Τέος Ρόμβος, «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου»

(Απόσπασμα)

Κάθε νέα ημέρα, πρωί-πρωί, κατεβαίνω τα 752 σκαλοπάτια από τη μεσαιωνική Απάνω Χώρα μέχρι κάτω στη νέα πόλη και πηγαίνω στο Ιστορικό Αρχείο. Περνάω όλο το πρωινό μου εκεί.

  Ανασκαλεύω χαρτιά, αναφορές του 19ου αιώνα, διαθήκες, νο- σοκομειακά αρχεία, κιτρινισμένα έγγραφα με άπειρα σχεδιά- σματα, άλλα καλλιγραφημένα από επιδέξιους γραφείς κι άλλα καμωμένα με δυσνόητες γραφές και στριφογυριστές ουρίτσες, φαντάζομαι ακροβασίες με τον κοντυλοφόρο πάνω στο χαρτί, πιρουέτες και σπαγγάτο για να γραφούν τα σχεδιάσματα-κείμενα, σαν να χορεύει ένα επιδέξιο ζευγάρι χορευτών ταγκό, απόλυτος συγχρονισμός κινήσεων του ενός κολλημένου πάνω στον άλλο, σαν τα δάχτυλα που τυλίγουν την πένα μέχρι την τελική φιγούρα, το τίναγμα στον αέρα και το βύθισμα στο μελανοδοχείο. Χαϊδεύω τα γράμματα από ξεθυμασμένα μελάνια που θρίφουν στο άγγιγμά μου κι αφήνουν σημάδια στις ρώγες των δαχτύλων και μια αίσθηση παλιών ιστοριών αναδύεται μέσα από δικόγραφα γεμάτα πάθη, ακόλαστους, απονενοημένους, φανερωμένους έρωτες, μοιχείες και μοιχαλίδες, σφαξίματα και ιστορίες με νεαρούς Υδραίους που έβραζε το αίμα τους και χειρίζονταν επιδέξια το λάζο και με τα δύο χέρια. Διαβάζω παλιά έντυπα και πολυκαιρισμένες εφημερίδες των πρώτων χρόνων της εγκατάστασης των προσφύγων στο νησί, εκείνων που δημιούργησαν το θαύμα της Ερμούπολης, μιας ολόκληρης πόλης που ξεφύτρωσε μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Ανοίγω βαριά βιβλία με ξεχαρβαλωμένα εξώφυλλα, ξεφυλλίζω σελίδες με μουτζουρώματα από μολύβι και άπειρες σημειώσεις στις άκριες, παλιές μνήμες, κιτρινισμένο χαρτομάνι.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τέος Ρόμβος, «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου»»

Ζηνοβία Αντιδώρου, Τούρτα στο ποτάμι

Το ποτάμι που έγινε σκέπη της λαιμαργίας μου τρέχει και κυλά. Το λένε ποτάμι όλο το χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα το μόνο ποταμίσιο που έχει είναι μια κατάξερη κοίτη που σκονίζεται και περιμένει επί οκτώ συνεχόμενους μήνες. Περιμένει υπομονετικά, δέχεται αγόγγυχτα τα σκουπίδια που το ταίζουν οι περαστικοί, χαίρεται με τα παιδιά που κάνουν σκέιτ μέσα στον μπετόν-αρμέ βυθό του. Μέχρι που ο καιρός αλλάζει και το ποτάμι νιώθει καλύτερα που μπορεί να γίνει επιτέλους λειτουργικό, περήφανο που ονομάζεται ξανά ποτάμι, όχι από συνήθεια, αλλά με την αξία του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζηνοβία Αντιδώρου, Τούρτα στο ποτάμι»

Δημήτρης Μποσκαΐνος, «… Χέρι… χέρι»

