Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι

Αρχείο 16/05/2013

Δεν είναι ηρωίδα μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν το διάβασε ποτέ. Δεν είναι καλοζωισμένη νοικοκυρά που της κόψανε τη σύνταξη του μακαρίτη και παραπονιέται στο ρετιρέ ποτίζοντας τις γαρδένιες. Με λίγα ζούσε εξαρχής. Δεν είναι δημόσιο πρόσωπο. Όλη της η ζωή επικεντρώθηκε στους οικείους της και στη μικρή της κοινωνία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι»

Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…

Σώπασε η μάνα μου μετά την τελευταία αποκάλυψη για άλλη μια ιστορία από το παρελθόν της γιαγιάς μου. Απέμεινα αποσβολωμένη να φέρνω στο μυαλό μου εκείνη την εποχή που ένας- ένας καημός βαρούσανε την πόρτα του φτωχικού τους.
   Πολλές φορές τη μεταφέρω στα όνειρά μου. Την σκηνοθετώ με όλη τη δύναμη της φαντασίας μου. Κάνω την ταινία του χθες περήφανη που κατάγομαι από τέτοια ατρόμητη φύτρα πάντα όμως με βάση μιας βιωματικής, ζωντανής, πικρής αφήγησης που είχε ξεπηδήσει κάποτε απ’ το λιγωμένος της το στοματάκι:

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…»

