«Μνήσθητί μου Κύριε» του Πέτρου Κυρίμη, Διά πυρός και αγάπης

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα προς έκδοση 

ε

ίναι τόσοι πολλοί οι άνθρωποι που μας βοήθησαν να μεγαλώσουμε!.. Ξεχασμένοι τώρα πολύ βαθιά στη μνήμη μας, έρχονται και φεύγουν σαν δέντρα που τα κοιτάς μέσα από το τρένο καθώς τρέχει.
  Ο χρόνος σαν ένας θεόρατος τροχός γυρνάει ακατάπαυστα. Κάνει το ίδιο δρομολόγιο πάντα από καταβολής κόσμου. Αδιάφορος σαν τον Χάροντα και συμπονετικός σαν τον Θεό και το ίδιο αμίλητος μας παίρνει απάνω του τη στιγμή που γεννιόμαστε κι αφού μας κάνει ένα μικρό σεργιάνι, μας αφήνει μετά να πέσουμε στο σκοτάδι και στη λησμονιά.
   Αν έχω ένα πράγμα στη ζωή μου που μίσησα πιο πολύ, είναι ο χρόνος.
  Από τότε που ήμουν μικρός αισθανόμουν εχθρικά απέναντι του. Όταν μας ανάγκαζε να κόβουμε ξαφνικά το παιχνίδι γιατί η ώρα πέρασε. Όταν αργότερα έβγαινα ραντεβού με το κορίτσι μου και εκείνη κοιτούσε διαρκώς το ρολόι να μην αργήσει στο σπίτι και ο χρόνος έτρεχε απελπιστικά γρήγορα. Ακόμα και οι πολλοί οδυνηροί αποχωρισμοί που είχα στη ζωή μου και που πολύ θα ήθελα τότε να επιβραδύνω τον χρόνο. Και τώρα που μεγαλώνω ο χρόνος είναι ο μοναδικός μου ανίκητος αντίπαλος. Ένας αγώνας άνισος που η έκβαση του είναι να παραδοθείς άνευ όρων, καταδικασμένος να πεθάνεις έναν δειλό ταπεινωτικό θάνατο μέσα στα γερατειά και στην ανημποριά. Ο Νίτσε λέει ότι γερατειά είναι όταν πια κανείς δεν σε παρατηρεί, κανείς δεν σε προσέχει. Θυμάμαι τη γιαγιά μου που κάθε απόγευμα καλοκαιριού έβγαζε τη καρέκλα της έξω από την αυλή να κάθεται πολλές φορές απρόσεκτα και όταν της έλεγα «γιαγιά μαζέψου λίγο» εκείνη έλεγε σχεδόν με παράπονο «ποιος θα με παρατηρήσει παιδάκι μου;»
  Θα ήμουνα δεν θα ήμουνα δεκαοχτώ χρονών τότε και το μόνο που αγαπούσα πραγματικά ήτανε το ποδόσφαιρο. Το ποδόσφαιρο και το διάβασμα. Θυμάμαι έγραφα κι όλας. Δηλαδή τι έγραφα. Παρ όλα αυτά όταν είχε προκηρυχθεί ένας Πανελλήνιος σχολικός διαγωνισμός ποίησης, είχα πάρει το δεύτερο βραβείο. Ήμουνα τότε στην πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Τίποτα το σπουδαίο κι ούτε είχα δώσει και πολύ σημασία, μόνο που αυτό ήτανε χωρίς να το ξέρω η «μαγιά» μέσα μου για αυτό που μου επιφύλασσε η μοίρα μου. Να γνωρίσω τον άνθρωπο που χωρίς να το επιδιώξει μου έδειξε το δρόμο που θα ακολουθούσα. Έναν δρόμο που όταν τον ξεκινήσεις δεν έχει σταυροδρόμια να μπερδευτείς. Περίπτωση να χαθείς δεν υπάρχει. Ούτε γυρισμού και να θέλεις. Ένας δρόμος απέραντος, κατασκότεινος με θεριά, τρομαχτικά να σε καλούν να παλέψεις μαζί τους σε κάθε βήμα σου, βρικόλακες να σου πιουν το αίμα, να σε εμποδίσουν να περάσεις, ξέροντας ότι αν τους ξεφύγεις τέλειωσε. Σώθηκες. Στο τέρμα αυτού του δρόμου μια ανθρώπινη φιγούρα βγαίνει από τη σκιά. Το ίδιο πρόσωπο με το δικό σου. Το ίδιο βάδισμα και το χαμόγελο που σε καλωσορίζει ίδιο κι απαράλλακτο με το δικό σου. «Γεια σου» λέει και εσύ ακούς τη φωνή σου γνώριμη και φιλική. Σαν καταφύγιο, σίγουρο κι απόρθητο μπαίνεις μέσα σου, σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια του Έζρα Πάουντ «…για να γνωρίσεις τον εαυτό σου, πρέπει πρώτα να φτάσεις στο Αμήν…»
  Στην πλατεία Βικτωρίας του ΄65 δεν είχα ξαναπάει. Πειραιώτης φανατικός τα στέκια μου ήτανε στο Πασαλιμάνι και συγκεκριμένα στο καφέ «Φοντάνα» πάνω στη πλατεία και δίπλα από το μικρό ξενοδοχείο του φίλου μου του Φάνη Σπανουδάκη που τα δυο μεγαλύτερα αδέλφια του άφησαν ιστορία στο μπάσκετ με την ομάδα του Ολυμπιακού. Μαζευόμασταν καθημερινά και οι ώρες μας περνούσαν με συζητήσεις συνήθως γύρω από το ποδόσφαιρο και τα κορίτσια. Οι πιο πολλοί από εμάς παίζαμε μπάλα (είχαμε δηλαδή δελτίο) ή στον Ολυμπιακό ή στον Εθνικό. Τότε κανείς από εμάς δεν ονειρευότανε να κερδίσει λεφτά και μεγαλεία από το ποδόσφαιρο. Αν κάποιος έφτανε να γίνει διεθνής ίσως να τον έβαζαν να δουλεύει στη ΔΕΗ ή να τον έβαζαν φωτογραφία μέσα σε τσιχλόφουσκες να παίζουν τα παιδιά. Μερικά χρόνια αργότερα λέγαμε για τον Γιώργο Σιδέρη που ερχότανε στο γήπεδο με μια βέσπα «πως αυτός τα κονόμησε.» Έτσι λοιπόν ή κάπως έτσι πέρναγε η ζωή μου ώσπου ένα βράδυ που είχα ανέβει στην Αθήνα να αγοράσω ένα παντελόνι ή κάτι τέτοιο, η πωλήτρια ένα όμορφο μελαχρινό κορίτσι που τώρα ούτε που θυμάμαι το όνομα της, μου έδωσε ραντεβού την άλλη μέρα το βράδυ στην πλατεία Βικτωρίας.
  Εγώ πήγα, εκείνη δεν ήρθε. Οι μοίρες που έλεγα, στη θέση της έστειλαν τον άνθρωπο που άλλαξε τη ζωή μου. Προς το καλύτερο. Ακόμα και σήμερα μετά από τόσα χρόνια κι από τόσα που έχω τραβήξει μπορώ να το πω.
  Καθώς περίμενα όρθιος στην έξοδο του ηλεκτρικού κι εκείνη δεν φαινότανε, παρατήρησα έναν άντρα λίγο πιο πέρα που κάθε τόσο με κοίταζε.
  Ήταν ψηλός μελαχρινός, καλοντυμένος. Όμορφος άντρας και δεν έμοιαζε με αυτό που το μυαλό μου πήγε αμέσως. Από εκείνους, τους άλλους.