Το λεπτό και κοκκαλιάρικο χέρι της τον γράπωσε με δύναμη.
  Από κάτω το χάος.
  Εκείνος έσφιξε το δικό του, τεράστιο, βρώμικο και δυνατό σε μια σωτήρια λαβή. Ήταν ανάλαφρη. Περίμενε να την τραβήξει γρήγορα επάνω. Αντ’ αυτού άρχισε να τη λικνίζει σαν εκκρεμές. Έβαλε δύναμη και πάνω στη μεγαλύτερη ταλάντωση έδωσε μια και την ανέβασε πάνω. Την πέταξε κατά γης.
  Εκείνη ένοιωσε να πέφτει στα μαλακά.
  Οι πέτρες και το κακοτράχαλο έδαφος στο χείλος του γκρεμού της φάνηκαν ένα μαλακό στρώμα σε σχέση με το χαώδες άνοιγμα στο οποίο κρεμόταν ένα λεπτό πριν. Λύτρωση.
 Δευτερόλεπτα πριν κλείσει τα μάτια της από ένα κοκτέιλ εξάντλησης κι ανακούφισης, το μεσημεριανή ηλιόφως πήρε να σκοτεινιάζει ξαφνικά. Πρόλαβε να δει την τεράστια αρβύλα του να προσγειώνεται σαν αμόνι στον δεξί της ώμο. Την πίεζε σταθερά στο χώμα μην έχοντας αφήσει ακόμη την παλάμη της από τη δική του. Έπιασε και με το άλλο του χέρι κάπου στον αγκώνα της.
  Και τότε ξαφνικά κι απροειδοποίητα… τράβηξε.
  Γρήγορα και δυνατά.
 Ένοιωσε να της βγαίνει η ψυχή από το στόμα. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και κόντεψαν να πεταχτούν έξω από το κρανίο της. Γύρισαν αμέσως ανάποδα κι έμεινε να τον κοιτάει άψυχα με μάτια μπαλάκια του πινγκ πονγκ. Τόσο πόνο αισθάνθηκε καθώς εκατομμύρια βελόνες εξαπλώνονταν από τον ώμο της σε όλο της το κορμί.
  Λιποθύμησε κι άρχισε ν αλλάζει χρώμα από το τραυματικό σοκ.
  Δεν πρόλαβε να δει το δεξί της χέρι να αποκολλάται από το υπόλοιπο σώμα της.
Έβαλε το χέρι σε ένα σακί που είχε κρεμασμένο στην πλάτη του και με περισσή ευκολία σήκωσε το σώμα που αιμορραγούσε στην πλάτη. Δεν ένοιωθε σχεδόν καθόλου το βάρος του.
  Μπροστά στο γιγάντιο σώμα του ήταν σα να κουβαλάει ένα θήραμα κυνηγιού, ένα σφάγιο μετρίου μεγέθους.
  Η σπηλιά – κρυψώνα του ήταν κοντά. Θα ασχολιόταν αύριο, να κρύψει τα αίματα.
  Μέσα στη σπηλιά το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Την άφησε κάτω κι άναψε ένα δαδί. Τρεμάμενοι τοίχοι άρχισαν να φεγγοβολούν απειλητικά τριγύρω. Την έσυρε ανάμεσα σε δαιδάλους και σκοτεινούς διαδρόμους μέχρι που έφτασε σε ένα πλάτωμα με μια μεγάλη πέτρα στη μέση , μια πέτρα μα σχήμα σφαίρας. Μετακίνησε με κόπο την πέτρα στο πλάι.
  Αποφορά κι αποσύνθεση πλημμύρισαν το χώρο, κι αυτός μονάχα γρύλλισε σα ζώο. Κοίταξε την τρύπα που έχασκε αβυσσαλέα κάτω από την πέτρα. Έσυρε το κορμί της και την πέταξε μέσα, ξανακλείνοντας το φυσικό πηγάδι. Ένα πηγάδι γιομάτο Θάνατο.
  Προσπερνώντας την μεγάλη αίθουσα μπήκε δεξιά σ ένα στενό πέρασμα και βγήκε στο χώρο του. Ένα αποστεωμένο τσοπανόσκυλο φύλακας τον περίμενε στο σκοτάδι κουνώντας χαρούμενο την ουρά του, τον είχε μυρίσει από ώρα γι αυτό δε γαύγισε καθόλου. Το χάιδεψε άγρια και του πρότεινε πρωτόγονα το άψυχο χέρι της κοπέλας. Ο σκύλος τρομαγμένος το μύρισε κι οπισθοχώρησε μυξοκλαίγοντας μην αφήνοντας καθόλου από τα μάτια του εκείνον.
Το αφεντικό
Το γιατάκι του ήταν σε ένα μακρύ και σχετικά στενό διάδρομο πολλών μέτρων. Ένα πρόχειρο κρεβάτι με ξύλο κι άχυρα, με μια βρώμικη και ξηλωμένη κουβέρτα από πάνω. Παραδίπλα είχε ένα μικρό τραπέζι με κάτι μικρά σαπισμένα ξύλινα κιβώτια επάνω και δυο στάμνες. Η μεγάλη είχε μέσα νερό. Στη μικρή με το πώμα φύλαγε λίγο κρασί. Πέταξε στο σκύλο ένα ξεροκόμματο μπαγιάτικο ψωμί και ρούφηξε λαίμαργα από το κανάτι με το κρασί χύνοντας λίγο στο λερό πουκάμισό του.
