Γιώργος Μαραζάκης, Τριπλό άξελ

Mυρτώ την είχανε βγάλει, όπως τη μακαρίτισσα τη γιαγιά της. Μυρτούλα την φώναζε η Κυρία Ευανθία, η μάνα της. «Έλα Μυρτούλα μου, ξύπνα θα αργήσεις» της έλεγε τα πρωινά. Όταν την βαφτίζανε, οχτώ μηνών μωράκι κοιτούσε την κόρη της και έβλεπε ένα ηλιοκαμένο αδύνατο κορίτσι να τρέχει ξυπόλυτο στην αμμουδιά. Μα η Μυρτούλα μεγάλωσε κι έγινε το αντίθετο, χλωμή και παχουλή. Ένα νωθρό μελαγχολικό κορίτσι. Μόνο δυο στρογγυλές πιτσιλιές κόκκινο χρωμάτιζαν τα φουσκωτά της μάγουλα.

 

Καθόταν στο θρανίο σκυφτή με το μολύβι στο χέρι. Η δασκάλα μιλούσε και αυτή ζωγράφιζε καρδούλες στην λευκή πρώτη σελίδα του βιβλίου χωρίς να την ακούει.
Όλα της τα βιβλία ήταν νοικοκυρεμένα, και προστατευμένα με διάφανο ντύμα. Είχαν πολύχρωμα αυτοκόλλητα με στρασάκια στο εξώφυλλο και μια ροζ ετικέτα στην γωνία. «Μυρτώ Λαμπροπούλου, μαθήτρια της πέμπτης δημοτικού.» Δεν ήταν τσαλακωμένα στις γωνίες. Μέσα όμως ήταν γεμάτα ζωγραφισμένες καρδούλες. Καρδούλες και το όνομα Γιάννης. «Μυρτώ τι λέγαμε τώρα;» συνήθιζε να την ρωτάει η δασκάλα κι αυτή ποτέ δεν ήξερε τι να απαντήσει. Άκουγε την μονότονη φωνή που αντηχούσε στην τάξη χωρίς ποτέ να προσέχει τα λόγια. Οι κόκκινες πινελιές απλώνονταν τότε σε όλο της το πρόσωπο και τα άλλα παιδιά κρυφογελούσανε. Δεν την ένοιαζε όμως. Το είχε συνηθίσει. Μόνο το τραγουδάκι την πείραζε. Το ξεκινούσε ένα από τα παιδιά και το συνεχίζανε όλοι χορωδία∙ και ο Γιάννης μαζί. Ένα στιχάκι ήταν όλο κι όλο μα όποτε τους κολλούσε μπορούσαν να το επαναλαμβάνουν για ολόκληρο το διάλειμμα.
Έρχεται η Μυρτώ
κρύψτε το φαγητό
Έρχεται η Μυρτώ
κρύψτε το φαγητό.

Δεν το άκουγε πάνω από δύο τρεις φορές. Κρυβόταν σε κάποια ευχάριστη σκέψη και οι φωνές τους γινόντουσαν μακρινοί υπόκωφοι ήχοι. Χανόταν σε μακρινούς κόσμους με ξωτικά και νεράιδες. Όλο και κάποια καλόκαρδο Τζίνι που έδινε τρεις ευχές σύχναζε εκεί. Με την πρώτη ευχή γινότανε όμορφη και με την δεύτερη τα έφτιαχνε με τον Γιάννη. Φορούσε ένα ροζ φόρεμα και καθόντουσαν μαζί στο παγκάκι της πίσω αυλής. Η Τρίτη ευχή άλλαζε κάθε φορά.
Τα απογεύματα τα περνούσε μπροστά στην τηλεόραση. Περίμενε όλη τη βδομάδα με λαχτάρα τη μέρα που έπαιζε candy candy. Έπαιρνε κρυφά τρεις τέσσερις χούφτες σοκολατάκια και στηνόταν μπροστά στην ασπρόμαυρη συσκευή. Όταν ο Antony έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε η Μυρτώ οριστικοποίησε την τρίτη της ευχή. Θα τον ανάσταινε για να παντρευτεί την Candy.
Τα χρόνια περνούσαν και η Μυρτούλα μεγάλωνε. Όχι μόνο στα χρόνια αλλά και στις διαστάσεις. Γύριζε από το σχόλιο και κλεινόταν στο δωμάτιο της. Της είχε κάνει δώρο η θεία της μια φορητή τηλεόραση και την είχε στο κοριτσίστικο δωμάτιο ανάμεσα σε αρκουδάκια και κούκλες. Την εποχή που έδειχνε καλλιτεχνικό πατινάζ έβγαινε από το δωμάτιο μόνο για να πάει στο περίπτερο να αγοράσει σοκολάτες και πατατάκια. Παρακολουθούσε εκστασιασμένη, με το στόμα μπουκωμένο. Φανταζόταν τον εαυτό της να γλιστράει στο πάγο. Αδύνατη και όμορφη ελίσσεται με μπρίο ενώ το δαντελένιο της φόρεμα ανεμίζει στον ρυθμό της μουσικής.
Βραδιά καλλιτεχνικού πατινάζ ήταν και όταν έφυγε ο πατέρας της από το σπίτι. Είχε χαμηλώσει τον ήχο και κρυφάκουγε. Είχε σταματήσει να αναπνέει για να κάνει ησυχία. Δεν τα άκουγε όλα. Μόνο σκόρπιες λέξεις, πνιχτά κλάματα, τον μεταλλικό ήχο από το κούμπωμα της μεγάλης βαλίτσας, κάτι μισοτελειωμένες προτάσεις, η πόρτα που κλείνει. «Την κόρη σου δεν την σκέφτεσαι;» Όταν η Ευανθία άρχισε να κλαίει με λυγμούς η Μυρτώ σταμάτησε να ακούει. Κρύφτηκε πάλι σε κάποιον από τους κόσμους της. Ήταν μεγάλη και όμορφη εκεί. Ένα πρώην ασχημόπαπο. Είχε τρία παιδιά και ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι με κεραμίδια στην εξοχή. Είχε μια στρογγυλή πέργκολα στην αυλή και μια λιμνούλα με χρυσόψαρα στον κήπο.
«Διάβαζε Μυτούλα μου» της έλεγε η μάνα της πριν τις μεγάλες εξετάσεις. «Διάβαζε να ξεφύγεις εσύ τουλάχιστον». Και η Μυρτούλα που είχε μεγαλώσει σε όλες τις διαστάσεις ήξερε πως αυτό έπρεπε να κάνει. Έπαιρνε το βιβλίο και μερικά κομμάτια από τον κορμό σοκολάτα, που έφτιαχνε η Ευανθία για να την καλοπιάνει και διάβαζε. Διάβαζε μα από τα μισά της πρώτης σελίδας σταματούσε να αποτυπώνει τα γράμματα στο μυαλό της. Χανόταν σε φοιτητόσπιτα και χαρούμενες παρέες. Έβλεπε τον εαυτό της αδύνατο στην νοικοκυρεμένη γκαρσονιερούλα με τις σιέλ κουρτίνες. Στον καναπέ ένας νέος με καστανό μαλλί άκουγε μουσική. Άλλες φορές τον λέγανε Μπράντον κι άλλες Ντύλαν. Όταν βγήκε η βαθμολογία δεν έκλαψε. Ήταν Πέμπτη, είχε τα χτυποκάρδια στο Μπέβερλυ χιλς το βράδυ. Τα είδε στην μικρή της τηλεόραση συντροφιά με τρία πακέτα σοκολατένια μπισκότα και πατατάκια.
Τα μάτια της ίσα που φαινότανε από το φουσκωμένο πρόσωπο της. Το κόκκινο στα μάγουλα της είχε πάλι απλωθεί. «Μάλιστα κύριε Γεωργίου» ψέλλιζε στις παύσεις της φωνής του.
«Θα περίμενα περισσότερη υπευθυνότητα Δεσποινίς Μυρτώ»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
«Η καλή από την κακή δουλειά διαφέρει μόνο στις λεπτομέρειες»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
«Τα λάθη είναι ανθρώπινα αρκεί να μην επαναλαμβάνονται»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
Αυτός μιλούσε μα η Μυρτώ δεν άκουγε. Είχε ήδη χαθεί στην χαρούμενη σκέψη της. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν νεράιδα μα άνθρωπος κανονικός. Τον λέγανε Φάνη. Το βράδυ θα πηγαίνανε σινεμά. Προτιμούσαν τον κινηματογράφο γιατί ήταν και οι δυο ντροπαλοί. Ο κινηματογράφος έδινε μια λύση στις αμήχανες σιωπές τους. Πριν πάνε, συζητούσαν για το έργο που θα δουν και μετά που φεύγανε για αυτό που είδαν. Βγαίνανε εδώ και τρεις μήνες. Περπατούσανε δίπλα δίπλα και ο κόσμος τους κοιτούσε. Ο Φάνης ήταν πολύ αδύνατος, καμπούριζε και λίγο. Είχε πατήσει τα εικοσιτέσσερα μα η ακμή δεν είχε φύγει από το πρόσωπο του. Φορούσε και κάτι χοντρά γυαλιά μυωπίας. Τις πρώτες φορές που βγήκαν, η Μυρτώ προσπαθούσε να οδηγεί τις συζητήσεις. Αυτός απαντούσε μονολεκτικά με μια μονότονη φωνή που έβγαζε από τη μύτη. Η κατάσταση βελτιώθηκε λίγο με τον κινηματογράφο. Μετά τα πρώτα δέκα – δεκαπέντε ραντεβού ολοκλήρωσαν και την σχέση τους. Οι γονείς του Φάνη λείπανε στο χωριό και την κάλεσε σπίτι. Ήταν και για τους δύο η πρώτη φορά. Νευρική και αγχωμένη. Ρούχα που δεν βγαίνανε εύκολα, παράξενα κουμπώματα σουτιέν, φακελάκια προφυλακτικών που δεν άνοιγαν, αγωνιώδεις ανιχνεύσεις ανατομικής φύσεως, σουμιέδες που τρίζανε επικίνδυνα. Πάντα είναι η δύσκολη η πρώτη φορά. Μια από τις επόμενες μέρες θα ερχόταν και η δεύτερη, αυτή θα ήταν καλύτερη έλεγε η Μυρτώ. Μετά φανταζόταν τον γάμο και το σπιτικό τους. Πηγαίνουν βόλτα στην παιδική χαρά και ο Φάνης κρατάει από το χέρι την κόρη τους, ένα ηλιοκαμένο αδύνατο κοριτσάκι.