  Μετά από λίγο άλλαξα γνώμη. Άκουσα τη φωνή του δίπλα μου, σιγανή καλλιεργημένη να με ρωτάει αν περίμενα κάποιον. «Κάποια» απάντησα εγώ κι αμέσως έδεσε μες το μυαλό μου ότι ο τύπος ήτανε από τους άλλους. Μάλλον ο τρόπος που του απάντησα του έκοψε τη φόρα. Έφυγε λίγα μέτρα πιο πέρα και ένοιωθα να με κρυφοκοιτάζει. Εκείνα τα χρόνια το να σου κολλήσει ένας ομοφυλόφιλος ήτανε κάτι πολύ συνηθισμένο. Και σήμερα βέβαια το ίδιο γίνεται μόνο που τότε ήμασταν λίγοι και φαινότανε ενώ σήμερα πολλοί και δεν φαίνεται. Μάλιστα με τους ξένους τώρα έχουν διαταραχθεί και οι ισορροπίες. Είναι πιο μεγάλη η προσφορά από τη ζήτηση.
  Το κορίτσι δεν ερχότανε, η ώρα είχε περάσει κι εγώ ετοιμάστηκα να κατέβω τις σκάλες να πάρω τον ηλεκτρικό για τον Πειραιά. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου να πλησιάζει κι εκνευρισμένος όπως ήμουνα προσπάθησα να φέρω στο στόμα μου ότι χειρότερη βρισιά ήξερα. Και ήξερα πολλές.
  «Δεν ήρθε ε;»
  «Όχι» είπα εγώ κάνοντας μια προσπάθεια να μη βρίσω ακόμη.
  «Εκείνη έχασε» έκανε πάλι σχεδόν χαρούμενα.
  Τον κοίταξα και δεν μπόρεσα να θυμώσω. Παρ όλο το «κόλλημα» δεν έδειχνε θρασείς. Είχε σχεδόν τα διπλάσια χρόνια από μένα όμως κάτι απάνω του ήτανε παιδικό και αθώο συνάμα.
  «Άκουσε –του λέω- χάνεις την ώρα σου μαζί μου…
  Εκείνος με μπέρδεψε.
  «Και που το ξέρεις;» είπε χαμογελώντας. Στα μάτια του είχε μια περιπαιχτική έκφραση σαν τα μικρά παιδιά που νομίζουν πως ξεγελάνε τους μεγάλους.
  «Σιχαίνομαι τις σχέσεις μεταξύ αντρών…
  «Δηλαδή δεν έχεις φίλους;»
  Άρχισα να τσαντίζομαι.
  «Έχω, –είπα ειρωνικά – μήπως θες να γίνουμε φίλοι;»
  «Ναι»
  Είχε μια αφοπλιστική ειλικρίνεια. Εγώ κατέβηκα ένα σκαλάκι.
  «Ας πιούμε έναν καφέ αν δεν βιάζεσαι… εδώ στη γωνία έχει ένα ήσυχο καφενείο.»
  Κάτι απάνω του με έκανε να ξανανέβω τη σκάλα. Κάτι με έσπρωξε να τον ακολουθήσω στο καφέ. Σε λίγο καθισμένος απέναντι του ένοιωθα σαν παγιδευμένος. Κοιτούσα γύρω μου και νόμιζα πως όλοι εκεί μέσα ήξεραν. Τον κοίταξα πιο προσεχτικά και λίγο ησύχασα γιατί τίποτα επάνω του δεν φανέρωνε την ομοφυλοφιλία του. Σχεδόν ήτανε ένας όμορφος αρρενωπός κομψός άντρας. Μάλιστα νόμισα σε κάποια στιγμή ότι η απέναντι κοπέλα του έριχνε βλέμματα με ενδιαφέρον.
  Στη μια ώρα που έκατσα μαζί του είχα εντυπωσιαστεί από τον τρόπο που κρατούσε τη συζήτηση. Με ρωτούσε για μένα με πραγματικό ενδιαφέρον. Έστρεψε την κουβέντα στα βιβλία και με εντυπωσίασε πόσα πολλά ήξερε.
  Δεν έδειξε περιπαιχτική διάθεση όταν διαπίστωσε ότι εγώ δεν είχα ιδέα για τόσους συγγραφείς που ανέφερε καθώς και βιβλία. Κάναμε δυο συμφωνίες στο τέλος. Η μία ότι ποτέ δεν θα μου έκανε πρόταση που θα ξέφευγε από τα όρια της φιλίας και η άλλη πως θα με προμήθευε εκείνος βιβλία που εγώ θα διάβαζα. Βγήκαμε έξω και καθώς περνούσαμε από το περίπτερο της πλατείας εκείνος κοντοστάθηκε και αφού πλήρωσε μου έδωσε το περιοδικό που αγόρασε. Ήτανε το περιοδικό «ΕΠΟΧΕΣ» που αργότερα έμαθα πως μαζί με την «ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΧΝΗΣ» ήτανε τα δυο πιο έγκυρα περιοδικά λογοτεχνίας και τέχνης εκείνα τα χρόνια.
  Μου έδειξε στο εξώφυλλο ένα διήγημα που υπήρχε μέσα και μου είπε απλά πως «αυτό είναι δικό μου.»
  Το όνομα του συγγραφέα από κάτω, ήταν Μένης Κουμανταρέας.
  Η φιλία μου με τον Μένη Κουμανταρέα κρατάει μέχρι σήμερα και δεν μετάνιωσα ποτέ που τον γνώρισα. Ίσα, ίσα που με έκανε υπερήφανο.
  Στα χρόνια που ακολούθησαν στάθηκε η αιτία να ριχτώ με τα μούτρα στο διάβασμα, μα το καλύτερο από όλα ήταν ότι με έβαλε σε έναν κύκλο που ποτέ μόνος μου δεν θα μπορούσα να μπω. Στον κύκλο της διανόησης εκείνης της εποχής. Κάθε βράδυ σχεδόν πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, κάποιος θα διάβαζε τα ποιήματα του ή τα πεζά πριν να τα δώσει στον εκδότη. Ακολουθούσε συζήτηση πάνω στα κείμενα, ανάλυση, γνώμες. Ο πρώτος συγγραφέας που διάβασε και ήμουνα κι εγώ εκεί ήτανε ο Βασίλης Βασιλικός είχε φέρει τα χειρόγραφα από την τριλογία του «Το πηγάδι, το φύλο και το αγγέλιασμα.» Στην παρέα αυτή θυμάμαι ακόμη εκτός από τον Μένη Κουμανταρέα, τον ποιητή Νίκο Παναγιωτόπουλο, τον ζωγράφο Βασίλη Κυπραίο, τους αδελφούς Ψυχοπαίδη, την Αθηνά Σχοινά, τον ηθοποιό αργότερα Χρήστο Βαλαβανίδη, τον μεγάλο σήμερα θεατράνθρωπο Λευτέρη Βογιατζή, τον Κρίτωνα Χουρμουζιάδη διανοούμενο δάσκαλο Αγγλικών, τον Βασίλη Διοσκουρίδη σήμερα εκδότη και πολλούς άλλους που τώρα δεν μου έρχονται στο νου.
  Ας είναι καλά όλοι και τους ευχαριστώ από καρδιάς που με δέχτηκαν, με έκαναν φίλο κι αναπόσπαστο μέλος της παρέας τους έστω κι αν εγώ τότε δεν είχα στόμα να μιλάω παρά μόνο αυτιά ορθάνοιχτα να ακούω.
  Και θυμάμαι με συγκίνηση όταν μετά από αρκετά χρόνια κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο «Η καρδιά του Κότσυφα» και το διάβασε, που μπήκαμε μαζί σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο στη Φωκίωνος Νέγρη που τον γνώριζαν και που στο κέντρο της βιτρίνας φιγουράριζε το δικό του καινούργιο μυθιστόρημα και απαίτησε να μπει δίπλα στο δικό του και το δικό μου. Δεν θα το έκανε ποτέ για λόγους φιλίας, ούτε για κανέναν άλλο λόγο. Με αυτή του την κίνηση, με αυτόν τον απλό τρόπο με έχριζε συγγραφέα.
©Πέτρος Κυρίμης
φωτογραφία χωρίς δικαιώματα -ειδική επεξεργασία Στάχτες.

