Εύη Γκάλαβου, Δολοφονική αυτοχειρία


Διήγημα

4:00το ξημέρωμα. Το κορμί του αιωρούνταν μαζί με τη θηλιά στο λαιμό περασμένη, σε μια σιδερένια μπάρα που κρέμονταν από το ταβάνι, όπου γύμναζε το κορμί του και τα χέρια του. Ένας κόμπος δεμένος, σφιχτά τυλιγμένος γύρω από το λαιμό του, με το κορμί ασάλευτο και παγωμένο ώρες εκεί μοναχό του. Ένα σημείωμα στο γραφείο, στον πάνω όροφο για τη μοναδική υπάλληλο που αρνήθηκε να τον εγκαταλείψει κι ας μην την πλήρωνε εδώ και μερικούς μήνες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Εύη Γκάλαβου, Δολοφονική αυτοχειρία»

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σώματα

 
«Τί να την κάνω τη συγγνώμη σου τώρα;»
είπα, και συνέχισα το δρόμο μου
βάζοντας δύο κέρματα
στα μάτια του γερο-ζητιάνου
που άκουσε τα ιώδη και πέτρωσε.
 
Στο μεταξύ είχε νυχτώσει πολύ…
Μέσα κι έξω από το σώμα.
Στέλλα Ουράνια Δούμου, Πινόκιο
Στη Στέλλα

Σώματα
Κάθισαν και οι δυο τους στην ακροθαλασσιά, πλάτη με πλάτη, ένα βουβό κύρτωμα της μέσης και με γερμένα τα κεφάλια, αιθέρια ασώματοι και οι δυο τους κολυμπούσαν σε μια παλέτα με πινέλο σπαρταρίσματος ψαριού• γύρω τους, μια σπείρα από ανάμνηση δέρματος ανθρώπου, κάτι σαν λώρος τυλιγόταν χνουδωτό σε μιαν απόχρωση αιμόφυρτου τοπίου. Πλησίαζε η ώρα για το δείλι να ξαποστάσει το βύθισμα του ήλιου στο νερό και στις σκιές του άντρα, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα, Σώματα»

