Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη, Η Ζαργάνα

Από μικρή της άρεσε να χώνεται στην κουζίνα. Έπλενε πιάτα στο νεροχύτη, τα έβαζε στη στεγνώστρα, παρακολουθούσε τη μάνα της να μαγειρεύει και απ’ τα οχτώ της άρχισε να μαγειρεύει. Η οικογένεια άναυδη απ’ τη μαεστρία της. Ακόμα και στο σχολείο μαθεύτηκε. Όταν η δασκάλα πήγε να τους εξηγήσει τι είναι τα μακαρόνια, η Νικολέτα σήκωσε το χέρι.

    «Τι ‘ναι, παιδί μου, τι θες;»
   «Κυρία, τα μακαρόνια θέλουν λίγο λάδι στο νερό που βράζει για να μη κολλήσουν», είπε και δεν ξαναμίλησε.
   Στις εκθέσεις, από δω to πήγαινε από ‘κει το ‘φερνε, έγραφε και τι μαγείρεψε για την οικογένειά της. Κάποια στιγμή, η δασκάλα δεν άντεξε, κάλεσε τη μάνα της στο σχολείο. Την πέρασε από ανάκριση.
  Και πότε προλαβαίνει να παίξει; Μα το μαγείρεμα είναι το παιχνίδι της. Και πότε διαβάζει; Μαγειρεύοντας. Και εσείς που είσαστε; Εγώ είμαι στη δουλειά. Και τα αδέλφια της; Τα αδέλφια της είναι μεγαλύτερα. Και μαγειρεύει για την οικογένεια; Ναι, για ποιον να μαγειρεύει; Και τι θα γίνει αυτό το παιδί; Τι θέλετε να γίνει, απ’ την τρίτη δημοτικού θ’ αποφασίσει η κόρη μου;
    Η δασκάλα έμεινε με την εντύπωση ότι η Νικολέτα βασανίζεται σ’ ένα σπίτι με άστοργους γονείς κι η μάνα της με την εντύπωση ότι η δασκάλα θέλει την κόρη της για μαγείρισσα. Η ίδια η Νικολέτα συνέχισε να μαγειρεύει σε όλο το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο, το πανεπιστήμιο. Σπούδασε νομικά γιατί κατά τη γνώμη της τα μαγειρέματα των νόμων είχαν την ίδια γοητεία με τα μαγειρέματα των τροφών.
   Φυσικά τραβούσε τ’ αρσενικά όπως η μέλισσα το μέλι. Κάτι οι στρογγυλάδες της, κάτι οι κουβέντες της, ειδικά όταν έλεγε τι μαγείρεψε, κάτι τα γέλια της, οι άντρες τρελαίνονταν για τη Νικολέτα και η Νικολέτα για τους άντρες. Όλοι την παίνευαν για τη μυρωδιά της – ένα μίγμα αρώματος, σαπουνιού και κάτι άλλο, απροσδιόριστο. Ούτε η ίδια ήξερε ποιο ήταν το τρίτο συστατικό της μυρωδιάς της, αλλά της το είχαν πει τόσες φορές που πίστευε ότι όντως υπάρχει.
   Γύριζε τα βράδια στο σπίτι, έβαζε να μαγειρέψει για την επόμενη μέρα και σκεφτόταν απορημένη τι είναι το τρίτο, το απροσδιόριστο της μυρωδιάς της, ποιος θα το βρει να της το πει. Πήρε το πτυχίο της στη Νομική, έπιασε δουλειά, ασκούμενη σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, δεν της άρεσε, ήθελε τα δικαστήρια, τη βαβούρα, τον κόσμο, το μαγείρεμα των νόμων. Η οικογένειά της διαμαρτυρόταν, ήταν πια εικοσιεφτά και πουθενά γαμπρός στον ορίζοντα.
   Ο Γρηγόρης ήρθε στο σπίτι τους, τραβηγμένος απ’ τις μυρωδιές. Στην αρχή, μόλις τέλειωνε απ’ την οικοδομή, στεκόταν στην ταράτσα της πολυκατοικίας που έχτιζε και οσμιζόταν να καταλάβει από πού προέρχονταν. Στο μήνα, συσχέτισε τη Νικολέτα με τα μαγειρέματα. Μισή ώρα αφότου έμπαινε στο σπίτι της, άρχιζε η λιγούρα του. Τα κουβέντιασε με τη μάνα του, ρώτησε και στη γειτονιά, μόνο καλά λόγια άκουσε, πήγε και τη ζήτησε.
   Ήταν ένα βράδυ που η Νικολέτα, συγχυσμένη απ’ το γραφείο γιατί δεν την άφησαν να παραστεί σε μια δίκη, δήλωσε παραίτηση και γύρισε νωρίτερα να μαγειρέψει μουσακά και σαραγλί. Ο Γρηγόρης χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της, έτοιμος να λιποθυμήσει. Του άνοιξε ο πατέρας της κι έμεινε να τον κοιτάζει. Κρατούσε γλαδιόλες κι ένα κουτί πάστες. Τον πέρασαν στο σαλόνι. Μάνα και πατέρας έκατσαν και τον άκουσαν αποσβολωμένοι. Ήταν αρχιτέκτονας, παρακολουθούσε τη Νικολέτα ενάμιση μήνα, έχτιζε την απέναντι πολυκατοικία, ήθελε να την παντρευτεί.
   «Δηλαδή, αγαπιόσαστε;» ρώτησε συγκινημένη η μάνα της.
   «Θα αγαπηθούμε μετά το γάμο», μουρμούρισε.
   Σε λίγο κατέφθασαν και τ’ αδέλφια της. «Ό,τι πει η Νικολέτα», κατέληξαν.
  Η ίδια άργησε να εμφανιστεί στο σαλόνι. Κανείς δεν την είχε ενημερώσει, εξάλλου έφτιαχνε το σιρόπι για το σαραγλί κι απαγόρευε να τη διακόψουν. Έκατσαν να φάνε, χωρίς να της εξηγήσουν ποιος είναι ο Γρηγόρης. Αυτή ήταν η συμφωνία, έμπνευση του πατέρα της. «Αν σε σερβίρει πρώτο, σημαίνει ότι της αρέσεις».
  Και τον σερβίρισε πρώτο. Μετά το φαγητό, βγήκαν έξω οι δυο τους να μιλήσουν. Της εξηγήθηκε. «Μυρίζεις άρωμα, σαπούνι και κανέλα, είμαι σίγουρος, έτσι μύριζε η γιαγιά μου, ήταν απ’ τη Σμύρνη».
  Η Νικολέτα ενθουσιάστηκε. Σ’ ένα τρίμηνο παντρεύτηκαν. Εκτός από καταπληκτική μαγείρισσα αποδείχτηκε και καταπληκτική ερωμένη. Ο Γρηγόρης δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι του, να δει τι φαγητό του έφτιαξε και με τι αμφίεση. Γιατί η Νικολέτα απ’ τη στιγμή που έφυγε απ’ το πατρικό της και παράτησε τη δικηγορία, κάθισε και το σκέφτηκε. Ναι, ο έρωτας περνάει απ’ το στομάχι, αλλά πριν το στομάχι είναι τα μάτια, άρα, πρέπει να τον έχω μονίμως σε διέγερση. Τη μια του έκανε παστίτσιο με δαντελένιο κορμάκι και ζαρτιέρες, την άλλη γουρουνόπουλο με διάφανα πέπλα, την παράλλη κολιούς πλακί με τσαντόρ, ό,τι κατέβαζε ο νους της, ό,τι διάβαζε στα περιοδικά, ό,τι άκουγε στην τηλεόραση, όλα τα ‘κανε, όλα τα απολάμβανε ο Γρηγόρης. Μόνο παιδιά δεν έκαναν. Ο άντρας της έλεγε, «καλύτερα οι δυο μας, αν γεννήσεις, θα με βάλεις στην άκρη», όμως η Νικολέτα σκεφτόταν πως μεγαλώνοντας, το παιδί κρατάει την οικογένεια, κι ας διαλύει το ζευγάρι, κουβέντα της η μάνας της.
   Κρυφά απ’ το Γρηγόρη έτρεξε στους γιατρούς. Όλοι της έλεγαν το ίδιο πράγμα: «Δε φταίτε εσείς, κυρία μου, να εξεταστεί και ο σύζυγος». Δεν διανοήθηκε να του το πει.
   Στα τριάντα-εφτά της που γιόρταζαν δέκα χρόνια γάμου, έκανε άλλο ένα λουκούλλειο γεύμα για τους δικούς της και την πεθερά της. Τους κάλεσε απ’ το μεσημέρι της Κυριακής, να τους περιποιηθεί ως το βράδυ. Και τι δεν τους μαγείρεψε. Ψάρια, κρέατα, σάλτσες, ζυμαρικά, ατζέμ πιλάφι, πίτες, σαλάτες γλυκά, παγωτό σπιτικό, μέχρι και ψωμί είχε ψήσει. Το κρασί έρεε άφθονο. Ο Γρηγόρης έφερε κι έναν συνάδελφο, ένα γεροντοπαλίκαρο που αναστέναζε παραπονεμένα σε κάθε μπουκιά, λέγοντας, «α, ρε τυχεράκια που βρήκες στα πενήντα σου τέτοια ζαργάνα!» ρίχνοντας θαυμαστικές ματιές στην Νικολέτα.
  Το βράδυ όταν έφυγαν όλοι με τα ταπεράκια τους, «μην πάει χαμένο, αμαρτία είναι», ο Γρηγόρης ζήτησε απ’ την Νικολέτα ένα ακόμα κομμάτι τούρτα σοκολάτα. Κι όπως το έτρωγε στο κρεβάτι, ενώ η Νικολέτα φορούσε μια ρομπίτσα νοσοκόμας να του κάνει τα κόλπα της, πέθανε με το κουτάλι στο στόμα.