  Άναψε με το δαδί του τρία μικρά λαδοκάντηλα που είχε τοποθετημένα σε εσοχές του τοίχου. Καθώς ο χώρος φωτίστηκε τρεμάμενα αλλά επαρκώς για εκείνον, έσβησε το δαδί σε μια μικρή φυσική λεκάνη με άμμο.
  Περπάτησε στο ζόφο του ημισκότεινου διαδρόμου. Το μεγαλύτερο μέρος του ήταν επενδεδυμένο με πέτρα. Μεγάλες ακατέργαστες πέτρες σε γκρι καφέ απόχρωση που ήταν χτισμένες με το βάρος τους χωρίς λάσπη. Η μια πάνω στην άλλη. Προσπάθησε να κουνήσει κάποιες. Έψαξε για την πιο χαλαρή και τη βρήκε. Την κούνησε με τέτοια μανία που την ξεκόλλησε με μιας από τον τοίχο. Χαμογέλασε. Σήκωσε το χέρι από το πάτωμα της σπηλιάς και το στρίμωξε στην οπή που άφησε η βγαλμένη πέτρα. Έπιασε μικρότερες πέτρες που ‘τανε διάσπαρτες στο πάτωμα και τις στρίμωξε όπως – όπως γύρω από τα κενά που άφηνε ο απάνθρωπα ξεριζωμένος βραχίονας στον τοίχο. Όταν σταθεροποίησε το χέρι έπιασε να το χαζεύει. Ντελικάτο παρά το θαμπό υπόλευκο χρώμα του. Τα νύχια είχαν σπάσει από την πτώση της κοπέλας καθώς την κυνηγούσε λίγο πριν το γκρεμό. Φορούσε ένα δαχτυλίδι αρραβώνων. Δεν το πείραξε. Έκανε το χέρι ομορφότερο. Το πλησίασε κι άρχισε να το μυρίζει. Κοκκίνισε. Έπεσε στο ένα γόνατο κι έβαλε το κεφάλι του κάτω από την γυμνή παλάμη σε ένα παρανοϊκό μα συνάμα, στοργικό κι ανάποδο χάδι. Σηκώθηκε όρθιος κι άνοιξε το πουκάμισο του. Πλησίασε το χέρι που παγωμένο τον άγγιξε στο στήθος. Ένοιωσε να καίει από μέσα του παρά την παγωνιά της νεκρής σάρκας. Φούντωσε ολόκληρος κι ένοιωσε να χτυπάνε τα μηλίγγια του σα ταμπούρλο. Καύλωσε.
  Κοίταξε δεξιά και χαμογέλασε λυκίσια με τα σάλια του να τρέχουν.
  Το θέμα ήταν μακάβριο. Μια εικόνα βγαλμένη από τους πιο τρομερούς εφιάλτες.
  Μια στιγμή σταλμένη από τα βάθη της Κόλασης.
  Το πέτρινο τείχος δεξιά του ήταν γεμάτο γυναικεία δεξιά χέρια που έχασκαν στο διάδρομο.
  Xέρια μικρά και λεπτά, άλλα μακριά και ψωμωμένα. Χέρια από κοπέλες αλλά κι από μεσήλικες γυναίκες. Χέρια με μακριά νύχια κι άλλα με φαγωμένα, εφηβικά. Κάποια φορούσαν κοσμήματα, βραχιόλια ή δαχτυλίδια. Χέρια με τεντωμένες παλάμες και χέρια όπου τα δάχτυλα συστρέφονταν ελαφρώς.
  Δεκάδες χέρια, όπου έφτανε το μάτι …κι όλα δεξιά. Σαν πολλές γυναίκες μαζί να προσπαθούσαν ν αρπάξουν κάτι διερχόμενο από το σκοτεινό σπηλαιώδη διάδρομο.
  Όσο προχωρούσε σε μήκος αυτή η τραγελαφική παρωδία, τα χέρια μαραίνονταν από την παλαιότητα και την αποσάθρωση. Τα τελευταία, μέχρι εκεί που έβλεπε, ήταν σκέτοι λευκοί σκελετοί με σάπιες πέτσες να σκεπάζουν κάποια σημεία τους σα βρώμικες λινάτσες.
  Συσπάστηκε στο υπογάστριο κι έχυσε μέσα στο παντελόνι του με τα σάλια του να τρέχουν ακόμα καταγής. Πίσω του ο σκύλος χόρευε δεμένος με την αλυσίδα του κουνώντας ασταμάτητα την ουρά του.
  Έπιασε το πουλί του πάνω από το παντελόνι και το μετακίνησε να τον βολεύει καλύτερα.
  Ήταν μούσκεμα.
  Βούτηξε το κανάτι με το κρασί. Έκατσε στο αχυρένιο κρεβάτι κι άρχισε να ρουφάει λαίμαργα.
  Κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Ένα ύπνο βαθύ δίχως όνειρα.
  Τι να έβλεπε άλλωστε όταν οι μύχιοι φόβοι στο υποσυνείδητο των ανθρώπων ήταν η δική του καθημερινότητα. Μόνο παραμίλαγε καμιά φορά και ξύπναγε το γκέκα του ψιθυρίζοντας, «… χέρι… χέρι… ΧΕΡΙ».
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Photo: Author unknown

Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’

«Μας βλέπει κανείς;»

«Ποιος μπορεί να μας δει εδώ μέσα;»

«Σωστά. Είχα μια ελπίδα πάντως. Όχι πως με νοιάζει, απλά έχω βαρεθεί να μοιράζομαι τα πάντα μαζί σου -χωρίς παρεξήγηση. Νόμιζα πως σήμερα μπορεί κάποιος να περνούσε απ’ έξω και να έμπαινε, έστω τυχαία. Πιστεύεις στην τύχη;»
σιωπή
«Εγώ κάποτε πίστευα. Πίστευα σ’ αυτή την τύχη που λένε πως βοηθάει τους τολμηρούς. Τολμούσα τα πάντα, αν θυμάσαι. Δεν κώλωνα πουθενά. Μου άρεσε να σοκάρω, να βλέπω τους άλλους να κατεβάζουν το βλέμμα πρώτοι, να μην περιμένουν αυτό που θα συμβεί . Τολμούσα να μιλήσω, κι έπειτα τολμούσα να σωπάσω . Εκεί να δεις ταραχή. Οι σιωπές μου ξεκινούσαν συνήθως τις πιο μεγάλες φασαρίες. Τους άφηνα να αναρωτιούνται τι μπορεί να συνέβη. Ψήνονταν για μέρες μέσα στην αμφιβολία. Με τριγύριζαν, με καλόπιαναν, με απειλούσαν. Στο τέλος προσπαθούσαν να με ψυχαναλύσουν. Εγώ, ούτε λέξη. Τσιμουδιά.»
«Κι έπειτα;»
«Είδες που τσίμπησες κι εσύ μόλις σώπασα; Έβαζα στοίχημα πως θα το κάνεις. Γι’ αυτό καταλήγω πως η σιωπή είναι πιο χρήσιμη από τα λόγια. Πάρε για παράδειγμα μια ταινία. Τις πιο πολλές φορές θα κλάψεις μόλις ο ήρωας πάψει να μιλάει. Τότε, θα αρχίσεις να φαντάζεσαι διάφορα: Πόσο δυστυχισμένος είναι, πόσο σοφές είναι οι σκέψεις του, πόσα τον έμαθε η ζωή και άλλα βαθυστόχαστα. Θα αρχίσεις να κλαις. Ξαφνικά θα ανακαλύψεις πόσο του μοιάζεις. Δεν είναι αυτός που υποφέρει, είσαι εσύ. Δεν είναι δικά του τα λόγια, από το στόμα σου τα έκλεψε. Εσύ κι αυτός γίνατε ένα – κι όλα αυτά, μέσα στη σιωπή. Αστείο δεν είναι;»
σιωπή
«Τώρα μου κρατάς μούτρα, σωστά; Το ξέρω καλά αυτό το παιχνίδι, μη νοιάζεσαι. Ατέλειωτες οι μέρες και οι νύχτες που το έχω παίξει. Θα μπορούσα να το διδάξω σε πανεπιστήμιο . Χα, μιλάμε για το απόλυτο παιχνίδι αντοχής. Να πώς παίζεται: Πες πως είσαι ο άντρας και εγώ η γυναίκα. Την πρώτη μέρα δε θα ξέρω τι είναι αυτό που σε τρώει, απλά θα κοιμηθούμε με τις πλάτες γυρισμένες. Την επομένη, θα αρχίσω να μαντεύω. Θα σου αραδιάζω μία – μία τις πιθανές αιτίες που σε κρατούν αμίλητο κι εσύ απλώς θα κουνάς το κεφάλι σκεφτικός. Θα επιμείνω, γιατί θα σε αγαπώ. Εσύ θα απαντάς σταθερά πως δεν έχεις τίποτα και θα ζητάς λίγο δικό σου χώρο. Θα περάσουν άλλες δυο μέρες. Εγώ δεν θα τρώω, για να μη νομίζεις πως δε νοιάζομαι για σένα. Έπειτα θα ανεβάσω πυρετό κι εσύ από καθήκον θα μου φέρεις ασπιρίνες. Για λίγο θα αναθαρρήσω, μετά θα ξαναπέσω στο κρεβάτι γιατί θα αργήσεις να επιστρέψεις το βράδυ από το σπίτι του φίλου σου. Την πέμπτη μέρα θα αρχίσω να κλαίω. Την έκτη θα σου ζητήσω να με συγχωρέσεις -‘για όλα’. Θα μου χαμογελάσεις. ‘Δεν ήταν τίποτα μωρέ, συμβαίνουν αυτά στα ζευγάρια.’ Θα σου φτιάξω το αγαπημένο σου φαγητό. Θα βάλω το πιο σέξι νεγκλιζέ, θα έρθω τη νύχτα να σε ξυπνήσω με την πιο άγρια πίπα. Όλα θα είναι πάλι τέλεια. Home Sweet Home!»
«Δεν νομίζεις πως εκχυδαΐζεις τα πάντα ;»
«Όχι, απλά κόβω δρόμο. Δεν έχω καιρό για χάσιμο. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει ειπωθεί. Όλα είναι εδώ μέσα. Το ξέρεις κι αυτό είναι που σε τρομάζει. Όσα ψάχνεις τα έχεις κιόλας ζήσει, τα έχεις κάνει, τα έχεις δει. Και σιχαίνεσαι τις επαναλήψεις. Γι αυτό κρύβεσαι μαζί μου. Λες να μην έχω καταλάβει πως με χρησιμοποιείς;»
Σιωπή
«Δεν περίμενα να μου απαντήσεις. Τόσο τυπική σου αντίδραση που θα με ξάφνιαζε οποιαδήποτε άλλη . Αλήθεια, τι καιρό κάνει έξω; Χα, χα – τρόμαξες, ε; Σε πειράζω. Το ‘ξερα πως θα σε έπιανε ταχυπαλμία, μόλις θα έλεγα ‘έξω’. Εντάξει λοιπόν, φέρε κάποιον από ‘μέσα’. Να αλλάξουμε λίγο παραστάσεις τουλάχιστον, να θυμηθούμε τα παλιά. Μουχλιάσαμε. Μόνο, κοίτα. μη φέρεις ξανά τη μητέρα σου. Λυπάμαι που θα στο πω, αλλά καταντάει κουραστικό. Αρχίζει να μιλάει για τα παιδικά σου χρόνια και δεν το αντέχω. Το μάθαμε πια, δεν υπήρχε πιο όμορφο μωρό. Όλοι στο σχολείο έλεγαν πως η επιστήμη περιμένει εσένα για να προχωρήσει – ευτυχώς που πρόκοψες. Αλλά κι εκείνη, ήρωας, με ‘Η’ κεφαλαίο! Και μάνα και πατέρας μαζί. Δεν υπήρχε περίπτωση να σωθεί αυτός ο γάμος αν ήταν άλλη στη θέση της, με όσα της είχε κάνει ο πατέρας σου. Σωστά δεν τα λέω;»