Ελένη Κοφτερού, Το ταξίδι της Παρασκευής

Ήταν τόση η χαρά μας που συναντιόμαστε, κατάφερε να βάλει φράγμα στο ηχητικό κακόγουστο πανηγύρι του ταξιτζή. Τα εκνευριστικά σκυλέ τραγούδια – που άλλοτε μου προκαλούσαν νευρικότητα σε βαθμό υστερίας – και οι αναλύσεις για τον ΠΑΟΚ, δεν έφταναν στ’ αυτιά μας.
  Μια ελαφριά ζαλάδα προερχόταν από το ανακάτεμα των αρωμάτων μας, μα κυρίως από τη λαχτάρα της για τη συνάντηση. Ξέραμε κι οι δυο ότι “εκείνος” θα έπαιρνε μέρος στην παράσταση. Σ’ όλη τη διαδρομή μιλούσε γι αυτόν, όπως το περίμενα. Όλες οι λέξεις της, οι τρυφερές, οι σκληρές, οι παραπονιάρικες, τα γιατί, τα πως, τα πότε, τα άραγε, κουβαλούσαν στην ακρούλα τους το “Αχ!”. Στα σύμφωνά τους φύτρωναν ζουμπούλια. Στα φωνήεντα ισορροπούσαν και λικνίζονταν άσπρα χελιδόνια. Ναι, άσπρα, έτσι τα ήθελε τα χελιδόναι της φωνής της, χωρίς μια στάλα μαύρο. Δικές της ήταν οι λέξεις και τις έκανε ότι ήθελε στο κάτω -κάτω της γραφής. Και τα δάκρυα δικά της ήταν, μόνο το δάγκωμα στα χείλη της φτεροκοπούσε και καθόταν για λίγο και στους δικούς μου ώμους τρεμάμενο. Έπειτα φώλιαζε στα μαλλιά της και κοιμόταν. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε για να την απαλλάξω από την εξαίσια οδύνη της, ούτε είχα τέτοια πρόθεση φυσικά.
  Το ταξίδι μέχρι το θέατρο έγινε ασυνήθιστα μακρύ, λόγω της κίνησης στους δρόμους. Φτάσαμε όμως κάποτε και βγήκαμε από το ταξί, άσπρες σαν τα χελιδόνια της και διψασμένες όπως κάτι σπιτικά γατάκια που τα ξεχνούν για ώρες οι ιδιοκτήτες τους. Αγοράσαμε χυμό απ’ το περίπτερο και καθίσαμε στο παγκάκι, αυτή σφιχταγκαλιασμένη με την αγωνία της, εγώ να κανακεύω αμήχανα ένα παλιό ξεχασμένο χαμόγελό της. Οι λέξεις της υποταγμένες πια, μπήκαν και κούρνισαν στα πνευμόνια της να ξαποστάσουν, να νιώσουν την υγρασία του χυμού. Πως ξέφυγαν, πότε προλάβανε να βάλουν τη στολή τους κάτι λέξεις-στρατιώτες σ΄επιφυλακή, μόλις η άκρη του ματιού της χύθηκε επάνω του; «Καλησπέρα, πανέτοιμος να κατακτήσεις τα πλήθη;» θυσιάστηκαν στην πρώτη γραμμή για να σωθούν οι υπόλοιπες.
  Μ’ ένα νεύμα της απάντησε, μια “καλησπέρα” από δεύτερο χέρι που είχε πρόχειρη στην δεξιά τσέπη του. Καπνίσαμε δυο τσιγάρα κι έπειτα μπήκαμε να δούμε την παράσταση. Θεατής του πάθους της, του πόθου της κρυφακουστής έγινα εκείνη τη νύχτα, δεμάτια έδενα τα στάχυα της λύπης της, μα δεν υπήρχε αλώνι να τ’ αφήσω.
  Αυτός ήταν απόμακρος, εντοιχισμένος σ’ ενα θολό αόρατο κουβούκλιο. Του έριχνα κλεφτές ματιές, μήπως βρω εκείνο το ελάφι που τη μάγεψε. Τίποτε δεν κατάφερα να δω, μόνο για μια στιγμή, ένα ελάχιστο κόκκινο δευτερόλεπτο, (ίσως ήταν απ’ το λευκό κρασί που ήπιαμε στο διάλειμμα) είδα δυο τεράστια βαλσαμωμένα ελαφίσια μάτια στο χρώμα του χαλκού. Τα κρατούσε στις παλάμες του, τα χάιδεψε για λίγο κι έπειτα τα πέταξε προς το μέρος της. Διαλύθηκαν στη διαδρομή, έγιναν χρυσοχάλκινη σκόνη που κάθισε αθόρυβα στο πίσω μέρος του λαιμού της, εκεί στη ρίζα των μαλλιών.
  Στον γυρισμό το ταξί ήταν πιο άνετο, η μουσική ευτυχώς δεν ήταν ανυπόφορη. Καθίσαμε κοντά, την αγκάλιαζα απαλά, προστατευτικά. Οι λέξεις της ξυπνούσαν σιγά – σιγά, τεντώνονταν και φώναζαν σαν κακομαθημένα νήπια: «Δεν είμαι καλά! Δεν είμαι καλά!». Ήξερα ότι δεν είχα καμιά ελπίδα να τις κάνω να σωπάσουν. Χρησιμοποίησα το πιο ύπουλο κόλπο για να τις αποδεκατίσω: «Πήγαινε ν’ αγκαλιάσεις τον γιο σου, να νιώσεις την κοιμισμένη του ανάσα και οι λέξεις θα ησυχάσουν.»
  Δεν ξέρω αν το έκανε. Τη σκεφτόμουν όλη την ώρα της επίμονης αυπνίας μου. Στο τέλος κουράστηκα, αγκάλιασα την ήττα μου, όπως υποψιάζομαι ότι θα έκανε κι εκείνη και αποκοιμήθηκα.
  Το πρωινό του Σαββάτου, ο ουρανός ήταν κάπως πιο διάφανος, οι αιχμές της Δημητρίου Γούναρη κάπως πιο λειασμένες. Πριν αποχαιρετιστούμε, ήπιαμε από ένα σφηνάκι μαρτίνι, αγκαλιαστήκαμε για λίγο, μου πήρε δώρο μια μπλε τσάντα. Με κοίταξε με τρυφεράδα και μου είπε συνωμοτικά: « Άστο, δεν είμαι εγώ για έρωτες που μιμούνται τα ποιήματα… δεν ξέρω να τους διαχειριστώ, αδυνατώ να τους διαβάσω… μου διαλύουν το μυαλό…»
  «Ε, τότε, βρες τα ποιήματα που μιμούνται τους έρωτες!» της απάντησα για να πετάξω κι εγώ μια δήθεν εξυπνάδα… Έβγαλε τη γλώσσα της κοροϊδευτικά… Σκάσαμε στα γέλια…

© Ελένη Κοφτερού 
φωτο© Στράτος Φουντούλης 2012

*

Η Ελένη Κοφτερού είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κείμενα και ποιήματά της βρίσκοντια δημοσιευμένα στο διαδίκτυο όπως και η πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Περί Άνοιξης και άλλων εμμονών» που διατίθεται ελεύθερα σε μορφή e-book από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 grammata. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και η έντυπη συλλογή της με τίτλο «Γράμμα σε γενέθλια πόλη» από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ.

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’

Ήταν εκεί. Στο δεξί μέρος της ντουλάπας, πάνω στο πρώτο ράφι. Πάντα εκεί· από την πρώτη μέρα που της το είχε χαρίσει ο μπαμπάς. Όταν δεν κοιμόταν μαζί στο μαξιλάρι, ήταν εκεί. Το έβλεπε από το κρεβάτι της. Η ίδια ηλιαχτίδα το φώτιζε κάθε πρωί. Το αρκουδέλι. Καφετί. Γυαλιστερό. Με δυο μικρές μαύρες χάντρες που σε κοιτούσαν πεινασμένα. Τρυφερά. Χαϊδευτικό. Χνουδωτό. Μπορεί να ’ταν και σκίουρος· ίσως και κάστορας -σπάνιο· της είχανε μάθει όμως και γι’ αυτά- ρακούν, ασβός, πιθηκάκι. Εκείνη μέσα της το ’λεγε «αυτό». Το. Τοτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’»

Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη, Η Ζαργάνα

Από μικρή της άρεσε να χώνεται στην κουζίνα. Έπλενε πιάτα στο νεροχύτη, τα έβαζε στη στεγνώστρα, παρακολουθούσε τη μάνα της να μαγειρεύει και απ’ τα οχτώ της άρχισε να μαγειρεύει. Η οικογένεια άναυδη απ’ τη μαεστρία της. Ακόμα και στο σχολείο μαθεύτηκε. Όταν η δασκάλα πήγε να τους εξηγήσει τι είναι τα μακαρόνια, η Νικολέτα σήκωσε το χέρι.

