του, ξεφωνίζοντας, «μη φεύγεις, μη!», κατά τις τρεις-τέσσερις το πρωί.
   Επέμενε ότι ο παππούλης θα είχε σβήσει από τότε κιόλας, μες στην άγρια νύχτα, αλλά με το ξέσπασμά της, λέει, τον είχε ξαναφέρει πίσω.
   Δεν είχα ακούσει το παραμικρό, κι ας κοιμόμουν στο διπλανό δωμάτιο, αλλά δεν υπήρχε λόγος να αμφιβάλλω.
   Είχα ξυπνήσει κατά τις επτά εκείνο το πρωί, κι όταν γλίστρησα στο σαλόνι, η μάνα μου, που δεν είχε κλείσει μάτι,παρέμενε σαν φρουρός δίπλα του.
ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΑ το επερχόμενο τέλος, κυρίως από τον ήχο που έβγαζε από το στόμα του ο παππούς, ίσως κι από την καταρρακωμένη έκφραση της μάνας μου.
   Από εκείνη τη στιγμή μέχρι που ξεψύχησε, δηλαδή για καμιά ώρα περίπου, βρισκόμουν σε μια αλλόκοτη κατάσταση, μετέωρος, μεταξύ ύπνου και ξύπνου, μεταξύ του κορυφαίου βιώματος και του απόλυτου τίποτα, μεταξύ στιγμιαίας αναμονής και αιωνιότητας.
ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ποτέ μου αυτές τις στιγμές. Για κάμποσο χρονικό διάστημα επικρατούσε μια αίσθηση ρουτίνας, μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία, που σαν να ανακυκλωνόταν ατελείωτα: ο παππούς αγωνίζεται ν’ ανασάνει μ’ όλη του την ύπαρξη, εμείς, με τη μαμά, του κρατάμε τα χέρια, κι ο μπαμπάς τον ατενίζει από τα πόδια του κρεβατιού.
   Κι ύστερα, ξαφνικά, ο αέρας, λες κι αρχίζει να σώνεται. Οι προσπάθειες του παππού γίνονται όλο και πιο αγωνιώδεις, όλο και πιο μαρτυρικές, και το χρονικό διάστημα ανάμεσά τους διαρκώς μεγαλώνει, σαν χάσμα.
   Τώρα, ακόμα πιο αραιά, ακόμα πιο βαριά και δυσοίωνα, ο ίδιος ρόγχος. Μήπως αυτή η σπασμένη ανάσα ήταν η τελευταία του;
ΝΙΩΘΩ το χέρι του να ξεφεύγει από το δικό μου, και το βλέπω να υψώνεται αργά, σχεδόν με μεγαλοπρέπεια, και ν’ αγγίζει το μάγουλό του.
   Έχω την αίσθηση ότι βάζει όλες του τις δυνάμεις, όλη του την ψυχή, για να εισπνεύσει. Ακόμα και το χέρι στο πλάι του προσώπου του, σαν να το σήκωσε για να βοηθήσει και μ’ αυτό.
   Το στήθος του φουσκώνει πάλι και ξεφουσκώνει, με μια βασανιστική, τελετουργική βραδύτητα, κι η χοάνη της στοματικής του κοιλότητας σφυρίζει γι’ άλλη μια φορά βραχνά.
   Και τότε, σ’ αυτήν ακριβώς τη στάση, με τα κυρτά και σαν μαγκωμένα δάχτυλά του κολλημένα στο δεξί μάγουλο, κοκαλώνει ολόκληρος, κι ο ρόγχος, η ανάσα, όλα χάνονται.
ΑΠΛΩΣΑ ενστικτωδώς το χέρι μου κι έπιασα το δικό του, που είχε απομείνει σαν αγκιστρωμένο στο μάγουλό του. Του το έσφιγγα, κι ήταν ακόμα ζεστό, το χάιδευα και το μάλαζα, ψηλαφούσα την απατηλά ζωντανή του σάρκα, σαν να αρνιόμουν να πιστέψω ότι ο ίδιος δεν ήταν πια εκεί.
   Πιέζω τον εαυτό μου να θυμηθεί τι έγινε μετά, τι κάναμε ή είπαμε, αν τηλεφωνήσαμε στον γιατρό, ή ποιος ειδοποίησε το γραφείο κηδειών, αλλά μου είναι αδύνατον να θυμηθώ το παραμικρό. Μπροστά μου έχω μόνο την γκροτέσκα εικόνα του νεκρού παππού πάνω στο κρεβάτι.
   Τα μάτια κλειστά, το πανιασμένο, τραβηγμένο πάνω στα κόκαλα δέρμα, το ένα χέρι στο μάγουλο, και το στόμα του να χάσκει ανοιχτό, σ’ εκείνη την τεντωμένη έκφραση, λες και θα παλεύει ν’ ανασάνει, ή ίσως ν’ αφήσει ένα παρατεταμένο, τρομερό ουρλιαχτό, ακόμα και στον άλλο κόσμο.
ΣΥΝΗΘΩΣ, η ανάμνηση αυτή τελειώνει εκεί, και το μόνο που κατορθώνω να φέρω στο νου μου αμέσως μετά, είναι ο πασίγνωστος εξπρεσιονιστικός πίνακας του Έντβαρτ Μουνκ, Η κραυγή.