Ηρώ Νικοπούλου, Ασύμπτωτοι


Διήγημα

— Πουθενά, ούτε ένα σινεμά;
— Τώρα κάτι είπες, ψύλλοι στ’ άχυρα…
— Καλά, και με το φαγητό δηλαδή, που έλεγες, το ίδιο σκηνικό παίζει;
— Ε, ναι…
— Κι εσύ τί κάνεις;
— Μάλλον δεν κατάλαβες ακόμα τι τραβάω.
— Για να ’μαι ειλικρινής, όχι. Δηλαδή, ας πούμε για παράδειγμα, αφού σου αρέσουν τόσο πολύ οι μπάμιες γιατί μου είπες ότι τις στερείσαι;
Η Λιάνα ρούφηξε με θόρυβο την πορτοκαλάδα και κοίταξε απορημένα την παιδική της φίλη.
— Δεν αρέσουν στον Πίπη.
— Δεν του αρέσουν οι μπάμιες… που θα φας εσύ;
— Πού να μαγειρεύω δύο φαγητά…είναι πολύπλοκο…
— Ναι, και παντελόνια… που δεν είναι πολύπλοκο… γιατί δεν φοράς;
— Ωραία, δεν του αρέσουν, φχαριστήθηκες; Και μην ειρωνεύεσαι, αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο κι ας μη φαίνεται.
— Μήπως επειδή εκείνος τα φοράει συνέχεια; είπε παιχνιδιάρικα η Λιάνα. Η Ρόζα σούφρωσε τα χείλια πεισμωμένα και δεν ανταποκρίθηκε.
— Καλά, θα σηκώνω προειδοποιητικό πανώ άλλη φορά όταν θα κάνω πλάκα, αμάν πιά.
— Λες κρυάδες.
— Ενώ εσύ…
— Εγώ τί;
— Παραδίνεις την ζωή σου στις ορέξεις ενός άλλου.
— Δεν είναι ένας άλλος, είναι ο άντρας μου.
— Μάλιστα, κι αυτό νομιμοποιεί παράδοση άνευ όρων;
— Και τί να κάνω δηλαδή, να τσακώνομαι συνέχεια;
— Όχι βέβαια, δεν είναι λύση.
— Γι αυτό σου λέω…
— Απλώς να είσαι ο εαυτός σου, τόσο δύσκολο είναι αυτό;
— Δεν ξέρω… ποιό κομμάτι του ακριβώς, εννοείς;
— Τί ποιό κομμάτι;
— Ο εαυτός μου αποτελείται πλέον από δύο τουλάχιστον κομμάτια, το εντελώς δικό μου το αρχικό και αρκετά ξεθωριασμένο οφείλω να ομολογήσω, και το μπολιασμένο από τον Πίπη.
— Νερατζιά είσαι μωρέ να σε μπολιάσει, τί μου τσαμπουνάς;
— Κι όμως, ώρες-ώρες δεν θυμάμαι ας πούμε, αν η τάδε σκέψη ήταν δική μου ή δική του, την είπα εγώ ή εκείνος, το Χι πράγμα το πιστεύω εγώ ή εκείνος; Άλλαξα συνήθειες, γούστα…Μέχρι και κόμμα άλλαξα.
— Πειθαναγκάστηκες αν κατάλαβα καλά, δεν άλλαξες από μόνη σου.
— Ε… ίσως…
— Λοιπόν όσο το σκέφτομαι, μου κάνει εντύπωση που δεν μου έχεις πει σχεδόν ποτέ για κάτι καλό πάνω του, ή έστω για κάτι στο οποίο συμφωνείτε.
Τα μάτια της Ρόζας συννέφιασαν,
— Ποτέ;
— Σχεδόν, κι αναρωτιέμαι δεν θα μπορούσες να εστιάσεις στα κοινά σας ενδιαφέροντα, εκεί που συμπίπτετε τέλος πάντων, και να επικοινωνείτε μέσα απ’αυτά;
Η Ρόζα της έριξε ένοχο φευγαλέο βλέμμα.
— Κι όσο για τα υπόλοιπα να τα διεκδικείς, όχι να κάθεσαι να βλέπεις μέχρι και τούρκικα σήριαλ που ξερνάς.
Η Ρόζα ανακάτευε τώρα με προσήλωση το λιωμένο παγωτό της.
— Εκτός κι αν είσαι κρυπτομαζοχίστρια, συμπλήρωσε η Λιάνα πειρακτικά.
— Δεν ξέρω τί είμαι…, τον παντρεύτηκα στα δεκαεννιά.
— Ναι αλλά δεν γίνεται τριάντα χρόνων γάμος να είναι μονάχα ο μακρύς κατάλογος παραπόνων που μου απαριθμείς συνήθως.
Έψαξε για το βλέμμα της Ρόζας που είχε σκύψει και έστρωνε τις ζάρες του καλτσόν της σιωπηλή.
— Τί, δεν μπορεί, υπάρχουν κάποια κοινά, σωστά;
Η πεισμωμένη σιωπή απ’ την άλλη μεριά του τραπεζιού την έκανε ν’ αλλάξει θέμα.
— Πότε είπες είναι το επόμενο ραντεβού σου στον οφθαλμίατρο;
— Την Πέμπτη, δυστυχώς, ούτε κατάλαβα πως πέρασε κι αυτός ο μήνας.
— Όλα καλά θα πάνε, θα σου τηλεφωνήσω να μάθω τα νέα. Αλήθεια δεν μου είπες σ’ αρέσει το φουστάνι μου, χθες το πήρα;
Η Ρόζα την κοίταξε με βλέμμα θολό .
— Είναι πολύ βαθύ το ντεκολντέ νομίζω και πολύ γαλάζιο…στον Πίπη δεν αρέσουν τα ανοιχτόχρωμα…
***
Το σαλονάκι του ιατρείου είχε δύο δερμάτινους μπορντώ καναπέδες, πέντε καρέκλες Μπρόιερ μεταλλικές και ένα κρυστάλλινο τραπέζι με αραδιαμένα περιοδικά. Η πόρτα που οδηγούσε στο γραφείο ήταν ξύλινη. Ο Πίπης ξεφύλλιζε από ώρα ένα κυνηγητικό φυλλάδιο· η Ρόζα είχε μελετήσει όλα τα περιοδικά που υπήρχαν εκεί μέσα, άλλωστε το πιο πρόσφατο ήταν της προηγούμενης πενταετίας. Τα τελευταία δύο χρόνια επισκέπτονταν τον γιατρό κάθε μήνα για την θεραπεία της. Τώρα προσπαθώντας να τιθασεύσει την δυσθυμία της, κοιτούσε με ζήλια τον καταπράσινο μπένζιαμιν μπροστά από την τζαμαρία. Στον Πίπη δεν άρεσαν τα φυτά εσωτερικού χώρου, τα θεωρούσε μικροαστική πόζα. Τα φυτά, έλεγε, τα έπλασε η φύση στην ύπαιθρο και στον καθαρό αέρα, τί δουλειά έχουν μέσα στις οικιακές μας διοξίνες και στους μίζερους καπνούς, ας βρούμε άλλους τρόπους να θεραπεύσουμε την υπολανθάνουσα οικολογική μας ευαισθησία. Έλεγε. Και η Ρόζα συμφωνούσε. Ήταν πιο βολικό να συμφωνεί.
Ξανακοίταξε με νοσταλγία το τρυφερό δεντράκι. Ένας δυνατός πόνος την μαχαίρωσε χαμηλά στην κοιλιά. Προς στιγμήν σκέφτηκε το χθεσινό φαγητό, να την πείραξε κάτι; Όμως ένας δεύτερος σφάχτης επισφράγισε το είδος του πόνου που απεχθανόταν περισσότερο. Τα έμμηνα την τάραζαν συνεπέστατα κάθε μήνα και της θύμιζαν με τον οδυνηρότερο τρόπο την μεγαλύτερη από τις παραιτήσεις της. Ο Πίπης δεν ήθελε παιδιά.
Έπαιξε τα βλέφαρα, τα έσφιξε δυνατά να πνίξει το τσούξιμο και την αγωνία που ανέβηκε απρόσκλητη. Δεν τη φόβιζαν τόσο οι ενέσεις που αναγκαζόταν να κάνει πάνω στην κόρη του ματιού –που στο άκουσμά τους όλοι ανατρίχιαζαν , όσο τα αποτελέσματα των μετρήσεων της όρασής της που διαρκώς μειωνόταν. Κι ο Πίπης πάντα πλάι της, επί δύο χρόνια αποστασιοποιημένος συμπαραστάτης. Σήμερα όμως περίμεναν τις απαντήσεις και των δικών του εξετάσεων, γιατί τους τελευταίους μήνες είχε παρόμοια συμπτώματα. Η όρασή του τού έπαιζε παιχνίδια.
Έξω το σούρουπο έπεφτε βαρύ κι αθόρυβο σαν πάχνη, είχαν φύγει και οι τελευταίοι ασθενείς, στο σαλονάκι η σιωπή ήταν αφόρητη. Όταν άνοιξε η ξύλινη πόρτα του γραφείου καμώθηκαν και οι δυο τους πολύ απορροφημένους. Ο γιατρός αναγκάστηκε να κροταλίσει τις ρόγες των δαχτύλων του στο πόμολο για να τους αποσπάσει την προσοχή κι έπειτα με τα χέρια απλωμένα σε ημιέκταση σαν να εκφωνούσε πανηγυρικό, αναφώνησε:
— Ε, Αυτό δεν το έχω ξαναδεί!
Ο Πίπης και η Ρόζα απέφυγαν να κοιταχτούν, ο γιατρός συνέχισε.
— Είναι από τα πιο απίθανα πράγματα που θα μπορούσαν να συμβούν!
Πρώτη τόλμησε να σαλέψει η Ρόζα.
— Τί συμβαίνει γιατρέ;
— Έχω δει κι έχω δει στην σταδιοδρομία μου περιπτώσεις, αλλά ζευγάρι που να παρουσιάζει ακριβώς την ίδια ασθένεια· και μάλιστα τόσο σπάνια ασθένεια, τί να πω!
Ο Πίπης σηκώθηκε ταραγμένος.
— Βγήκαν οι εξετάσεις μου;
— Δυστυχώς αγαπητέ μου, έχουμε πρόβλημα. Αλλά μην ανησυχείτε θα εφαρμόσουμε ακριβώς την ίδια θεραπεία με της συζύγου σας και όλα θα πάνε καλά.
Ο Πίπης ξέμεινε για δευτερόλεπτα αμήχανος. Έπειτα ξερόβηξε και ρώτησε.
— Και ποιά είναι η γνώμη σας, πώς δηλαδή παρουσιάστηκε έτσι ξαφνικά και σ’ εμένα; Μήπως τελικά είναι κολλητικό;
— Όχι δεν είναι κολλητικό, αυτό σας το δηλώνω μετά βεβαιότητος. Πρόκειται όμως για μια εξαιρετικά σπάνια κι ενδιαφέρουσα σύμπτωση!
Ο Πίπης κοίταξε ερωτηματικά τη Ρόζα, εκείνη όμως ήταν στραμμένη τόσο βαθειά της που δεν του έδωσε καμία σημασία. Οι διαδικασίες που ακολούθησαν, η πληρωμή και η αποχώρηση έγιναν μέσα σε φόντο βουβής ασπρόμαυρης ταινίας.
Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους ο γιατρός πλησίασε προς το παράθυρο του δρόμου και κοιτώντας τους ρεμβαστικά ψιθύρισε:
— Τέτοια σύμπτωση! Πάντα έλεγα πως ήταν παράξενο ζευγάρι, αλλά τέτοια ψυχική συμπαράσταση, είναι αξιοζήλευτη!
©Ηρώ Νικοπούλου
photo©soulemama.com
*
Διήγημα από τη συλλογή Ελληνιστί: ο Γρίφος,
όπου θα παρουσιαστεί σήμερα Πέμπτη 
30 Μαΐου 2013 στις 9:00 μ.μ. στο art bar
ποιήματα κι εγκλήματα των εκδόσεων
Γαβριηλίδη, Αγίας Ειρήνης 17, Μοναστηράκι
(μεταξύ Αθηνάς και Αιόλου) από τον 
κριτικό Αλέξη Ζήρα και 
τον συγγραφέα Ανδρέα Μήτσου.

George Le Nonce, Περὶ τῆς μυθοπλασίας


Διήγημα

Πάντα τοῦ ἄρεσαν τὰ μυθιστορήματα. Ἰδίως ὅσα εἶχαν πλοκὴ πολυδαίδαλη καὶ χαρακτῆρες πολλοὺς καὶ ποικίλους· ἀπαραιτήτως, ἐπίσης, ἀφηγητὴ παντογνώστη, ποὺ κατέγραφε ὄχι ἁπλῶς αὐτὰ ποὺ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ δεῖ καὶ νὰ παρατηρήσει, ἀλλὰ καὶ ὅλες τὶς σκέψεις, τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ματαιώσεις τῶν χαρακτήρων. Καθὼς δὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ μυθιστορήματα δὲν γράφονταν πιά, καὶ ὅσα γράφονταν ἦσαν ἄθλια ἢ δὲν ἦσαν μυθιστορήματα, ὁ Τ. δὲν εἶχε κανένα λόγο νὰ παρακολουθεῖ τὴν σύγχρονη ἐκδοτικὴ κίνηση. Ὅσα ἀγόραζε εἶχαν ἐκδοθεῖ πρὶν πενήντα, ἑκατὸ ἢ καὶ περισσότερα χρόνια, ὁπότε ἡ ἀπόλαυση ἦταν διπλή, διότι τὰ παληὰ αὐτὰ βιβλία ἱκανοποιοῦσαν καὶ τὸν ἄλλο φετιχισμό του, τὸ φετιχισμὸ τῆς τυπογραφίας καὶ τῆς βιβλιοδεσίας: τὰ πιὸ ἀγαπημένα του μυθιστορήματα εἶχαν δερμάτινα ἐξώφυλλα, κόκκινους μεταξωτοὺς σελιδοδεῖχτες καὶ ἀνάγλυφα τυπογραφικὰ στοιχεῖα.