  Μπήκε η Νικολέτα στην κρεβατοκάμαρα να τη δει, να της ορμήσει και τον βρήκε να κοιτάζει την τούρτα, καθιστός στο κρεβάτι, με το κουτάλι στο στόμα. Τον πλησίασε, του το πήρε, μα ο Γρηγόρης εκεί, να κοιτάζει το πιατάκι με σκυφτό κεφάλι. Έκατσε απέναντί του, πήρε το πιατάκι, έφαγε την υπόλοιπη τούρτα με το κουτάλι του κι έβαλε τα κλάματα.
  «Πάει, ο Γρηγόρης!» φώναξε στο άδειο σπίτι, γύρισε στην κουζίνα κι ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναμαγειρέψει στη ζωή της.
   Στην κηδεία ξαναείδε το φίλο του που την είπε ‘ζαργάνα’ εκείνη την αποφράδα Κυριακή. Άρχισαν να βγαίνουν κρυφά λόγω πένθους. Ένα χρόνο, κρυφά. Η πρώην πεθερά της τους τσάκωσε σε μια ταβέρνα στη Σαλαμίνα. Η Νικολέτα με τον Παντελή, η πεθερά με μια παρέα απ’ τα ΚΑΠΗ Γλυφάδας.    Κόντεψαν να πάθουν ταμπλά και οι δύο.
   Την επομένη αριβάρισε σπίτι της. Η Νικολέτα περίμενε κατάρες. Όμως η κυρία Ευθυμία είχε μάτια κι έβλεπε. Η νύφη της παραήταν μικρή και νόστιμη, κρίμα να μείνει μόνη της, το ήξερε κι απ’ τον εαυτό της, στα δεκαοχτώ έμεινε χήρα, στα εικοσιδύο ξαναπαντρεύτηκε κι έκανε το Γρηγόρη και τώρα, στα εβδομήντα-πέντε, αν της τύχαινε κάνας κοτσονάτος δε θα έλεγε όχι.
   «Νικολέτα, μια ερώτηση έχω παιδί μου».
   «Ναι, μάνα».
   «Εσύ δεν έκανες παιδιά, ή ο γιος μου;»
   Η Νικολέτα τη σερβίρισε κανταΐφι απ’ τα χεράκια της και σκέτο καφέ. Δεν ήθελε να την πληγώσει. «Μάνα, θα ξαναπιάσω δουλειά. Δε μου πάει να παίρνω τη σύνταξή του…»
   «Να πιάσεις δουλειά και να παίρνεις και τη σύνταξη. Απάντησέ μου».
   «Ο Γρηγόρης μάνα, αλλά δεν του το ‘πα ποτέ».
  «Μπράβο, κόρη μου». Έφαγε το κανταΐφι της κι έφυγε. Στην εξώπορτα της έδωσε την ευχή της.
«Ήσουνα καλή νύφη… η ζωή προχωράει… καλή τύχη».
   Στο δεύτερο χρόνο, ο Παντελής ζήτησε απ’ τους δικούς της. Αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο οι γονείς της και τα τρία αδέλφια της. Ήταν και οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Τον άκουγαν προσεκτικά δεκατέσσερα άτομα. Η Νικολέτα βρισκόταν και πάλι στην κουζίνα – δεν τον κράτησε τον όρκο της, μαγείρευε.
  Ο Παντελής ήθελε παιδιά απ’ τη ζαργάνα του και στον τρίτο χρόνο τον πέτυχαν το γιο. Χαράς ευαγγέλια για τη Νικολέτα. Παράτησε το δικηγορικό γραφείο, ρίχτηκε στον κανακάρη της, τον άντρα της, τα σόγια τους, τις μαγειρικές της. Η αγάπη ξεχείλιζε από μέσα της στις κατσαρόλες και τα ταψιά της. Μέχρι και η πρώην πεθερά της ξαναγύρισε στο σπίτι που μοσκοβολούσε κανέλα, κύμινο, καμένη ζάχαρη, ζυμωτό ψωμί. Τις Κυριακές γινόταν πανηγύρι. Η Νικολέτα ξανάκανε τα κόλπα της και στον Παντελή. Τη μια ντυνόταν πουτάνα, την άλλη καλόγρια, την παράλλη μαθήτρια, μόνο νοσοκόμα δεν ξαναντύθηκε, το είχε γρουσουζιά.
  Ο Παντελής έπλεε σε πελάγη ευτυχίας και οι δουλειές του άνθιζαν. Ποιος δε θέλει έναν κεφάτο αρχιτέκτονα, ποιος δε θέλει μια σύζυγο του αρχιτέκτονα που σε καλεί σε λουκούλλεια γεύματα;
Το ζευγάρι απέκτησε και εξοχικό και σκάφος και δεύτερο αυτοκίνητο και φυσικά ο μικρός πήγε σε ιδιωτικό σχολείο. Στα πέντε του χρόνια εμφάνισε τα μαγειρικά ταλέντα της μάνας του και τα αρχιτεκτονικά του πατέρα του. Οι δάσκαλοι άναυδοι απ’ το παιδί-θαύμα, οι γονείς του σεμνοί, «δεν έγινε και τίποτα», μουρμούριζαν και τον άφηναν να μαγειρεύει και να σχεδιάζει κατά βούληση.
  Όταν ο Γιωργάκης δήλωσε ότι δε θέλει να σπουδάσει, δεν έφεραν αντίρρηση. Τους έφερε μια κοπέλα, της έκαναν το τραπέζι κι ύστερα ο Παντελής σχολίασε ότι, «δεν θα κρατήσει αυτή η σχέση, αυτή δεν είναι ζαργάνα», χωρίς να ξέρει ότι τον άκουσε ο γιος του.
  Απ’ την άλλη μέρα, τους ανακοίνωσε ότι για να τους ξεκουράσει και να τους ευχαριστήσει που δέχτηκαν την κοπέλα του, θα τους μαγείρευε αυτός από δω και στο εξής. Το δέχτηκαν. Η Νικολέτα γιατί δεν προλάβαινε αφού τα δύο τελευταία χρόνια έτρεχε με τις αρρώστιες των γονιών της κι ο Παντελής γιατί όταν κλεινόταν στην κουζίνα, την έχανε.
  Μόνο που στη βδομάδα πάνω αρρώστησαν με τροφική δηλητηρίαση, έτσι είπε ο γιατρός που κάλεσαν.
  «Τι έβαλες Γιωργάκη στο φαί;» ρώτησε η μάνα του μόλις σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι.
  «Ό,τι βάζεις κι εσύ, μαμά».
  Όμως η Νικολέτα ήταν σίγουρη ότι κάτι τρέχει. Έπιασε και τ’ αυτί της μια συζήτηση του κανακάρη της με τη φιλενάδα του όπου γελούσαν κι έλεγαν πως αν πεθάνουν οι γέροι του θα ξεκοκαλίζουν μέχρι τα δισέγγονά τους την περιουσία τους.
 Δε μίλησε. Όμως φρόντιζε να ταΐζει τον Παντελή μόνο στο γραφείο του. Μια δυο φορές ξεγελάστηκε σαν μάνα κι είπε μέσα της ότι κολάζεται άδικα, αποκλείεται να τους το κάνει αυτό ο λεβέντης τους, αλλά ξερνούσαν όλη νύχτα.
  Τελικά τη βρήκε τη λύση. Θα καλούσε Κυριακή τη φιλενάδα του για φαγητό, μαζί με το υπόλοιπο σόι, ένδειξη ότι την εγκρίνουν.
  «Ζαργάνα μου, θα μαγειρέψεις εσύ;» ρώτησε ο Παντελής και η γυναίκα του σιγούρεψε ότι κι αυτός είχε τις ίδιες υποψίες.
  Ήρθαν όλοι. Οι γονείς τους, τα αδέλφια της, τα ανίψια της, δυο αρχιτέκτονες με τις γυναίκες τους, η πρώην πεθερά της. Ο γιος της έφυγε στις 11 και γύρισε στις 1 με την κοπέλα του. Έκατσαν στο τραπέζι. Η Νικολέτα τους έδινε τα πιάτα ένα-ένα. Πρώτη και καλύτερη σερβίριζε τη νύφη, όπως έλεγαν οι υπόλοιποι γελώντας, και στεκόταν από πάνω της να σιγουρευτεί ότι θα δοκιμάσει. Η νύφη δοκίμαζε κι αναστέναζε. Οι άλλοι την περίμεναν ν’ αποφανθεί με υγρά μάτια απ’ τη λιγούρα.
  Άμα απόφαγαν, τους πέρασε στο σαλόνι να τους κεράσει τούρτα σοκολάτα, κανταΐφι και σαραγλί. Η νύφη πάλι δοκίμασε πρώτη, λίγο απ’ όλα πίνοντας καφέ.
  Έπιασαν τα τραγούδια και το χορό. Σε μια στιγμή ο γιος τους σηκώθηκε όρθιος και τους ανακοίνωσε ότι θέλει ν’ αρραβωνιαστεί.
   «Να ζήσετε! Να ζήσετε!» ευχήθηκαν όλοι.
  Ο Παντελής δήλωσε ότι την άλλη Κυριακή θα καλούσαν και τους γονείς της κοπέλας για να περάσουν βέρες. Κιχ για την ανεργία και των δυο τους. Μόνο η γιαγιά είπε ένα, «άντε να βρείτε και δουλίτσα» και ο Γιωργάκης την αγριοκοίταξε.
  Η Νικολέτα ζήτησε απ’ τη νύφη της να τη βοηθήσει στο μάζεμα. Η κοπέλα σηκώθηκε κρατώντας την κοιλιά της.