   Σύμφωνα με τη μυστηριώδη πλαστογραφία του υποσυνειδήτου μου, ακουμπισμένος στην κουπαστή της ξύλινης γέφυρας, που σαν να την πυρπολεί το καταματωμένο σούρουπο, απεικονίζεται ο ίδιος ο κυρ-Μιχαήλ καθώς ψυχορραγεί.
***
Σημείωμα του συγγραφέα: Ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να λέγεται «Δεκεμβριανά»
Από το 2006, που εξέδωσα τους «Φίλους», έχω δημοσιεύσει πολλά βιβλία, αλλά κανένα αληθινά καινούργιο. «Η Μεγάλη Άμμος», που την ξεκίνησα εικοσάρης. Kαι η τριλογία «Ιστορίες της Λίμνης», που χρειάστηκε μια δεκαπενταετία για να ολοκληρωθεί. Μαζί τους, επανεκδόθηκαν τα πάντα δημοφιλή «Τζιτζίκια», αλλά και η φιλόδοξη «Επινόηση της πραγματικότητας». Μέχρι και μια «Αρχαία συνταγή» σε μετάφραση. Ώσπου, έξι χρόνια μετά, έρχεται όχι ένα ντοκιμαντέρ όπως η πρόσφατη «Υψηλή τέχνη της αποτυχίας», αλλά ένα καινούργιο μυθιστόρημά μου, «Η πιο κρυφή πληγή».
Ας μην ξεχνάμε ότι χρειάστηκε, για πρώτη φορά, να κάνω μια μεγάλη έρευνα ως προς το πραγματολογικό υλικό. Παραδόξως, όμως, ενώ το βιβλίο μου σχετίζεται άμεσα με τα Δεκεμβριανά του ’44, δεν είναι κατά καμία έννοια ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η υπόθεσή του εκτυλίσσεται αυστηρά στο παρόν, και αφηγείται μια σύγχρονη ερωτική ιστορία.
***
Τα Δεκεμβριανά του ’44 μού έκαναν βαθιά εντύπωση από την προεφηβεία μου ακόμα. Με άλλα λόγια, στην ηλικία που πρωτομπλέκει μ’ αυτά κι ο ήρωάς μου. Δικαιολογημένα, λοιπόν, θα έλεγε κανείς ότι από τότε, ήδη, ήθελα να γράψω αυτό το βιβλίο. Η ιδέα εδραιώθηκε και για την ακρίβεια άνθισε μέσα μου την άνοιξη του 2011, όταν βγήκαν στους δρόμους οι Αγανακτισμένοι, κάτι που επίσης θυμίζει το μυθιστόρημά μου, αφού και ο Μιχάλης αποφασίζει να γράψει την αφήγησή του τότε. Κατά έναν ανάλογο τρόπο, εμπνεύστηκα ιδίως το πρώτο μέρος της ιστορίας μου από την «Αραβία» του Τζόις, πράγμα το οποίο δηλώνεται και στο βιβλίο μου, μολονότι εκεί απλώς ο ήρωας εντυπωσιάζεται από την ομοιότητα του διηγήματος των «Δουβλινέζων» με τη ζωή του (βλέπε το κεφαλαιάκι με τον τίτλο «Η ζωή αντιγράφει την τέχνη»).
Βιβλία σχετικά με τις τριάντα τρεις αιματοβαμμένες μέρες του ’44 συγκέντρωνα χρόνια. Τώρα, όμως, προμηθεύτηκα και όσα άλλα έκρινα απαραίτητο, κι έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα. Σε αντίθεση με τον Μιχάλη, όμως, δεν έγραψα γραμμή το καλοκαίρι του ’11, απλώς η μελέτη των Δεκεμβριανών έφτασε εκείνη την εποχή σ’ ένα αποκορύφωμα.
Συνέχεια του σημειώματος στο Protagon 
Copyright©Βαγγέλης Ραπτόπουλος

Κρίστοφερ Χίτσενς, Πριν το τέλος

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013.

Του Γιάννη Ν. Μπασκόζου – «Το Βήμα«

Πώς νιώθει ένας δημόσιος άνδρας γεμάτος δύναμη, λεπτό πνεύμα, σαγηνευτικός, ταραξίας, άθεος, μαχητικός, αγαπητός στον κόσμο, όταν μαθαίνει ότι θα πεθάνει από έναν επιθετικό καρκίνο του οισοφάγου; Ο συγγραφέας Κρίστοφερ Χίτσενς δίνει το δικό του παράδειγμα με χιούμορ, οξύνοια, δηκτικά σχόλια, αυτοσαρκασμό. Σε ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο (Πριν το τέλος, εκδόσεις Μεταίχμιο) που έγραψε λίγο προτού πεθάνει διατρανώνει τη θέλησή του να πεθάνει όπως έζησε: ως καθ’ έξιν αμφισβητίας.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κρίστοφερ Χίτσενς, Πριν το τέλος»