«Λίγη περισσότερη προσοχή σε παρακαλώ»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου».
Όταν της είπε να χωρίσουν ήταν η πρώτη φορά που μίλησε τόσο πολύ. Η Μυρτώ είχε καρφώσει το βλέμμα στο πάτωμα. Της έλεγε ότι είναι ακόμα νέος για σοβαρή σχέση και ότι θέλει να ασχοληθεί εντατικότερα με τις σπουδές του. Ήδη είχε σταματήσει να τον προσέχει. Άκουγε μόνο τον ήχο της φωνής να βγαίνει από την μύτη του. Φανταζόταν το γιατρό με την πειραματική μέθοδο. Χρειαζόταν μια εθελόντρια να δοκιμάσει την νέα θεραπεία. Σε τρεις μήνες θα ήταν αδύνατη και όμορφη με τα νέα επαναστατικά χάπια. Θα είχε οποίον ήθελε στα ποδιά της. Θα την έβλεπε ο Φάνης στην καφετέρια αγκαλιά με εκείνο το ψηλό παιδί από το τμήμα προμηθειών και θα έβαζε τα κλάματα. Ας πρόσεχε, ας πρόσεχε.
Την άλλη μέρα ήταν η πρώτη φορά που δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήρε τηλέφωνο στη δουλειά και είπε ότι είναι άρρωστη. Έμεινε όλη μέρα στο δωμάτιο να βλέπει τηλεόραση. Κάθε λίγες ώρες έπαιρνε τηλέφωνο να παραγγείλει φαγητό. Πίτσα, σουβλάκια, κρέπες. «Τι έχεις Μυρτούλα μου» την ρωτούσε η μάνα της. «Γιατί δε μου λες;»
Ο καιρός περνούσε και η Μυρτούλα μεγάλωνε. Μεγάλωνε σε όλες τις διαστάσεις. Είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που βγήκε από το διαμέρισμα. Δεν την κρατούσαν πια τα γόνατα της. Είχε πάψει να σηκώνεται από το κρεβάτι. «Δυστυχώς πρέπει να λάβετε δραστικά μέτρα» είπε ο γιατρός «Διατρέχετε άμεσο κίνδυνο» . Η Ευανθία προσπάθησε να την βοηθήσει. Δοκίμασε να μαγειρεύει υγιεινά και δεν πήγαινε να της αγοράσει γλυκά από το περίπτερο. Μα η Μυρτώ έκλαιγε και ούρλιαζε. Έκανε σαν θηρίο στο κλουβί. Πετούσε τα πιάτα και τα ποτήρια στον τοίχο. Μόνο το τηλεκοντρόλ πρόσεχε σαν τα μάτια της. Στο τέλος η Ευανθία υπέκυπτε. Πήγαινε στο ψιλικατζίδικο και γέμιζε μια νάιλον σακούλα με τις αγαπημένες λιχουδιές της κόρης της. Όλη σχεδόν τη σύνταξη την ξόδευε σε σοκολάτες, πατατάκια και πίτσες. «Αν πάθω κάτι τι θα απογίνεις;» μονολογούσε κάθε τόσο κλαίγοντας.
Η Μυρτώ δεν μπορούσε να πάει ούτε στην τουαλέτα. Της πήγαινε την πάπια η μάνα της. Κάθε δυο μέρες την έπλενε με μια βρεγμένη πετσέτα. Έβαζε όλη της την δύναμη και την βοηθούσε να γυρίσει στο πλάι για να καθαρίζει το δέρμα της που σάπιζε κολλημένο στα σεντόνια.
Ένα πρωί η Ευανθία πήρε τηλέφωνο στο νούμερο που δίνανε στην αγαπημένη της εκπομπή. Από το κανάλι είπαν πως θα βοηθούσαν. Θα έπαιρναν μια συνέντευξη από την Μυρτώ και μετά θα την κατέβαζαν από το μπαλκόνι με τη βοήθεια κάποιου γερανοφόρου οχήματος. Θα αναλαμβάνανε τα έξοδα για την νοσηλεία της σε ιδιωτική κλινική και την επέμβαση στο στομάχι. Η Μυρτώ όμως είχε άλλα σχέδια.
«Πως νιώθεις Μυρτώ καθηλωμένη τόσο καιρό στο κρεβάτι;» Ρώτησε η καλοχτενισμένη κοπέλα προτείνοντας της το μικρόφωνο. Αυτή δε μίλησε. Ανασηκώθηκε με κόπο, γύρισε το σβέρκο στο πλάι και ξέρασε πάνω στο μανίκι της αποσβολωμένης δημοσιογράφου. Η εκπομπή δεν έγινε ποτέ.
Η Μυρτώ είχε πάψει ακόμα και να μιλάει. Έτρωγε μόνο και άλλαζε κανάλια. Τίποτα άλλο δεν έκανε. Είχε έρθει πάλι η εποχή του πατινάζ. Παρακολουθούσε με γεμάτο το στόμα, δακρυσμένη από χαρά. Στο διάλειμμα για τις διαφημίσεις έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Όταν τα ξανάνοιξε δεν ήταν πια στο δωμάτιο. Το κρεβάτι της βρισκόταν στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας. Έξω ακούγονταν μακρινές μουσικές και χειροκροτήματα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα εκείνος. Ψηλός και ξανθός. Ισορροπώντας στα παγοπέδιλα προχώρησε προς το μέρος της. Η εφαρμοστή φορεσιά του την θάμπωνε. Ήταν γεμάτη στρας και στολίδια. Δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του. Αυτός την κοίταξε με απέχθεια όπως ήταν ασάλευτη και ανήμπορη πάνω στο κρεβάτι . Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του μπολερό ένα γυριστό μαχαίρι, Αραβικό. Της το κάρφωσε λίγο πια χαμηλά από το λαιμό και το τράβηξε με δύναμη μέχρι τον αφαλό. Έσκυψε και έχωσε το χέρι του μέσα στην κοιλιά της. Ψαχούλεψε ανάμεσα στα λίπη και τα αίματα μέχρι που βρήκε το χέρι της. Το έπιασε δυνατά και με μια απότομη κίνηση την τράβηξε έξω. Αυτή στάθηκε μπροστά του χαμογελώντας. Αδύνατη και μικροκαμωμένη. Φορούσε ένα ροζ κορμάκι στολισμένο με δαντέλες. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και φτάνανε μέχρι την μέση της πλάτης. Την πήρε από το χέρι και προχωρήσανε προς την πόρτα. Μόλις μπήκαν στο παγοδρόμιο το κοινό ξέσπασε σε κραυγές κα χειροκροτήματα. Τα φώτα σβήσανε. Το πλήθος κράτησε τους αναπτήρες ψηλά. Προχώρησαν στον πάγο και στάθηκαν στην μέση της πίστας. Η μουσική ξεκίνησε. Χόρευαν στους ρυθμούς της. Ελίσσονταν αγκαλιασμένοι. Την στροβίλιζε, την σήκωνε ψηλά, έκαναν πιρουέτες και το φως του προβολέα τους ακολουθούσε. Το κοινό είχε εκστασιαστεί. Με έναν απότομο ελιγμό βρέθηκαν σταματημένοι στην γωνία της πίστας. Ξεκίνησαν να πατινάρουν με όλη τους την δύναμη. Ανέπτυξαν ταχύτητα. Θαρρείς πω σταμάτησαν όλοι να αναπνέουν. Τα μαλλιά της κυμάτιζαν παράλληλα στον πάγο. Κάπου στα μισά την έπιασε από την μέση. Λυγίσανε τα γόνατα τους. Έβαλε όλη του την δύναμη και την εκτόξευσε ψηλά. Στροβιλίστηκε τρεις φορές στο αέρα και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο έδαφος.
Copyright©Γιώργος Μαραζάκης