    «Τι ‘ναι, παιδί μου, τι θες;»
   «Κυρία, τα μακαρόνια θέλουν λίγο λάδι στο νερό που βράζει για να μη κολλήσουν», είπε και δεν ξαναμίλησε.
   Στις εκθέσεις, από δω to πήγαινε από ‘κει το ‘φερνε, έγραφε και τι μαγείρεψε για την οικογένειά της. Κάποια στιγμή, η δασκάλα δεν άντεξε, κάλεσε τη μάνα της στο σχολείο. Την πέρασε από ανάκριση.
  Και πότε προλαβαίνει να παίξει; Μα το μαγείρεμα είναι το παιχνίδι της. Και πότε διαβάζει; Μαγειρεύοντας. Και εσείς που είσαστε; Εγώ είμαι στη δουλειά. Και τα αδέλφια της; Τα αδέλφια της είναι μεγαλύτερα. Και μαγειρεύει για την οικογένεια; Ναι, για ποιον να μαγειρεύει; Και τι θα γίνει αυτό το παιδί; Τι θέλετε να γίνει, απ’ την τρίτη δημοτικού θ’ αποφασίσει η κόρη μου;
    Η δασκάλα έμεινε με την εντύπωση ότι η Νικολέτα βασανίζεται σ’ ένα σπίτι με άστοργους γονείς κι η μάνα της με την εντύπωση ότι η δασκάλα θέλει την κόρη της για μαγείρισσα. Η ίδια η Νικολέτα συνέχισε να μαγειρεύει σε όλο το δημοτικό, το γυμνάσιο, το λύκειο, το πανεπιστήμιο. Σπούδασε νομικά γιατί κατά τη γνώμη της τα μαγειρέματα των νόμων είχαν την ίδια γοητεία με τα μαγειρέματα των τροφών.
   Φυσικά τραβούσε τ’ αρσενικά όπως η μέλισσα το μέλι. Κάτι οι στρογγυλάδες της, κάτι οι κουβέντες της, ειδικά όταν έλεγε τι μαγείρεψε, κάτι τα γέλια της, οι άντρες τρελαίνονταν για τη Νικολέτα και η Νικολέτα για τους άντρες. Όλοι την παίνευαν για τη μυρωδιά της – ένα μίγμα αρώματος, σαπουνιού και κάτι άλλο, απροσδιόριστο. Ούτε η ίδια ήξερε ποιο ήταν το τρίτο συστατικό της μυρωδιάς της, αλλά της το είχαν πει τόσες φορές που πίστευε ότι όντως υπάρχει.
   Γύριζε τα βράδια στο σπίτι, έβαζε να μαγειρέψει για την επόμενη μέρα και σκεφτόταν απορημένη τι είναι το τρίτο, το απροσδιόριστο της μυρωδιάς της, ποιος θα το βρει να της το πει. Πήρε το πτυχίο της στη Νομική, έπιασε δουλειά, ασκούμενη σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, δεν της άρεσε, ήθελε τα δικαστήρια, τη βαβούρα, τον κόσμο, το μαγείρεμα των νόμων. Η οικογένειά της διαμαρτυρόταν, ήταν πια εικοσιεφτά και πουθενά γαμπρός στον ορίζοντα.
   Ο Γρηγόρης ήρθε στο σπίτι τους, τραβηγμένος απ’ τις μυρωδιές. Στην αρχή, μόλις τέλειωνε απ’ την οικοδομή, στεκόταν στην ταράτσα της πολυκατοικίας που έχτιζε και οσμιζόταν να καταλάβει από πού προέρχονταν. Στο μήνα, συσχέτισε τη Νικολέτα με τα μαγειρέματα. Μισή ώρα αφότου έμπαινε στο σπίτι της, άρχιζε η λιγούρα του. Τα κουβέντιασε με τη μάνα του, ρώτησε και στη γειτονιά, μόνο καλά λόγια άκουσε, πήγε και τη ζήτησε.
   Ήταν ένα βράδυ που η Νικολέτα, συγχυσμένη απ’ το γραφείο γιατί δεν την άφησαν να παραστεί σε μια δίκη, δήλωσε παραίτηση και γύρισε νωρίτερα να μαγειρέψει μουσακά και σαραγλί. Ο Γρηγόρης χτύπησε το κουδούνι του σπιτιού της, έτοιμος να λιποθυμήσει. Του άνοιξε ο πατέρας της κι έμεινε να τον κοιτάζει. Κρατούσε γλαδιόλες κι ένα κουτί πάστες. Τον πέρασαν στο σαλόνι. Μάνα και πατέρας έκατσαν και τον άκουσαν αποσβολωμένοι. Ήταν αρχιτέκτονας, παρακολουθούσε τη Νικολέτα ενάμιση μήνα, έχτιζε την απέναντι πολυκατοικία, ήθελε να την παντρευτεί.
   «Δηλαδή, αγαπιόσαστε;» ρώτησε συγκινημένη η μάνα της.
   «Θα αγαπηθούμε μετά το γάμο», μουρμούρισε.
   Σε λίγο κατέφθασαν και τ’ αδέλφια της. «Ό,τι πει η Νικολέτα», κατέληξαν.
  Η ίδια άργησε να εμφανιστεί στο σαλόνι. Κανείς δεν την είχε ενημερώσει, εξάλλου έφτιαχνε το σιρόπι για το σαραγλί κι απαγόρευε να τη διακόψουν. Έκατσαν να φάνε, χωρίς να της εξηγήσουν ποιος είναι ο Γρηγόρης. Αυτή ήταν η συμφωνία, έμπνευση του πατέρα της. «Αν σε σερβίρει πρώτο, σημαίνει ότι της αρέσεις».
  Και τον σερβίρισε πρώτο. Μετά το φαγητό, βγήκαν έξω οι δυο τους να μιλήσουν. Της εξηγήθηκε. «Μυρίζεις άρωμα, σαπούνι και κανέλα, είμαι σίγουρος, έτσι μύριζε η γιαγιά μου, ήταν απ’ τη Σμύρνη».
  Η Νικολέτα ενθουσιάστηκε. Σ’ ένα τρίμηνο παντρεύτηκαν. Εκτός από καταπληκτική μαγείρισσα αποδείχτηκε και καταπληκτική ερωμένη. Ο Γρηγόρης δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι του, να δει τι φαγητό του έφτιαξε και με τι αμφίεση. Γιατί η Νικολέτα απ’ τη στιγμή που έφυγε απ’ το πατρικό της και παράτησε τη δικηγορία, κάθισε και το σκέφτηκε. Ναι, ο έρωτας περνάει απ’ το στομάχι, αλλά πριν το στομάχι είναι τα μάτια, άρα, πρέπει να τον έχω μονίμως σε διέγερση. Τη μια του έκανε παστίτσιο με δαντελένιο κορμάκι και ζαρτιέρες, την άλλη γουρουνόπουλο με διάφανα πέπλα, την παράλλη κολιούς πλακί με τσαντόρ, ό,τι κατέβαζε ο νους της, ό,τι διάβαζε στα περιοδικά, ό,τι άκουγε στην τηλεόραση, όλα τα ‘κανε, όλα τα απολάμβανε ο Γρηγόρης. Μόνο παιδιά δεν έκαναν. Ο άντρας της έλεγε, «καλύτερα οι δυο μας, αν γεννήσεις, θα με βάλεις στην άκρη», όμως η Νικολέτα σκεφτόταν πως μεγαλώνοντας, το παιδί κρατάει την οικογένεια, κι ας διαλύει το ζευγάρι, κουβέντα της η μάνας της.
   Κρυφά απ’ το Γρηγόρη έτρεξε στους γιατρούς. Όλοι της έλεγαν το ίδιο πράγμα: «Δε φταίτε εσείς, κυρία μου, να εξεταστεί και ο σύζυγος». Δεν διανοήθηκε να του το πει.
   Στα τριάντα-εφτά της που γιόρταζαν δέκα χρόνια γάμου, έκανε άλλο ένα λουκούλλειο γεύμα για τους δικούς της και την πεθερά της. Τους κάλεσε απ’ το μεσημέρι της Κυριακής, να τους περιποιηθεί ως το βράδυ. Και τι δεν τους μαγείρεψε. Ψάρια, κρέατα, σάλτσες, ζυμαρικά, ατζέμ πιλάφι, πίτες, σαλάτες γλυκά, παγωτό σπιτικό, μέχρι και ψωμί είχε ψήσει. Το κρασί έρεε άφθονο. Ο Γρηγόρης έφερε κι έναν συνάδελφο, ένα γεροντοπαλίκαρο που αναστέναζε παραπονεμένα σε κάθε μπουκιά, λέγοντας, «α, ρε τυχεράκια που βρήκες στα πενήντα σου τέτοια ζαργάνα!» ρίχνοντας θαυμαστικές ματιές στην Νικολέτα.
  Το βράδυ όταν έφυγαν όλοι με τα ταπεράκια τους, «μην πάει χαμένο, αμαρτία είναι», ο Γρηγόρης ζήτησε απ’ την Νικολέτα ένα ακόμα κομμάτι τούρτα σοκολάτα. Κι όπως το έτρωγε στο κρεβάτι, ενώ η Νικολέτα φορούσε μια ρομπίτσα νοσοκόμας να του κάνει τα κόλπα της, πέθανε με το κουτάλι στο στόμα.