Συχνὰ ὀνειρευόταν ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἔγραφε τέτοια μυθιστορήματα, πολύτομα καὶ περίτεχνα, καὶ ὅτι χιλιάδες ἄνθρωποι σὲ ὅλον τὸν κόσμο τὰ διάβαζαν μὲ προσήλωση καὶ μὲ θαυμασμό, καθισμένοι κατὰ προτίμηση σὲ δωμάτια μὲ ξύλινη ἐπένδυση στοὺς τοίχους, μὲ δερμάτινες πολυθρόνες καὶ καναπέδες, μὲ τζάκια ἀπὸ μαντέμι. Ἄλλοτε πάλι, ὀνειρευόταν πώς, παρ᾽ὅλο ποὺ ἦταν ἀναμφίβολα ὁ συγγραφέας τῶν πολυτελῶν αὐτῶν μυθιστορημάτων, ἦταν ἐπίσης κατὰ κάποιο παράδοξο τρόπο καὶ ἕνας ἀνυποψίαστος ἀναγνώστης, ποὺ δὲν εἶχε ἰδέα τί θὰ συμβεῖ στὴν ἑπόμενη σελίδα καθὼς ξάπλωνε σὲ ἕνα βελούδινο ἀνάκλιντρο μὲ τὸ βιβλίο ἀγκαλιὰ καὶ ἕνα ποτήρι οὐίσκυ στὸ τραπεζάκι δίπλα του. Στὸ πιὸ ἀγαπημένο του ὄνειρο, ὅμως, καὶ τὸ πιὸ σπάνιο, δὲν ἔπαιζε οὔτε τὸν συγγραφέα οὔτε τὸν ἀναγνώστη, ἀλλὰ τὸν ἥρωα. Καὶ μάλιστα, ὄχι τὸν ἥρωα ἑνὸς μόνο μυθιστορήματος, ἀλλὰ μιᾶς σειρᾶς μυθιστορημάτων, καὶ διηγημάτων, καὶ ποιημάτων, κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποκάλυπτε νέες πτυχὲς τῆς συγκλονιστικῆς του προσωπικότητας.