[στάχτες αρχειο]

Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά

 
Όπου η δύσκολη ενηλικίωση ενός κοριτσιού στη  μεταπολεμική Αθήνα. 

«Η μάνα μας, σκληρή και πρωτόγονη γυναίκα από τα ορεινά της κεντρικής Εύβοιας έκανε στην αρχή, πολύ νέα, τη Μαρία και την Ελπίδα. Η Ελπίδα πεθαίνει εννιά  χρονώ και στο καπάκι η μάνα  κάνει κι άλλο κοριτσάκι. Εμένα, που με βγάλανε πάλι Ελπίδα λόγω της πεθαμένης –λευχαιμία. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Τον άλλο χρόνο, η μάνα έκανε τέταρτο και τελευταίο κοριτσάκι, τη Σταυρούλα. Την πέρναγα μόνο δεκατρείς μήνες. Δύο σετ κοριτσιών δηλαδή, για να μη μπερδεύεσαι. Δε δούλευε φυσικά η μάνα, με τα παιδιά και με το σπίτι ασχολιότανε. Και τα παιδιά εμείς, κλεισμένες μέσα συνέχεια. Στρατιωτική πειθαρχία. Καθένα που μεγάλωνε, έπαιρνε δουλειές στο σπίτι, και μεγάλωνε και το μικρότερό του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά»

Δημήτρης Μποσκαΐνος, Τρεις ματιές στο μέλλον


Αθήνα 2028… Ο γιατρός μου το ξεκαθάρισε…
Η τεχνική βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο.
Περισσότερες από 3ις φορές δεν είναι ασφαλές να κοιτάς στο μέλλον
Σε κοντινά ταξίδια ελάχιστα πράγματα θα έχουν αλλάξει…έτσι …»καις».. τη μια από τις τρεις ματιές σου ανούσια.
Στα μακρινά πάλι οι αλλαγές μπορεί να είναι τόσο μεγάλες όπου να μην μπορείς να προσαρμοστείς και να αναγνωρίσεις πράγματα και καταστάσεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μποσκαΐνος, Τρεις ματιές στο μέλλον»

Μαρία Πετρίτση, Τι παράξενη κοπέλα είσαι συ;

Αρχείο 22/07/2013

Τις νύχτες έβλεπε όνειρα με σημεία στίξης και σύνθετες δασυνόμενες λέξεις. Νωρίς το πρωί προσπαθούσε να τα ερμηνεύσει όλα αυτά, γερμένη στο τελευταίο κάθισμα του αστικού λεωφορείου που την πήγαινε στη δουλειά της.

   Τα μεσημέρια, γύρω στις δώδεκα ή και λίγο πιο μετά, σχεδίαζε θερινά ταξίδια στο Νείλο ή στο Μισισιπή με ένα ποταμόπλοιο που έτριζε, και έγερνε κάπως, κι έτσι τρόμαζε τις ηλικιωμένες κυρίες που ζητούσαν κι άλλο, κι άλλο τζιν στο μαυριδερό καμαρότο, κι ύστερα γελούσαν δυνατά και ξεχνούσαν το φόβο.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Τι παράξενη κοπέλα είσαι συ;»

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το καρπούζι

Ο Τζέρυ έχει χέρια, κεφάλι και πόδια. Πάνω στο σώμα όλ’ αυτά βαλμένα. Ευτυχώς! Τα χέρια του είναι μακριά με λίγες τρίχες, τα πόδια του είναι μακριά με πολλές τρίχες, και έχει και μια ουλή στη γάμπα. Δυστυχώς! Ο Τζέρυ φοράει μία γραβάτα πράσινη, γιατί είναι οικολόγος, κι έχει κεφάλι, όπως είπα. Το κεφάλι του είναι γουλί, γιατί κάνει ζέστη στην πόλη, έχει και μία τρύπα, για να ζουλιούνται η αύρα και οι σκέψεις. Δόξα σοι ο Θεός! Η τρύπα είναι όπως όλες οι τρύπες, μικρή και ανοιχτή. Αν βάλεις το χέρι σου, το νιώθεις. Πολλοί άνθρωποι βάζουν το χέρι τους στις μύτες, δεν είναι ευγενικό αυτό. Μέσα στο κεφάλι του Τζέρυ, που έχει μία τρύπα, όπως όλες οι τρύπες, μικρή και ανοιχτή, όπως είπα, υπάρχει ένα καρπούζι. Το καρπούζι είναι μεγάλο, κατακόκκινο, ζαχαρωμένο και με μαύρα κουκούτσια σαν μυρμήγκια με γύψο κολλημένα. Το καρπούζι μπήκε στο κεφάλι του Τζέρυ μια μέρα που ο πατέρας έδερνε τη μητέρα. Ο πατέρας του Τζέρυ είναι κακός, και βάζει γύψο στο κεφάλι του Τζέρυ, γιατί είναι οικοδόμος παιδικών οστών. Η μητέρα του Τζέρυ είναι καλή και φτιάχνει ωραία τα φασόλια και έχει και μία φίλη που κάνει τα στραβά μάτια και δε βλέπει το καρπούζι στο κεφάλι του Τζέρυ και δε σχολιάζει τίποτε, μόνον γεια του κάνει ταπ ταπ με γυρισμένη την πλάτη και πεταμένη την παλάμη προς τα πίσω, αλλά η μητέρα του Τζέρυ θα πεθάνει, δυστυχώς, από αρρώστια. Μέσα στο καρπούζι μεγαλώνει ένα μικρό σκουλήκι, που μπήκε από την τρύπα που χώνονται οι σκέψεις, ένα βράδυ που ο Τζέρυ ονειρευόταν κι εκσπερμάτωνε. Το σκουλήκι, αφού ανενόχλητο ρούφηξε όλο το σπέρμα του Τζέρυ, μπήκε στο κεφάλι του Τζέρυ πολύ προσεκτικά, χωρίς να τον γαργαλήσει ή να του προκαλέσει φαγουρίτσα, κάθισε και ξάπλωσε σε μία μεγάλη πολυθρόνα μέσα στο καρπούζι, που ο Τζέρυ την είχε βάλει να αναπαυτεί από τους πισινούς που έχουν στο σαλόνι. Το σκουλήκι, που έφαγε και με το παραπάνω σπέρμα, διότι το αποθήκευσε σε μία σέλα που έχει στην κοιλιά του, όλο παχαίνει στο κεφάλι του Τζέρυ, και τώρα είναι πάρα πάρα πολύ μεγάλο, και έχει γίνει όπως το καρπούζι. Αυτό είναι πολύ ωραίο, γιατί το σκουλήκι εκστασιάζεται στη ζάχαρη, κι έγινε καρπούζι.