  «Πονάς;» τη ρώτησε μόλις βρέθηκαν μόνες τους στην κουζίνα.
  «Ναι».
  «Ωραία. Σε μία ώρα θα έχεις πεθάνει. Πλύνε τα πιάτα τώρα». Είχε βάλει στον καφέ της καθαρτικό και κρατιόταν να μη σκάσει στα γέλια.
  Η μικρή δεν την πίστεψε. Σε μία ώρα την έπιασαν οι σπασμοί. Μπροστά στα μάτια όλων. Ο γιατρός διέγνωσε ανακοπή από τροφική δηλητηρίαση.
   «Μα πώς; Αφού όλοι τα ίδια φάγαμε», μουρμούριζαν αποσβολωμένοι οι συγγενείς.
  Στη νεκροψία διαπιστώθηκε ότι δηλητηριάστηκε από μανιτάρια. Όμως στο τραπέζι δεν υπήρχαν μανιτάρια κι ο γιος τους είπε στο σόι ότι πριν συναντηθούν στις 11, η κοπέλα του είχε φάει τηγανητά μανιτάρια σπίτι της. Η Νικολέτα έκλαιγε στην κηδεία αγκαλιά με την παρ’ ολίγο συμπεθέρα της. Κανείς δεν έμαθε ότι είχε βάλει καθαρτικό στην πρώτη μπουκιά που έδωσε στην υποψήφια νύφη. Το γιο της τον κρατούσαν παραμάσχαλα ο πατέρας του κι ο συμπέθερος. Του πήρε καιρό να συνέλθει.
  Μια μέρα η μάνα του τον έστειλε στο φούρνο να ζητήσει λίγο προζύμι. Γυρίζοντας ήταν άλλος άνθρωπος. «Μάνα, την ξέρεις την κόρη του φούρναρη;»
  «Μια ξανθούλα, είναι;»
  «Μάνα, μυρίζει κανέλα!»
  «Μπράβο αγόρι μου, να τη φέρεις σπίτι να της μαγειρέψουμε».
  Το βράδυ η Νικολέτα τη ρώτησε αν ξέρει κι αυτή από μαγειρική.
  «Κόρη φούρναρη είμαι, γίνεται να μην ξέρω;»
  Ο Παντελής αντάλλαξε ματιές με τη γυναίκα του. Ύστερα κοίταξαν το γιο τους με τρυφερότητα. Τους δήλωσε ότι θα βρει δουλειά, ό,τι να’ ναι.
  Στα τρία χρόνια και αφού τσεκάρισαν για τα καλά τη νέα νύφη και βεβαιώθηκαν ότι οι γονείς της τη χρυσοπροικίζουν όπως κι αυτοί τον δικό τους, το πήραν απόφαση, τους πάντρεψαν. Αλλά ο Γιωργάκης δουλειά δεν βρήκε ούτε καν στο φούρνο των πεθερικών του πήγαινε.
  Μια μέρα η νύφη ήρθε στα πεθερικά της κλαμένη. «Τι έχεις κορίτσι μου;» τη ρώτησαν ανήσυχοι.
  «Δε θέλει να μαγειρεύω εγώ, θέλει να μαγειρεύει μόνο αυτός».
  Ο Παντελής κοίταξε τη Νικολέτα. «Ζαργάνα μου, τι λες;» τη ρώτησε τρομαγμένος και δεν άγγιξε τον μπακλαβά με παγωτό καϊμάκι που του σερβίρισε στη βεράντα.
  «Να έρθετε την Κυριακή για φαγητό, κορίτσι μου» είπε εκείνη στη νύφη της.
  Όντως την Κυριακή το μεσημέρι ήρθαν με το υπόλοιπο σόι – είχαν προστεθεί στην οικογένεια οι συμπέθεροι. Έφαγαν και ήπιαν του σκασμού. Τελειώνοντας η Νικολέτα ζήτησε απ’ το γιο της να τη βοηθήσει στην κουζίνα. Σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα του με κόπο. Ίδρωνε κι είχε πρασινίσει.
  «Πονάς;» τον ρώτησε η μάνα του.
  «Πολύ».
  «Ωραία. Σε μια ώρα θα ‘χεις πεθάνει. Πλύνε τα πιάτα τώρα», του απάντησε και του γύρισε την πλάτη.
 Την πρόλαβε στο διάδρομο ο Παντελής. «Ζαργάνα μου, τι έχεις;» ρώτησε βλέποντάς την βουρκωμένη.
  «Τίποτα, τίποτα», μουρμούρισε και πήγε στο σαλόνι.
  «Ζαργάνα μου, τι έκανες;» επέμενε ο Παντελής.
  «Μάνα!» ακούστηκε απ’ την κουζίνα.
  Έτρεξε μόνη της, πείθοντας τους υπόλοιπους να μείνουν στις θέσεις τους.
  «Πες μου, έχεις γκόμενα;»
  «Ναι…» απάντησε με βογκητά.
  «Και γι’ αυτό θες να δηλητηριάσεις τη γυναίκα σου;»
  «Όχι, κάνεις λάθος».
  «Ε, καλά, αφού κάνω λάθος, μείνε εδώ, σε μισή ώρα θα πεθάνεις».
  Έμεινε πίσω απ’ την κλειστή πόρτα της κουζίνας ν’ ακούει τα βογκητά του. Στο τέλος δεν άντεξε και μπήκε. Στάθηκε μπροστά του με τα χέρια στη μέση.
  «Ο πρώτος μου άντρας έλεγε ότι μυρίζω κανέλα και ο δεύτερος με λέει ζαργάνα, εσύ τι λες στη γυναίκα σου και τι στη γκόμενα;»
  «Η μία μυρίζει κανέλα και η άλλη…» κοίταξε γύρω του ψάχνοντας τη λέξη. «Δεν ξέρω…» κατέληξε κάθιδρος.
  «Γιατί δεν παίρνεις διαζύγιο;»
  Δεν της απάντησε. Σφάδαζε.
  «Αγόρι μου, δεν ξέρω πώς σε κάναμε τέτοιο φιλοχρήματο καθίκι. Θες να πεθάνει η γυναίκα σου για να την κληρονομήσεις;» είπε παρατηρώντας τον να ξερνάει χωρίς την παραμικρή κίνηση βοήθειας.
  «Μάνα, σώσε με».
  «Μόνο αν μου ορκιστείς ότι θα φύγεις!»
  «Πού να πάω μάνα;»
  «Όπου θες, αρκεί να μη μας ενοχλείς και να περιμένεις να πεθάνουμε στην ώρα μας».
  «Σώσε με, μάνα!»
  «Ορκίσου!»
  Ο Παντελής μπήκε στην κουζίνα. «Ορκίσου!» είπε ήσυχα στο γιο του.
  «Ορκίζομαι!»
  «Ωραία, πιες ένα ποτήρι γάλα! Ηλίθιε που φαντάστηκες ότι θα σε δηλητηριάσει η μάνα σου. Καθαρτικό έβαλα στο γλυκό σου, να χέζεις δυο μέρες».
  Ο γιος τους όντως εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Σε πέντε χρόνια η γυναίκα του με την έγκριση των γονιών του, τον κήρυξε εξαφανισθέντα. Κανείς δεν τον έψαξε.
  Μόνο η μάνα του διάβαζε υποψιασμένη τις εφημερίδες κάθε φορά που έγραφαν για θάνατο από τροφική δηλητηρίαση και τις πετούσε μην τις δει ο Παντελής.
  Η πρώην νύφη τους ξαναπαντρεύτηκε ένα παλικάρι δυο μέτρα που τους είπε ότι μυρίζει κανέλα, τη φώναζε ζαργάνα και του έτρεχαν τα σάλια κοιτώντας την.
  Τους υιοθέτησαν και τους δυο και τους περίμεναν πώς και τι κάθε Κυριακή στο οικογενειακό τραπέζι.
  Μετά από οχτώ χρόνια, εμφανίστηκε στην πόρτα τους ένας μουσάτος. Ήταν ο γιος τους. Μετανοημένος. Του εξήγησαν ότι έπρεπε να ξαναγυρίσει σε άλλα οχτώ χρόνια που θα ήταν πια χούφταλα και δεν θα τους ένοιαζε αν θα τους δηλητηρίαζε.
  Εκείνο το βράδυ ο Παντελής ήταν πολύ συγκινημένος που ξαναείδε το Γιωργάκη. Η Κατερίνα τον κοίταζε λυπημένη. Γερνούσε άσχημα ο Παντελής της, έφταιγε η κράση του, θέλει δίαιτα, είπε ο γιατρός.
  Το πρωί σηκώθηκε πρώτη να φτιάξει όπως πάντα τους καφέδες τους, να τους πιουν κουβεντιάζοντας στη βεράντα. Στα εβδομήντα-τρία η Νικολέτα, στα 90 ο Παντελής, αυτό το καφεδάκι τους είχε μείνει. Μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα, τον είδε με μισάνοιχτο στόμα, κατάλαβε. «Αχ, βρε Παντελή μου», είπε.
  Πήρε ένα χαρτί, έγραψε τη διαθήκη τους. Άφησε σε ακριβοδίκαια μερίδια τα πάντα στα ανίψια της και στην πρώην νύφη της. Στο γιο της τίποτα. Υπέγραψε και για τον άντρα της, τόσα χρόνια στο γραφείο του, ήξερε να αντιγράφει την υπογραφή του. Έβαλε περσινή ημερομηνία.
  Έριξε στον καφέ της ποντικοφάρμακο. Πήγε και ξάπλωσε δίπλα του.
  Τους βρήκε η γειτόνισσα που είχε κλειδιά. Το ταψί με το κανταΐφι περίμενε συγγενείς και φίλους να φάνε, να σχωρεθούν τα ‘ποθαμένα τους, που έλεγε κι η γλυκομιλούσα η μάνα της.
*
©Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη
(part of a) Photo copyright-free, creative commons 2011, επεξεργασία Στάχτες