«Ήταν μικρός. Τα ξέρεις.»
«Ακόμα τον δικαιολογείς, λοιπόν. Όμορφα θα περάσουμε πάλι. Κοίτα, δεν έχω καμιά διάθεση να λέω και να ακούω τα ίδια και τα ίδια. Πρέπει να προχωρήσεις. Θυμάσαι που έλεγες πως ενήλικος είναι αυτός που γίνεται πατέρας και μάνα του εαυτού του; Αυτός που δεν έχει πια ανάγκη να αποδείξει κάτι στους άλλους; Αυτός που δεν περιμένει καμιά ανταμοιβή; Τι σκαλίζεις, λοιπόν ακόμα ; Τι περιμένεις να αλλάξει; Μέχρι κι εγώ μεγάλωσα. Εσύ, γιατί δεν ξεκουμπίζεσαι από δω μέσα;»
Σιωπή
«Είναι ώρες-ώρες που δεν ξέρω τι με τρελαίνει περισσότερο – το αξιοθρήνητο ύφος σου ή η σιωπή σου; Σε κοιτάω και αναρωτιέμαι πως μπορεί κάποτε να πίστεψα πως είχες στόφα για κάτι μεγάλο. Τα έλεγες όμως πολύ όμορφα, και στα αλήθεια με είχες πείσει. Να σου διαβάσω κάτι από τα λόγια σου; Δε χρειάζεται να μου απαντήσεις -σου διαβάζω: «Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με κυνηγάει. Θέλω να πάψω να ζω στις σκιές που παίζουν στο μυαλό μου. Δεν έχω ανάγκη πια κανέναν να μου δείξει το δρόμο. Εγώ είμαι ο δρόμος. Παραιτούμαι από ό,τι νόμιζα αυτονόητο. Αρνούμαι όσα πίστεψα πως με ομορφαίνουν. Τι να τον κάνω τον κάλπικο θαυμασμό σας; Στο εξής θα τρέφομαι μόνο από το λιγοστό αντιφέγγισμα των αστεριών στη θάλασσα, μέχρι να γεμίσω φως.» Τι έχεις να πεις;»
«Παιδιάστικες ανοησίες.»
«Πράγματι. Το θυμόμουν καλύτερο αυτό το κομμάτι. Ψάχνω να βρω τίποτα άλλο. Φοβάμαι όμως πως αυτό ήταν το καλύτερό σου. Από ένα σημείο και πέρα είναι όλο μουτζούρες. Και πιο παλιά, όλα μέσα στην κλάψα. Θυμάμαι όμως μια εποχή ευτυχισμένη. Τι απέγινε;»
Σιωπή
«Ώστε την έσκισες. Σωστά, πώς θα μπορούσες να βρίσκεσαι πάλι εδώ μέσα, αν δεν είχες βουλιάξει στην αυτολύπηση; Ίσως και να μην έχεις κι άδικο. Κάποτε ήμουν κι εγώ σαν κι εσένα. Ψέματα. Κάποτε ήμουν ΕΣΥ. Συγχώρεσέ με που καμιά φορά το ξεχνάω. Πέρασαν αιώνες από τότε. Από εκείνη την μέρα που μ’ άφησες σαν να μην τρέχει κάστανο. Που βρήκες ξάφνου το νερό της ευτυχίας, κι έγινες καπνός. Θυμάσαι ποια ήταν η τελευταία σου φράση; ‘Αντίο. Τώρα πια ξέρω, τώρα πια μπορώ. Σε ευχαριστώ για όλα.’ Μπλιαχ, θα προτιμούσα να με έφτυνες αντί για αυτόν τον εμετό κοινοτοπίας.
«Λυπάμαι».
«Λυπάσαι; Γιατί δεν λες και κάτι καινούργιο. Γύρισες και πίστευες πως θα με βρεις στην ίδια θέση. Λυπάμαι που σε απογοήτευσα . Τα μάγια βλέπεις, λύθηκαν. Σίγουρα όλα σου φάνηκαν αλλιώτικα και στενάχωρα εδώ μέσα. Γκρίζα, μαραμένα, γερασμένα. Δίκιο δεν έχω; Τίποτα δεν μοιάζει τολμηρό, πρωτότυπο, επαναστατικό, όπως κάποτε. Ίσως και να μη διαφέραμε τελικά από τους άλλους όπως νόμιζες, σωστά; Γι’ αυτό έκλεισες λοιπόν τα πατζούρια; Για να μη μας βλέπουν απ’ έξω, ή μήπως για να μη βλέπεις εσύ έξω; Να σου πω την αλήθεια, δεν με νοιάζει πια. Κι αν κάθομαι τόση ώρα και σου μιλάω, το κάνω μόνο για χάρη του παλιού καιρού.
Σιωπή
«Πολύ θα ήθελες να σταματήσω, το ξέρω. Όμως τώρα θα πάρω εγώ την εκδίκησή μου. Ξέρεις, ήρθε η ώρα να φύγω. Ανήκουστο, ε; Μάθε λοιπόν πως εμένα δεν μου γουστάρει πια το σκοτάδι. Με κούρασε η μπόχα του. Βαρέθηκα να ζω στη μιζέρια του και να αναπλάθω λέξη-λέξη την ασκήμια του για να ικανοποιώ την κοπρολαγνεία σου. Πάει καιρός που δεν βρίσκω στις σιωπές σου κανένα μυστήριο, οι ατέρμονες μωρολογίες σου δεν αξίζουν ούτε για κωλόχαρτο, τα φιλοσοφικά σου αποφθέγματα είναι για τα πανηγύρια. Και ναι, λοιπόν. Είναι καιρός που δεν ζω πια εδώ. Σου έλεγα ψέματα. Σε λυπόμουν. Ήξερα πως μόλις το μάθεις θα καταρρεύσεις. Αλλά δεν πάει άλλο. Έχω κι εγώ τη δική μου ζωή να ζήσω.
Έχω μόνο μια τελευταία ερώτηση να σου κάνω.»