     Παρ᾽ὅλα αὐτά, δὲν εἶχε ἔρθει στὸ νησὶ μὲ σκοπὸ νὰ ἀπομονωθεῖ σὲ ἕνα σπίτι στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ καὶ νὰ διαβάζει μυθιστορήματα, νὰ σχεδιάζει πλοκὲς ἢ νὰ πλάθει χαρακτῆρες. Στὸ νησὶ εἶχε ἔρθει, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς ἡλικίας του (δὲν ἦταν τότε οὔτε τριάντα ἐτῶν), γιὰ νὰ χαρεῖ τὴ θάλασσα καὶ τὸν ἔρωτα. Καὶ εἶχε ἐπιλέξει νὰ ἔρθει μόνος του, χωρὶς προκαταβολικὴ ἐρωτικὴ δέσμευση, ὥστε νὰ μπορέσει νὰ κυνηγήσει εὐειδεῖς ὁμηλίκους καὶ νὰ χαρεῖ τὰ σώματά τους χωρὶς καμμιὰ τροχοπέδη.
     Γι᾽αὐτὸ ἀκριβῶς, δὲν εἶχε φέρει βιβλία μαζί του, παρὰ μόνο ἕνα φτηνὸ ἀστυνομικό, χαρτόδετο, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἔνοιαζε ἂν λερωνόταν ἀπὸ τὸ ἀντιηλιακό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἔνοιαζε οὔτε κἂν ἂν τὸ ξεχνοῦσε σὲ κάποια παραλία. Ἀντιθέτως, εἶχε φέρει ὅλα ὅσα ταιριάζουν στὴν ἰδέα τῶν ἀνέμελων διακοπῶν σὲ ἑλληνικὸ νησί: δυὸ ζευγάρια γυαλιὰ ἡλίου, βερμοῦδες, σόρτς, καναδυὸ λινὰ παντελόνια, πολλὰ ἀνάλαφρα πουκαμισάκια καὶ πολύχρωμα μακὸ μπλουζάκια, πάνινα παπούτσια˙ἀλλὰ καὶ μοδᾶτα ἐσώρουχα (ἐφαρμοστὰ μποξεράκια τὰ περισσότερα, ὅλα πάντως ὑπογεγραμμένα: calvin klein φυσικά, καὶ armani, καὶ dolce e gabbana), καὶ προφυλακτικὰ σὲ διάφορα σχέδια καὶ χρώματα καὶ ἀρώματα, καὶ κάποια ἄλλα ἐρωτικῆς χρήσεως ἀντικείμενα, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν μιλᾶ κανείς, ἁπλῶς τὰ ἀνασύρει τὴν κατάλληλη στιγμὴ καὶ τὰ θέτει στὴν ὑπηρεσία τοῦ ὀργασμοῦ.
     Τὸ σπίτι τὸ εἶχε βρεῖ στὸ ἴντερνετ. Δωμάτιο μὲ μπάνιο καὶ βεράντα σὲ παληὸ ἀρχοντικὸ κοντὰ στὴν παραλία, ἔλεγε ἡ ἀγγελία. Μὲ κουζίνα καὶ χώρους ὑποδοχῆς κοινῆς χρήσεως. Οἱ φωτογραφίες ἔδειχναν ὑπνοδωμάτια μὲ διπλὰ κρεββάτια μὲ οὐρανό, καὶ ἕναν κῆπο ποὺ ἁπλωνόταν κατάφυτος μπροστὰ στὴν παραλία. Ἡ τιμὴ ἦταν μόνο εἴκοσι εὐρὼ τὴ βραδιά, τιμὴ εὐκαιρίας, τιμὴ ἀπίστευτη γιὰ Αὔγουστο στὸ νησί. Προτιμοῦνται, ἔλεγε, νέοι ἄνδρες, μόνοι. Αὐτὸ τὸ τελευταῖο ἦταν, ὁπωσδήποτε, ὕποπτο. Λόγῳ αὐτοῦ τοῦ προδοτικοῦ δέλτα, λόγῳ τῶν ἀνδρῶν δηλαδή, ποὺ δὲν ἦσαν ἄντρες, φαντάστηκε ὅτι ὁ σπιτονοικοκύρης θὰ ἦταν κάποιος διεφθαρμένος ὑπερῆλιξ ποὺ ἔμενε ἐπίσης σὲ αὐτὸ τὸ σπίτι, πιθανότατα ὅλο τὸ χρόνο˙ στὴν καλύτερη περίπτωση ἔπαιρνε μάτι τοὺς νεαρούς του νοικάρηδες τὴν ὥρα ποὺ κοιμοῦνταν ἢ ἔκαναν μπάνιο, στὴν χειρότερη τοὺς ἐπετίθετο μὲ ἄσεμνες χειρονομίες ὅταν ἐπέστρεφαν, ἡμίγυμνοι, ἀπὸ τὴ θάλασσα. Ἀλλὰ ἀκόμη κι ἂν ἦταν ἔτσι, τί εἶχε νὰ φοβηθεῖ; Εὔκολα θὰ μποροῦσε νὰ ἀπωθήσει, ἢ ἀκόμη καὶ νὰ περιπαίξει, ἕναν διεστραμμένο γέρο. Καὶ ἐπιπλέον, ὑπῆρχε ἕνα σημαντικὸ παράπλευρο ὄφελος: ἐφόσον ἔτσι ξεδιάντροπα ἡ ἀγγελία δήλωνε ὅτι θὰ προτιμοῦνταν νέοι ἄνδρες μόνοι, οἱ πιθανότητες τὰ ἄλλα τρία δωμάτια νὰ καταληφθοῦν ἀπὸ ἄνδρες τῆς δικῆς του συνομοταξίας (δηλαδὴ ὄχι ἁπλῶς νέους καὶ μόνους, ἀλλὰ ἐπίσης ἀνδρικῶν ἐρωτικῶν τάσεων) ἦσαν, ὁπωσδήποτε, αὐξημένες. Θὰ μποροῦσε νὰ συναντήσει στὸ σπίτι αὐτό, καὶ μάλιστα στὸ διπλανὸ δωμάτιο, καὶ ἕναν καὶ δύο καὶ τρεῖς ἄνδρες πρόθυμους νὰ ἐπιδοθοῦν σὲ διαχύσεις καὶ σὲ λαγνεῖες μαζί του˙μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ πηγαίνει γιὰ κολύμπι στὴ θάλασσα, μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ πηγαίνει στὰ μπὰρ τὰ βράδια, μὲ τοὺς ἴδιους αὐτοὺς ἄνδρες νὰ περιγελάει τὸν ὑπέργηρο ἀρσενοκοίτη σπιτονοικοκύρη καὶ νὰ τὸν ἀπωθεῖ.
    Μόλις ὅμως ἔφθασε στὸ σπίτι, οἱ προσδοκίες του αὐτὲς διαψεύστηκαν. Καὶ οἱ φόβοι ἐξίσου: κανεὶς ἄλλος δὲν κατοικοῦσε αὐτὸ τὸ σπίτι· καὶ δὲν ὑπῆρχε ὑπέργηρος σπιτονοικοκύρης, τὸν ὑποδέχθηκε μιὰ μεσόκοπη τσεμπεροφοροῦσα, ὀνόματι Διαμάντω, ἡ ὁποία σαφῶς ἦταν ἁπλῶς ἡ καθαρίστρια. Ἡ Διαμάντω τοῦ ἔδωσε τὰ κλειδιά, τοῦ ἔδειξε τοὺς χώρους καὶ τοῦ εἶπε ὅτι καθαρίζει καὶ ἀλλάζει σεντόνια κάθε μεσημέρι. Τὸν ἄφησε ἐπίσης νὰ διαλέξει ποιό ἀπὸ τὰ τέσσερα διαθέσιμα ὑπνοδωμάτια ἤθελε, γιατὶ ἦσαν, τοῦ εἶπε, ὅλα ξενοίκιαστα, πρὸς τὸ παρὸν θὰ ἦταν μόνος του στὸ σπίτι, ἀλλὰ νὰ εἶχε ὑπόψη του ὅτι ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ μπορεῖ νὰ ἐμφανιζόταν καὶ ἄλλος νοικάρης.
     Τὸ σπίτι ἦταν πολὺ ὡραιότερο ἀπὸ ὅ,τι φαινόταν στὸ ἴντερνετ. Τὸ ὑπνοδωμάτιό του τεράστιο (εἶχε, βέβαια, ἐπιλέξει τὸ καλύτερο), μὲ κρεββάτι ὑπέρδιπλο, ἕνα σαλονάκι σὲ μιὰ γωνιά, καὶ μιὰ βεράντα μεγαλύτερη ἀπὸ τὸ δωμάτιο, μὲ θέα στὸν ἀχανὴ κῆπο. Τὸ μπάνιο μαρμάρινο, μὲ μπανιέρα στὴν ὁποία θὰ μποροῦσαν ἄνετα νὰ ξαπλώσουν τοὐλάχιστον δύο ἄνδρες. Οἱ δὲ «χῶροι ὑποδοχῆς κοινῆς χρήσεως» (ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅμως, ἀποκλειστικὰ δικῆς του χρήσεως), ποὺ τοὺς νόμιζε εὐφημισμὸ γιὰ κάποιο μικρὸ χώλ, ἦσαν μιὰ μοναστηριακοῦ τύπου τραπεζαρία γιὰ δώδεκα ἄτομα, μία μεγάλη σάλα ὅπου χωροῦσαν τέσσερεις καναπέδες καὶ ἕνα πιάνο μὲ οὐρά, καί, τὸ συγκλονιστικότερο, ἕνα ἀκόμη δωμάτιο, μεγαλύτερο ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὴ σάλα, ἐπιπλωμένο μὲ δερμάτινα Chesterfield, τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ τοῖχοι καλύπτονταν ἀπὸ ξύλινες βιβλιοθῆκες μὲ τζάμια, γεμάτες βαρύτιμα παλαιὰ βιβλία σὲ διάφορες γλῶσσες.
     Πάντως, ἡ παραλία δὲν ἦταν κοντά. Ὀπτικὴ ἀπάτη ἦταν ἡ ἐγγύτητα τῆς θάλασσας στὶς φωτογραφίες στὸ ἴντερνετ: ὁ κῆπος κατέληγε σὲ ἕνα γκρεμὸ καὶ ἡ θάλασσα ἁπλωνόταν περίπου ἑκατὸ μέτρα πιὸ κάτω, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὴ φθάσεις θὰ ἔπρεπε νὰ κατέβεις ἕνα μονοπάτι κυκλικό, καὶ θὰ ἔπαιρνε, ὑπολόγιζε, τοὐλάχιστον μισὴν ὥρα ἡ διαδρομή. Δὲ βαριέσαι, δὲ μπορεῖ κανεὶς νὰ τἄχει ὅλα. Καὶ αὐτὰ ποὺ εἶχε, μὲ εἴκοσι εὐρὼ τὴν ἡμέρα, ἦσαν ἤδη πάρα πολλά. Ἂν ἦταν τυχερός (καὶ ἤδη αἰσθανόταν ἰδιαίτερα τυχερός), σὲ μιὰ δυὸ μέρες τὸ πολὺ θὰ ἐμφανιζόταν καὶ ἄλλος ἔνοικος καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ διασκεδάζουν μαζὶ ποικιλοτρόπως.
      Ἡ Διαμάντω ἔφυγε καὶ τὸν ἄφησε νὰ τακτοποιηθεῖ. Ἡ ὥρα ἦταν ἤδη ὀχτὼ καὶ εἶχε ἀρχίσει νὰ βραδιάζει. Ἄδειασε τὸ σάκο του, τακτοποίησε τὰ ροῦχα στὶς ντουλάπες καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἀντικείμενα στὸ μπάνιο καὶ στὸ συρτάρι τοῦ κομοδίνου του, γδύθηκε, μπανιαρίστηκε, ἀρωματίστηκε καὶ πῆγε, ἔτσι γυμνός, νὰ ἐξερευνήσει λίγο τὴ βιβλιοθήκη πρὶν βγεῖ νὰ γευθεῖ τὴν νυχτερινὴ ἔκλυση τοῦ νησιοῦ. Ὑπῆρχαν χιλιάδες βιβλία ἐκεῖ μέσα, ὅλα δερματόδετα, ὅλα πολυτελῆ. Ἀκόμη καὶ κάποια (ποιητικὲς συλλογές, ἰδίως) ποὺ γνώριζε ὅτι εἶχαν ἐκδοθεῖ μόνο σὲ χαρτόδετη ἐκδοχή, ἦσαν δεμένα, μὲ σκοῦρα δερμάτινα ἐξώφυλλα καὶ βαθυκόκκινους σελιδοδεῖχτες – ὁ ἰδιοκτήτης προφανῶς ἔπασχε ἀπὸ τὸν ἴδιο φετιχισμὸ τῆς βιβλιοδεσίας, ἀλλὰ εἶχε ἐπίσης τὴν οἰκονομικὴ δυνατότητα νὰ δίνει τὰ βιβλία γιὰ δέσιμο σὲ καλλιτέχνες βιβλιοδέτες πρὶν τὰ τοποθετήσει ἀνάμεσα στὰ ἄλλα του κομψοτεχνήματα.