     Ο μικρός Ρα είναι φτωχός και πεινασμένος, βλέπει τον Τζέρυ, δος μου καρπούζι, λέει, αλλά ο Τζέρυ θέλει το καρπούζι στο κεφάλι του, γιατί το σκουλήκι που έφαγε σπέρμα, όταν ο Τζέρυ εκσπερμάτωνε, και μπήκε από την τρύπα που γύρω γύρω έχει γύψο επειδή, όπως είπα, ο πατέρας του Τζέρυ είναι κακός, το σκουλήκι, λοιπόν, που είναι, όπως είπα, μεγάλο, όπως ακριβώς και το καρπούζι, αποχαυνώνεται στην έκσταση, κι επίσης ο Τζέρυ φοβάται και το γύψινο πατέρα, γιατί έχει και μια ουλή στη γάμπα, που σκέφτεται, επειδή είναι κόκκινη, πως κάποια μέρα θα εξελιχθεί και αυτή σε δεύτερο καρπούζι. Ο Τζέρυ δεν είναι πλεονέκτης, του αρκεί μόνον το καρπούζι που έχει στο κεφάλι, και δεν επιθυμεί να φάει το σπέρμα του κανένα άλλο σιχαμερό σκουλήκι, μια και η μητέρα θα πεθάνει. Εάν τα σκουλήκια τρώνε συνέχεια το σπέρμα του πώς ο Τζέρυ θα αντιμετωπίσει τον πατέρα με δύο τόσο μεγάλους όγκους στο δικό του σώμα, που θα τον κάνουνε δυσκίνητο και θα τον εμποδίζουν να τρέξει μακριά, όταν εκείνος θα θέλει να τον δείρει; Ήδη η οικολογική γραβάτα τον βαραίνει με όλα τα λαχανικά που έχει για διάκοσμο.
     Ο Τζέρυ θα μπορούσε να είναι και γυναίκα, που θα τη λέγανε Η Τζέρυ και θα φορούσε τότε ένα πράσινο φόρεμα μακρύ με λαχανικά επίσης για διακόσμηση. Και το σκουλήκι θα είχε μεγαλώσει στο κεφάλι της Τζέρυ, επειδή ένα βράδυ, ενώ εκείνη, στον ύπνο της, θα είχε έναν οργασμό με τον κακό αλλά ωραίο πατέρα της, για να την τιμωρήσει το σκουλήκι, θα ορμούσε το σκουλήκι και θα ξεπάστρευε, για να τραφεί, ένα χαριτωμένο ωάριο που θα ροχάλιζε βαριά στις ωοθήκες της. Σ’ αυτήν όμως την περίπτωση, ο πατέρας της Τζέρυ θα ήταν, στο καρπουζένιο της κεφάλι, μία κακός και μια καλός. Μπερδεμένος σαν να λέμε. Το ίδιο θα συνέβαινε και με τη μητέρα της Τζέρυ, που είναι ετοιμοθάνατη. Μία θα ήταν καλή και δύστυχη, γιατί όπου νά ’ναι θα πεθάνει, διότι η Τζέρυ σκέφτεται πως ο πατέρας είναι αφενός υπεύθυνος τόσο για το καρπούζι που μεγαλώνει στο δικό της το κεφάλι, επειδή έτσι ξαφνικά, χωρίς καμία πρόσκληση, εμφανίστηκε στον ύπνο της, όσο και για την αρρώστια της μητέρας. Ο πατέρας υπήρξε πολύ βάναυσος με τη μητέρα. Αυτό να λέγεται! Από την άλλη όμως, επειδή η Τζέρυ είδε αυτό το πολύ τρομαχτικό όνειρο με τον πατέρα, μπορεί και έχει το δικαίωμα τη μια να λέει πως είναι άνθρωπος κακός, την άλλη όμως να ισχυρίζεται πως είναι άνθρωπος υπέροχος και να αλλάζει το σενάριο. Στο δεύτερο σενάριο, το σκουλήκι στο καρπούζι μεγαλώνει όλο και πιο πολύ και η μητέρα σηκώνεται λίγο από το νεκροκρέβατό της, και πρέπει να τιμωρηθεί και πρέπει να πεθάνει. Μαμά, είσαι πουτάνα! Ο λόγος είναι πως, σε αυτή την εκδοχή, δεν είναι ο πατέρας αλλά είναι η μητέρα που γεμίζει με γύψινα σπόρια ενοχών το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ. Η μητέρα ξέρει τι έγινε στον ύπνο της Τζέρυ και είναι πολύ επιθετική μαζί της. Πρέπει να πεθάνει! Αλλά σε ένα σπίτι, δεν μπορεί να είναι όλοι κακοί, και πρέπει να έχεις συμμαχίες. Επομένως, η κακή μητέρα να πάει στα τσακίδια, η Τζέρυ αγαπάει τώρα πολύ τον καλό πατέρα και δείχνει ζήλο υπερβάλλοντα και τον υπερασπίζεται ακόμη και όταν κάνει πράγματα κακά. Αυτό είναι ένα κόλπο, για να κρύβονται οι αλήθειες. Γυρνάς τα έξω μέσα για να κρυφτείς στο ενδιάμεσο. Το ενδιάμεσο είναι ευρύχωρο για να χωράει το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ.
     Αυτά τα ολίγα για όλα τα σενάρια. Θα γίνω λίγο πιο περιγραφικός τώρα, μου αρέσει πολύ να ζωγραφίζω : το Τζέρυ οφείλει να είναι προσεκτικό σε όλες τις κινήσεις του και επιφυλακτικό με τους ανθρώπους, διότι το γύψινο κεφάλι του είναι βαρύ και το σκουλήκι του πρέπει να μένει ξαπλωμένο μέρα νύχτα. Το Τζέρυ δεν έχει χρόνο ούτε για να ακούει τους ανθρώπους, ούτε κυρίως για να ακούει και να καταλαβαίνει τι λέει στους ανθρώπους. Το Τζέρυ είναι επιθετικό και επικριτικό με όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, διότι έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, και θεωρεί ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το ίδιο ακαταμάχητο καρπούζι που έχει και αυτό μες στο κεφάλι και ότι όλοι έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ακόμη και όταν έχουνε μικρό κεφάλι. Το Τζέρυ λέει ψέματα συχνά και θεωρεί ότι και οι άλλοι κάνουνε το ίδιο και, επομένως, είναι πολύ καχύποπτο ακόμη και με το ίδιο το καρπούζι στο κεφάλι του. Ο γύψος, επίσης, που έχει στο κεφάλι, στεριώνει το Τζέρυ μια χαρά και δεν διακινδυνεύει απότομες κινήσεις προς άλλες κατευθύνσεις. Του είναι αρκετός ο δρόμος προς την εργασία και το μικρό τραγούδι που τραγουδάει το σκουλήκι μέσα στο κεφάλι του και ξαπλωμένο στην ωραία πολυθρόνα: ντοντό μπουλό μετρό παραπαπά μπουλό μετρό ντοντό λαλά. Είμαι διακριτικός και δεν θα πω τι ακριβώς δουλειά κάνει το Τζέρυ, αλλά μπορεί να κάνει οποιαδήποτε που να περνιέται για σπουδαία. Δεν θα αναφέρω ούτε σε ποιο κρεβάτι μπορεί να ρίχνει το Τζέρυ ύπνους, μπορεί να κοιμάται σε οποιοδήποτε, ακόμη και σε στρώμα. Δε θα μαρτυρήσω ποιο είναι το μετρό που χρησιμοποιεί το Τζέρυ, μπορεί να παίρνει λεωφορείο, το δικό του αυτοκίνητο ή να χρησιμοποιεί τα πόδια του για μέσο. Εκείνο που θέλω να υποστηρίξω με ακρίβεια και με όλες τις αρνήσεις είναι ότι το Τζέρυ μπορεί να είναι οτιδήποτε, γνωστό ή άγνωστο, που έχει ένα σπουδαίο καρπούζι στο κεφάλι. Ένα πολύ απλό πράγμα δηλαδή. Εγώ δεν είμαι φιλόσοφος καθόλου.
     Ο μικρός Ρα, που λέει στο Τζέρυ δος μου καρπούζι, δεν ξέρει ακόμη ότι στο κεφάλι του έχει κι αυτός ένα ολόιδιο καρπούζι. Μπορεί ν’ απλώσει το χέρι του, να κόψει μία φέτα. Είναι θέμα χρόνου να νιώσεις πως όταν σου αρνούνται ένα γύψινο καρπούζι, δεν είναι επειδή οι άνθρωποι είναι σκατάδες και αχάριστοι, είναι επειδή βλέπουν πως έχεις κι εσύ ένα ολόιδιο μέσα στο κεφάλι σου και, από μεγάλη αβροφροσύνη, δεν σου επιτρέπουν να βαρύνεις τη συνείδηση. Συμπέρασμα: όταν ζητάς, όπως ο μικρός Ρα, γύψινα καρπούζια και σου αρνούνται, έστω κι ένα κομματάκι, δεν έχεις και πολλές επιλογές. Δύο μόνον: ή συνεχίζεις να αποζητάς στο Τζέρυ ένα μερίδιο που θεωρείς ότι αντικατοπτρίζει το έλλειμμα που έχεις στο κεφάλι σου, αλλά αυτό σημαίνει ότι είσαι και συ καρπουζομένος γύψος, για να επιθυμείς να το συμπληρώσεις με όμοιο υλικό και, μάλιστα, όταν έχεις δει μια φίλη, για παράδειγμα, όπως αυτή της μαμάς του Τζέρυ, να κάνει ταπ ταπ πάνω στο κεφάλι του. Ή τους αφήνεις να χαίρονται το βάρος που έχουν στο κεφάλι και σιωπάς. Το τελευταίο σημαίνει πως έχεις μεγαλώσει πια και πως γνωρίζεις ότι ένα γύψινο καρπούζι παράγει γύψινα κουκούτσια, που οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι τις ονομάζουν σκέψεις, και που αυτές οι σκέψεις τρώγονται αυτοστιγμεί απ’ το σκουλήκι, γιατί αυτές δεν είναι ευέλικτες για να προκόψουν και το σκουλήκι έχει ταινία και πεινάει.
Κουράστηκα, σας χαιρετώ, πάω να ψάξω για να τσιμπήσω κάτι τώρα. Φούλιξ (ένα σκυλί της γειτονιάς, που έχει μείνει νηστικό εδώ και πέντε μέρες).

*

© Ιφιγένεια Σιαφάκα
Φωτογραφία: Vintage Ad for Morton Salt «When it rains it pours», 1961

Πέτρος Κυρίμης,Το όνειρο του Ζήση

Άμα δεις Έλληνα μετανάστη της Γερμανίας, κρύψου. Ο χαρακτήρας του είναι ίδιος με του Προκρούστη. Μέσα στο μυαλό του κουβαλάει το κρεβάτι του. Νοερά σε τοποθετεί απάνω. Σε ταιριάζει στα μέτρα του κρεβατιού. Στα μέτρα τα δικά του. Αν του φανείς μακρύς σου κόβει τα πόδια. Αν του φανείς κοντός σε τραβάει να μακρύνεις.