«Σ’ ακούω.»

σιωπή 

*
©Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’
φωτο© Στράτος Φουντούλης, «La solitude du dimanche» Bruxelles, 2008.

Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’

Αρχείο 03/10/2013

 

«Μας βλέπει κανείς;»

«Ποιος μπορεί να μας δει εδώ μέσα;»

«Σωστά. Είχα μια ελπίδα πάντως. Όχι πως με νοιάζει, απλά έχω βαρεθεί να μοιράζομαι τα πάντα μαζί σου -χωρίς παρεξήγηση. Νόμιζα πως σήμερα μπορεί κάποιος να περνούσε απ’ έξω και να έμπαινε, έστω τυχαία. Πιστεύεις στην τύχη;»

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’»

«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Διά πυρός και αγάπης

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα προς έκδοση 

ε

ίναι τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που μας βοήθησαν να μεγαλώσουμε!.. Ξεχασμένοι τώρα πολύ βαθιά στη μνήμη μας, έρχονται και φεύγουν σαν δέντρα που τα κοιτάς μέσα από το τρένο καθώς τρέχει.
  Ο χρόνος σαν ένας θεόρατος τροχός γυρνάει ακατάπαυστα. Κάνει το ίδιο δρομολόγιο πάντα από καταβολής κόσμου. Αδιάφορος σαν τον Χάροντα και συμπονετικός σαν τον Θεό και το ίδιο αμίλητος μας παίρνει απάνω του τη στιγμή που γεννιόμαστε κι αφού μας κάνει ένα μικρό σεργιάνι, μας αφήνει μετά να πέσουμε στο σκοτάδι και στη λησμονιά.
   Αν έχω ένα πράγμα στη ζωή μου που μίσησα πιο πολύ, είναι ο χρόνος.
  Από τότε που ήμουν μικρός αισθανόμουν εχθρικά απέναντι του. Όταν μας ανάγκαζε να κόβουμε ξαφνικά το παιχνίδι γιατί η ώρα πέρασε. Όταν αργότερα έβγαινα ραντεβού με το κορίτσι μου και εκείνη κοιτούσε διαρκώς το ρολόι να μην αργήσει στο σπίτι και ο χρόνος έτρεχε απελπιστικά γρήγορα. Ακόμα και οι πολλοί οδυνηροί αποχωρισμοί που είχα στη ζωή μου και που πολύ θα ήθελα τότε να επιβραδύνω τον χρόνο. Και τώρα που μεγαλώνω ο χρόνος είναι ο μοναδικός μου ανίκητος αντίπαλος. Ένας αγώνας άνισος που η έκβαση του είναι να παραδοθείς άνευ όρων, καταδικασμένος να πεθάνεις έναν δειλό ταπεινωτικό θάνατο μέσα στα γερατειά και στην ανημποριά. Ο Νίτσε λέει ότι γερατειά είναι όταν πια κανείς δεν σε παρατηρεί, κανείς δεν σε προσέχει. Θυμάμαι τη γιαγιά μου που κάθε απόγευμα καλοκαιριού έβγαζε τη καρέκλα της έξω από την αυλή να κάθεται πολλές φορές απρόσεκτα και όταν της έλεγα «γιαγιά μαζέψου λίγο» εκείνη έλεγε σχεδόν με παράπονο «ποιος θα με παρατηρήσει παιδάκι μου;»
  Θα ήμουνα δεν θα ήμουνα δεκαοχτώ χρονών τότε και το μόνο που αγαπούσα πραγματικά ήτανε το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο και το διάβασμα. Θυμάμαι έγραφα κι όλας. Δηλαδή τι έγραφα. Παρ όλα αυτά όταν είχε προκηρυχθεί ένας Πανελλήνιος σχολικός διαγωνισμός ποίησης, είχα πάρει το δεύτερο βραβείο. Ήμουνα τότε στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Τίποτα το σπουδαίο κι ούτε είχα δώσει και πολύ σημασία, μόνο που αυτό ήτανε χωρίς να το ξέρω η «μαγιά» μέσα μου για αυτό που μου επιφύλασσε η μοίρα μου. Να γνωρίσω τον άνθρωπο που χωρίς να το επιδιώξει μου έδειξε το δρόμο που θα ακολουθούσα. Έναν δρόμο που όταν τον ξεκινήσεις δεν έχει σταυροδρόμια να μπερδευτείς. Περίπτωση να χαθείς δεν υπάρχει. Ούτε γυρισμού και να θέλεις. Ένας δρόμος απέραντος, κατασκότεινος με θεριά, τρομαχτικά να σε καλούν να παλέψεις μαζί τους σε κάθε βήμα σου, βρικόλακες να σου πιουν το αίμα, να σε εμποδίσουν να περάσεις, ξέροντας ότι αν τους ξεφύγεις τέλειωσε. Σώθηκες. Στο τέρμα αυτού του δρόμου μια ανθρώπινη φιγούρα βγαίνει από τη σκιά. Το ίδιο πρόσωπο με το δικό σου. Το ίδιο βάδισμα και το χαμόγελο που σε καλωσορίζει ίδιο κι απαράλλακτο με το δικό σου. «Γεια σου» λέει και εσύ ακούς τη φωνή σου γνώριμη και φιλική. Σαν καταφύγιο, σίγουρο κι απόρθητο μπαίνεις μέσα σου, σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια του Έζρα Πάουντ «…για να γνωρίσεις τον εαυτό σου, πρέπει πρώτα να φτάσεις στο Αμήν…»
  Στην πλατεία Βικτωρίας του ΄65 δεν είχα ξαναπάει. Πειραιώτης φανατικός τα στέκια μου ήτανε στο Πασαλιμάνι και συγκεκριμένα στο καφέ «Φοντάνα» πάνω στη πλατεία και δίπλα από το μικρό ξενοδοχείο του φίλου μου του Φάνη Σπανουδάκη που τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του άφησαν ιστορία στο μπάσκετ με την ομάδα του Ολυμπιακού. Μαζευόμασταν καθημερινά και οι ώρες μας περνούσαν με συζητήσεις συνήθως γύρω από το ποδόσφαιρο και τα κορίτσια. Οι πιο πολλοί από εμάς παίζαμε μπάλα (είχαμε δηλαδή δελτίο) ή στον Ολυμπιακό ή στον Εθνικό. Τότε κανείς από εμάς δεν ονειρευότανε να κερδίσει λεφτά και μεγαλεία από το ποδόσφαιρο. Αν κάποιος έφτανε να γίνει διεθνής ίσως να τον έβαζαν να δουλεύει στη ΔΕΗ ή να τον έβαζαν φωτογραφία μέσα σε τσιχλόφουσκες να παίζουν τα παιδιά. Μερικά χρόνια αργότερα λέγαμε για τον Γιώργο Σιδέρη που ερχότανε στο γήπεδο με μια βέσπα «πως αυτός τα κονόμησε.» Έτσι λοιπόν ή κάπως έτσι πέρναγε η ζωή μου ώσπου ένα βράδυ που είχα ανέβει στην Αθήνα να αγοράσω ένα παντελόνι ή κάτι τέτοιο, η πωλήτρια ένα όμορφο μελαχρινό κορίτσι που τώρα ούτε που θυμάμαι το όνομα της, μου έδωσε ραντεβού την άλλη μέρα το βράδυ στην πλατεία Βικτωρίας.
  Εγώ πήγα, εκείνη δεν ήρθε. Οι μοίρες που έλεγα, στη θέση της έστειλαν τον άνθρωπο που άλλαξε τη ζωή μου. Προς το καλύτερο. Ακόμα και σήμερα μετά από τόσα χρόνια κι από τόσα που έχω τραβήξει μπορώ να το πω.
  Καθώς περίμενα όρθιος στην έξοδο του ηλεκτρικού κι εκείνη δεν φαινότανε, παρατήρησα έναν άντρα λίγο πιο πέρα που κάθε τόσο με κοίταζε.