Μαρία Πετρίτση, Φορτηγό

Aπό την Αθήνα ξεκινήσαμε αχάραγα ακόμα. Γύρω μας μαύρο σκοτάδι, υγρασία και λασπουριά. Η λαχαναγορά επί ποδός. Άλλοι φορτώνανε μηλοπορτόκαλα εκτός εποχής και άλλοι ξεφόρτωναν λάχανα και μελιτζάνες μέσα σε ευρωπαϊκά καφάσια. Ελληνικό το προϊόν, ξένη η συσκευασία. Ή και το αντίθετο. Οι χαμάληδες ανάκατοι. Χίλιες ράτσες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Φορτηγό»

Ιωάννα Βακάλη, «Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας» (απόσπασμα)

Απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου:

Ωρες ώρες αγωνιώ. Αγωνιώ για το μέτρο που πρέπει να ακολουθήσω. ΄Όλοι έχουν ένα μέτρο. Η ζωή το παρέχει σε όσους το έχουν ανάγκη. Καμιά φορά ανησυχώ αν είμαι καλή. Εμπιστεύομαι όμως το καθρέφτισμά μου στα μάτια των γέρων και των παιδιών. Όταν τα βλέμματα συνωμοτούν με την αλήθεια. Περιπλανιέμαι σε δρόμους και κρεβάτια. Αφήνω τους ανθρώπους να με γεύονται. Δίνομαι στον καθένα. Σαν να είναι μοναδικός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωάννα Βακάλη, «Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας» (απόσπασμα)»

Ιωάννα Βακάλη, “Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας” (απόσπασμα)

Αρχείο 05/09/2013

Απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου:

Ωρες ώρες αγωνιώ. Αγωνιώ για το μέτρο που πρέπει να ακολουθήσω. ΄Όλοι έχουν ένα μέτρο. Η ζωή το παρέχει σε όσους το έχουν ανάγκη. Καμιά φορά ανησυχώ αν είμαι καλή. Εμπιστεύομαι όμως το καθρέφτισμά μου στα μάτια των γέρων και των παιδιών. Όταν τα βλέμματα συνωμοτούν με την αλήθεια. Περιπλανιέμαι σε δρόμους και κρεβάτια. Αφήνω τους ανθρώπους να με γεύονται. Δίνομαι στον καθένα. Σαν να είναι μοναδικός. Όταν είναι άσχημα είναι σαν να κυλιέμαι με τα τέσσερα στη λάσπη. Όταν είναι ωραία είναι σα να κάνω έρωτα με όλο το σύμπαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωάννα Βακάλη, “Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας” (απόσπασμα)»