  Μπήκε η Νικολέτα στην κρεβατοκάμαρα να τη δει, να της ορμήσει και τον βρήκε να κοιτάζει την τούρτα, καθιστός στο κρεβάτι, με το κουτάλι στο στόμα. Τον πλησίασε, του το πήρε, μα ο Γρηγόρης εκεί, να κοιτάζει το πιατάκι με σκυφτό κεφάλι. Έκατσε απέναντί του, πήρε το πιατάκι, έφαγε την υπόλοιπη τούρτα με το κουτάλι του κι έβαλε τα κλάματα.
  «Πάει, ο Γρηγόρης!» φώναξε στο άδειο σπίτι, γύρισε στην κουζίνα κι ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναμαγειρέψει στη ζωή της.
   Στην κηδεία ξαναείδε το φίλο του που την είπε ‘ζαργάνα’ εκείνη την αποφράδα Κυριακή. Άρχισαν να βγαίνουν κρυφά λόγω πένθους. Ένα χρόνο, κρυφά. Η πρώην πεθερά της τους τσάκωσε σε μια ταβέρνα στη Σαλαμίνα. Η Νικολέτα με τον Παντελή, η πεθερά με μια παρέα απ’ τα ΚΑΠΗ Γλυφάδας.    Κόντεψαν να πάθουν ταμπλά και οι δύο.
   Την επομένη αριβάρισε σπίτι της. Η Νικολέτα περίμενε κατάρες. Όμως η κυρία Ευθυμία είχε μάτια κι έβλεπε. Η νύφη της παραήταν μικρή και νόστιμη, κρίμα να μείνει μόνη της, το ήξερε κι απ’ τον εαυτό της, στα δεκαοχτώ έμεινε χήρα, στα εικοσιδύο ξαναπαντρεύτηκε κι έκανε το Γρηγόρη και τώρα, στα εβδομήντα-πέντε, αν της τύχαινε κάνας κοτσονάτος δε θα έλεγε όχι.
   «Νικολέτα, μια ερώτηση έχω παιδί μου».
   «Ναι, μάνα».
   «Εσύ δεν έκανες παιδιά, ή ο γιος μου;»
   Η Νικολέτα τη σερβίρισε κανταΐφι απ’ τα χεράκια της και σκέτο καφέ. Δεν ήθελε να την πληγώσει. «Μάνα, θα ξαναπιάσω δουλειά. Δε μου πάει να παίρνω τη σύνταξή του…»
   «Να πιάσεις δουλειά και να παίρνεις και τη σύνταξη. Απάντησέ μου».
   «Ο Γρηγόρης μάνα, αλλά δεν του το ‘πα ποτέ».
  «Μπράβο, κόρη μου». Έφαγε το κανταΐφι της κι έφυγε. Στην εξώπορτα της έδωσε την ευχή της.
«Ήσουνα καλή νύφη… η ζωή προχωράει… καλή τύχη».
   Στο δεύτερο χρόνο, ο Παντελής ζήτησε απ’ τους δικούς της. Αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο οι γονείς της και τα τρία αδέλφια της. Ήταν και οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους. Τον άκουγαν προσεκτικά δεκατέσσερα άτομα. Η Νικολέτα βρισκόταν και πάλι στην κουζίνα – δεν τον κράτησε τον όρκο της, μαγείρευε.
  Ο Παντελής ήθελε παιδιά απ’ τη ζαργάνα του και στον τρίτο χρόνο τον πέτυχαν το γιο. Χαράς ευαγγέλια για τη Νικολέτα. Παράτησε το δικηγορικό γραφείο, ρίχτηκε στον κανακάρη της, τον άντρα της, τα σόγια τους, τις μαγειρικές της. Η αγάπη ξεχείλιζε από μέσα της στις κατσαρόλες και τα ταψιά της. Μέχρι και η πρώην πεθερά της ξαναγύρισε στο σπίτι που μοσκοβολούσε κανέλα, κύμινο, καμένη ζάχαρη, ζυμωτό ψωμί. Τις Κυριακές γινόταν πανηγύρι. Η Νικολέτα ξανάκανε τα κόλπα της και στον Παντελή. Τη μια ντυνόταν πουτάνα, την άλλη καλόγρια, την παράλλη μαθήτρια, μόνο νοσοκόμα δεν ξαναντύθηκε, το είχε γρουσουζιά.
  Ο Παντελής έπλεε σε πελάγη ευτυχίας και οι δουλειές του άνθιζαν. Ποιος δε θέλει έναν κεφάτο αρχιτέκτονα, ποιος δε θέλει μια σύζυγο του αρχιτέκτονα που σε καλεί σε λουκούλλεια γεύματα;
Το ζευγάρι απέκτησε και εξοχικό και σκάφος και δεύτερο αυτοκίνητο και φυσικά ο μικρός πήγε σε ιδιωτικό σχολείο. Στα πέντε του χρόνια εμφάνισε τα μαγειρικά ταλέντα της μάνας του και τα αρχιτεκτονικά του πατέρα του. Οι δάσκαλοι άναυδοι απ’ το παιδί-θαύμα, οι γονείς του σεμνοί, «δεν έγινε και τίποτα», μουρμούριζαν και τον άφηναν να μαγειρεύει και να σχεδιάζει κατά βούληση.
  Όταν ο Γιωργάκης δήλωσε ότι δε θέλει να σπουδάσει, δεν έφεραν αντίρρηση. Τους έφερε μια κοπέλα, της έκαναν το τραπέζι κι ύστερα ο Παντελής σχολίασε ότι, «δεν θα κρατήσει αυτή η σχέση, αυτή δεν είναι ζαργάνα», χωρίς να ξέρει ότι τον άκουσε ο γιος του.
  Απ’ την άλλη μέρα, τους ανακοίνωσε ότι για να τους ξεκουράσει και να τους ευχαριστήσει που δέχτηκαν την κοπέλα του, θα τους μαγείρευε αυτός από δω και στο εξής. Το δέχτηκαν. Η Νικολέτα γιατί δεν προλάβαινε αφού τα δύο τελευταία χρόνια έτρεχε με τις αρρώστιες των γονιών της κι ο Παντελής γιατί όταν κλεινόταν στην κουζίνα, την έχανε.
  Μόνο που στη βδομάδα πάνω αρρώστησαν με τροφική δηλητηρίαση, έτσι είπε ο γιατρός που κάλεσαν.
  «Τι έβαλες Γιωργάκη στο φαί;» ρώτησε η μάνα του μόλις σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι.
  «Ό,τι βάζεις κι εσύ, μαμά».
  Όμως η Νικολέτα ήταν σίγουρη ότι κάτι τρέχει. Έπιασε και τ’ αυτί της μια συζήτηση του κανακάρη της με τη φιλενάδα του όπου γελούσαν κι έλεγαν πως αν πεθάνουν οι γέροι του θα ξεκοκαλίζουν μέχρι τα δισέγγονά τους την περιουσία τους.
 Δε μίλησε. Όμως φρόντιζε να ταΐζει τον Παντελή μόνο στο γραφείο του. Μια δυο φορές ξεγελάστηκε σαν μάνα κι είπε μέσα της ότι κολάζεται άδικα, αποκλείεται να τους το κάνει αυτό ο λεβέντης τους, αλλά ξερνούσαν όλη νύχτα.
  Τελικά τη βρήκε τη λύση. Θα καλούσε Κυριακή τη φιλενάδα του για φαγητό, μαζί με το υπόλοιπο σόι, ένδειξη ότι την εγκρίνουν.
  «Ζαργάνα μου, θα μαγειρέψεις εσύ;» ρώτησε ο Παντελής και η γυναίκα του σιγούρεψε ότι κι αυτός είχε τις ίδιες υποψίες.
  Ήρθαν όλοι. Οι γονείς τους, τα αδέλφια της, τα ανίψια της, δυο αρχιτέκτονες με τις γυναίκες τους, η πρώην πεθερά της. Ο γιος της έφυγε στις 11 και γύρισε στις 1 με την κοπέλα του. Έκατσαν στο τραπέζι. Η Νικολέτα τους έδινε τα πιάτα ένα-ένα. Πρώτη και καλύτερη σερβίριζε τη νύφη, όπως έλεγαν οι υπόλοιποι γελώντας, και στεκόταν από πάνω της να σιγουρευτεί ότι θα δοκιμάσει. Η νύφη δοκίμαζε κι αναστέναζε. Οι άλλοι την περίμεναν ν’ αποφανθεί με υγρά μάτια απ’ τη λιγούρα.
  Άμα απόφαγαν, τους πέρασε στο σαλόνι να τους κεράσει τούρτα σοκολάτα, κανταΐφι και σαραγλί. Η νύφη πάλι δοκίμασε πρώτη, λίγο απ’ όλα πίνοντας καφέ.
  Έπιασαν τα τραγούδια και το χορό. Σε μια στιγμή ο γιος τους σηκώθηκε όρθιος και τους ανακοίνωσε ότι θέλει ν’ αρραβωνιαστεί.
   «Να ζήσετε! Να ζήσετε!» ευχήθηκαν όλοι.
  Ο Παντελής δήλωσε ότι την άλλη Κυριακή θα καλούσαν και τους γονείς της κοπέλας για να περάσουν βέρες. Κιχ για την ανεργία και των δυο τους. Μόνο η γιαγιά είπε ένα, «άντε να βρείτε και δουλίτσα» και ο Γιωργάκης την αγριοκοίταξε.
  Η Νικολέτα ζήτησε απ’ τη νύφη της να τη βοηθήσει στο μάζεμα. Η κοπέλα σηκώθηκε κρατώντας την κοιλιά της.
  «Πονάς;» τη ρώτησε μόλις βρέθηκαν μόνες τους στην κουζίνα.
  «Ναι».