 

   Ακατέργαστη φωνή. Βάναυση. Ακόμη και σιγανά να έρθει στα αυτιά σου.
   «Έλληνας είσαι πατριώτη;»
   «Όχι, Αλβανός, Γιουγκοσλάβος, Ρουμάνος, Τούρκος, Αυγανιστανός, πήγαινε πιο πέρα…»
   «Χα, πλάκα με κάνεις πατριώτη, αφού ελληνικά μιλάς…»
   «Ότι θέλω μιλάω, παράτα με…»
   «Καλά ρε πατριώτη, δεν σε είπαμε και… καμπούρη…»
   «Όχι, δεν με είπες, αλλά καμπούρη θες να με κάνεις…»
   «Εγώ, ρε πατριώτη; Εγώ είπα μπας και είσαι από τα μέρη μου… εδώ που τα λέμε από πού είσαι;
   Τον πρώτο καιρό που είχα έρθει στη Γερμανία μόλις τους έλεγα ότι είμαι από την Αθήνα με κοιτούσαν σαν να έβλεπαν διαστημάνθρωπο ή στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορα. Σήκωναν τους ώμους σα να λέγανε «Τι να σου κάνουμε αφού δεν είσαι ούτε από τα Τρίκαλα, ούτε από τη Δράμα, ούτε από τα μέρη του Εύρου… εσύ φταις» και έφευγαν.
   Και πέρασα μαζί τους είκοσι χρόνια. Τα καλύτερα του ανθρώπου και τα χειρότερα της ζωής μου.
   Άμα δεις Έλληνα μετανάστη της Γερμανίας, κρύψου.
   Έρχονται πάντα δώρα φέροντες. Στην αρχή. Γιατί μετά στα ζητάνε πίσω. Με τόκο.
  Κουτοπόνηροι και καχύποπτοι. Ζαγάρια. Κατευθείαν από το σκοτάδι της ελληνικής επαρχίας του ΄60.
   Την ημέρα που γνώρισα τον Ζήση, ήταν μια Κυριακή του 2001. Ο Ζήσης ήτανε από την Καλαμπάκα. Μόνο αυτό ξέρανε όλοι στο Ντίσελντορφ και κανείς δεν είχε ρωτήσει πότε είχε έρθει, πια χρονιά και πως. Έδινε την εντύπωση παρ όλο ότι μίλαγε πολύ λίγα Γερμανικά ότι προϋπήρχε όλων. Ακόμα και της ίδιας της Γερμανίας. Είχε εμφανιστεί από το πουθενά. Ψηλός και γεροδεμένος, λίγο μετά τα σαράντα, πάντα σχεδόν ευδιάθετος αλλά ταυτόχρονα και μοναχικός.
    Το αγαπημένο του αστείο που το επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία ήτανε «Αν θες να επιζήσεις – κάτσε να σε γαμήσει ο Ζήσης.» Εμφανιζότανε ξαφνικά και το ίδιο ξαφνικά έφευγε. Κανείς δεν ήξερε που έμενε. Αν τον ρωτούσαν στις αρχές έδειχνε κατά κάπου με το κεφάλι κι αυτό ήτανε όλο. Υπήρχε όμως μια φήμη που τον ήθελε να έχει σχέση με μια Γερμανίδα που την λέγανε Πέτρα.
   Κι αυτό πρέπει να είχε μια αλήθεια γιατί έτσι καθαρό και καλοζωισμένο μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να τον φροντίσει έτσι. Και μάλιστα μια Γερμανίδα. Γιατί οι Ελληνίδες γυρεύουνε κάποιον να φροντίζει αυτές.
   Τώρα θα μου πείτε τι σχέση έχει ο Ζήσης με τα πάθη μου που περιγράφω εδώ μέσα σαν εξομολόγηση εκ βαθέων. Έχει και παραέχει. Κι ο Θωμάς ο ψυχοθεραπευτής. Κι ο Τάκης ο ραδιοφωνιάς και ο Μήτσος ο Τρικαλινός με τη ταβέρνα που ήθελε να γίνει εκδότης, η Νικολέτα η καθηγήτρια που έκανε πάρτι κάθε πανσέληνο και ντυνότανε Σελήνη, ο Τζουνάκος ο νταβατζής, ο Λουκάς ο χαρτοπαίχτης, ο Στέφανος με τα δερμάτινα, ο Θανάσης με τα καζίνο που έγινε συγγραφέας και αρκετοί άλλοι που ίσως κάποτε γράψω γι αυτούς. Πέρασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα. Όλοι τους αθώοι. Απαλλασσόμενοι από κάθε ενοχή λόγο ανύπαρκτου προτέρου βίου.
Το Ζήση τον γνώρισα ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι σε ένα καφέ από αυτά με τα τραπεζάκια έξω. Είχα πάρει μια αθλητική εφημερίδα που βρισκότανε πάνω στο διπλανό τραπέζι και διάβαζα ανόρεχτα όταν ένοιωσα κάποιον να κάθεται βαριά στην διπλανή καρέκλα ακριβώς δίπλα μου. Σήκωσα το κεφάλι και είδα όλα τα τραπεζάκια ελεύθερα. Δεν πρόλαβα να απορήσω όταν άκουσα μια βραχνή αντιπαθητική φωνή από την άλλη πλευρά να μου λέει «Φίλε, σκάσαμε δυόμιση μάρκα για να την πάρουμε, άμα θες να διαβάσεις να πας στο σταθμό να αγοράσεις…»
    Γύρισα και είδα έναν κοντό μουστακαλή να το παίζει αγριεμένος.
  Εγώ ξέροντας ότι ο Ολυμπιακός ήτανε η πιο γνωστή ομάδα στην Ελλάδα πήγα να το παίξω ομοϊδεάτης για να τον καλμάρω και τα έκανα χειρότερα.
   «Ήθελα μόνο να δω κάτι για τον Ολυμπιακό…
   Σαν να τον πάτησα στον κάλο. Γυρνάει προς τα μέσα του μαγαζιού.
  «Ρε Φάνη πιάσε ρε έναν σκέτο… θα τρελαθώ πρωί, πρωί… μου μαγάρισες την εφημερίδα ρε… άκου Ολυμπιακός!.. Μία είναι η ομάδα ρε, ΠΑΟΚΑΡΑ!..
   Εμένα δεν με ένοιαζε ούτε ο Ολυμπιακός, ούτε η ΠΑΟΚΑΡΑ. Με είχε πειράξει όμως το ρε. Πολύ με είχε πειράξει. Δεν πρόλαβα όμως να σηκωθώ από την καρέκλα γιατί άκουσα από δίπλα μου μια φωνή σε πολύ ήσυχο τόνο, σχεδόν σα να μονολογούσε.
   «Στέλιο, πάρε τον καφέ σου και πήγαινε να τον πιείς πιο πέρα… για καλύτερα πήγαινε κει κάτω στο ακριανό…
   Και τότε ήτανε που πρωτάκουσα το όνομα του.
   «Ρε Ζήση, με μένα τα βάζεις; Αυτός πήρε την εφημ…
   «Άλλαξα γνώμη. Πήγαινε να πιείς τον καφέ σου σε άλλο καφενείο… άντε δε θέλω πολλά λόγια…
  Τα έλεγε όσα έλεγε και δεν είχε σηκώσει κεφάλι. Κοιτούσε όλη την ώρα με προσήλωση τα παπούτσια του, λες και μιλούσε με κείνα. Ο άλλος έφυγε μουρμουρίζοντας πέφτοντας πάνω στο γκαρσόν που κρατούσε το δίσκο με τον καφέ.
   «Ο καφές σου κυρ Στέλιο…
  Ο άλλος ούτε που απάντησε. Σίγουρα με τη φαντασία του με είχε μέσα στη Τούμπα ξεμοναχιασμένο κι αυτός μαζί με άλλους τραμπούκους οπαδούς προσπαθούσαν να με βάλουνε γκολ από την εξέδρα.
Η σιωπή που έπεσε για λίγο μου φάνηκε δύσκολη. Μπορεί να απαλλάχτηκα από τον ηλίθιο αλλά έμπλεξα με τον διπλανό μου που το μόνο που ήξερα γι αυτόν ήτανε πως τον λέγανε Ζήση και πως κατά κάποιο τρόπο προκαλούσε τον σεβασμό ή τον φόβο. Σαν ένα είδος Ντον Κορλεόνε.
   Έκλεινα μισό χρόνο στο Ντίσελντορφ. Εκτός από τους ανθρώπους του ραδιοφώνου δεν ήξερα κανέναν άλλο. Προσπαθούσα να ισορροπήσω μέσα μου τον πόνο για το χάσιμο της γυναίκας μου, τους φόβους για τα παιδιά, τα οικονομικά που δεν φτάνανε, τη μοναξιά μου. Είχα ένα μικρό δωμάτιο που μαζευόμουνα νωρίς τα βράδια και πότε γράφοντας, πότε με ένα βιβλίο στο χέρι περίμενα να νυστάξω να με πάρει ο ύπνος στη ζεστή αγκαλιά του και ανέπαφο να με βγάλει στην άλλη μέρα. Μέχρι τότε δεν μου είχε κάνει το χατίρι. Κάθε πρωί ξύπναγα αλλοπαρμένος από τους εφιάλτες. Το μόνο καλό ήτανε πως ενώ τα μάτια μου κάθε πρωί ήτανε κόκκινα και πρησμένα δεν είχα την αίσθηση ότι όλη τη νύχτα έκλαιγα.
   Τίποτα άλλο σημαντικό στην γνωριμία μου με τον Ζήση δεν συνέβη. Δεν ξέρω από τη μεριά του τους λόγους που τον έκαναν να θέλει να κάνουμε παρέα. Ποτέ δεν μου είπε. Πάντως τις φορές που συναντιόμασταν – συνήθως σε κάποιο από τα ελληνικά καφέ – ήτανε διακριτικός και λιγόλογος και ίσως να μην τον ανέφερα στην ιστορία μου καθόλου αν δεν είχε συμβεί αυτό με το όνειρο που είχε δει ένα βράδυ. Με είχε πάρει τηλέφωνο να συναντηθούμε και ήρθε ευδιάθετος. «Είδα ένα όνειρο χτες και ήθελα να στο πω» μου λέει.
   «Και τι είμαι εγώ, ονειροκρίτης;
   «Όχι, αλλά είδα εσένα…
   Εγώ δεν πίστευα σε όνειρα και τέτοια, εδώ που τα λέμε δεν πίστευα σε τίποτα πια.
   «Για λέγε» του λέω αδιάφορα.
   «Κοίτα – λέει – εσύ δεν γελάς ποτέ…
   «Δεν βρίσκω τους λόγους που πρέπει να γελάσω» λέω εγώ.
   «Ε! αυτό ακριβώς… σε είδα να γελάς… να ξεκαρδίζεσαι…
   «Για πες και το λόγο που γέλαγα»
   «Θα σου πω… γέλαγες δυνατά… χαρούμενα… και μια γυναίκα που δεν φαινότανε το πρόσωπο της ερχότανε προς το μέρος σου… εγώ σου μίλαγα, ήθελα κάτι δεν θυμάμαι τώρα, αλλά εσύ δεν με άκουγες… κοιτούσες τη γυναίκα που πλησίαζε και γέλαγες ένα γέλιο χαρούμενο και… και… πως το λένε… ξέγνοιαστο… ναι, ξέγνοιαστο… σαν παιδί…
   «Καλό ακούγεται, αλλά εγώ δεν περιμένω καμιά γυναίκα και ούτε πρόκειται να ξαναγίνω παιδί…
   Ο Ζήσης τσαντίστηκε. Είχε φαίνεται βαρεθεί να με βλέπει πάντα κατσούφη και μες στη στενοχώρια.
   «Αφού είναι φως φανάρι. Η ζωή σου θα αλλάξει… θα γίνει καλύτερη… μια γυναίκα νέα και όμορφη έρχεται κατά πάνω σου…
   «Α, είναι νέα κι όμορφη κι όλας… ρε Ζήση ξεχνάς ότι κλείνω τα πενήντα τέσσερα εφέτος; Με δυο παιδιά και δυο χιλιάδες προβλήματα;
   «Ούτε για σαράντα δεν φαίνεσαι… τέλος πάντων, εγώ το όνειρο ήθελα να σου πω…
   Τα πίστευε αυτά που έλεγε κι εγώ δεν ήθελα να τον κακοκαρδίσω.
   «Και μέχρι πότε θα ξέρω αν θα μου βγει το όνειρο;»
   «Μέσα σε τρεις μήνες λένε… ή σε τρία χρόνια.»
   Δεν χρειάστηκε να περάσουν τρεις μήνες, ούτε τρία χρόνια. Πάνω σε δυο βδομάδες πήρα μια πρόσκληση από ένα σχολείο μιας κοντινής πόλης, να διαβάσω στα παιδιά. Θα πήγαινα με το τρένο και εκεί θα με περίμενε κάποιος να με οδηγήσει στο σχολείο. Ήτανε κάτι που το έκανα συχνά εκείνη την εποχή γιατί ήτανε και μια ευκαιρία πουλώντας μερικά βιβλία μου να αυξάνω το πάντα ανεπαρκές μου εισόδημα.
   Είχα να δώσω οποιασδήποτε μορφής ραντεβού με γυναίκα πάρα πολύ καιρό, γι αυτό ένοιωσα παράξενα όταν μια γυναικεία φωνή στο τηλέφωνο μου είπε πως θα με περιμένει στο σταθμό στις πέντε το απόγευμα να με μεταφέρει στο σχολείο. Η φωνή της είχε μια ευχάριστη ζεστή χροιά.
   Όταν βγήκα από την κεντρική είσοδο του σταθμού, ακριβώς απέναντι μέσα από ένα σκούρο τζιπ ένα μελαχρινό πρόσωπο μου χαμογελούσε. Τα μαλλιά της μαύρα μακριά πλαισίωναν δυο μεγάλα καστανά μάτια. Σκέφτηκα πόσο ανόητες σκέψεις έκανα καθώς κατευθύνθηκα στο αυτοκίνητο.
   Εξ άλλου ούτε που ήξερα αν ήταν παντρεμένη, αν είχε οικογένεια ή δεσμό. Από την άλλη η μοναξιά φίδι κολοβό στον κόρφο μου.
   Άνοιξα την πόρτα και κάθισα δίπλα της.
   «Γεια σας» είπε μόνο και έβαλε εμπρός.
   Την κοίταζα κρυφά από το πλάι. Δεν ήταν ψηλή. Μέτριο ανάστημα, γύρω στα τριάντα πέντε. Το ντύσιμο της προσεγμένο. Μου άρεσε.
   «Λες να βγει το όνειρο του Ζήση;» αναρωτήθηκα καθώς παρατηρούσα τα λεπτά δάχτυλα της πάνω στο τιμόνι. Οδηγούσε με άνεση και δεν μιλούσε παρά μόνο αν την ρωτούσα κάτι εγώ. Ήταν τόσο τυπικά ευγενική που σε λίγο ήμουνα σίγουρος ότι το όνειρο του Ζήση κάποια άλλη εξήγηση θα είχε.
   Φτάσαμε στο σχολείο και καθώς διάβαζα την έβλεπα στα πίσω καθίσματα να παρακολουθεί με ενδιαφέρον. Είχα ένα ένστικτο σα να υπήρχε μια μυστική επικοινωνία μεταξύ μας. Αυτή η μυστική επικοινωνία κράτησε και σε όλο το διάστημα του φαγητού μετά, καθώς και στην ώρα που την αποχαιρετούσα στο σταθμό.
   «Αντίο – είπε και μου έδωσε το χέρι της – ευχαριστούμε που ήλθατε κοντά μας, τα παιδιά το χάρηκαν…
   «Εσείς; Το χαρήκατε;» ριψοκινδύνεψα εγώ.
   Το μελαχρινό της χρώμα έκρυψε το κόκκινο από τα μαγουλά της.
   Ο χαρακτήρας της – που αργότερα ανακάλυψα- έκρυψε τις σκέψεις της.
   Χαμογέλασε. «Ναι, ωραία ήτανε» είπε αόριστα.
  Έφυγα και την κράτησα αρκετές μέρες στο μυαλό μου όμως οι ελπίδες μου λιγόστεψαν πολύ, ώσπου ακόμα κι ο Ζήσης που είχε δει το όνειρο αυτοπροσώπως παραδέχτηκε ότι μάλλον δεν επρόκειτο για την γυναίκα του ονείρου. Για την γυναίκα που θα άλλαζε προς το καλύτερο τη ζωή μου.
   «Αφού μου λες πως είχε μέτριο ανάστημα… ξέρω γω; Εμένα σαν ψηλή μου είχε φανεί…
   Πέρασαν τρεις εβδομάδες, πέρασε μήνας κι εκεί που άρχιζαν να ξεθωριάζουν όλα μέσα μου, χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο και ήταν εκείνη.
    «Θέλω να σας στείλω τις φωτογραφίες που βγάλαμε… αν έχετε ένα email…
    «Θα ήσαστε και εσείς μέσα στις φωτογραφίες;
    «Νομίζω σε κάνα δυο…»
    «Τότε στείλτε μου μόνο αυτές τις δυο»
    Γέλασε. Και αντί να μου στείλει τις φωτογραφίες ήρθε η ίδια μετά από μερικές μέρες και μετά ήρθε και ξαναήρθε μέχρι που κι ο Ζήσης όταν την είδε είπε πως δεν ήτανε σίγουρος, αλλά η γυναίκα στο όνειρο μάλλον είχε το ίδιο χρώμα μαλλιά με τα δικά της και σε μια ώρα που έκατσε μαζί μας, φεύγοντας μου είπε σιγά ότι ήτανε σίγουρος πια πως ήτανε αυτή στο όνειρο.
*
©Πέτρος Κυρίμης
Φωτογραφία: Στράτος Φουντούλης, Αμβέρσα, Βέλγιο 2009