     Ἦταν, ἀναμφίβολα, παράδοξο ὅτι αὐτὸς ὁ θησαυρὸς εἶχε ἀφεθεῖ ἔτσι ξεκλείδωτος καὶ μποροῦσε νὰ γίνει βορὰ τῶν τυχάρπαστων ἐνοικιαστῶν τοῦ καλοκαιριοῦ˙ ἀκόμη καὶ ἂν δὲν ἦσαν βιβλιόφιλοι (καὶ οἱ περισσότεροι νέοι ἄνδρες, μόνοι ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἦσαν), κάποιοι θὰ ἀντιλαμβάνονταν ὅτι αὐτὰ τὰ βιβλία εἶχαν καὶ σημαντικὴ χρηματικὴ ἀξία καὶ θὰ μποροῦσαν νὰ μποῦν στὸν πειρασμὸ νὰ τὰ ὑπεξαιρέσουν. Ἴσως, ὅμως, ὁ ἀόρατος ἰδιοκτήτης νὰ μὴν ἐνδιαφερόταν τελικὰ γιὰ τὰ βιβλία ποὺ θὰ ἔχανε, ἴσως νὰ τὸν ἐνδιέφερε περισσότερο ἡ θέα ἢ καὶ ἡ συντροφιὰ τῶν ἀνδρῶν ποὺ σχεδὸν φιλοξενοῦσε. Δὲν μποροῦσε νὰ ἀποκλεισθεῖ καὶ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ κρυβόταν κάπου μέσα στὸ σπίτι, νὰ καραδοκοῦσε μέσα σὲ κάποιο μυστικὸ δωμάτιο κρυμμένο πίσω ἀπὸ κάποια βιβλιοθήκη, νὰ παρακολουθοῦσε αὐτὴ τὴ στιγμὴ τὸν νεαρὸ ἄνδρα ποὺ ὁλόγυμνος περιεργαζόταν τὰ βιβλία καὶ νὰ περίμενε τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ νὰ κάνει τὴν ἐρωτική του ἐπίθεση.
     Ὁ T. ἀνατρίχιασε στιγμιαῖα στὴ σκέψη ὅτι μπορεῖ, πράγματι, ὁ μυστηριώδης ἰδιοκτήτης νὰ τὸν παρακολουθοῦσε καθὼς κατέβαζε ἀπὸ ἕνα ράφι τὸ ὁποῖο εἶχε τεντωθεῖ γιὰ νὰ φθάσει τὴν πρώτη ἔκδοση τῆς Δίκης τοῦ Κάφκα. Ἀπόδιωξε ὅμως τὴ σκέψη αὐτὴ ὡς μυθιστορηματική, ξάπλωσε σὲ ἕναν καναπὲ στὴ μέση τοῦ δωματίου καὶ ἄρχισε νὰ ξεφυλλίζει καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ διαβάζει. Μετὰ τὶς πρῶτες πενήντα σελίδες, ἀποφάσισε ὅτι δὲν ἤθελε τελικὰ νὰ βγεῖ ἔξω, καὶ ἐνῶ ὣς τότε ἔλεγε στὸν ἑαυτό του, μὲ κάποια ἐνοχή, ὅτι δυὸ τρεῖς σελίδες ἀκόμη θὰ διάβαζε καὶ θὰ ἔφευγε καὶ θὰ πήγαινε νὰ ἀναζητήσει ἕνα σῶμα πρόθυμο στὰ μπὰρ τῆς χώρας, τώρα ξάπλωσε μὲ μεγαλύτερη, ἀπρόσκοπτη νωχέλεια καὶ βυθίστηκε στὴν ἐξιστόρηση τῶν περιπετειῶν τοῦ Josef K.
    Ὅταν ξύπνησε ἦταν σχεδὸν μεσημέρι. Μὲ τὸν Κάφκα στὴν ἀγκαλιά του, πῆγε τρέχοντας στὸ δωμάτιό του, νὰ βάλει ἕνα ροῦχο πάνω του πρὶν ἔρθει ἡ Διαμάντω καὶ τὸν βρεῖ τσίτσιδο. Σκέφτηκε νὰ βάλει τὸ μαγιό του καὶ νὰ κατεβεῖ στὴν παραλία, ἀλλὰ δικαιολογήθηκε στὸν ἑαυτό του ὅτι ἦταν ἀκόμη κουρασμένος ἀπὸ τὸ ταξίδι καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μείνει ἕνα πρωινὸ μέσα νὰ ξεκουραστεῖ, ἄλλωστε ὁ ψυχαναγκασμὸς ὅτι πρέπει νὰ πηγαίνει κανεὶς γιὰ μπάνιο στὴ θάλασσα καθημερινῶς ἐφόσον βρισκόταν διακοπὲς σὲ νησὶ ἦταν μικροαστικὸς καὶ ὑπῆρχε ἐπίσης τὸ ἐνδεχόμενο ἡ Διαμάντω νὰ τοῦ ἔφερνε ἕναν καινούριο νοικάρη, ἀξιέραστο καὶ πρόθυμο, τὸν ὁποῖο καλὸ θὰ ἦταν νὰ ὑποδεχθεῖ καὶ νὰ κατακτήσει. Φόρεσε λοιπὸν ἕνα τζὴν καὶ ξυπόλητος καὶ γυμνὸς κατὰ τὰ ἄλλα (ἦταν, ἀκόμη, λεπτός, μὲ σῶμα ἀξιοθαύμαστο) πῆγε στὴν κουζίνα, ἔφτιαξε καφέ, ἄναψε τσιγάρο καὶ βολεύτηκε στὴ σάλα, σὲ μιὰ πολυθρόνα ποὺ ἔβλεπε τὴν εἴσοδο. Τὸν Κάφκα τὸν εἶχε βάλει στὴν τσάντα του, στὸ δωμάτιό του, διότι δὲν εἶχε, βέβαια, καμμιὰ πρόθεση νὰ τὸν ἐπιστρέψει.
    Μετὰ ἀπὸ λίγο ἀκούστηκε κλειδὶ στὴν πόρτα, ἀλλὰ ὄχι ὁμιλίες. Μὲ ἀδημονία προσήλωσε τὸ βλέμμα του, εἶδε ὅμως τὴ Διαμάντω μόνη, μὲ δύο πλαστικὲς σακοῦλες ἀπὸ τὸ σοῦπερ μάρκετ. Τὸν χαιρέτησε καὶ ἀποσύρθηκε στὴν κουζίνα, ὅπου τὴν ἀκολούθησε κι αὐτὸς γιὰ νὰ φτιάξει δεύτερο καφέ. «Πῶς καὶ δὲν πῆγες στὴ θάλασσα;» τὸν ρώτησε. Τῆς εἶπε ψέμματα πὼς ξενύχτησε, σηκώθηκε ἀργά, θὰ πήγαινε ἀργότερα, δὲν ὑπῆρχε πάντως λόγος νὰ τοῦ φτιάξει τὸ δωμάτιό του. Ἡ Διαμάντω χαμογέλασε χωρὶς νὰ πεῖ λέξη. Αὐτὸς πῆρε τὸν καφέ, κλείστηκε στὸ δωμάτιό του καὶ περίμενε πότε θὰ φύγει ἡ Διαμάντω νὰ τὸν ἀφήσει ἥσυχο. Εὐτυχῶς, δὲν ἄργησε, δὲν εἶχε ἄλλωστε καὶ πολλὰ νὰ κάνει, τὸ πολὺ μιὰ ὥρα ἀργότερα ἄκουσε τὴν πόρτα τῆς εἰσόδου νὰ κλείνει, περίμενε πέντε λεπτὰ ἀκόμη νὰ βεβαιωθεῖ, ἔβγαλε τὸ τζήν του καὶ ἐπέστρεψε γυμνὸς στὴν βιβλιοθήκη.
     Θὰ μείνω ἐδῶ, σκέφτηκε, δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὰ λόγος νὰ βγαίνω, ἴσως μόνο γιὰ τὰ ἀπαραίτητα, τρόφιμα καὶ τσιγάρα δηλαδή, θάλασσες θὰ βρῶ πολλὲς στὴ ζωή μου, καὶ διασκεδάσεις καὶ ἄνδρες πρόθυμους καὶ ἐρωτοπραξίες, ἀλλὰ τέτοια βιβλιοθήκη δὲν θὰ ξαναβρῶ ὁλόκληρη στὴ διάθεσή μου, θὰ μείνω ἐδῶ καὶ θὰ διαβάζω, καὶ θὰ χαϊδεύω τὶς ράχες τῶν βιβλίων καὶ θὰ εὐχαριστιέμαι ὅπως δὲν εἶναι πιθανὸ νὰ ξαναευχαριστηθῶ ποτέ.
     Στάθηκε μπροστὰ σὲ ἕνα τυχαῖο ράφι. Δὲν τὸ εἶχε παρατηρήσει τὸ προηγούμενο ἀπόγευμα, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καμμιὰ λογικὴ στὴν ταξινόμηση τῶν βιβλίων: βιογραφίες, ποιήματα, μυθιστορήματα, θεωρητικὰ βιβλία (ψυχανάλυση, κοινωνιολογία, κριτικὴ) ἦσαν ὅλα ἀνάκατα στὸ ἴδιο ράφι, σὲ διάφορες γλῶσσες, μὲ διάφορους συγγραφεῖς, ἀπὸ διάφορες χρονικὲς περιόδους. Δὲν πειράζει, σκέφτηκε, ἄλλωστε δὲν εἶχε σκοπὸ νὰ ψάξει κάτι συγκεκριμένο γιὰ νὰ διαβάσει, θὰ ἔπαιρνε κάτι στὴν τύχη, πῆγε σὲ ἕνα ἄλλο ράφι, ἔκλεισε τὰ μάτια, καὶ κατέβασε τὸ πρῶτο παχουλὸ βιβλίο ποὺ ἔπιασε, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἦταν μυθιστόρημα.
    Καὶ ἦταν. Γνωστὸ καὶ αὐτό, ὅπως ἡ Δίκη, τὸ εἶχε ξαναδιαβάσει πολλὲς φορές, ἀλλὰ δὲν τὸν ἔνοιαζε, ἡ ἀπόλαυση αὐτῶν τῶν μυθιστορημάτων δὲν μειωνόταν μὲ τὶς ἐπαναναγνώσεις, ὅπως δὲν μειωνόταν καὶ ἡ ἐρωτικὴ ἀπόλαυση ὅταν κανεὶς ξαναγαμοῦσε τὸν ἴδιο ἄνδρα. Ἡ προσμονὴ τῆς ἀπόλαυσης τοῦ συγκεκριμένου μυθιστορήματος εἶχε, μάλιστα, καὶ ὀφθαλμοφανεῖς συνέπειες στὸ σῶμα του: εἶχε ἀρχίσει νὰ καυλώνει.
    Ὄχι, δὲν ἐπρόκειτο γιὰ ἐρωτικὸ μυθιστόρημα, τοὐλάχιστον ὄχι μὲ τὴν κοινὴ ἔννοια τῆς λέξης. Ἐντούτοις, ὅταν ξεκίνησε νὰ τὸ διαβάζει ἀντιλήφθηκε πὼς ἡ στύση του δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑποχωρήσει, ἀντιθέτως, μὲ κάθε σελίδα μεγάλωνε καὶ σκλήραινε, καὶ ὅταν ἔφθασε στὴν τρίτη μέρα τοῦ ἡμερολογίου τοῦ Jonathan Harker, δὲν μπόρεσε ἄλλο νὰ συγκρατηθεῖ, ἦρθε σὲ ὀργασμὸ μεγαλειώδη καὶ ἐπίπονο, ἐνῶ πίσω ἀπὸ τὰ βιβλία, κρυμμένος στὸ μυστικό του τάφο, ὁ ὑπέργηρος πράγματι οἰκοδεσπότης τὸν παρακολουθοῦσε λιγωμένος καὶ περίμενε πότε θὰ ἔρθει ἡ νύχτα, πότε θὰ ἀπολαύσει ἐπιτέλους τὸ σῶμα αὐτὸ ποὺ μόνο ἀπὸ τὶς σχισμὲς τῶν μυθιστορημάτων μποροῦσε νὰ θαυμάσει.
Ἂν καὶ δὲν τὸ ἤξερε ἀκόμη, ὁ Τ. εἶχε ἤδη πραγματοποιήσει τὸ ὄνειρό του.
*
photo© Στράτος Φουντούλης, Αγκόνα 2008.