Αλέξανδρος Ζεν, Νύχτα φόνου

Ω ναι, τη θυμάμαι σα χτες εκείνη την ημέρα… Θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία: Δεκαπέντε Οκτωβρίου. Θυμάμαι τι ρούχα φορούσα, θυμάμαι πόσα τσιγάρα είχα καπνίσει, τι καφέ είχα πιει, που είχα παρκάρει τ’ αμάξι, θυμάμαι ακόμα και πόσο γεμάτο ήταν το φεγγάρι – ακριβώς μέχρι τη μέση. Θυμάμαι και το νεκρό βλέμμα των ματιών του… Αυτό καλύτερα απ’ όλα…
   Είχα ξυπνήσει πολύ νωρίς εκείνο το πρωί, δεν είχε καν ξημερώσει. Είχε ζέστη, ζέστη ασυνήθιστα γλυκιά για πρωινό του Οκτώβρη. Το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας είχε κάνει το κεφάλι μου βαρύ σαν μολύβι και είχε εξασθενίσει το ήδη αδύναμο στομάχι μου. Ήμουν ένα ζωντανό πτώμα που περιφερόταν άσκοπα απ’ το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα, από κει στην τουαλέτα, κι απ’ την τουαλέτα στο υπνοδωμάτιο. Δεν τα άντεχα καθόλου τα μεθύσια, ούτε τα ξενύχτια γενικά. Με θυμάμαι από έφηβο ακόμα να στριφογυρίζω για το πολύ δυο ώρες στο κρεβάτι μου και να σηκώνομαι γεμάτος τσίμπλες στα μάτια, πόνους στα πόδια και αλκοόλ στο αίμα για να συρθώ μέχρι τη λεκάνη. Τις άλλες νύχτες βέβαια έκανα υπέροχους ύπνους. Μέχρι εκείνο το βράδυ της δεκάτης πέμπτης δεν ήξερα καν τι θα πει η λέξη ‘αϋπνία’. Κοιμόμουνα βαριά και ήσυχα για τουλάχιστον οχτώ ώρες – απολάμβανα ύπνο! Εκείνο το πρωινό πάντως, για να επιστρέψω και στο θέμα, το πρώτο πράγμα που έκανα όταν σηκώθηκα δεν ήταν να συρθώ μέχρι την τουαλέτα, αλλά να συρθώ μέχρι την κουζίνα, όπου θα έφτιαχνα το μόνο πράγμα που θα μπορούσε κάπως να με ζωντανέψει: έναν διπλό ελληνικό καφέ, μαζί με ένα φτηνό παλ μαλ τσιγάρο. Και όντως, με την πρώτη κιόλας γουλιά ένιωσα το σώμα μου να συνέρχεται. Το μυαλό μου πάλι, όχι και τόσο…
Πέρασα τις ώρες της ημέρας συμπληρώνοντας έγγραφα για τη δουλειά και διαβάζοντας το βιβλίο που είχα αφήσει από καιρό στη μέση: τον Ξένο του Καμύ. Ποτέ δε μπόρεσα να καταλάβω τι το τόσο σπουδαίο έβλεπε ο κόσμος σ’ αυτό το βιβλίο. Εμένα πολλές φορές με κούραζε… Το μεσημέρι δεν είχα καθόλου όρεξη για μαγείρεμα, οπότε παρήγγειλα μια πίτσα απ’ έξω. Και κατά τις έξι το απόγευμα είχα ραντεβού για καφέ με την Μαρία στο κέντρο.
   Θυμάμαι συζητούσαμε για το γάμο – κάναμε τις πρώτες προετοιμασίες. Είχε φέρει δείγματα από προσκλητήρια για να διαλέξουμε μαζί. Της είπα ότι δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου το προσκλητήριο, δε μ’ ενδιαφέρει τίποτα εκτός απ’ το να είμαι μαζί της. Μου χαμογέλασε. Τίποτα δε μπορούσε να μου φτιάξει περισσότερο τη διάθεση από ένα χαμόγελό της. Ολόκληρο το πρόσωπο της φωτιζόταν κάθε φορά που τα λεπτά της χείλη κοιτούσαν προς τα πάνω. Πλησίασα αργά και τη φίλησα για ώρα, παθιασμένα, μέχρι να μας επαναφέρει τελικά ο εκνευριστικός σερβιτόρος που κουβαλούσε τους καφέδες μας. Τελικά δεν αποφασίσαμε ποτέ το προσκλητήριο, το άφησα πάνω της, κι όταν πια ο ήλιος είχε πέσει και το σκοτάδι είχε αρχίσει να απλώνεται πάνω απ’ τη μεγάλη πόλη, φιληθήκαμε ξανά, αποχαιρετιστήκαμε και τραβήξαμε ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του… Ποτέ μου δε θα πίστευα ότι εκείνη η φορά θα ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπα το πρόσωπο της, που θα άκουγα τη φωνή της, που θα κοίταγα στα μάτια της, που θα άγγιζα τα χείλη της…
   Είχα παρκάρει το αμάξι πολύ μακριά απ’ το καφέ που είχαμε καθίσει, τουλάχιστον είκοσι λεπτά περπάτημα. Φυσικά τέτοια ώρα στο κέντρο θα έπρεπε να νιώθω τυχερός μόνο και μόνο που είχα καταφέρει να βρω θέση, μα το περπάτημα δεν το άντεχα καθόλου, και πάντα παραπονιόμουν αν είχα πάνω από ένα χιλιόμετρο να διανύσω με τα πόδια. Γι’ αυτό και όταν έφτασα στο κακόφημο στενό της οδού Αλεξάνδρου, δεν το σκέφτηκα καθόλου πριν μπω και κόψω δρόμο. Θα γλίτωνα περίπου τριακόσια μέτρα. Χα, το σκέφτομαι σήμερα ότι όλα αυτά έγιναν για τριακόσια μέτρα και μου φαίνομαι τόσο γελοίος…
   Καθόταν στα σκαλιά, ακριβώς έξω απ’ το μισογκρεμισμένο και ερειπωμένο αρχοντικό με τον αριθμό επτά, δίπλα στην ανοιγμένη χαρτόκουτα που χρησιμοποιούσε για κρεβάτι. Φορούσε ένα παλιό, ξεσκισμένο μπλουτζιν κι ένα λεπτό, μπεζ πουκάμισο, απ’ το οποίο έλειπαν δυο κουμπιά στο ύψος του στομαχιού. Το πρόσωπό του ήταν τρομακτικό, απόκοσμο, τα μάγουλα του έμοιαζαν φαγωμένα, τα μικρά του μάτια πρησμένα και ρυτιδιασμένα, γεμάτα μαύρους κύκλους, το στόμα του ξερό. Μόνο το μακρύ, γκρίζο του μούσι είχε κάτι το μεγαλοπρεπές, έμοιαζε λες και ήταν βγαλμένο από τη Βίβλο. Ήταν λεπτός και αδύναμος, με το ζόρι φαινόταν να κρατάει το κεφάλι του όρθιο. Θα ήταν το πολύ εξήντα χρονών, μα έμοιαζε τουλάχιστον ενενήντα. Δεν το κρύβω πως το όλο θέαμα του μου προκάλεσε αηδία… Τον κοίταξα και με κοίταξε πίσω. Τα μάτια του ήταν άδεια, κενά, λες και ήταν ήδη νεκρός…
   Σηκώθηκε απ’ τη θέση του με δυσκολία και με βιαστικές κινήσεις άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος μου. Άνοιξα το βήμα μου. Δεν ήταν ότι τον φοβήθηκα, απλά ήθελα να τον αποφύγω… Άκουσα τη λεπτή και κουρασμένη φωνή του πίσω από την πλάτη μου: «Γεια σου φίλε, μήπως έχεις μερικά ψιλά;» Συνέχισα να περπατάω χωρίς να απαντήσω. Με ακολουθούσε κατά πόδας. Ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις έναν τέτοιο άνθρωπο να περπατάει τόσο γρήγορα, ήταν άξιον απορίας πως τον κρατούσαν ακόμα τα πόδια του. Έφτασε ακόμα πιο κοντά μου. «Συγγνώμη, φίλε…» «Όχι, τον διέκοψα απότομα, χωρίς καν να γυρίσω να τον κοιτάξω. Δεν έχω τίποτα.» Πίστεψα ότι θα σταμάταγε, ότι δεν θα έδινε περισσότερη σημασία σε έναν τυχαίο περαστικό που ήθελε απλά να πάει σπίτι του, μα αντιθέτως, με δυο απότομες κινήσεις βρέθηκε μπροστά μου, να μου κλείνει το δρόμο και να με κοιτάει στα μάτια. «Φίλε, μήπως έχεις μερικά ψιλά;» με ξαναρώτησε. «Σου είπα όχι, δεν έχω τίποτα,» απάντησα και προσπάθησα να φύγω, μα έκπληκτος συνειδητοποίησα ότι είχα σχεδόν παραλύσει όρθιος στη μέση του δρόμου. Καθόμουνα για ώρα – ή έστω λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες – και τον κοίταζα βαθιά μέσα στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο μίσος, πρώτη φορά έβλεπα τόσο μίσος μέσα σ’ ένα ζευγάρι ανθρώπινων ματιών. Ένιωθα πως μ’ έπνιγε αυτό το βλέμμα. Κι εκεί ήταν που άρχισα να φοβάμαι…
   «Α… Δεν έχεις τίποτα…» είπε εκείνος, συνεχίζοντας να με κοιτάει με τα απάνθρωπα, ψυχρά του μάτια. «Όχι, τίποτα,» απάντησα χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής μου. Κοιταχτήκαμε για λίγο ακόμα, ώσπου άρπαξε το αριστερό μου χέρι απ’ τον καρπό και με τράβηξε προς τα πίσω. «Έλα λίγο μαζί μου,» μου είπε αδύναμα. «Άσε με ήσυχο,» του απάντησα θυμωμένος και τράβηξα το χέρι μου για να το ελευθερώσω. «Ρε έλα που σου λέω,» συνέχισε ξαναγραπώνοντας με. «Όχι, άσε με,» φώναξα τρομαγμένος προσπαθώντας πάλι να ελευθερώσω το χέρι μου, μα αυτή τη φορά χωρίς αποτέλεσμα. Με είχε σύρει τουλάχιστον δέκα μέτρα πίσω όταν άρχισα να πανικοβάλλομαι. Ξανατράβηξα το χέρι μου με περισσότερη δύναμη, το ελευθέρωσα, και του έριξα μια δυνατή σπρωξιά. Ο γέρος έπεσε κάτω στην άσφαλτο, μα, για κάποιο λόγο που ακόμα δε μπορώ να εξηγήσω, δεν το έβαλα στα πόδια, έμεινα εκεί, στο ίδιο σημείο, σχεδόν πετρωμένος… «Άσε με ήσυχο!» του φώναξα. Εκείνος σηκώθηκε με δυσκολία και έτρεξε – όσο μπορούσε να τρέξει – κατά πάνω μου. Τον ξαναέσπρωξα και ξαναέπεσε κάτω. «Τι θέλεις από μένα;» τον ρώτησα σχεδόν κλαίγοντας. Ο γέρος, χωρίς να δώσει καμία σημασία στα λόγια μου, ξανασηκώθηκε, μα αυτή τη φορά κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι μπύρας στο δεξί του χέρι, με στόχο να το προσγειώσει στο κεφάλι μου. Φυσικά δεν τα κατάφερε. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής, γράπωσα τον καρπό του χεριού του και με το άλλο μου χέρι του έριξα μια γροθιά στο στομάχι. Άφησε το μπουκάλι μπύρας να πέσει κάτω και να σπάσει σε κομμάτια, και με τις παλάμες του τύλιξε το σημείο που τον είχα χτυπήσει. Ήξερα πως πλέον δε μπορούσε να μου κάνει τίποτα… Του έριξα άλλη μια γροθιά όσο ήταν σκυμμένος πάνω απ’ το στομάχι του, μα αυτή τη φορά στη μύτη. Την έσπασα… Κύλησε αίμα πηχτό και σκούρο, ποτισμένο με ουσίες. Ο γέρος έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με βουβούς λυγμούς. Τον ξαναχτύπησα στο πίσω μέρος του κεφαλιού και τον σώριασα κάτω. «Βρωμοπρέζακα!» φώναξα και του έριξα μια δυνατή κλωτσιά στα πλευρά. Εκείνος έσκουξε φωναχτά. «Πουτάνας γιε!» ξαναφώναξα και ξανακλώτσησα. Ο γέρος ήταν αναίσθητος. «Άσε με ήσυχο καριόλη!» φώναξα για μια τελευταία φορά, πριν αρπάξω ένα άλλο μπουκάλι μπύρας που ήταν πεταμένο δίπλα του και του το φέρω στο κεφάλι, όχι μια, αλλά τουλάχιστον τρεις φορές. Το κρανίο του άνοιξε στα δυο σαν όστρακο. «Άσε με ήσυχο,» ψέλλισα πριν ακόμα καταλάβω τι είχε γίνει – τι είχα κάνει…
   Έμεινα πάνω απ’ το σώμα του για ώρα, μαρμαρωμένος και θολωμένος. Ο γέρος δεν κουνιότανε καθόλου. Έσκυψα προσεκτικά κάτω στο δρόμο και γύρισα το γεμάτο αίματα κορμί του ανάσκελα. Τα μάτια του ήταν ακόμα ανοιχτά και με κοιτούσαν, μα πλέον δεν υπήρχε ούτε μίσος, ούτε κακία μέσα τους. Πλέον δεν υπήρχε τίποτα… Προσπάθησα να καταλάβω αν είχε σφυγμό. Δεν είχε…
Ναι, θυμάμαι ακόμα πολύ καλά τον ψυχρό αέρα που φύσηξε εκείνη τη στιγμή στην οδό Αλεξάνδρου. Θυμάμαι και το φως του μισογεμάτου φεγγαριού που έπεφτε στα άδεια μάτια του. Θυμάμαι και τις κηλίδες μαύρου αίματος στην άσφαλτο… Το άψυχο του πτώμα… Το μόνο που δε θυμάμαι… είναι τι έκανα μετά…
©Αλέξανδρος Ζεν
Image Source: Chase Bickel 