Μαρία Πετρίτση, Η δισκογραφία των σκύλων

Χτες άργησα να κοιμηθώ. Η Ουκρανή με τον Αλβανό είχαν όρεξη. Το γλέντησαν μέχρι πρωίας. Στριφογύριζα στο κρεβάτι με τη δισκογραφία των σκύλων να παίζει στο φουλ. Όχι επειδή με ενοχλούσαν οι γείτονες. Από αυτιστική διακριτικότητα, ίσως και λίγη ζήλεια. Απορώ πώς δεν μου έκανε παρατήρηση για το θόρυβο η δεσποινίς Κουλίτσα. Και πώς δεν χτύπησε και σ’ αυτούς, η σεμνότυφη. Μπορεί να μην άντεξε καν τη σκέψη πως θα έπρεπε να τους κοιτάξει στα μάτια. Μου αρέσει που οι γείτονές μου ευχαριστιούνται τον έρωτα. Είναι μια νησίδα φυσιολογικότητας σε μια μικροκοινωνία ανέραστων υποκριτών. Με ενθαρρύνουν.

   Στο Μεσαίωνα των αισθησιακών απολαύσεων που ζούμε, συνήθως δοξάζεται αυτό που καυτηριάζει, καταπονεί και ενοχοποιεί το σώμα και τις λειτουργίες του. Ό, τι μας δονεί και κατορθώνει να μας ταράξει χάρη στις αισθήσεις θεωρείται αμαρτωλό. Όλα όσα προκαλούν ψυχικό ηλεκτροσόκ μέσα από τις εκδηλώσεις της σάρκας φέρνουν ντροπή και περιφρόνηση. Κανένας δεν το ομολογεί ανοιχτά, οι περισσότεροι όμως έτσι σκέφτονται. Ένα βλέμμα αρκεί για να το καταλάβεις.
     Κατά την πατροπαράδοτη ελληνική κοινωνία, ένα μεγάλο μέρος της έστω, ακόμα και σήμερα το σεξ θα όφειλε να γίνεται αφού μπει το στεφάνι. Υπάρχουν μέρη που η παρθενιά θεωρείται προαπαιτούμενο για μια καλή παντρειά. Παρόλα αυτά μου αρέσει η ιδέα του γάμου. Σε αφήνει να νιώσεις όση ανασφάλεια θέλεις μέσα σε μια καταπληκτική ψευδαίσθηση ασφάλειας. Όσο για τη σεμνοτυφία, το ψέμα και τη συμβατική ζωή, σχετίζονται τόσο με το γάμο όσο και με το μη γάμο, όπως επίσης και με την καριέρα, την ευτυχία, το φαγητό και γενικά ο, τιδήποτε.
    Όπως συγχύζεται η δεσποινίς Κουλίτσα από την παρουσία της Ουκρανής στο περιβάλλον μας, έτσι θα δαιμονιζόταν και με τις ερωτικές φωνές της. Μπορεί και να θύμωνε αν καταλάβαινε τι σήμαιναν οι λέξεις της. Να άφριζε από κακία και φθόνο. Αναρωτιέμαι από πότε έχει να την αγγίξει άνθρωπος. Και αν έχει χαϊδευτεί με κάποιον και να γουστάρει πολύ. Πάω στοίχημα πως, ακόμα και αν της έχει συμβεί, θα εμπόδισε τον εαυτό της να το απολαύσει μέχρι τέλους. Η σωματική ηδονή θα την σκότωνε ηθικά. Θα την γέμιζε τύψεις. Η σπουδαιότητα της αφής, και όλα όσα επιφέρει, είναι εγκληματική στον κόσμο των πολιτικά ορθών δυσκοίλιων του είδους της. Εξάλλου η ερωτική σκέψη και δράση οφείλουν να καλύπτονται από ένα πέπλο μυστικότητας και απορρήτου. Κάτι τέτοια ακούγονται παρωχημένα και υπερβολικά, παρόλα αυτά ο κόσμος τα πιστεύει. Γι’ αυτό θαυμάζω την Ουκρανή που χαίρεται στο κρεβάτι της και δεν ντρέπεται να το φωνάξει. Και ελπίζω αν κάποτε πηδήξω τη Σοφία Αλευροπούλου να την κάνω να ακουστεί σε ολόκληρη την Αθήνα από καύλα κι ευχαρίστηση.
    Παλιά με προβλημάτιζαν αυτές οι σκέψεις. Τώρα κοιτάζω γύρω μου και όλα εξηγούνται. Το σκληροπυρηνικό υπερεγώ που μεθοδικά έχτιζαν οι οικογένειες επί αιώνες αποδίδει καρπούς μέχρι σήμερα παράγοντας υστερικά καταπιεσμένους ανθρώπους οι οποίοι είτε μισούν είτε περιφρονούν το σώμα τους –και κατ’ επέκταση το σώμα των άλλων. Έχω παρατηρήσει πως η θρήσκα του απέναντι τριώροφου κάνει πως δεν βλέπει το ζευγάρι όταν βγαίνει στο δρόμο. Γυρίζει αλλού το κεφάλι. Δεν αντέχει την εικόνα του έρωτα. Και η δεσποινίς Κουλίτσα αποφεύγει να μιλήσει απευθείας στην Ουκρανή. Ό, τι χρειάζεται για την πολυκατοικία το λέει στον Αλβανό, κι αυτό με το ζόρι. Μέσα σε έναν συμβατικό κόσμο, βασισμένο σε απαγορεύεις και ενοχικά συμπλέγματα, καταλήγει να αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν να υπάρχει καν το ενδεχόμενο ο παράδεισος να αφορά, έστω και ως ιδέα, τις αισθήσεις και τις εκστάσεις. Και, εκτενέστερα, πώς είναι δυνατόν αυτός ο υποκριτικός κόσμος να είναι έργο Θεού.
    Η υπερβολική αμπελοφιλοσοφία όμως – και δη πρωινή – μου ανοίγει την όρεξη. Ονειρεύομαι κρουασάν σοκολάτα, μπουγάτσα με ζάχαρη άχνη και κανέλα, και τσουρέκι πασχαλινό. Το στομάχι μου βρυχάται. Το στόμα μου γεμίζει σάλια. Είμαι ένα λιμασμένο λιοντάρι που χρειάζεται επειγόντως τροφή. Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πριν καν πιω καφέ αρχίζω να καθαρίζω φακές και να κόβω κρεμμύδια. Μόλις βάλω να γίνει το φαγητό φτιάχνω έναν τούρκικο, κάθομαι όρθιος στο παράθυρο και ανάβω τσιγάρο.
    Αναλογίζομαι τη ζωή μου τον τελευταίο καιρό και διαπιστώνω πως αυτή την κατάσταση τη δημιούργησα εγώ ο ίδιος. Από μόνος μου. Ο ρόλος μου είμαι εγώ. Θα τον παίξω όσο πιο πορνογραφικά γίνεται κατακρημνίζοντας τα πρώην στερεότυπά μου στα τρίσβαθα των αναγκών μου. Τα στερεότυπα είναι παγωμένα και πάσχουν από αμνησία. Οι ανάγκες μου μού καίνε το λαιμό και μου είναι αξέχαστες. Δεν είναι μαρτυρικές, ούτε με γδέρνουν. Είναι ευμετάβλητες και κρύβουν μυστικά. Συγκεντρώνουν πολλούς ανθρώπους μαζί σε έναν. Εγώ είμαι πολλοί. Και ο βαθύτατα μοναχικός ένας.
      Με το ένα χέρι πίνω καφέ και με το άλλο καπνίζω. Ακουμπάω στο τζάμι. Είναι δροσερό. Έξω έχει ήλιο. Είμαι μόνο με τις κάλτσες και το σλιπ αλλά δε με νοιάζει μήπως με δούνε. Σήμερα η μπουγάδα της Σοφίας Αλευροπούλου απλώθηκε για μένα. Το σχοινί είναι γεμάτο σουτιέν, βρακάκια και καλσόν. Δεν ήξερα πως τα καλσόν πλένονται στο πλυντήριο, εκτός αν η προκομμένη νοικοκυρά τα έπλυνε στο χέρι. Το μωβ σουτιέν είναι φτιαγμένο από διάφανη δαντέλα. Λίγο πιο κει διακρίνω και το ασορτί κιλοτάκι του, απλωμένο μαζί με τα άλλα. Το μαύρο σουτιέν είναι πιο χοντρό. Από το κόκκινο κρέμονται κάτι κορδελάκια. Ψάχνω να δω πώς είναι το βρακί του σετ, και βλέπω πως πρόκειται για ένα κάπως μεγαλύτερο κορδόνι.
     Φαντάζομαι τη Σοφία Αλευροπούλου να τα φοράει όλα αυτά. Είναι πληθωρική, μπορεί και να την κόβουν λίγο στα μπούτια. Ή να της στριμώχνουν τα βυζιά. Αυτό το κομμάτι ύφασμα δεν φτάνει ούτε για να καλύψει τις ρόγες της. Τι βυζί να κρύψει; Την σκέφτομαι να βολεύει τα υπερτροφικά της στήθη στο κόκκινο σουτιέν-κορδελάκι, μετά σκύβει και να φοράει το ασορτί κορδόνι-βρακί και μου σηκώνεται. Κολλάω ολόκληρος στο τζάμι και νιώθω τη δροσιά του. Σκέφτομαι πως η πορνογραφία είναι απαραίτητο στοιχείο σε μια σωστή σεξουαλική αγωγή. Μετά σβήνω το τσιγάρο, παρατάω στο τραπέζι τον καφέ και τρέχω να ανακατέψω τις φακές που έχουν σχεδόν κολλήσει.
   Κάθομαι στο τραπέζι και βυθίζω το κουτάλι στο μπολ. Σήμερα έκανα μια παραλλαγή της καθημερινής συνταγής: πρόσθεσα λίγο ξύδι. Ανακατεύω το χυλό και εισπνέω τους ατμούς. Τα μάτια μου δακρύζουν. Το σκόρδο μυρίζει έντονα. Τρώω με βουλιμία χτυπώντας το κουτάλι στα τοιχώματα του πορσελάνινου μπολ. Κάνω όσο περισσότερο θόρυβο γίνεται. Θεωρώ πως ο ήχος του κουταλιού πάνω στο πιάτο είναι από τα πιο ηδονικά πράγματα που υπάρχουν. Είναι νόστιμο και τελειώνει αμέσως.
    Μια μύγα με γυροφέρνει. Μπορεί να είναι η ίδια που είχα δει στο σαλόνι εδώ και κάτι μέρες. Μπορεί να μη βγήκε έξω ποτέ. Τη διώχνω και πιάνω το μπολ. Το στραγγίζω στο στόμα μου και μετά σκύβω και γλύφω μια σταγόνα ξύδι που έχει στάξει πάνω στο τραπέζι. Ύστερα το βάζω μαζί με το κουτάλι στο νεροχύτη. Περιμένω μέχρι να γεμίσει με νερό κι έπειτα γεμίζω ένα ποτήρι. Πίνω με θόρυβο, κάθε γουλιά την κατεβάζω επίτηδες με κάμποσο αέρα. Νιώθω πως φούσκωσα απότομα. Η κοιλιά μου μοιάζει με μπαλόνι. Ρεύομαι δυνατά και επιστρέφω στο παράθυρο. Το ρέψιμο είναι μεγάλη καύλα. Η πιο εκτονωτική. Όπως και η Σοφία Αλευροπούλου, που μαζεύει τα ρούχα κι έτσι όπως σκύβει μπορώ να διακρίνω τα βυζιά της που πηγαινοέρχονται. Ολογράφως.
Την κοιτάζω και σκέφτομαι πως θα έκανα το παν για κείνη. Ό, τι χατίρι και να μου ζητούσε αποκλείεται να της το χάλαγα. Θα ήθελα να ήταν μια νυμφομανής πόρνη που να έκανε τα πάντα για τον πελάτη της. Και ο πελάτης της, εγώ δηλαδή, να της χάριζα ό, τι ήθελε για να την ανταμείψω. Λεφτά, ρούχα, σπίτι, αυτοκίνητο, σκύλο, πιστωτική κάρτα. Όλα όσα μπορεί να επιθυμεί μια νυμφομανής πόρνη. Δεν ξέρω τι ακριβώς, δηλαδή, πάντως όχι δεν θα άκουγε από μένα.
    Νιώθω σαν λαβωμένο ελάφι που το πέτυχε η Άρτεμις με τα βέλη της. ‘Η σαν το δράκο που τον κάρφωσε ο Άη Γιώργης ο Καβαλάρης με το δόρυ του και δεν πρόλαβε να του πει πόσο τον είχε ερωτευτεί. Θέλω να προσφέρω τα πάντα στη Σοφία Αλευροπούλου μα δεν ξέρω πώς. Δεν έχει εφευρεθεί ακόμα τρόπος για να κάνεις σπονδές στα φάσματα. Δεν αναρωτιέμαι που δεν θέλησα ποτέ να γνωρίσω κανονικά τη γειτόνισσά μου. Είναι απολύτως φυσιολογικό να θέλω να προστατευτώ από την ενδεχόμενη διάψευση που μου επιφυλάσσει η πεζή πραγματικότητα. Δεν θέλω να ρισκάρω. Αν, για παράδειγμα, η Σοφία Αλευροπούλου δεν αγαπάει τα σκυλιά ή αν δεν έμαθε ποτέ της να μαγειρεύει φακές, η συντριβή μου θα ήταν μοιραία. Από απέναντι, όμως, όλα μεταξύ μας πάνε εξαιρετικά καλά. Μπορούμε να αγαπιόμαστε σαν κινηματογραφικοί ήρωες. Ή σαν δυο χρυσόψαρα που, τρία δευτερόλεπτα αφότου συναντηθούν στη γυάλα τους, ξεχνούν το ένα την ύπαρξη του άλλου και η ζωή τους συνεχίζεται αρμονικά χωρίς μετάνοιες και τύψεις. Μέχρι την επόμενη φορά. Και πάλι. Και πάλι. Ξανά. Ατέρμονα.

*

© Μαρία Πετρίτση (απόσπασμα από αδημοσίευτο κείμενο)
Φωτογραφία: Ειδικά επεξεργασμένη από το περιοδικό, της τελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα –χωρίς πνευματικά δικαιώματα.

Δημήτρης Μποσκαΐνος, Ο Δαίμονας

Αμερική.
Καθεδρικός Ναός Αγίου Πατρικίου (Saint Patrick’s Old Cathedral)
Μανχάταν.
Νέα Υόρκη.
Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013, 16:45 το απόγευμα.