  Ήταν ψηλός μελαχρινός, καλοντυμένος. Όμορφος άντρας και δεν έμοιαζε με αυτό που το μυαλό μου πήγε αμέσως. Από εκείνους, τους άλλους.
  Μετά από λίγο άλλαξα γνώμη. Άκουσα τη φωνή του δίπλα μου, σιγανή καλλιεργημένη να με ρωτάει αν περίμενα κάποιον. «Κάποια» απάντησα εγώ κι αμέσως έδεσε μες το μυαλό μου ότι ο τύπος ήτανε από τους άλλους. Μάλλον ο τρόπος που του απάντησα του έκοψε τη φόρα. Έφυγε λίγα μέτρα πιο πέρα και ένοιωθα να με κρυφοκοιτάζει. Εκείνα τα χρόνια το να σου κολλήσει ένας ομοφυλόφιλος ήτανε κάτι πολύ συνηθισμένο. Και σήμερα βέβαια το ίδιο γίνεται μόνο που τότε ήμασταν λίγοι και φαινότανε ενώ σήμερα πολλοί και δεν φαίνεται. Μάλιστα με τους ξένους τώρα έχουν διαταραχθεί και οι ισορροπίες. Είναι πιο μεγάλη η προσφορά από τη ζήτηση.
  Το κορίτσι δεν ερχότανε, η ώρα είχε περάσει κι εγώ ετοιμάστηκα να κατέβω τις σκάλες να πάρω τον ηλεκτρικό για τον Πειραιά. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να πλησιάζει κι εκνευρισμένος όπως ήμουνα προσπάθησα να φέρω στο στόμα μου ότι χειρότερη βρισιά ήξερα. Και ήξερα πολλές.
  «Δεν ήρθε ε;»
  «Όχι» είπα εγώ κάνοντας μια προσπάθεια να μη βρίσω ακόμη.
  «Εκείνη έχασε» έκανε πάλι σχεδόν χαρούμενα.
  Τον κοίταξα και δεν μπόρεσα να θυμώσω. Παρ όλο το «κόλλημα» δεν έδειχνε θρασείς. Είχε σχεδόν τα διπλάσια χρόνια από μένα όμως κάτι απάνω του ήτανε παιδικό και αθώο συνάμα.
  «Άκουσε –του λέω- χάνεις την ώρα σου μαζί μου…
  Εκείνος με μπέρδεψε.
  «Και που το ξέρεις;» είπε χαμογελώντας. Στα μάτια του είχε μια περιπαιχτική έκφραση σαν τα μικρά παιδιά που νομίζουν πως ξεγελάνε τους μεγάλους.
  «Σιχαίνομαι τις σχέσεις μεταξύ αντρών…
  «Δηλαδή δεν έχεις φίλους;»
  Άρχισα να τσαντίζομαι.
  «Έχω, –είπα ειρωνικά – μήπως θες να γίνουμε φίλοι;»
  «Ναι»
  Είχε μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Εγώ κατέβηκα ένα σκαλάκι.
  «Ας πιούμε έναν καφέ αν δεν βιάζεσαι… εδώ στη γωνία έχει ένα ήσυχο καφενείο.»
  Κάτι απάνω του με έκανε να ξανανέβω τη σκάλα. Κάτι με έσπρωξε να τον ακολουθήσω στο καφέ. Σε λίγο καθισμένος απέναντι του ένοιωθα σαν παγιδευμένος. Κοιτούσα γύρω μου και νόμιζα πως όλοι εκεί μέσα ήξεραν. Τον κοίταξα πιο προσεχτικά και λίγο ησύχασα γιατί τίποτα επάνω του δεν φανέρωνε την ομοφυλοφιλία του. Σχεδόν ήτανε ένας όμορφος αρρενωπός κομψός άντρας. Μάλιστα νόμισα σε κάποια στιγμή ότι η απέναντι κοπέλα του έριχνε βλέμματα με ενδιαφέρον.
  Στη μια ώρα που έκατσα μαζί του είχα εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που κρατούσε τη συζήτηση. Με ρωτούσε για μένα με πραγματικό ενδιαφέρον. Έστρεψε την κουβέντα στα βιβλία και με εντυπωσίασε πόσα πολλά ήξερε.
  Δεν έδειξε περιπαιχτική διάθεση όταν διαπίστωσε ότι εγώ δεν είχα ιδέα για τόσους συγγραφείς που ανέφερε καθώς και βιβλία. Κάναμε δυο συμφωνίες στο τέλος. Η μία ότι ποτέ δεν θα μου έκανε πρόταση που θα ξέφευγε από τα όρια της φιλίας και η άλλη πως θα με προμήθευε εκείνος βιβλία που εγώ θα διάβαζα. Βγήκαμε έξω και καθώς περνούσαμε από το περίπτερο της πλατείας εκείνος κοντοστάθηκε και αφού πλήρωσε μου έδωσε το περιοδικό που αγόρασε. Ήτανε το περιοδικό «ΕΠΟΧΕΣ» που αργότερα έμαθα πως μαζί με την «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ» ήτανε τα δυο πιο έγκυρα περιοδικά λογοτεχνίας και τέχνης εκείνα τα χρόνια.
  Μου έδειξε στο εξώφυλλο ένα διήγημα που υπήρχε μέσα και μου είπε απλά πως «αυτό είναι δικό μου.»
  Το όνομα του συγγραφέα από κάτω, ήταν Μένης Κουμανταρέας.
  Η φιλία μου με τον Μένη Κουμανταρέα κρατάει μέχρι σήμερα και δεν μετάνιωσα ποτέ που τον γνώρισα. Ίσα, ίσα που με έκανε υπερήφανο.
  Στα χρόνια που ακολούθησαν στάθηκε η αιτία να ριχτώ με τα μούτρα στο διάβασμα, μα το καλύτερο από όλα ήταν ότι με έβαλε σε έναν κύκλο που ποτέ μόνος μου δεν θα μπορούσα να μπω. Στον κύκλο της διανόησης εκείνης της εποχής. Κάθε βράδυ σχεδόν πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, κάποιος θα διάβαζε τα ποιήματα του ή τα πεζά πριν να τα δώσει στον εκδότη. Ακολουθούσε συζήτηση πάνω στα κείμενα, ανάλυση, γνώμες. Ο πρώτος συγγραφέας που διάβασε και ήμουνα κι εγώ εκεί ήτανε ο Βασίλης Βασιλικός είχε φέρει τα χειρόγραφα από την τριλογία του «Το πηγάδι, το φύλο και το αγγέλιασμα.» Στην παρέα αυτή θυμάμαι ακόμη εκτός από τον Μένη Κουμανταρέα, τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον ζωγράφο Βασίλη Κυπραίο, τους αδελφούς Ψυχοπαίδη, την Αθηνά Σχοινά, τον ηθοποιό αργότερα Χρήστο Βαλαβανίδη, τον μεγάλο σήμερα θεατράνθρωπο Λευτέρη Βογιατζή, τον Κρίτωνα Χουρμουζιάδη διανοούμενο δάσκαλο Αγγλικών, τον Βασίλη Διοσκουρίδη σήμερα εκδότη και πολλούς άλλους που τώρα δεν μου έρχονται στο νου.
  Ας είναι καλά όλοι και τους ευχαριστώ από καρδιάς που με δέχτηκαν, με έκαναν φίλο κι αναπόσπαστο μέλος της παρέας τους έστω κι αν εγώ τότε δεν είχα στόμα να μιλάω παρά μόνο αυτιά ορθάνοιχτα να ακούω.
  Και θυμάμαι με συγκίνηση όταν μετά από αρκετά χρόνια κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο «Η καρδιά του Κότσυφα» και το διάβασε, που μπήκαμε μαζί σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο στη Φωκίωνος Νέγρη που τον γνώριζαν και που στο κέντρο της βιτρίνας φιγουράριζε το δικό του καινούργιο μυθιστόρημα και απαίτησε να μπει δίπλα στο δικό του και το δικό μου. Δεν θα το έκανε ποτέ για λόγους φιλίας, ούτε για κανέναν άλλο λόγο. Με αυτή του την κίνηση, με αυτόν τον απλό τρόπο με έχριζε συγγραφέα.
©Πέτρος Κυρίμης
φωτογραφία χωρίς δικαιώματα -ειδική επεξεργασία Στάχτες.