Γιώργος Μαραζάκης, Τριπλό άξελ

Mυρτώ την είχανε βγάλει, όπως τη μακαρίτισσα τη γιαγιά της. Μυρτούλα την φώναζε η Κυρία Ευανθία, η μάνα της. «Έλα Μυρτούλα μου, ξύπνα θα αργήσεις» της έλεγε τα πρωινά. Όταν την βαφτίζανε, οχτώ μηνών μωράκι κοιτούσε την κόρη της και έβλεπε ένα ηλιοκαμένο αδύνατο κορίτσι να τρέχει ξυπόλυτο στην αμμουδιά. Μα η Μυρτούλα μεγάλωσε κι έγινε το αντίθετο, χλωμή και παχουλή. Ένα νωθρό μελαγχολικό κορίτσι. Μόνο δυο στρογγυλές πιτσιλιές κόκκινο χρωμάτιζαν τα φουσκωτά της μάγουλα.

 

Καθόταν στο θρανίο σκυφτή με το μολύβι στο χέρι. Η δασκάλα μιλούσε και αυτή ζωγράφιζε καρδούλες στην λευκή πρώτη σελίδα του βιβλίου χωρίς να την ακούει.
Όλα της τα βιβλία ήταν νοικοκυρεμένα, και προστατευμένα με διάφανο ντύμα. Είχαν πολύχρωμα αυτοκόλλητα με στρασάκια στο εξώφυλλο και μια ροζ ετικέτα στην γωνία. «Μυρτώ Λαμπροπούλου, μαθήτρια της πέμπτης δημοτικού.» Δεν ήταν τσαλακωμένα στις γωνίες. Μέσα όμως ήταν γεμάτα ζωγραφισμένες καρδούλες. Καρδούλες και το όνομα Γιάννης. «Μυρτώ τι λέγαμε τώρα;» συνήθιζε να την ρωτάει η δασκάλα κι αυτή ποτέ δεν ήξερε τι να απαντήσει. Άκουγε την μονότονη φωνή που αντηχούσε στην τάξη χωρίς ποτέ να προσέχει τα λόγια. Οι κόκκινες πινελιές απλώνονταν τότε σε όλο της το πρόσωπο και τα άλλα παιδιά κρυφογελούσανε. Δεν την ένοιαζε όμως. Το είχε συνηθίσει. Μόνο το τραγουδάκι την πείραζε. Το ξεκινούσε ένα από τα παιδιά και το συνεχίζανε όλοι χορωδία∙ και ο Γιάννης μαζί. Ένα στιχάκι ήταν όλο κι όλο μα όποτε τους κολλούσε μπορούσαν να το επαναλαμβάνουν για ολόκληρο το διάλειμμα.
Έρχεται η Μυρτώ
κρύψτε το φαγητό
Έρχεται η Μυρτώ
κρύψτε το φαγητό.