     O Πατέρας Ιερώνυμος σκούπισε τα χείλη του με ένα καθαρό λευκό μαντήλι, έχοντας τσιμπήσει κάτι πρόχειρο.
    Ήταν ο νεότερος Ιερωμένος που λειτούργησε ποτέ τον Παλιό Καθεδρικό Ναό του Αγίου Πατρικίου τα τελευταία 50 χρόνια.
     Μόλις τριανταενός και είχε έρθει στην μεγαλούπολη από μια μικρή ενορία της Πενσυλβανία πριν από περίπου δύο μήνες.
     Είχε αρχίσει να συνηθίζει την νοοτροπία της Πόλης, την κίνηση , τη φασαρία, το φαγητό και το πιο ήπιο κλίμα , αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε ποιος ήταν κι από που ξεκίνησε γι αυτό και ποτέ δεν παρέλειπε να προσεύχεται για τους κατοίκους του μικρού χωριού με τους οποίους πέρασε τα πρώτα του χρόνια ως ιερέας.
     Σήμερα όμως ήταν αλλιώς.
   ‘Όχι, αυτό δεν ήταν το ίδιο… είχε παρευρεθεί σε δυο εξορκισμούς ως μαθητευόμενος του Πατέρα Νικόλαου, αλλά δεν ήταν ποτέ μόνος του.
     Τα συμπτώματα που παρουσίασαν εκείνοι οι “ξενιστές” ήταν μάλιστα τόσο ήπια που αν και δεν είχε ακόμα εμπεριστατωμένη άποψη για τις εκφάνσεις του καλού και του κακού, είχε αρχίσει να κλίνει προς μια πιο μεταφορική τους έννοια και είχε πειστεί πως οι ξορκιζόμενοι δεν ήταν παρά ψυχικά ασθενείς προσωπικότητες που έχριζαν ψυχιατρικής βοήθειας πριν αρχίσουν και πάλι να κολυμπούν στο ήρεμο λιμάνι της Πίστης.
    Ακούμπησε και τα δύο χέρια του στο χρυσοποίκιλτο τραπεζομάντιλο της Αγίας Τράπεζας κι έσκυψε μπροστά παίρνοντας αργές ανάσες όπως τον είχε μάθει παιδί ακόμα , ο Πατέρας του προκειμένου να αποβάλλει όλο του το stress, ειδικά όταν αισθανόταν χάλια κι έπρεπε παράλληλα να βρίσκεται με κόσμο.
     Είχε κακό προαίσθημα .
   Ίσως ήταν και λίγο άρρωστος σκέφτηκε, ενώ η τελευταία μπουκιά από το φαΐ του απειλούσε ν ανέβει με φόρα, ξανά, στον οισοφάγο του.
    Σε ένα τέταρτο περίπου περίμενε την Margaret Malone, 22 χρονών, φοιτήτρια Νομικής και κάποια από τα μέλη της οικογένειάς της.
  Ο πατέρας της, Vincent Mallone τον είχε προσεγγίσει μετά τη λειτουργία της προηγούμενης Κυριακής και του εξιστόρησε τα απίστευτα για κάθε ανθρώπινο μυαλό πράγματα που συνέβησαν στη μονάκριβη κόρη του, κι άλλαξαν εδώ κι ένα μήνα τη ζωή ολόκληρης της οικογένειάς του.
    Τα γεγονότα ήταν τόσο ανατριχιαστικά που ο Πατέρας Ιερώνυμος σήκωνε κάθε τόσο το βλέμμα του διασταυρώνοντας το με εκείνο του Vincent σαν να μην πίστευε ότι όλες εκείνες οι αποτρόπαιες τρομακτικές εικόνες έβγαιναν από το στόμα ενός καθημερινού μεσήλικα, οδηγού Λεωφορείου της Γραμμής ,Μανχάταν – Λόνγκ Άιλαντ.
    Τη δυσπιστία (όσο δυστυχώς και το γαλήνιο βραδινό του ύπνο για την εβδομάδα που ακολούθησε) διέλυσαν οι φωτογραφίες polaroid που του έδειξε ο Vincent με δάκρυα κι απόγνωση στα μάτια του καθώς η ολιγόλεπτη συζήτησή τους τελείωνε.
   Δε χρειαζόταν να έχεις μάστερ στην Ορθοπεδική για να καταλάβεις ότι οι αρθρώσεις των χεριών και των ποδιών της δυστυχισμένης εκείνης δεσποινίδας ήταν λυγισμένες ανάποδα του φυσιολογικού ενώ μ’ ένα γρατζουνισμένο πρόσωπο γεμάτο μώλωπες επεδείκνυε την πρησμένη γλώσσα της στο φακό, με το κεφάλι ανάποδα σ’ ένα σώμα κυρτό σαν …ανθρώπινο …τραπέζι.
    Κατευθύνθηκε προς το μικρό νιπτήρα έξω και αριστερά του Ιερού, άνοιξε τη βρύση κι έκανε να πιει λίγο νερό.
    Κοίταξε το καθαρό κολάρο του και το χλωμό λιπόσαρκο πρόσωπό του στο μικρό καθρέφτη πάνω από το νιπτήρα. Σκούπισε τις στάλες του ιδρώτα από το μέτωπό του κι έβηξε κάνα δυο φορές να καθαρίσει τη φωνή του.
   Κοίταξε το ύψους μέχρι τη μέση του, άγαλμα του Εσταυρωμένου που βρισκόταν στα δεξιά της Αγίας Τράπεζας . Κατασκευασμένο από γύψο και βαμμένο με αχνά παστέλ χρώματα, έδειχνε παλιό καθώς το επιφανειακό γυαλιστερό λούστρο του είχε αρχίζει να κιτρινίζει στο βάρος του χρόνου.
    Με αργό κι αποφασιστικό βήμα ,το πλησίασε, γονάτισε εμπρός του, και ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά στ’ άψυχα αγαλμάτινα μάτια χαμήλωσε ταπεινά το κεφάλι του κι άρχισε να προσεύχεται..
    -Κύριε, βοήθησε τον Αμαρτωλό δούλο Σου ..
    -Δώσε μου τη Δύναμη Κύριε, να στείλω το Κακό στο Πυρ το Εξώτερο…
    -Βοήθησε με να απαλλάξω αυτή τη μικρή Χριστιανή από το μιαρό Πνεύμα του Κακού…
    -Στο Όνομά Του Πατρός Και Του Υιού και Του Αγίου Πνεύματος Αμήν…..
    Ακούστηκε ένας θόρυβος ανοίγματος πόρτας μεγεθυμένος από το φυσικό βάθος του Χώρου της Εκκλησίας, κι αμέσως μετά κάποιες ομιλίες. Αυτό όμως που τρόμαξε τον Ιερώνυμο ήταν ένα απόκοσμο γέλιο, ειρωνικές στριγκλιές και χαμόγελα που έσβησαν απότομα καθώς γύρισε να κοιτάξει…
     Σηκώθηκε και βάδισε προς την οικογένεια.
  Τα όσα άκουσε δευτερόλεπτα πριν χαράχτηκαν ανεξίτηλα στο Υποσυνείδητο του μα τώρα επικρατούσε ξαφνικά τέτοια ησυχία που νόμιζε ότι ήταν της φαντασίας του.
    Ο Βίνσεντ κρατούσε σφιχτά το αριστερό μπράτσο της κόρης του ενώ η γυναίκα του το δεξί , τόσο στενά βαλμένοι δίπλα της που την υποβάσταζαν και κοιτούσαν μια εκείνη και μια τον Πατέρα Ιερώνυμο που πλησίαζε.
    Η κοπέλα με ένα απορημένο ύφος ζύγιζε το παρουσιαστικό του Ιερέα με δυσπιστία, ιδρωμένη με τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπό της, ανάσαινε αργά και βαριά με συριγμό. Είχε το κεφάλι της ελαφρά ριγμένο στο πλάι, ενώ τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα και υγρά.
    Ο Πατέρας Ιερώνυμος έβγαλε από την τσέπη του ένα παλιό δερματόδετο βιβλιαράκι και τραβώντας ένα κίτρινο μεταξωτό σελιδοδείκτη το άνοιξε κάπου στη μέση. Κοίταξε τους γονείς και τους είπε «Πλησιάστε, μην την αφήσετε, φέρτε την εδώ στο κέντρο κάτω από τον τρούλο».
     O Βίνσεντ έσφιξε περισσότερο την κόρη του. «Έλα καλή μου , κουράγιο και όλα θα πάνε καλά.»
    Η μικρή τράβηξε το βλέμμα της από τον Πατέρα Ιερώνυμο και μίλησε στον Πατέρα της με βαριά αντρική φωνή και ακαθόριστης προέλευσης προφορά. «Σκατά……..γκλουάρρρρρρρρργκγγγγγγγγγγγγ… όλλλλλλαααααααα… θθθααααααα πάαααααανεεεεεεεε σσσκαααατάαααααααα»
    Το χαιρέκακο γέλιο της διακόπηκε αμέσως και με το βλέμμα της κάρφωσε ξανά τον Παπά ώσπου σφίχτηκε το στομάχι του. «Χέστηκες χέστη? Ακόμα δεν είδες τίποτα καυλιάρη μου Ουαάχαχαχαχαχαχαχαχαχα γκλουάρρρρρρρρργκγγγγγγγγγγγγ (άρχισε να φτύνει βλέννα καταγής) θες να τα δεις όλα πούστη? Ε να λοιπονννννννν»
    (Το κορμί της κύρτωσε από μόνο του προς τα πίσω σαν τεράστια παρένθεση, και με μια απότομη κίνηση τα ρούχα της σκίστηκαν από πάνω ως κάτω σαν να τα πέρασε με βία ένα ¨ ξυράφι) «δε μου είσαι τίποταααααααα δε μου είσαιαιαιαιαιαια τίιιιποοοοοοταααααα δε με τρομάζειςςςςςςςςςςςς, έλα και γάμα με τώρααααααααα γαααα μαααααα μεεεεεεεεεεε» …κι άρχισε να βογκάει δυνατά και να συσπά πάνω κάτω τη λεκάνη της σαν να συνουσιάζεται με τρόπο αισχρό και πρωτόγονο.
     Η μητέρα της έβγαλε ένα λυγμό απόγνωσης που χτύπησε τα αυτιά των υπολοίπων σα ρόπαλο.
   Ο Πατέρας Ιερώνυμος πήρε μια βαθιά ανάσα, τέντωσε το κορμί του κι άρχισε ν απαγγέλλει χαμηλόφωνα αργά και σταθερά «Crux sancta sit mihi lux / Non draco sit mihi dux,Vade retro satana» (Είθε ο Άγιος Σταυρός να είναι το Φως μου / Ας μη με καθοδηγεί ο δράκοντας ,Ύπαγε οπίσω Σατανά)
    Η δαιμονισμένη έσφιξε όλους τους μύες του προσώπου της σε μια γκριμάτσα γεμάτη ρυτίδες και μίσος και φώναξε στον Παπά «αδερφή είσαι ρεεεεεεεε δεν ακούς που σου μιλάωωωωωωωωωωωω?» Ξαφνικά η φωνή της έγινε πιο στεντόρεια μπάσα και πιο δυνατή σα να μιλούσε πια αυτό που τη στοίχειωνε « ΠΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ ΠΕΣ ΤΟΥ ΝΑ ΤΟ ΒΟΥΛΩΣΕΙ……ΟΧΙΙΙΙΙΙΙ ΟΧΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ….ΓΑ….ΜΕΝΕ ΒΕΝΕΔΙΚΤΕ…ΜΕ ΕΙΧΕΣ ΔΙΩΞΕΙ ΤΟΤΕ Μ ΑΥΤΟ ΑΧΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ….ΒΓΑΛΕ ΤΟ ΣΚΑΣΜΟ ΤΡΑΓΟΠΑΠΑΑΑΑ».
    Ο Πατέρας Ιερώνυμος συνέχισε σταθερά και με περισσότερη σιγουριά, βλέποντας πως τα λόγια του άρχισαν να φέρνουν κάποιο αποτέλεσμα. «Nunquam suade mihivana,Sunt mala quae libas / Ipse venena bibas» («Μην με ωθείς στον πειρασμό ποτέ με μάταια πράγματα Αυτό που μου προσφέρεις είναι το κακό / Πιες εσύ το δηλητήριο».)
    Με την ανάγνωση της τελευταίας λέξης κι ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι έκαναν με κλειστά μάτια τον Σταυρό τους, η κοπέλα έκλεισε τα μάτια και κατέρρευσε. Οι γονείς της με τη βοήθεια του Πατέρα Ιερώνυμου την ξάπλωσαν στα στασίδια της πρώτης σειράς. Εκεί ο Παπάς συνέχισε Την Ανάγνωση για αρκετή ώρα ακόμα, αλλά η μόνη αντίδραση από την κοπέλα ήταν κάποιες κινήσεις των βολβών της κάτω από σφαλισμένα βλέφαρα και, που και που, κάποια ήπια ακατάληπτα μουρμουρητά.
    Χωρίς να δύναται να το παρατηρήσει κανείς από τους τρεις τους, ένας ισχνός μαύρος καπνός άρχισε να βγαίνει από τα ρουθούνια της κοπέλας κι άρχισε να στροβιλίζει και να μεγαλώνει. Ήταν τόσο δίπλα της κι όμως κανείς τους δεν είδε το εκτόπλασμα που μόλις ολοκλήρωσε την έξοδό του, πέταξε γρήγορα προς το Ιερό του Ναού.