Πέτρος Κυρίμης, Το Χταπόδι

Έκανα το συνηθισμένο μου δρομολόγιο. Εγώ από τα βράχια επάνω κρατώντας τον σπάγκο. Και το τενεκεδένιο καράβι μου μέσα από τη θάλασσα φορτωμένο πολύχρωμα φύκια. Ήτανε μια θάλασσα λάδι. Έμπαινα στα φυσικά λιμανάκια όπως θα έμπαινε ένα κανονικό καράβι. Αυτή η μανούβρα μου έτρωγε πολύ χρόνο γιατί έκανα ακριβώς τις κινήσεις που θα έκανε ένας κανονικός καπετάνιος. Έπαιρνα τη στροφή ανοιχτά για να μην πέσω στα βράχια, έκανα «κράτει» στην υποθετική μηχανή κι έβλεπα με το μυαλό μου και με τη φαντασία μου την προπέλα πίσω στη πρύμνη να βγάζει αφρούς και να θολώνει τα νερά ολόγυρα. Τραβούσα το μοχλό από το πιλοτήριο και με το στόμα έκανα ακριβώς τον ήχο της μπουρούς. Τούυυυυυυυ- τούυυυυυυυ κι αυτό για να ειδοποιήσω τον κόσμο στη παραλία ότι το καράβι έφτανε. Ξεφόρτωνα και φόρτωνα και τραβούσα για άλλα λιμάνια κι αυτό το ταξίδι κρατούσε ώρες πολλές και μπορώ να πω ότι κρατάει ακόμα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Το Χταπόδι»

Παυλίνα Παμπούδη, δύο από τις «40 κάπως παράξενες ιστορίες»

Η ΜΙΣΗ ΚΟΤΑ
Την εποχή της κρίσης (η οποία δεν έμεινε στην ιστορία ως «Εποχή της Κρίσης», διότι η «Ημέρα της Κρίσης» είχε προλάβει να προηγηθεί, τουλάχιστον ως αναγγελία κατά τις Γραφές, διεκδίκησε τα πνευματικά δικαιώματα της εμπορικής ονομασίας και κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα), την εποχή λοιπόν αυτής της ψευδεπώνυμης κρίσης, ζούσε κάπου ένας αγρότης χωρίς αγρό.