Δεν το άκουγε πάνω από δύο τρεις φορές. Κρυβόταν σε κάποια ευχάριστη σκέψη και οι φωνές τους γινόντουσαν μακρινοί υπόκωφοι ήχοι. Χανόταν σε μακρινούς κόσμους με ξωτικά και νεράιδες. Όλο και κάποια καλόκαρδο Τζίνι που έδινε τρεις ευχές σύχναζε εκεί. Με την πρώτη ευχή γινότανε όμορφη και με την δεύτερη τα έφτιαχνε με τον Γιάννη. Φορούσε ένα ροζ φόρεμα και καθόντουσαν μαζί στο παγκάκι της πίσω αυλής. Η Τρίτη ευχή άλλαζε κάθε φορά.
Τα απογεύματα τα περνούσε μπροστά στην τηλεόραση. Περίμενε όλη τη βδομάδα με λαχτάρα τη μέρα που έπαιζε candy candy. Έπαιρνε κρυφά τρεις τέσσερις χούφτες σοκολατάκια και στηνόταν μπροστά στην ασπρόμαυρη συσκευή. Όταν ο Antony έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε η Μυρτώ οριστικοποίησε την τρίτη της ευχή. Θα τον ανάσταινε για να παντρευτεί την Candy.
Τα χρόνια περνούσαν και η Μυρτούλα μεγάλωνε. Όχι μόνο στα χρόνια αλλά και στις διαστάσεις. Γύριζε από το σχόλιο και κλεινόταν στο δωμάτιο της. Της είχε κάνει δώρο η θεία της μια φορητή τηλεόραση και την είχε στο κοριτσίστικο δωμάτιο ανάμεσα σε αρκουδάκια και κούκλες. Την εποχή που έδειχνε καλλιτεχνικό πατινάζ έβγαινε από το δωμάτιο μόνο για να πάει στο περίπτερο να αγοράσει σοκολάτες και πατατάκια. Παρακολουθούσε εκστασιασμένη, με το στόμα μπουκωμένο. Φανταζόταν τον εαυτό της να γλιστράει στο πάγο. Αδύνατη και όμορφη ελίσσεται με μπρίο ενώ το δαντελένιο της φόρεμα ανεμίζει στον ρυθμό της μουσικής.
Βραδιά καλλιτεχνικού πατινάζ ήταν και όταν έφυγε ο πατέρας της από το σπίτι. Είχε χαμηλώσει τον ήχο και κρυφάκουγε. Είχε σταματήσει να αναπνέει για να κάνει ησυχία. Δεν τα άκουγε όλα. Μόνο σκόρπιες λέξεις, πνιχτά κλάματα, τον μεταλλικό ήχο από το κούμπωμα της μεγάλης βαλίτσας, κάτι μισοτελειωμένες προτάσεις, η πόρτα που κλείνει. «Την κόρη σου δεν την σκέφτεσαι;» Όταν η Ευανθία άρχισε να κλαίει με λυγμούς η Μυρτώ σταμάτησε να ακούει. Κρύφτηκε πάλι σε κάποιον από τους κόσμους της. Ήταν μεγάλη και όμορφη εκεί. Ένα πρώην ασχημόπαπο. Είχε τρία παιδιά και ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι με κεραμίδια στην εξοχή. Είχε μια στρογγυλή πέργκολα στην αυλή και μια λιμνούλα με χρυσόψαρα στον κήπο.
«Διάβαζε Μυτούλα μου» της έλεγε η μάνα της πριν τις μεγάλες εξετάσεις. «Διάβαζε να ξεφύγεις εσύ τουλάχιστον». Και η Μυρτούλα που είχε μεγαλώσει σε όλες τις διαστάσεις ήξερε πως αυτό έπρεπε να κάνει. Έπαιρνε το βιβλίο και μερικά κομμάτια από τον κορμό σοκολάτα, που έφτιαχνε η Ευανθία για να την καλοπιάνει και διάβαζε. Διάβαζε μα από τα μισά της πρώτης σελίδας σταματούσε να αποτυπώνει τα γράμματα στο μυαλό της. Χανόταν σε φοιτητόσπιτα και χαρούμενες παρέες. Έβλεπε τον εαυτό της αδύνατο στην νοικοκυρεμένη γκαρσονιερούλα με τις σιέλ κουρτίνες. Στον καναπέ ένας νέος με καστανό μαλλί άκουγε μουσική. Άλλες φορές τον λέγανε Μπράντον κι άλλες Ντύλαν. Όταν βγήκε η βαθμολογία δεν έκλαψε. Ήταν Πέμπτη, είχε τα χτυποκάρδια στο Μπέβερλυ χιλς το βράδυ. Τα είδε στην μικρή της τηλεόραση συντροφιά με τρία πακέτα σοκολατένια μπισκότα και πατατάκια.
Τα μάτια της ίσα που φαινότανε από το φουσκωμένο πρόσωπο της. Το κόκκινο στα μάγουλα της είχε πάλι απλωθεί. «Μάλιστα κύριε Γεωργίου» ψέλλιζε στις παύσεις της φωνής του.
«Θα περίμενα περισσότερη υπευθυνότητα Δεσποινίς Μυρτώ»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
«Η καλή από την κακή δουλειά διαφέρει μόνο στις λεπτομέρειες»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
«Τα λάθη είναι ανθρώπινα αρκεί να μην επαναλαμβάνονται»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
Αυτός μιλούσε μα η Μυρτώ δεν άκουγε. Είχε ήδη χαθεί στην χαρούμενη σκέψη της. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν νεράιδα μα άνθρωπος κανονικός. Τον λέγανε Φάνη. Το βράδυ θα πηγαίνανε σινεμά. Προτιμούσαν τον κινηματογράφο γιατί ήταν και οι δυο ντροπαλοί. Ο κινηματογράφος έδινε μια λύση στις αμήχανες σιωπές τους. Πριν πάνε, συζητούσαν για το έργο που θα δουν και μετά που φεύγανε για αυτό που είδαν. Βγαίνανε εδώ και τρεις μήνες. Περπατούσανε δίπλα δίπλα και ο κόσμος τους κοιτούσε. Ο Φάνης ήταν πολύ αδύνατος, καμπούριζε και λίγο. Είχε πατήσει τα εικοσιτέσσερα μα η ακμή δεν είχε φύγει από το πρόσωπο του. Φορούσε και κάτι χοντρά γυαλιά μυωπίας. Τις πρώτες φορές που βγήκαν, η Μυρτώ προσπαθούσε να οδηγεί τις συζητήσεις. Αυτός απαντούσε μονολεκτικά με μια μονότονη φωνή που έβγαζε από τη μύτη. Η κατάσταση βελτιώθηκε λίγο με τον κινηματογράφο. Μετά τα πρώτα δέκα – δεκαπέντε ραντεβού ολοκλήρωσαν και την σχέση τους. Οι γονείς του Φάνη λείπανε στο χωριό και την κάλεσε σπίτι. Ήταν και για τους δύο η πρώτη φορά. Νευρική και αγχωμένη. Ρούχα που δεν βγαίνανε εύκολα, παράξενα κουμπώματα σουτιέν, φακελάκια προφυλακτικών που δεν άνοιγαν, αγωνιώδεις ανιχνεύσεις ανατομικής φύσεως, σουμιέδες που τρίζανε επικίνδυνα. Πάντα είναι η δύσκολη η πρώτη φορά. Μια από τις επόμενες μέρες θα ερχόταν και η δεύτερη, αυτή θα ήταν καλύτερη έλεγε η Μυρτώ. Μετά φανταζόταν τον γάμο και το σπιτικό τους. Πηγαίνουν βόλτα στην παιδική χαρά και ο Φάνης κρατάει από το χέρι την κόρη τους, ένα ηλιοκαμένο αδύνατο κοριτσάκι.
«Λίγη περισσότερη προσοχή σε παρακαλώ»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου».
Όταν της είπε να χωρίσουν ήταν η πρώτη φορά που μίλησε τόσο πολύ. Η Μυρτώ είχε καρφώσει το βλέμμα στο πάτωμα. Της έλεγε ότι είναι ακόμα νέος για σοβαρή σχέση και ότι θέλει να ασχοληθεί εντατικότερα με τις σπουδές του. Ήδη είχε σταματήσει να τον προσέχει. Άκουγε μόνο τον ήχο της φωνής να βγαίνει από την μύτη του. Φανταζόταν το γιατρό με την πειραματική μέθοδο. Χρειαζόταν μια εθελόντρια να δοκιμάσει την νέα θεραπεία. Σε τρεις μήνες θα ήταν αδύνατη και όμορφη με τα νέα επαναστατικά χάπια. Θα είχε οποίον ήθελε στα ποδιά της. Θα την έβλεπε ο Φάνης στην καφετέρια αγκαλιά με εκείνο το ψηλό παιδί από το τμήμα προμηθειών και θα έβαζε τα κλάματα. Ας πρόσεχε, ας πρόσεχε.
Την άλλη μέρα ήταν η πρώτη φορά που δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήρε τηλέφωνο στη δουλειά και είπε ότι είναι άρρωστη. Έμεινε όλη μέρα στο δωμάτιο να βλέπει τηλεόραση. Κάθε λίγες ώρες έπαιρνε τηλέφωνο να παραγγείλει φαγητό. Πίτσα, σουβλάκια, κρέπες. «Τι έχεις Μυρτούλα μου» την ρωτούσε η μάνα της. «Γιατί δε μου λες;»
Ο καιρός περνούσε και η Μυρτούλα μεγάλωνε. Μεγάλωνε σε όλες τις διαστάσεις. Είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που βγήκε από το διαμέρισμα. Δεν την κρατούσαν πια τα γόνατα της. Είχε πάψει να σηκώνεται από το κρεβάτι. «Δυστυχώς πρέπει να λάβετε δραστικά μέτρα» είπε ο γιατρός «Διατρέχετε άμεσο κίνδυνο» . Η Ευανθία προσπάθησε να την βοηθήσει. Δοκίμασε να μαγειρεύει υγιεινά και δεν πήγαινε να της αγοράσει γλυκά από το περίπτερο. Μα η Μυρτώ έκλαιγε και ούρλιαζε. Έκανε σαν θηρίο στο κλουβί. Πετούσε τα πιάτα και τα ποτήρια στον τοίχο. Μόνο το τηλεκοντρόλ πρόσεχε σαν τα μάτια της. Στο τέλος η Ευανθία υπέκυπτε. Πήγαινε στο ψιλικατζίδικο και γέμιζε μια νάιλον σακούλα με τις αγαπημένες λιχουδιές της κόρης της. Όλη σχεδόν τη σύνταξη την ξόδευε σε σοκολάτες, πατατάκια και πίτσες. «Αν πάθω κάτι τι θα απογίνεις;» μονολογούσε κάθε τόσο κλαίγοντας.
Η Μυρτώ δεν μπορούσε να πάει ούτε στην τουαλέτα. Της πήγαινε την πάπια η μάνα της. Κάθε δυο μέρες την έπλενε με μια βρεγμένη πετσέτα. Έβαζε όλη της την δύναμη και την βοηθούσε να γυρίσει στο πλάι για να καθαρίζει το δέρμα της που σάπιζε κολλημένο στα σεντόνια.
Ένα πρωί η Ευανθία πήρε τηλέφωνο στο νούμερο που δίνανε στην αγαπημένη της εκπομπή. Από το κανάλι είπαν πως θα βοηθούσαν. Θα έπαιρναν μια συνέντευξη από την Μυρτώ και μετά θα την κατέβαζαν από το μπαλκόνι με τη βοήθεια κάποιου γερανοφόρου οχήματος. Θα αναλαμβάνανε τα έξοδα για την νοσηλεία της σε ιδιωτική κλινική και την επέμβαση στο στομάχι. Η Μυρτώ όμως είχε άλλα σχέδια.
«Πως νιώθεις Μυρτώ καθηλωμένη τόσο καιρό στο κρεβάτι;» Ρώτησε η καλοχτενισμένη κοπέλα προτείνοντας της το μικρόφωνο. Αυτή δε μίλησε. Ανασηκώθηκε με κόπο, γύρισε το σβέρκο στο πλάι και ξέρασε πάνω στο μανίκι της αποσβολωμένης δημοσιογράφου. Η εκπομπή δεν έγινε ποτέ.
Η Μυρτώ είχε πάψει ακόμα και να μιλάει. Έτρωγε μόνο και άλλαζε κανάλια. Τίποτα άλλο δεν έκανε. Είχε έρθει πάλι η εποχή του πατινάζ. Παρακολουθούσε με γεμάτο το στόμα, δακρυσμένη από χαρά. Στο διάλειμμα για τις διαφημίσεις έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Όταν τα ξανάνοιξε δεν ήταν πια στο δωμάτιο. Το κρεβάτι της βρισκόταν στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας. Έξω ακούγονταν μακρινές μουσικές και χειροκροτήματα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα εκείνος. Ψηλός και ξανθός. Ισορροπώντας στα παγοπέδιλα προχώρησε προς το μέρος της. Η εφαρμοστή φορεσιά του την θάμπωνε. Ήταν γεμάτη στρας και στολίδια. Δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του. Αυτός την κοίταξε με απέχθεια όπως ήταν ασάλευτη και ανήμπορη πάνω στο κρεβάτι . Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του μπολερό ένα γυριστό μαχαίρι, Αραβικό. Της το κάρφωσε λίγο πια χαμηλά από το λαιμό και το τράβηξε με δύναμη μέχρι τον αφαλό. Έσκυψε και έχωσε το χέρι του μέσα στην κοιλιά της. Ψαχούλεψε ανάμεσα στα λίπη και τα αίματα μέχρι που βρήκε το χέρι της. Το έπιασε δυνατά και με μια απότομη κίνηση την τράβηξε έξω. Αυτή στάθηκε μπροστά του χαμογελώντας. Αδύνατη και μικροκαμωμένη. Φορούσε ένα ροζ κορμάκι στολισμένο με δαντέλες. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και φτάνανε μέχρι την μέση της πλάτης. Την πήρε από το χέρι και προχωρήσανε προς την πόρτα. Μόλις μπήκαν στο παγοδρόμιο το κοινό ξέσπασε σε κραυγές κα χειροκροτήματα. Τα φώτα σβήσανε. Το πλήθος κράτησε τους αναπτήρες ψηλά. Προχώρησαν στον πάγο και στάθηκαν στην μέση της πίστας. Η μουσική ξεκίνησε. Χόρευαν στους ρυθμούς της. Ελίσσονταν αγκαλιασμένοι. Την στροβίλιζε, την σήκωνε ψηλά, έκαναν πιρουέτες και το φως του προβολέα τους ακολουθούσε. Το κοινό είχε εκστασιαστεί. Με έναν απότομο ελιγμό βρέθηκαν σταματημένοι στην γωνία της πίστας. Ξεκίνησαν να πατινάρουν με όλη τους την δύναμη. Ανέπτυξαν ταχύτητα. Θαρρείς πω σταμάτησαν όλοι να αναπνέουν. Τα μαλλιά της κυμάτιζαν παράλληλα στον πάγο. Κάπου στα μισά την έπιασε από την μέση. Λυγίσανε τα γόνατα τους. Έβαλε όλη του την δύναμη και την εκτόξευσε ψηλά. Στροβιλίστηκε τρεις φορές στο αέρα και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο έδαφος.
Copyright©Γιώργος Μαραζάκης