    Η μητέρα της σκούπισε το μέτωπό της μ ένα μαντήλι και αφού σιγουρεύτηκε ότι αναπνέει πιο ομαλά αυτή τη φορά κοίταξε τον Πατέρα Ιερώνυμο στα μάτια μ ένα βλέμμα όλο προσμονή κι αγωνία. Τον ρώτησε αν τελείωσε και χαμογέλασε λυτρωτικά για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, σαν είδε το καταφατικό νεύμα του
    Το ζευγάρι σκέπασε το κορίτσι με μια κουβέρτα που τους έφερε ο Ιερωμένος και με λίγο νερό κατάφεραν να την κάνουν να σταθεί και πάλι στα πόδια της.
     Η όψη της είχε αλλάξει το πρόσωπό της αν και κατάκοπο από την ταλαιπωρία είχε γαληνέψει ενώ το  βλέμμα της ήταν γεμάτο ευγνωμοσύνη αν και δεν είχε σίγουρα συνειδητοποιήσει ακόμα γιατί.
    Ο Πατέρας Ιερώνυμος τους πήγε μέχρι την έξοδο ενώ τους συμβούλεψε να πάνε το κορίτσι στο νοσοκομείο για ξεκούραση κι εξετάσεις δήθεν από κατάρρευση λόγω υπερκόπωσης.
    Πήγε τρεκλίζοντας μέχρι το νιπτήρα. Ένα ράκος στο σώμα μα περισσότερο στην ψυχή. Ήταν πολύ γι αυτόν.
    Τρόμαξε με τα χάλια του στον καθρέφτη. Έπρεπε να ηρεμήσει. Να χαλαρώσει και να κοιμηθεί.
Άνοιξε ένα μικρό μπαουλάκι όπου βρισκόταν τα άμφια και κάποια προσωπικά του αντικείμενα. Έψαξε λίγο με το χέρι του κάτω από τα ρούχα.
    Έβγαλε ένα μικρό μεταλλικό φλασκί με κονιάκ. Το άνοιξε και το ΄φερε στο στόμα του τρέμοντας. Χρειαζόταν δύναμη και ζέστη. Ήπιε μια γουλιά και μετά κι άλλη.. κι άλλη. Έπινε κοιτάζοντας το είδωλό του χωρίς να σκέφτεται, ώσπου το άδειασε.
   Πήρε μερικές βαθιές ανάσες κι ένοιωσε το λυτρωτικό μούδιασμα του αλκοόλ ν’ ανεβαίνει από το στομάχι του σε όλο του το κορμί. Μπήκε ξανά στο Ιερό. Θα προσευχόταν και θα πήγαινε σπίτι για ύπνο. Έναν, δίχως όνειρα, βαθύ ύπνο που τόσο είχε ανάγκη.
   Γονάτισε λίγο ζαλισμένος μπροστά από το άγαλμα του Εσταυρωμένου κι άρχισε να προσεύχεται. Ήθελε να ευχαριστήσει τον Κύριο για τη δύναμη που του έδωσε να λυτρώσει εκείνο το κορίτσι από το Δαίμονα που το στοίχειωνε. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι επρόκειτο για κάτι μεταφυσικό. Κάτι μεγάλο ακόμα και για κείνον με την τόσο αγνή ψυχή.
   Καθάρισε το λαιμό του κι άρχισε να μουρμουρίζει. «Πάτερ Ημών Ο εν τοις Ουρανοίς, Αγιασθήτω το όνομά Σου, Ελθέτω Η…» Άρχισε να νοιώθει ένα κάψιμο εξωτερικό αυτή τη φορά, να τον χτυπάει στο κεφάλι, προερχόμενο ψηλότερα από τη θέση του. Σήκωσε το κεφάλι μηχανικά ενώ εξίσου μηχανικά συνέχισε να προσεύχεται.
   Είδε το πρόσωπο του Εσταυρωμένου να γυαλίζει έντονα στο χαμηλό φως του Ιερού και …δεν μπορεί… μάλλον θα είναι το κονιάκ και το ότι το ήπιε με μιας… δεν… το άγαλμα ΔΑΚΡΥΖΕ…
   Έσφιξε τα μάτια και την καρδιά του και συνέχισε.. «Σ ευχαριστώ Κύριε που …..» Η ζέστη μεγάλωνε ολοένα σχεδόν τον έκαιγε.. ξανακοίταξε το άγαλμα .Το παλαιωμένο λούστρο μαζί με χρώμα έρεε πια από το πρόσωπο του αγάλματος σβήνοντας τις λεπτομέρειες που είχε επιμεληθεί ο δημιουργός του…. Σα να μην επικοινωνούσαν πια τα μάτια με το μυαλό του, ο Ιερώνυμος ολοκλήρωσε τη φράση του με πιο δυνατή φωνή «Σ ευχαριστώ Κύριε που με Βοήθησες να Εξορκίσω τον Δαίμονα τ… » (τα βλέφαρα του Εσταυρωμένου άνοιξαν ξαφνικά αποκαλύπτοντας φριχτά εβένινα μάτια το αγαλμάτινο κεφάλι στράφηκε προς τον Παπά με ένα ήχο κιμωλίας που τρίβεται σε μαυροπίνακα και μια λευκή ρωγμή εμφανίστηκε στο λαιμό του αποκαλύπτοντας τον υποκείμενο γύψο. Η απάντηση ήταν άμεση και δυνατή, τόσο δυνατή που συντάραξε το Ιερό σαν Κεραυνός εν αιθρία.)
      «ΑΡXΙΔΙΑΑΑΑΑ ΕΞΟΡΚΙΣΕΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»
    Ο Δαίμονας στην υπέρτατη ειρωνεία του, στοίχειωσε το αγαλμάτινο σώμα του Εσταυρωμένου ξέροντας ποιον είχε απέναντί του και πως θα τον έκανε να λυγίσει, μια και καλή.
Ξεκάρφωσε τα χέρια και τα πόδια του απ το Σταυρό και με μια ανάποδη τούμπα άρχισε να κινείται σαν αράχνη ανεβαίνοντας με τα τέσσερα τον τοίχο πάνω από την Αγία Τράπεζα. Και …γελούσε…. γελούσε μ ένα σαρδόνιο γέλιο που ξέσκιζε την καρδιά του Ιερώνυμου…
    Ο Παπάς στυλώθηκε μετά βίας στα πόδια του και πισωπατώντας πιάστηκε από μια καρέκλα που υπήρχε στο Ιερό. Άρπαξε όπως – όπως ένα μικρό γυάλινο σκεύος με Αγιασμό κι έπιασε το ματσάκι με τον βασιλικό που ήταν βουτηγμένο μέσα. Άρχισε να ραίνει προς το μέρος του Δαίμονα φωνάζοντας. « Όχι Αυτόν, Όχι Αυτόν Βλάσφημε… Μιαρό Πλάσμα του Σκότους, τέκνο του Σατανά… Νιώσε τη Φωτιά του… τη Μόνη και Αληθινή»
    Ο Δαίμονας βρισκόταν πια ανάποδα το ταβάνι του Ιερού και τσίριζε σαν λαβωμένο αιλουροειδές από τις σταγόνες του Αγιασμού που τον ακουμπούσαν. Ακριβώς τη στιγμή που ο Ιερώνυμος πίστεψε πως τον νικούσε, άρχισε πάλι να γελά και να σαρκάζει με άθλια δυνατή φωνή «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΠΙΣΤΕΨΕΣ ΑΛΗΘΕΙΑ ΟΤΙ ΤΟ ΝΕΡΑΚΙ ΣΟΥ ΜΕ ΚΑΙΕΙ; ΘΕΣ ΝΑ ΔΕΙΣ ΦΩΤΙΑ ΜΑΛΑΚΑ;… ΑΛΗΘΙΝΗ ΦΩΤΙΑΑΑΑΑ;»
    Κρεμασμένος ακόμα ανάποδα και στα τέσσερα κοίταξε τριγύρω, χαμογέλασε βλάσφημα κι άρχισε να ΦΤΥΝΕΙ… φλέγματα φωτιάς που λαμπάδιαζαν ότι ακουμπούσαν. ΕΦΤΥΝΕ, ΕΚΑΙΓΕ και ΓΕΛΟΥΣΕ.
   Ο Ιερώνυμος οπισθοχώρησε εκτός του Ιερού αλλά το Κτήνος τον ακολουθούσε από την οροφή, ενώ δε σταμάτησε να φτύνει φωτιά πάντοτε αριστερά και δεξιά αλλά ποτέ κατά μέτωπο. Δεν ήθελε να τον σκοτώσει αλλά κάτι χειρότερο… Ήθελε να τον τρομάξει μέχρι Θανάτου…
   Το Ιερό τυλίχτηκε στις φλόγες και τώρα καιγόντουσαν εικόνες στις προθήκες μπροστά του. Τα κεριά στα μανουάλια λύγιζαν και προσκυνούσαν τη δύναμη της φωτιάς που ολοένα ανέβαζε τη θερμοκρασία του χώρου.
    Σε πολύ λίγο χρόνο οι φλόγες είχαν αγκαλιάσει όλο το μπροστινό τμήμα του Ναού και τα βιτρό στα κουφώματα των τοίχων άρχισαν να εκρήγνυνται προς τα έξω.
   Ο Ιερώνυμος νόμιζε ότι βρισκόταν στην Κόλαση. Όλα τα πρόσωπα από τις Αγιογραφίες μπροστά του μαύριζαν και σαν παρωδίες των Αγίων που κάποτε απεικόνιζαν έμοιαζαν με στρατιώτες του Τάγματος του Κακού.
   Πισωπατούσε διαρκώς δίχως να σκέφτεται, παραδομένος στο μένος του Δαίμονα και στη αφόρητη ζέστη της Φωτιάς. Ήταν πια μια ανθρώπινης μορφής – άβουλη μαριονέτα, που κινούνταν αστεία.
   Ξαφνικά…. θόρυβος ακούστηκε από την μπροστινή κεντρική θύρα του Ναού.
   Κάποιοι προσπαθούσαν να τη σπάσουν απ έξω.
  Μια σειρήνα της Πυροσβεστικής άρχισε να τρυπά τον τοίχο του θορύβου που έκαναν οι φλόγες καθώς κατάπιναν αχόρταγα ότι έβρισκαν στο διάβα τους.
  Ο Δαίμονας σε χρόνο μηδέν γνωρίζοντας θαρρείς τι θα επακολουθούσε, έδωσε ένα σάλτο και κατέβηκε στο πάτωμα.
    Προσπέρασε τον Ιερώνυμο και σκαρφάλωσε σε ένα τοίχο.
  Αυτοσταυρώθηκε εκ νέου ανάμεσα σε δύο εικόνες Αγίων και αφού γέλασε κι έκλεισε το μάτι ειρωνικά στον Παπά, έκλεισε τα βλέφαρα, έγειρε το κεφάλι του στο πλάι κι έγινε πάλι ένα… άψυχο άγαλμα.
   Η πόρτα του Ναού άνοιξε με ένα δυνατό κρότο και δυο αστυνομικοί συνοδευόμενοι από τρεις πυροσβέστες μπήκαν με καλυμμένα τα πρόσωπά τους στον προθάλαμο.
    Βρήκαν τον Ιερώνυμο σε άθλια κατάσταση και το ρώτησαν τι συνέβη.
   Ο γείτονας που κάλεσε την Αστυνομία είχε δηλώσει με βεβαιότητα ότι, για όση ώρα βρισκόταν στο μπαλκόνι του την τελευταία μια ώρα, ο Ιερέας ήταν μόνος του στο Ναό.
   Ο Ιερώνυμος δεν άκουγε τις ερωτήσεις των Αστυνομικών παρά μόνο έδειχνε με το δάχτυλο τη φιγούρα του Εσταυρωμένου φωνάζοντας… Αυτό… Αυτός… είναι εκεί… Η ανάσα του μύριζε ένα μείγμα φόβου και αλκοόλ και ο Αστυνομικός που βρισκόταν δίπλα του δεν άργησε να κάνει το συνειρμό.
    Ο Παπάς μέθυσε κι έβαλε φωτιά στο Ναό.
   Του πέρασαν χειροπέδες και τον οδήγησαν στο περιπολικό. Είχε να δώσει εξηγήσεις για πολλά. Έξω από το Ναό που τώρα πια καιγόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου ήταν παρκαρισμένο πρόχειρα το περιπολικό κι ένα Πυροσβεστικό όχημα.
   Οι αστυνομικοί τοποθέτησαν τον Ιερώνυμο δεμένο πισθάγκωνα στο πίσω μέρος του περιπολικού και ξεκίνησαν για το τμήμα.
   Μέσα οι πυροσβέστες είχαν αρχίσει την πυρόσβεση αλλά ο αγώνας έδειχνε άνισος. Υπήρχαν πια ελάχιστες ελπίδες να σωθεί το οτιδήποτε.
  Ο Ιερώνυμος δεν μίλησε ποτέ από τη στιγμή της σύλληψης ούτε και αντιστάθηκε στους Αστυνομικούς. Τη στιγμή που το περιπολικό ξεκινούσε μονάχα, έστρεψε δακρυσμένος με δυσκολία το κεφάλι του και κοίταξε μηχανικά την μεγάλη πόρτα του Ναού… Και… το Είδε… ήταν σίγουρος πως ΤΟ ΕΙΔΕ…
… το μαύρο εκτόπλασμα που είχε βγει από τα ρουθούνια της κοπέλας (και δεν είχε δει κανείς) μετά τον Εξορκισμό, έβγαινε τώρα έξω από το Ναό και πλέον μπορούσε να το δει, στο φως της φωτιάς, κάτω από το κενό της Θύρας του Ναού …..το είδε να εξαφανίζεται και πάλι μέσα από τη γρίλια της πόρτας του Πυροσβεστικού.
    Νόμισε πως είδε ακόμα μια λάμψη μέσα στο θάλαμο οδήγησης του Πυροσβεστικού οχήματος και τον οδηγό του να τινάζεται σαν νευρόσπαστο για μια στιγμή.
    Μόλις το περιπολικό έστριβε για να χαθεί σε κάποιο δρόμο προς το Τμήμα, ο Ιερώνυμος είδε το Πυροσβεστικό όχημα να ορμά στο αντίθετο ρεύμα αφηνιασμένο με λάστιχα να στριγκλίζουν.

*
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Φωτογραφία: J.A.S. Collin de Plancy. Dictionnaire Infernal. Paris : E. Plon, 1863. Page 55.