Ελένη Κοφτερού, Το ταξίδι της Παρασκευής

Ήταν τόση η χαρά μας που συναντιόμαστε, κατάφερε να βάλει φράγμα στο ηχητικό κακόγουστο πανηγύρι του ταξιτζή. Τα εκνευριστικά σκυλέ τραγούδια – που άλλοτε μου προκαλούσαν νευρικότητα σε βαθμό υστερίας – και οι αναλύσεις για τον ΠΑΟΚ, δεν έφταναν στ’ αυτιά μας.
  Μια ελαφριά ζαλάδα προερχόταν από το ανακάτεμα των αρωμάτων μας, μα κυρίως από τη λαχτάρα της για τη συνάντηση. Ξέραμε κι οι δυο ότι “εκείνος” θα έπαιρνε μέρος στην παράσταση. Σ’ όλη τη διαδρομή μιλούσε γι αυτόν, όπως το περίμενα. Όλες οι λέξεις της, οι τρυφερές, οι σκληρές, οι παραπονιάρικες, τα γιατί, τα πως, τα πότε, τα άραγε, κουβαλούσαν στην ακρούλα τους το “Αχ!”. Στα σύμφωνά τους φύτρωναν ζουμπούλια. Στα φωνήεντα ισορροπούσαν και λικνίζονταν άσπρα χελιδόνια. Ναι, άσπρα, έτσι τα ήθελε τα χελιδόναι της φωνής της, χωρίς μια στάλα μαύρο. Δικές της ήταν οι λέξεις και τις έκανε ότι ήθελε στο κάτω -κάτω της γραφής. Και τα δάκρυα δικά της ήταν, μόνο το δάγκωμα στα χείλη της φτεροκοπούσε και καθόταν για λίγο και στους δικούς μου ώμους τρεμάμενο. Έπειτα φώλιαζε στα μαλλιά της και κοιμόταν. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε για να την απαλλάξω από την εξαίσια οδύνη της, ούτε είχα τέτοια πρόθεση φυσικά.
  Το ταξίδι μέχρι το θέατρο έγινε ασυνήθιστα μακρύ, λόγω της κίνησης στους δρόμους. Φτάσαμε όμως κάποτε και βγήκαμε από το ταξί, άσπρες σαν τα χελιδόνια της και διψασμένες όπως κάτι σπιτικά γατάκια που τα ξεχνούν για ώρες οι ιδιοκτήτες τους. Αγοράσαμε χυμό απ’ το περίπτερο και καθίσαμε στο παγκάκι, αυτή σφιχταγκαλιασμένη με την αγωνία της, εγώ να κανακεύω αμήχανα ένα παλιό ξεχασμένο χαμόγελό της. Οι λέξεις της υποταγμένες πια, μπήκαν και κούρνισαν στα πνευμόνια της να ξαποστάσουν, να νιώσουν την υγρασία του χυμού. Πως ξέφυγαν, πότε προλάβανε να βάλουν τη στολή τους κάτι λέξεις-στρατιώτες σ΄επιφυλακή, μόλις η άκρη του ματιού της χύθηκε επάνω του; «Καλησπέρα, πανέτοιμος να κατακτήσεις τα πλήθη;» θυσιάστηκαν στην πρώτη γραμμή για να σωθούν οι υπόλοιπες.
  Μ’ ένα νεύμα της απάντησε, μια “καλησπέρα” από δεύτερο χέρι που είχε πρόχειρη στην δεξιά τσέπη του. Καπνίσαμε δυο τσιγάρα κι έπειτα μπήκαμε να δούμε την παράσταση. Θεατής του πάθους της, του πόθου της κρυφακουστής έγινα εκείνη τη νύχτα, δεμάτια έδενα τα στάχυα της λύπης της, μα δεν υπήρχε αλώνι να τ’ αφήσω.
  Αυτός ήταν απόμακρος, εντοιχισμένος σ’ ενα θολό αόρατο κουβούκλιο. Του έριχνα κλεφτές ματιές, μήπως βρω εκείνο το ελάφι που τη μάγεψε. Τίποτε δεν κατάφερα να δω, μόνο για μια στιγμή, ένα ελάχιστο κόκκινο δευτερόλεπτο, (ίσως ήταν απ’ το λευκό κρασί που ήπιαμε στο διάλειμμα) είδα δυο τεράστια βαλσαμωμένα ελαφίσια μάτια στο χρώμα του χαλκού. Τα κρατούσε στις παλάμες του, τα χάιδεψε για λίγο κι έπειτα τα πέταξε προς το μέρος της. Διαλύθηκαν στη διαδρομή, έγιναν χρυσοχάλκινη σκόνη που κάθισε αθόρυβα στο πίσω μέρος του λαιμού της, εκεί στη ρίζα των μαλλιών.
  Στον γυρισμό το ταξί ήταν πιο άνετο, η μουσική ευτυχώς δεν ήταν ανυπόφορη. Καθίσαμε κοντά, την αγκάλιαζα απαλά, προστατευτικά. Οι λέξεις της ξυπνούσαν σιγά – σιγά, τεντώνονταν και φώναζαν σαν κακομαθημένα νήπια: «Δεν είμαι καλά! Δεν είμαι καλά!». Ήξερα ότι δεν είχα καμιά ελπίδα να τις κάνω να σωπάσουν. Χρησιμοποίησα το πιο ύπουλο κόλπο για να τις αποδεκατίσω: «Πήγαινε ν’ αγκαλιάσεις τον γιο σου, να νιώσεις την κοιμισμένη του ανάσα και οι λέξεις θα ησυχάσουν.»
  Δεν ξέρω αν το έκανε. Τη σκεφτόμουν όλη την ώρα της επίμονης αυπνίας μου. Στο τέλος κουράστηκα, αγκάλιασα την ήττα μου, όπως υποψιάζομαι ότι θα έκανε κι εκείνη και αποκοιμήθηκα.
  Το πρωινό του Σαββάτου, ο ουρανός ήταν κάπως πιο διάφανος, οι αιχμές της Δημητρίου Γούναρη κάπως πιο λειασμένες. Πριν αποχαιρετιστούμε, ήπιαμε από ένα σφηνάκι μαρτίνι, αγκαλιαστήκαμε για λίγο, μου πήρε δώρο μια μπλε τσάντα. Με κοίταξε με τρυφεράδα και μου είπε συνωμοτικά: « Άστο, δεν είμαι εγώ για έρωτες που μιμούνται τα ποιήματα… δεν ξέρω να τους διαχειριστώ, αδυνατώ να τους διαβάσω… μου διαλύουν το μυαλό…»
  «Ε, τότε, βρες τα ποιήματα που μιμούνται τους έρωτες!» της απάντησα για να πετάξω κι εγώ μια δήθεν εξυπνάδα… Έβγαλε τη γλώσσα της κοροϊδευτικά… Σκάσαμε στα γέλια…

© Ελένη Κοφτερού 
φωτο© Στράτος Φουντούλης 2012

*

Η Ελένη Κοφτερού είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κείμενα και ποιήματά της βρίσκοντια δημοσιευμένα στο διαδίκτυο όπως και η πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Περί Άνοιξης και άλλων εμμονών» που διατίθεται ελεύθερα σε μορφή e-book από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 grammata. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και η έντυπη συλλογή της με τίτλο «Γράμμα σε γενέθλια πόλη» από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ.

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’

Ήταν εκεί. Στο δεξί μέρος της ντουλάπας, πάνω στο πρώτο ράφι. Πάντα εκεί· από την πρώτη μέρα που της το είχε χαρίσει ο μπαμπάς. Όταν δεν κοιμόταν μαζί στο μαξιλάρι, ήταν εκεί. Το έβλεπε από το κρεβάτι της. Η ίδια ηλιαχτίδα το φώτιζε κάθε πρωί. Το αρκουδέλι. Καφετί. Γυαλιστερό. Με δυο μικρές μαύρες χάντρες που σε κοιτούσαν πεινασμένα. Τρυφερά. Χαϊδευτικό. Χνουδωτό. Μπορεί να ’ταν και σκίουρος· ίσως και κάστορας -σπάνιο· της είχανε μάθει όμως και γι’ αυτά- ρακούν, ασβός, πιθηκάκι. Εκείνη μέσα της το ’λεγε «αυτό». Το. Τοτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’»