[στάχτες αρχειο]

Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά

 
Όπου η δύσκολη ενηλικίωση ενός κοριτσιού στη  μεταπολεμική Αθήνα. 

«Η μάνα μας, σκληρή και πρωτόγονη γυναίκα από τα ορεινά της κεντρικής Εύβοιας έκανε στην αρχή, πολύ νέα, τη Μαρία και την Ελπίδα. Η Ελπίδα πεθαίνει εννιά  χρονώ και στο καπάκι η μάνα  κάνει κι άλλο κοριτσάκι. Εμένα, που με βγάλανε πάλι Ελπίδα λόγω της πεθαμένης –λευχαιμία. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Τον άλλο χρόνο, η μάνα έκανε τέταρτο και τελευταίο κοριτσάκι, τη Σταυρούλα. Την πέρναγα μόνο δεκατρείς μήνες. Δύο σετ κοριτσιών δηλαδή, για να μη μπερδεύεσαι. Δε δούλευε φυσικά η μάνα, με τα παιδιά και με το σπίτι ασχολιότανε. Και τα παιδιά εμείς, κλεισμένες μέσα συνέχεια. Στρατιωτική πειθαρχία. Καθένα που μεγάλωνε, έπαιρνε δουλειές στο σπίτι, και μεγάλωνε και το μικρότερό του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά»

Δημήτρης Μποσκαΐνος, Τρεις ματιές στο μέλλον


Αθήνα 2028… Ο γιατρός μου το ξεκαθάρισε…
Η τεχνική βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο.
Περισσότερες από 3ις φορές δεν είναι ασφαλές να κοιτάς στο μέλλον
Σε κοντινά ταξίδια ελάχιστα πράγματα θα έχουν αλλάξει…έτσι …»καις».. τη μια από τις τρεις ματιές σου ανούσια.
Στα μακρινά πάλι οι αλλαγές μπορεί να είναι τόσο μεγάλες όπου να μην μπορείς να προσαρμοστείς και να αναγνωρίσεις πράγματα και καταστάσεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μποσκαΐνος, Τρεις ματιές στο μέλλον»