  «Ωραία. Σε μία ώρα θα έχεις πεθάνει. Πλύνε τα πιάτα τώρα». Είχε βάλει στον καφέ της καθαρτικό και κρατιόταν να μη σκάσει στα γέλια.
  Η μικρή δεν την πίστεψε. Σε μία ώρα την έπιασαν οι σπασμοί. Μπροστά στα μάτια όλων. Ο γιατρός διέγνωσε ανακοπή από τροφική δηλητηρίαση.
   «Μα πώς; Αφού όλοι τα ίδια φάγαμε», μουρμούριζαν αποσβολωμένοι οι συγγενείς.
  Στη νεκροψία διαπιστώθηκε ότι δηλητηριάστηκε από μανιτάρια. Όμως στο τραπέζι δεν υπήρχαν μανιτάρια κι ο γιος τους είπε στο σόι ότι πριν συναντηθούν στις 11, η κοπέλα του είχε φάει τηγανητά μανιτάρια σπίτι της. Η Νικολέτα έκλαιγε στην κηδεία αγκαλιά με την παρ’ ολίγο συμπεθέρα της. Κανείς δεν έμαθε ότι είχε βάλει καθαρτικό στην πρώτη μπουκιά που έδωσε στην υποψήφια νύφη. Το γιο της τον κρατούσαν παραμάσχαλα ο πατέρας του κι ο συμπέθερος. Του πήρε καιρό να συνέλθει.
  Μια μέρα η μάνα του τον έστειλε στο φούρνο να ζητήσει λίγο προζύμι. Γυρίζοντας ήταν άλλος άνθρωπος. «Μάνα, την ξέρεις την κόρη του φούρναρη;»
  «Μια ξανθούλα, είναι;»
  «Μάνα, μυρίζει κανέλα!»
  «Μπράβο αγόρι μου, να τη φέρεις σπίτι να της μαγειρέψουμε».
  Το βράδυ η Νικολέτα τη ρώτησε αν ξέρει κι αυτή από μαγειρική.
  «Κόρη φούρναρη είμαι, γίνεται να μην ξέρω;»
  Ο Παντελής αντάλλαξε ματιές με τη γυναίκα του. Ύστερα κοίταξαν το γιο τους με τρυφερότητα. Τους δήλωσε ότι θα βρει δουλειά, ό,τι να’ ναι.
  Στα τρία χρόνια και αφού τσεκάρισαν για τα καλά τη νέα νύφη και βεβαιώθηκαν ότι οι γονείς της τη χρυσοπροικίζουν όπως κι αυτοί τον δικό τους, το πήραν απόφαση, τους πάντρεψαν. Αλλά ο Γιωργάκης δουλειά δεν βρήκε ούτε καν στο φούρνο των πεθερικών του πήγαινε.
  Μια μέρα η νύφη ήρθε στα πεθερικά της κλαμένη. «Τι έχεις κορίτσι μου;» τη ρώτησαν ανήσυχοι.
  «Δε θέλει να μαγειρεύω εγώ, θέλει να μαγειρεύει μόνο αυτός».
  Ο Παντελής κοίταξε τη Νικολέτα. «Ζαργάνα μου, τι λες;» τη ρώτησε τρομαγμένος και δεν άγγιξε τον μπακλαβά με παγωτό καϊμάκι που του σερβίρισε στη βεράντα.
  «Να έρθετε την Κυριακή για φαγητό, κορίτσι μου» είπε εκείνη στη νύφη της.
  Όντως την Κυριακή το μεσημέρι ήρθαν με το υπόλοιπο σόι – είχαν προστεθεί στην οικογένεια οι συμπέθεροι. Έφαγαν και ήπιαν του σκασμού. Τελειώνοντας η Νικολέτα ζήτησε απ’ το γιο της να τη βοηθήσει στην κουζίνα. Σηκώθηκε απ’ την πολυθρόνα του με κόπο. Ίδρωνε κι είχε πρασινίσει.
  «Πονάς;» τον ρώτησε η μάνα του.
  «Πολύ».
  «Ωραία. Σε μια ώρα θα ‘χεις πεθάνει. Πλύνε τα πιάτα τώρα», του απάντησε και του γύρισε την πλάτη.
 Την πρόλαβε στο διάδρομο ο Παντελής. «Ζαργάνα μου, τι έχεις;» ρώτησε βλέποντάς την βουρκωμένη.
  «Τίποτα, τίποτα», μουρμούρισε και πήγε στο σαλόνι.
  «Ζαργάνα μου, τι έκανες;» επέμενε ο Παντελής.
  «Μάνα!» ακούστηκε απ’ την κουζίνα.
  Έτρεξε μόνη της, πείθοντας τους υπόλοιπους να μείνουν στις θέσεις τους.
  «Πες μου, έχεις γκόμενα;»
  «Ναι…» απάντησε με βογκητά.
  «Και γι’ αυτό θες να δηλητηριάσεις τη γυναίκα σου;»
  «Όχι, κάνεις λάθος».
  «Ε, καλά, αφού κάνω λάθος, μείνε εδώ, σε μισή ώρα θα πεθάνεις».
  Έμεινε πίσω απ’ την κλειστή πόρτα της κουζίνας ν’ ακούει τα βογκητά του. Στο τέλος δεν άντεξε και μπήκε. Στάθηκε μπροστά του με τα χέρια στη μέση.
  «Ο πρώτος μου άντρας έλεγε ότι μυρίζω κανέλα και ο δεύτερος με λέει ζαργάνα, εσύ τι λες στη γυναίκα σου και τι στη γκόμενα;»
  «Η μία μυρίζει κανέλα και η άλλη…» κοίταξε γύρω του ψάχνοντας τη λέξη. «Δεν ξέρω…» κατέληξε κάθιδρος.
  «Γιατί δεν παίρνεις διαζύγιο;»
  Δεν της απάντησε. Σφάδαζε.
  «Αγόρι μου, δεν ξέρω πώς σε κάναμε τέτοιο φιλοχρήματο καθίκι. Θες να πεθάνει η γυναίκα σου για να την κληρονομήσεις;» είπε παρατηρώντας τον να ξερνάει χωρίς την παραμικρή κίνηση βοήθειας.
  «Μάνα, σώσε με».
  «Μόνο αν μου ορκιστείς ότι θα φύγεις!»
  «Πού να πάω μάνα;»
  «Όπου θες, αρκεί να μη μας ενοχλείς και να περιμένεις να πεθάνουμε στην ώρα μας».
  «Σώσε με, μάνα!»
  «Ορκίσου!»
  Ο Παντελής μπήκε στην κουζίνα. «Ορκίσου!» είπε ήσυχα στο γιο του.
  «Ορκίζομαι!»
  «Ωραία, πιες ένα ποτήρι γάλα! Ηλίθιε που φαντάστηκες ότι θα σε δηλητηριάσει η μάνα σου. Καθαρτικό έβαλα στο γλυκό σου, να χέζεις δυο μέρες».
  Ο γιος τους όντως εξαφανίστηκε από προσώπου γης. Σε πέντε χρόνια η γυναίκα του με την έγκριση των γονιών του, τον κήρυξε εξαφανισθέντα. Κανείς δεν τον έψαξε.
  Μόνο η μάνα του διάβαζε υποψιασμένη τις εφημερίδες κάθε φορά που έγραφαν για θάνατο από τροφική δηλητηρίαση και τις πετούσε μην τις δει ο Παντελής.
  Η πρώην νύφη τους ξαναπαντρεύτηκε ένα παλικάρι δυο μέτρα που τους είπε ότι μυρίζει κανέλα, τη φώναζε ζαργάνα και του έτρεχαν τα σάλια κοιτώντας την.
  Τους υιοθέτησαν και τους δυο και τους περίμεναν πώς και τι κάθε Κυριακή στο οικογενειακό τραπέζι.
  Μετά από οχτώ χρόνια, εμφανίστηκε στην πόρτα τους ένας μουσάτος. Ήταν ο γιος τους. Μετανοημένος. Του εξήγησαν ότι έπρεπε να ξαναγυρίσει σε άλλα οχτώ χρόνια που θα ήταν πια χούφταλα και δεν θα τους ένοιαζε αν θα τους δηλητηρίαζε.
  Εκείνο το βράδυ ο Παντελής ήταν πολύ συγκινημένος που ξαναείδε το Γιωργάκη. Η Κατερίνα τον κοίταζε λυπημένη. Γερνούσε άσχημα ο Παντελής της, έφταιγε η κράση του, θέλει δίαιτα, είπε ο γιατρός.
  Το πρωί σηκώθηκε πρώτη να φτιάξει όπως πάντα τους καφέδες τους, να τους πιουν κουβεντιάζοντας στη βεράντα. Στα εβδομήντα-τρία η Νικολέτα, στα 90 ο Παντελής, αυτό το καφεδάκι τους είχε μείνει. Μπαίνοντας στην κρεβατοκάμαρα, τον είδε με μισάνοιχτο στόμα, κατάλαβε. «Αχ, βρε Παντελή μου», είπε.
  Πήρε ένα χαρτί, έγραψε τη διαθήκη τους. Άφησε σε ακριβοδίκαια μερίδια τα πάντα στα ανίψια της και στην πρώην νύφη της. Στο γιο της τίποτα. Υπέγραψε και για τον άντρα της, τόσα χρόνια στο γραφείο του, ήξερε να αντιγράφει την υπογραφή του. Έβαλε περσινή ημερομηνία.
  Έριξε στον καφέ της ποντικοφάρμακο. Πήγε και ξάπλωσε δίπλα του.
  Τους βρήκε η γειτόνισσα που είχε κλειδιά. Το ταψί με το κανταΐφι περίμενε συγγενείς και φίλους να φάνε, να σχωρεθούν τα ‘ποθαμένα τους, που έλεγε κι η γλυκομιλούσα η μάνα της.
*
©Μπελίκα-Αντωνία Κουμπαρέλη
(part of a) Photo copyright-free, creative commons 2011, επεξεργασία Στάχτες