    Ήταν πολύ φτωχός, τόσο φτωχός που δεν μπορούσε ν’ αγοράσει ψωμί και αναγκαζόταν να νοικιάζει. Είχε κληρονομήσει από τον παππού του το ½ εξ αδιαιρέτου με την Εφορία ενός αυθαίρετου, τόσο αυθαίρετου που δεν είχε ούτε πρόσοψη ούτε κάτοψη, τόσο μικρού, που τον χωρούσε μόνο προφίλ. Πίσω δε από αυτό το μικρό αυθαίρετο, είχε καταφέρει να χτίσει, με πλίνθους από πεπιεσμένους λογαριασμούς κοινής ωφελείας άλλο ένα, πιο μικρό και πιο αυθαίρετο. Εκεί φιλοξενούσε μισή μεσόκοπη κότα, την Ερνεστίνα δηλαδή Τίνα, που την είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά του, και την είχε τόσο στριμωγμένη που του γεννούσε αβγά σε σκόνη.
    Αυτή η μισή κότα, η Τίνα, ήταν μισοπάλαβη: άκουγε κατά καιρούς από τη μεσοτοιχία μισόλογα για την κρίση που την οδήγησαν πρώτα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης και, αμέσως μετά, στο αυθαίρετο συμπέρασμα πως ο θεός είναι μεγάλος, καθώς και ο κόσμος. Οπότε, μισοαποφάσισε να δραπετεύσει και να πάει να τους βρει.
    Θα δυσκολευόταν βεβαίως αφάνταστα να τρέξει φτεροκοπώντας προς την ελευθερία μόνο με ένα δεξί πόδι και μια δεξιά φτερούγα – αυτό όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει με το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου της, αλλά με το αριστερό που δεν υπήρχε.
    Έτσι, κατάφερε και έκανε μισό πήδημα μαζί με μισό φτεροκόπημα και, μετά, αντί να συνεχίσει την προσπάθεια να απομακρυνθεί από το αυθαίρετο, στάθηκε, αφαιρέθηκε και τσίμπησε μισό σκουλήκι που βρήκε μπροστά της.
    Όταν μισο-κατάπιε, αφαιρέθηκε πάλι και ονειροπόλησε για λίγο. Θυμήθηκε έναν νεαρό κόκορα που – και μια γαβάθα καλαμπόκι πώς – και τα πούπουλα της μαμάς της όταν-.
    Μετά, έκανε πάλι μισό πήδημα με μισό φτεροκόπημα και μετά αφαιρέθηκε ξανά κι άναψε τσιγάρο, παρόλο που το είχε κόψει.
    Ύστερα από μισό μήνα κατέληξε σ’ ένα στενόχωρο ψητοπωλείο που πουλούσε, λόγω κρίσης, μόνο μισές κότες.
Ηθικό δίδαγμα: Αν δεν μπορείς να ολοκληρώσεις ένα συλλογισμό και να διαχειριστείς ορθά την κρίση σου, κάτσε καλύτερα στ’ αβγά σου.
(Η πρώτη μορφή του διηγήματος είχε περιληφθεί στο βιβλίο ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ, Κέδρος, 1999.)

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΩΣΗΦ

Ο Ιωσήφ προχωρούσε στον χωματόδρομο χοροπηδώντας και κλωτσώντας τα πετραδάκια. Από το πρωί εξερευνούσε την περιοχή γύρω απ’ το καινούργιο σπίτι. Ωραία ήταν. Είχε ανακαλύψει ένα άχτιστο οικόπεδο γεμάτο λάστιχα και παλιοσίδερα, ένα μεγάλο δέντρο που μπορούσε να σκαρφαλώσει πάνω του και να δει μέχρι πέρα, στο λιμάνι, είχε παίξει και κυνηγητό μ’ ένα κίτρινο σκυλί. Τώρα επέστρεφε, είχε αρχίσει να πεινάει.
    Ο Ιωσήφ ήταν έξι χρονών -εδώ και πενήντα χρόνια ήταν έξι χρονών.
    Οι γονείς του μόλις είχαν πάλι αλλάξει σπίτι και πόλη. Τον παρουσίαζαν πλέον ως εγγονό τους, αν και ο Ιωσήφ εξακολουθούσε να τους φωνάζει μαμά και μπαμπά. Αυτός δεν είχε κανένα πρόβλημα. Κάθε φθινόπωρο έκανε καινούργιους φίλους, μάθαινε να διαβάζει και να γράφει, δυσκολευόταν λίγο στην αριθμητική, έδειχνε ιδιαίτερη επιδεξιότητα στη ζωγραφική και καμία κλίση στα σπορ. Όταν ερχόταν το καλοκαίρι, και συγκεκριμένα μετά την πρώτη του βουτιά στη θάλασσα, έχανε τους πέντε πόντους που είχε ψηλώσει κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ξεχνούσε ό,τι είχε μάθει κι άρχιζε πάλι να συμπεριφέρεται σαν αυτό που ήταν: ένα ανέμελο, χαρούμενο παιδί έξι χρονών. Την τρίτη φορά που συνέβη αυτό, οι γονείς του κατέφυγαν σε κάποιον παιδοψυχολόγο ο οποίος, αφού εξέτασε τον Ιωσήφ προσεχτικά, αποφάνθηκε ότι ήταν απολύτως φυσιολογικός για την ηλικία του, και με αρκετά υψηλό δείκτη ευφυΐας. Τον επόμενο χρόνο, αναγκάστηκαν να πουλήσουν το σπίτι τους και να μετακομίσουν σε κάποια μεγαλύτερη πόλη γιατί, αφενός δε δέχονταν πια τον Ιωσήφ στην πρώτη τάξη του παλιού του σχολείου, αφετέρου είχαν αρχίσει οι γείτονες να τους κοιτάζουν περίεργα. Η κατάσταση συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Όλοι οι παιδοψυχολόγοι, καθώς και οι παιδίατροι διαφόρων πόλεων που κλήθηκαν κατά καιρούς να εξετάσουν τον εξαετή Ιωσήφ αποφαίνονταν ότι ήταν ένα υγιέστατο παιδάκι και μάλιστα δεν μπορούσαν να καταλάβουν πού ήταν το πρόβλημα.
    Καθώς ο Ιωσήφ πλησίαζε τώρα στο καινούργιο του σπίτι, άκουσε να τον φωνάζουν: «Ιωσήφ! Είσαι ο Ιωσήφ;»
    Στην πόρτα τον περίμεναν δυο κοινωνικοί λειτουργοί. Η πιο κοντή του χαμογέλασε καλοσυνάτα, τον χάϊδεψε στο ακούρευτο κεφαλάκι και τον πήρε από το χέρι. Θα τον οδηγούσε στο ίδρυμα και από εκεί θα τον έστελναν σε ανάδοχους γονείς. Τα είχαν ρυθμίσει όλα οι υπέργηροι κηδεμόνες του πριν αναχωρήσουν προς άγνωστη κατεύθυνση. Στο παράξενο σημείωμα που είχαν αφήσει αναγνώριζαν ότι το πρόβλημα το είχαν αυτοί και, κατ’ επέκταση, όλοι οι άλλοι που για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο συνέχιζαν να μεγαλώνουν, να μαθαίνουν διάφορα άχρηστα πράγματα και να γερνάνε.
***

© Παυλίνα Παμπούδη, από τις «40 κάπως περίεργες ιστορίες»
Μια συλλογή σαράντα μικρών αφηγημάτων, παλιότερων και καινούργιων, στην οποία περιλαμβάνονται: επτά «μυθιστορήματα» μπονζάι, ένας παράξενος μονόλογος, ένας ακόμα πιο παράξενος μονόλογος σκύλου, μερικοί εξωφρενικοί μύθοι με σοβαρά ηθικά διδάγματα, αρκετά nonsense «παραμύθια», ένα διήγημα «νουάρ» κ.ά.
Όλα αυτά σε πολύ μικρή φόρμα και όλα –το καθένα με τον τρόπο του– κάπως περίεργα, διασκεδαστικά, απροσδόκητα, ανατρεπτικά.