Μαρία Πετρίτση, Φορτηγό

Aπό την Αθήνα ξεκινήσαμε αχάραγα ακόμα. Γύρω μας μαύρο σκοτάδι, υγρασία και λασπουριά. Η λαχαναγορά επί ποδός. Άλλοι φορτώνανε μηλοπορτόκαλα εκτός εποχής και άλλοι ξεφόρτωναν λάχανα και μελιτζάνες μέσα σε ευρωπαϊκά καφάσια. Ελληνικό το προϊόν, ξένη η συσκευασία. Ή και το αντίθετο. Οι χαμάληδες ανάκατοι. Χίλιες ράτσες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Φορτηγό»

Ιωάννα Βακάλη, «Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας» (απόσπασμα)

Απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου:

Ωρες ώρες αγωνιώ. Αγωνιώ για το μέτρο που πρέπει να ακολουθήσω. ΄Όλοι έχουν ένα μέτρο. Η ζωή το παρέχει σε όσους το έχουν ανάγκη. Καμιά φορά ανησυχώ αν είμαι καλή. Εμπιστεύομαι όμως το καθρέφτισμά μου στα μάτια των γέρων και των παιδιών. Όταν τα βλέμματα συνωμοτούν με την αλήθεια. Περιπλανιέμαι σε δρόμους και κρεβάτια. Αφήνω τους ανθρώπους να με γεύονται. Δίνομαι στον καθένα. Σαν να είναι μοναδικός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωάννα Βακάλη, «Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας» (απόσπασμα)»

Ιωάννα Βακάλη, “Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας” (απόσπασμα)

Αρχείο 05/09/2013

Απόσπασμα από την αρχή του βιβλίου:

Ωρες ώρες αγωνιώ. Αγωνιώ για το μέτρο που πρέπει να ακολουθήσω. ΄Όλοι έχουν ένα μέτρο. Η ζωή το παρέχει σε όσους το έχουν ανάγκη. Καμιά φορά ανησυχώ αν είμαι καλή. Εμπιστεύομαι όμως το καθρέφτισμά μου στα μάτια των γέρων και των παιδιών. Όταν τα βλέμματα συνωμοτούν με την αλήθεια. Περιπλανιέμαι σε δρόμους και κρεβάτια. Αφήνω τους ανθρώπους να με γεύονται. Δίνομαι στον καθένα. Σαν να είναι μοναδικός. Όταν είναι άσχημα είναι σαν να κυλιέμαι με τα τέσσερα στη λάσπη. Όταν είναι ωραία είναι σα να κάνω έρωτα με όλο το σύμπαν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωάννα Βακάλη, “Η μαμά ή μανιφέστο μιας παρ’ ολίγον πουτάνας” (απόσπασμα)»