Υποψήφιο μικρής λίστας για τα βραβεία του περιοδικού Αναγνώστης 

Δημήτρης Φύσσας, Μια μπίρα στο πουθενά


Όπου άδηλη η τύχη μιας ακόμα κοπέλας. 

Στην Κρ., που το είδε να γεννιέται
H Μίνα Ιατρίδη κι ο Μίλτος Ντάλας κάθισαν για μια μπίρα στον κηπάκο της καφετέριας «Λοστρόμος» της Λένορμαν. Συζητούσαν κι έπιναν και μίλαγαν και λίγο στα κινητά τους με τους φίλους τους κι η ώρα περνούσε χαλαρά, καθώς είχε απλωθεί το απόβραδο. Ξεκουράζονταν από τις εξαντλητικές πολύωρες δουλειές τους σε τεράστια open space γραφεία γεμάτα κόσμο, ξεκουράζονταν, παρά τ΄ αυτοκίνητα που περνούσανε σχεδόν δίπλα τους, τις κόρνες, την υποτιθέμενη μουσική και τις φωνές των άλλων θαμώνων, χωρίς τίποτα να τους πειράζει, ξεκουράζονταν γιατί είχανε καλή αμοιβαία διάθεση και γιατί ήτανε μόνο ένα μήνα μαζί και τίποτα δεν είχε προλάβει να φθαρεί μεταξύ τους. Και είχαν ήδη κανονίσει διακοπές μαζί τον Αύγουστο, ενώ τώρα, που ΄χε φύγει η πρώτη κούραση, η ώρα περνούσε ευχάριστα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Μια μπίρα στο πουθενά»

Δημήτρης Μποσκαΐνος, Η Πουτάνα (… η ζωή)

Σαββατόβραδο… μόνη .
   Τα ψιλοέπινε από νωρίς τ’ απόγεμα… κάτι παλιές φωτογραφίες, κάτι ραβασάκια παλιών ερώτων, κάτι τηλέφωνα από φραγκάτους μαμάκηδες, για να τους κανακέψει …δεν ήθελε και πολύ να την πιάσει το παράπονο.
   Έσκαγε.
   Έπινε κι έβγαζε τα ρούχα της.
   Άναβε το’ να τσιγάρο με την κάφτρα του προηγούμενου.
   ‘Ε και;
   Σηκώθηκε ώρα μετά μισοζαλισμένη και χόρεψε μπροστά στον καθρέφτη.
   Στα πενήντα της, δεν τόνε γούσταρε πια κι όλο το βλαστημάγε. Τα χάλια της βλαστήμαγε και το ‘ξερε. Τράβαγε ρουφηξιές απ’ το κρασί κι έσπαγε με μανία το ποτήρι στο πάτωμα, ‘άλλαααααα…
   Το μαύρο κομπινεζόν δεν έγραφε καλά πάνω της. Το φορούσε όμως το γαμημένο με τέτοια μαγκιά που νόμιζες ότι το φτιάσανε μόνο για το κορμί της
    Το σπίτι μικρό, ενάμιση δωμάτιο και κάτι. ‘Η φτώχεια θέλει καλοπέραση κι η πουτανιά φτιασίδι ρε’
  Τσιγάρο στο στόμα στραβά, μαλλί βαμμένο μαύρο κορακί κι οι άσπρες ρίζες τη φοβόντανε και κρύβονταν. ’ Όξω.
   Τα χέρια δουλεμένα, σφιχτά κι απλωμένα.
   Γυμνά.
   Το μακιγιάζ λειψό, λίγη παραπάνω σκιά και μάσκαρα γυάλιζε στα μάτια της. Αυτές τις μελί φωτιές, που σε κοίταγε και σ έκαιγε, η Πουτάνα.
   Το ράδιο έπαιζε ένα αργό τσιφτετέλι.
   Γύριζε αργά, σα μάγκας Πειραιώτης ,τράβαγε τζούρες και τραγούδαγε ‘ Στο μεθύσι σου απάνω να μαχαίρωνες το Χάρο’.
   Ξυπόλυτη και στο πάτωμα γυαλιά. Έσπαγε ότι έβρισκε στο διάβα της. Και γέλαγε, μ αυτό το γέλιο που δεν καταλάβαινες αν κρύβει γλύκα ή πόνο.
   Με την αναλγησία του Αναστενάρη, πάταγε και θρυμμάτιζε με τις γυμνές πατούσες της τα γυαλιά σα να’ τανε σταφύλια .
    Πατούσε χυμένο κρασί και αίμα. Όλα στο μουνί της.
   ‘Μια ζωή ολόκληρη ρεεεεεεεε.’
   Άρχισε να στριφογυρνάει με μανία, κι άλλο , κι άλλο, σωριάστηκε στο κρεβάτι χτυπώντας άτσαλα την κεφάλα της που’ τανε και γιομάτη.
   Έσκασε στα γέλια.
   Για λίγο το δωμάτιο γύριζε μονάχο του, τα’χε κοπανήσει, έκλεισε τα μάτια, τα ξανάνοιξε, πάλι γύριζε.
    ‘Ωωωωωπππ
   Έπιασε όπως – όπως ένα παλιό λούτρινο αρκουδάκι απ το προσκέφαλο και σε μια στιγμή έγινε από Μάγκας, βρέφος και μάμα μαζί. Τύλιξε τα πόδια της σε εμβρυακή στάση. Πήρε το αρκουδάκι βαθιά στην αγκαλιά της σαν το παιδί που δεν είχε ποτέ… κι άρχισε να ροχαλίζει.
   Ονειρεύτηκε ότι ήτανε μικρή. Ένα μελαχρινό κουκλάκι δέκα χρονώ πάνω κάτω, με κοτσιδάκια κι έπαιζε στην αυλή. Στο σπίτι στο χωριό.
   Αθώο.
   Δεν παρεξήγησε τα ύποπτα χαϊδολογήματα του θείου ούτε και τις εισόδους του πατέρα κάτι βράδια στο λουτρό ενώ μπανιαριζόταν λίγα χρόνια αργότερα. Δεν είχε τα αθώα φλερτ που χανε τα κορίτσα στην ηλικία της. Την παρθενιά της την πούλησε ο γέρος της μεθυσμένος στα χαρτιά.
   Τη χτυπούσε και την έδερνε.
   Ήρθε στην Αθήνα και γλύτωσε.
   ‘Η πουτάνα’ την έλεγαν και δείχναν με το δάχτυλο, που να τους κοπεί.
   Η πουτάνα η ΖΩΗ, λέω εγώ.
*
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Photo: Grete Stern (1904-1999)- Sueño No.1: Articulos eléctricos para el hogar, 1948

*
Ο Δημήτρης Μποσκαΐνος ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα,είναι 41 ετών, παντρεμένος με τη Μαρία Ντίνα κι έχουν μια κόρη, την Ιωάννα.
Λάτρης του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας σύγχρονα ζητήματα και προβληματισμούς με το δικό του προσωπικό ύφος που είναι συνήθως κινηματογραφικό…
Το γράψιμο είναι για εκείνον αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να …αντέχει το σήμερα. Το τελευταίο χρονικό διάστημα δημοσιεύει μικρά διηγήματα και ποίηση σε e-magazines όπως microstory.gr, bibliotheque.gr, ideostato.gr και άλλα. Διατηρεί το blog paraxenesistories.wordpress.gr από όπου μπορεί κανείς να λάβει ένα δείγμα της δουλειάς του.