Αλέξανδρος Ζεν, Νύχτα φόνου

Ω ναι, τη θυμάμαι σα χτες εκείνη την ημέρα… Θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία: Δεκαπέντε Οκτωβρίου. Θυμάμαι τι ρούχα φορούσα, θυμάμαι πόσα τσιγάρα είχα καπνίσει, τι καφέ είχα πιει, που είχα παρκάρει τ’ αμάξι, θυμάμαι ακόμα και πόσο γεμάτο ήταν το φεγγάρι – ακριβώς μέχρι τη μέση. Θυμάμαι και το νεκρό βλέμμα των ματιών του… Αυτό καλύτερα απ’ όλα…
   Είχα ξυπνήσει πολύ νωρίς εκείνο το πρωί, δεν είχε καν ξημερώσει. Είχε ζέστη, ζέστη ασυνήθιστα γλυκιά για πρωινό του Οκτώβρη. Το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας είχε κάνει το κεφάλι μου βαρύ σαν μολύβι και είχε εξασθενίσει το ήδη αδύναμο στομάχι μου. Ήμουν ένα ζωντανό πτώμα που περιφερόταν άσκοπα απ’ το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα, από κει στην τουαλέτα, κι απ’ την τουαλέτα στο υπνοδωμάτιο. Δεν τα άντεχα καθόλου τα μεθύσια, ούτε τα ξενύχτια γενικά. Με θυμάμαι από έφηβο ακόμα να στριφογυρίζω για το πολύ δυο ώρες στο κρεβάτι μου και να σηκώνομαι γεμάτος τσίμπλες στα μάτια, πόνους στα πόδια και αλκοόλ στο αίμα για να συρθώ μέχρι τη λεκάνη. Τις άλλες νύχτες βέβαια έκανα υπέροχους ύπνους. Μέχρι εκείνο το βράδυ της δεκάτης πέμπτης δεν ήξερα καν τι θα πει η λέξη ‘αϋπνία’. Κοιμόμουνα βαριά και ήσυχα για τουλάχιστον οχτώ ώρες – απολάμβανα ύπνο! Εκείνο το πρωινό πάντως, για να επιστρέψω και στο θέμα, το πρώτο πράγμα που έκανα όταν σηκώθηκα δεν ήταν να συρθώ μέχρι την τουαλέτα, αλλά να συρθώ μέχρι την κουζίνα, όπου θα έφτιαχνα το μόνο πράγμα που θα μπορούσε κάπως να με ζωντανέψει: έναν διπλό ελληνικό καφέ, μαζί με ένα φτηνό παλ μαλ τσιγάρο. Και όντως, με την πρώτη κιόλας γουλιά ένιωσα το σώμα μου να συνέρχεται. Το μυαλό μου πάλι, όχι και τόσο…
Πέρασα τις ώρες της ημέρας συμπληρώνοντας έγγραφα για τη δουλειά και διαβάζοντας το βιβλίο που είχα αφήσει από καιρό στη μέση: τον Ξένο του Καμύ. Ποτέ δε μπόρεσα να καταλάβω τι το τόσο σπουδαίο έβλεπε ο κόσμος σ’ αυτό το βιβλίο. Εμένα πολλές φορές με κούραζε… Το μεσημέρι δεν είχα καθόλου όρεξη για μαγείρεμα, οπότε παρήγγειλα μια πίτσα απ’ έξω. Και κατά τις έξι το απόγευμα είχα ραντεβού για καφέ με την Μαρία στο κέντρο.
   Θυμάμαι συζητούσαμε για το γάμο – κάναμε τις πρώτες προετοιμασίες. Είχε φέρει δείγματα από προσκλητήρια για να διαλέξουμε μαζί. Της είπα ότι δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου το προσκλητήριο, δε μ’ ενδιαφέρει τίποτα εκτός απ’ το να είμαι μαζί της. Μου χαμογέλασε. Τίποτα δε μπορούσε να μου φτιάξει περισσότερο τη διάθεση από ένα χαμόγελό της. Ολόκληρο το πρόσωπο της φωτιζόταν κάθε φορά που τα λεπτά της χείλη κοιτούσαν προς τα πάνω. Πλησίασα αργά και τη φίλησα για ώρα, παθιασμένα, μέχρι να μας επαναφέρει τελικά ο εκνευριστικός σερβιτόρος που κουβαλούσε τους καφέδες μας. Τελικά δεν αποφασίσαμε ποτέ το προσκλητήριο, το άφησα πάνω της, κι όταν πια ο ήλιος είχε πέσει και το σκοτάδι είχε αρχίσει να απλώνεται πάνω απ’ τη μεγάλη πόλη, φιληθήκαμε ξανά, αποχαιρετιστήκαμε και τραβήξαμε ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του… Ποτέ μου δε θα πίστευα ότι εκείνη η φορά θα ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπα το πρόσωπο της, που θα άκουγα τη φωνή της, που θα κοίταγα στα μάτια της, που θα άγγιζα τα χείλη της…
   Είχα παρκάρει το αμάξι πολύ μακριά απ’ το καφέ που είχαμε καθίσει, τουλάχιστον είκοσι λεπτά περπάτημα. Φυσικά τέτοια ώρα στο κέντρο θα έπρεπε να νιώθω τυχερός μόνο και μόνο που είχα καταφέρει να βρω θέση, μα το περπάτημα δεν το άντεχα καθόλου, και πάντα παραπονιόμουν αν είχα πάνω από ένα χιλιόμετρο να διανύσω με τα πόδια. Γι’ αυτό και όταν έφτασα στο κακόφημο στενό της οδού Αλεξάνδρου, δεν το σκέφτηκα καθόλου πριν μπω και κόψω δρόμο. Θα γλίτωνα περίπου τριακόσια μέτρα. Χα, το σκέφτομαι σήμερα ότι όλα αυτά έγιναν για τριακόσια μέτρα και μου φαίνομαι τόσο γελοίος…
   Καθόταν στα σκαλιά, ακριβώς έξω απ’ το μισογκρεμισμένο και ερειπωμένο αρχοντικό με τον αριθμό επτά, δίπλα στην ανοιγμένη χαρτόκουτα που χρησιμοποιούσε για κρεβάτι. Φορούσε ένα παλιό, ξεσκισμένο μπλουτζιν κι ένα λεπτό, μπεζ πουκάμισο, απ’ το οποίο έλειπαν δυο κουμπιά στο ύψος του στομαχιού. Το πρόσωπό του ήταν τρομακτικό, απόκοσμο, τα μάγουλα του έμοιαζαν φαγωμένα, τα μικρά του μάτια πρησμένα και ρυτιδιασμένα, γεμάτα μαύρους κύκλους, το στόμα του ξερό. Μόνο το μακρύ, γκρίζο του μούσι είχε κάτι το μεγαλοπρεπές, έμοιαζε λες και ήταν βγαλμένο από τη Βίβλο. Ήταν λεπτός και αδύναμος, με το ζόρι φαινόταν να κρατάει το κεφάλι του όρθιο. Θα ήταν το πολύ εξήντα χρονών, μα έμοιαζε τουλάχιστον ενενήντα. Δεν το κρύβω πως το όλο θέαμα του μου προκάλεσε αηδία… Τον κοίταξα και με κοίταξε πίσω. Τα μάτια του ήταν άδεια, κενά, λες και ήταν ήδη νεκρός…
   Σηκώθηκε απ’ τη θέση του με δυσκολία και με βιαστικές κινήσεις άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος μου. Άνοιξα το βήμα μου. Δεν ήταν ότι τον φοβήθηκα, απλά ήθελα να τον αποφύγω… Άκουσα τη λεπτή και κουρασμένη φωνή του πίσω από την πλάτη μου: «Γεια σου φίλε, μήπως έχεις μερικά ψιλά;» Συνέχισα να περπατάω χωρίς να απαντήσω. Με ακολουθούσε κατά πόδας. Ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις έναν τέτοιο άνθρωπο να περπατάει τόσο γρήγορα, ήταν άξιον απορίας πως τον κρατούσαν ακόμα τα πόδια του. Έφτασε ακόμα πιο κοντά μου. «Συγγνώμη, φίλε…» «Όχι, τον διέκοψα απότομα, χωρίς καν να γυρίσω να τον κοιτάξω. Δεν έχω τίποτα.» Πίστεψα ότι θα σταμάταγε, ότι δεν θα έδινε περισσότερη σημασία σε έναν τυχαίο περαστικό που ήθελε απλά να πάει σπίτι του, μα αντιθέτως, με δυο απότομες κινήσεις βρέθηκε μπροστά μου, να μου κλείνει το δρόμο και να με κοιτάει στα μάτια. «Φίλε, μήπως έχεις μερικά ψιλά;» με ξαναρώτησε. «Σου είπα όχι, δεν έχω τίποτα,» απάντησα και προσπάθησα να φύγω, μα έκπληκτος συνειδητοποίησα ότι είχα σχεδόν παραλύσει όρθιος στη μέση του δρόμου. Καθόμουνα για ώρα – ή έστω λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες – και τον κοίταζα βαθιά μέσα στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο μίσος, πρώτη φορά έβλεπα τόσο μίσος μέσα σ’ ένα ζευγάρι ανθρώπινων ματιών. Ένιωθα πως μ’ έπνιγε αυτό το βλέμμα. Κι εκεί ήταν που άρχισα να φοβάμαι…
   «Α… Δεν έχεις τίποτα…» είπε εκείνος, συνεχίζοντας να με κοιτάει με τα απάνθρωπα, ψυχρά του μάτια. «Όχι, τίποτα,» απάντησα χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής μου. Κοιταχτήκαμε για λίγο ακόμα, ώσπου άρπαξε το αριστερό μου χέρι απ’ τον καρπό και με τράβηξε προς τα πίσω. «Έλα λίγο μαζί μου,» μου είπε αδύναμα. «Άσε με ήσυχο,» του απάντησα θυμωμένος και τράβηξα το χέρι μου για να το ελευθερώσω. «Ρε έλα που σου λέω,» συνέχισε ξαναγραπώνοντας με. «Όχι, άσε με,» φώναξα τρομαγμένος προσπαθώντας πάλι να ελευθερώσω το χέρι μου, μα αυτή τη φορά χωρίς αποτέλεσμα. Με είχε σύρει τουλάχιστον δέκα μέτρα πίσω όταν άρχισα να πανικοβάλλομαι. Ξανατράβηξα το χέρι μου με περισσότερη δύναμη, το ελευθέρωσα, και του έριξα μια δυνατή σπρωξιά. Ο γέρος έπεσε κάτω στην άσφαλτο, μα, για κάποιο λόγο που ακόμα δε μπορώ να εξηγήσω, δεν το έβαλα στα πόδια, έμεινα εκεί, στο ίδιο σημείο, σχεδόν πετρωμένος… «Άσε με ήσυχο!» του φώναξα. Εκείνος σηκώθηκε με δυσκολία και έτρεξε – όσο μπορούσε να τρέξει – κατά πάνω μου. Τον ξαναέσπρωξα και ξαναέπεσε κάτω. «Τι θέλεις από μένα;» τον ρώτησα σχεδόν κλαίγοντας. Ο γέρος, χωρίς να δώσει καμία σημασία στα λόγια μου, ξανασηκώθηκε, μα αυτή τη φορά κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι μπύρας στο δεξί του χέρι, με στόχο να το προσγειώσει στο κεφάλι μου. Φυσικά δεν τα κατάφερε. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής, γράπωσα τον καρπό του χεριού του και με το άλλο μου χέρι του έριξα μια γροθιά στο στομάχι. Άφησε το μπουκάλι μπύρας να πέσει κάτω και να σπάσει σε κομμάτια, και με τις παλάμες του τύλιξε το σημείο που τον είχα χτυπήσει. Ήξερα πως πλέον δε μπορούσε να μου κάνει τίποτα… Του έριξα άλλη μια γροθιά όσο ήταν σκυμμένος πάνω απ’ το στομάχι του, μα αυτή τη φορά στη μύτη. Την έσπασα… Κύλησε αίμα πηχτό και σκούρο, ποτισμένο με ουσίες. Ο γέρος έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με βουβούς λυγμούς. Τον ξαναχτύπησα στο πίσω μέρος του κεφαλιού και τον σώριασα κάτω. «Βρωμοπρέζακα!» φώναξα και του έριξα μια δυνατή κλωτσιά στα πλευρά. Εκείνος έσκουξε φωναχτά. «Πουτάνας γιε!» ξαναφώναξα και ξανακλώτσησα. Ο γέρος ήταν αναίσθητος. «Άσε με ήσυχο καριόλη!» φώναξα για μια τελευταία φορά, πριν αρπάξω ένα άλλο μπουκάλι μπύρας που ήταν πεταμένο δίπλα του και του το φέρω στο κεφάλι, όχι μια, αλλά τουλάχιστον τρεις φορές. Το κρανίο του άνοιξε στα δυο σαν όστρακο. «Άσε με ήσυχο,» ψέλλισα πριν ακόμα καταλάβω τι είχε γίνει – τι είχα κάνει…
   Έμεινα πάνω απ’ το σώμα του για ώρα, μαρμαρωμένος και θολωμένος. Ο γέρος δεν κουνιότανε καθόλου. Έσκυψα προσεκτικά κάτω στο δρόμο και γύρισα το γεμάτο αίματα κορμί του ανάσκελα. Τα μάτια του ήταν ακόμα ανοιχτά και με κοιτούσαν, μα πλέον δεν υπήρχε ούτε μίσος, ούτε κακία μέσα τους. Πλέον δεν υπήρχε τίποτα… Προσπάθησα να καταλάβω αν είχε σφυγμό. Δεν είχε…
Ναι, θυμάμαι ακόμα πολύ καλά τον ψυχρό αέρα που φύσηξε εκείνη τη στιγμή στην οδό Αλεξάνδρου. Θυμάμαι και το φως του μισογεμάτου φεγγαριού που έπεφτε στα άδεια μάτια του. Θυμάμαι και τις κηλίδες μαύρου αίματος στην άσφαλτο… Το άψυχο του πτώμα… Το μόνο που δε θυμάμαι… είναι τι έκανα μετά…
©Αλέξανδρος Ζεν
Image Source: Chase Bickel