Χρήστος Φασούλας, Ένα σπίτι πέτρινο -απόσπασμα

 
Σ’ αυτό το σπίτι γεννηθήκαμε
Σ’ αυτόν τον κόσμο πεταχτήκαμε
Σαν ένα σκυλί δίχως κόκκαλο
Σαν ένας ηθοποιός εκεί έξω, μόνος
Τζιμ Μόρισον
(Από το τραγούδι των Doors
«Riders On The Storm»)
[ ΣΠΙΤΙ 1
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ.
   Ένα Σπίτι πέτρινο. Νεοκλασικό.
   Από τα μετρημένα πέτρινα νεοκλασικά που ’χουν απομείνει στο λεκανοπέδιο.
   Αλλά δεν πρόκειται ν’ απομείνω για πολύ ακόμα· στα τελευταία μου είμαι. Πνέω τα λοίσθια, που λέτε κι εσείς οι άνθρωποι.
   Το πού ακριβώς κατοικοεδρεύω, δεν έχει και τόση σημασία. Έτσι κι αλλιώς θα το μάθετε κάποια στιγμή στην πορεία.
   Διαθέτω δύο πατώματα, οχτώ δωμάτια, δύο υπόγεια ―κι ένα ημιυπόγειο―, τρεις βεράντες, δύο αυλές, τρία γκαράζ, δύο τζάκια, μία πισίνα και δύο βόθρους. Έχω υποστεί δυο τρεις ανακαινίσεις, άλλες τόσες αναπαλαιώσεις και μία αναδόμηση εκ βάθρων. Και εκ βόθρων.
   Το τι μαρτύρια έχω υποστεί στον έναν αιώνα και πλέον της ζωής μου δεν μπορεί να το χωρέσει ανθρώπου νους, παρά μόνο Σπιτιού. Οι πρόκες που μου έχουν ξεσκίσει τις σάρκες όλ’ αυτά τα χρόνια είναι αμέτρητες. Και δεν πάνε στο διάολο οι πρόκες. Μεγαλύτερο πόνο μού έχει προκαλέσει όλος αυτός ο συρφετός από μαστόρους (μπετατζήδες, σοβατζήδες, μπογιατζήδες, πατωματζήδες και πάει λέγοντας) που έχουν «περιποιηθεί», τάχαμου, τους τοίχους, τα πατώματα, τα ταβάνια και τη σκεπή μου.
   Μεγαλύτερο πόνο μου έχει προκαλέσει ο συρφετός των ανθρώπων.
   Παρ’ όλα αυτά, δε γυρεύω εκδίκηση. Τα Σπίτια δεν είναι εκδικητικά, οι άνθρωποι είναι. Και μην ακούτε τις αηδίες που λένε για Σπίτια στοιχειωμένα. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Αλλά ακόμα και να υπάρχει, ποτέ ένα Σπίτι δε στοιχειώνεται από μόνο του· οι άνθρωποι το στοιχειώνουν.
   Κι αν επιμένετε σώνει και καλά να είστε καχύποπτοι, να το ξεκαθαρίσω μια και καλή: δεν είμαι στοιχειωμένο. Το διευκρινίζω εξαρχής για να μη βγάλετε εσφαλμένα συμπεράσματα. Για να το πω διαφορετικά: η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν είναι θρίλερ. Μπορεί να διακρίνετε στην πορεία κάποια στοιχεία γκραν γκινιόλ, αλλά σας διαβεβαιώνω, καμία σχέση. Άσε που οι ιστορίες τρόμου εμένα μ’ ανατριχιάζουν.
   Τώρα θα μου πείτε, άμα δεν είμαι στοιχειωμένο, πώς σκατά μιλάω. Ανάγκα και θεοί πείθονται, δε λένε; Ε, εφόσον πείθονται ακόμα κι οι θεοί, φαντάσου τα Σπίτια.
   Λοιπόν, μία φορά θα το πω μόνο κι όσοι πείστηκαν, πείστηκαν ―κι όσους δεν πειστούν τους έχω γραμμένους στα υδραυλικά μου συστήματα: Η δική μου ανάγκη είναι να ξεφορτωθώ από πάνω μου το βάρος. Από τη στιγμή που μου πήραν τα μέτρα για να με κάνουν και μένα πολυκατοικία, ένιωσα την ακατανίκητη ανάγκη να σας αφηγηθώ την ιστορία μου. Και μάλιστα είμαι υποχρεωμένο εκ των πραγμάτων να σας την πω βιαστικά και συνοπτικά, προτού προλάβουν να με κατεδαφίσουν.
   Ή μάλλον όχι. Άλλαξα γνώμη.
   Δε θα σας την πω συνοπτικά. Βιαστικά ναι, συνοπτικά όχι.
   Απλώς θα σας πω τη νεότερη ιστορία μου. Εξάλλου, τα παλιά τα ’χω σχεδόν ξεχάσει. Αν η μνήμη των ανθρώπων είναι επιλεκτική, των Σπιτιών είναι απλώς αδύναμη. Και το Αλτσχάιμερ δεν είναι ανθρώπινη αποκλειστικότητα. Άσε που είμαι Σπίτι υπεραιωνόβιο, Σπίτι με όλη τη σημασία της λέξης δηλαδή, όχι σαν κι αυτά τα φτερά στον άνεμο που χτίζουν τα τελευταία χρόνια και που τους δίνουν καταχρηστικά το όνομα Σπίτι.
   Εμένα προσωπικά με χτίσανε ―που να μην έσωναν― στο έμπα του εικοστού αιώνα. Στην αρχή έμενε και στα δυο πατώματά μου μία πολυμελής οικογένεια, ξέρετε, απ’ αυτές των παλιών χρόνων που η γυναίκα γεννοβολούσε σε ρυθμούς σκύλας. Τη δεκαετία του ’20, ξεπουλήθηκα σε κάτι νταβατζήδες κι έγινα κεκαλυμμένο μπουρδέλο πολυτελείας. Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο βομβαρδίστηκα κι ερημώθηκα. Μετά τον εμφύλιο, υπέστην την πρώτη γερή αναπαλαίωση ―ή ανακαίνιση, δεν είμαι σίγουρο, αυτοί οι όροι μια ζωή με μπέρδευαν―, καθότι ως τότε την έβγαζα με κάτι μερεμέτια. Αλλά το ζευγάρι που μ’ αγόρασε στις αρχές του ’50 την είχε δει ρομαντικά τη δουλειά. Τρίχες. Ύστερα από τρία τέσσερα χρόνια σορόπια, ο σύζυγος άρχισε τα κερατώματα, και η σύζυγος τον καθάρισε. Και μετά αυτοκτόνησε. Έμεινα μόνο κι έρμο για κάμποσα χρονάκια, ώσπου ξαναπουλήθηκα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ―ή στις αρχές του ’60, δε θυμάμαι καλά, δεν κρατούσα και τεφτέρι. Μόνο που κι αυτοί που με αγόρασαν τότε, άρχισαν ν’ αραιώνουν σιγά σιγά. Ο μοναχογιός έφαγε το κεφάλι του κάνοντας κόντρες με τη μηχανή στην παραλιακή, λίγο μετά ο γέρος πήγε από συμφόρηση και η γριά, καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, τα κακάρωσε στον ύπνο της από αναθυμιάσεις γκαζιού. Το ’χε αφήσει ανοιχτό όλη νύχτα, η ξεμωραμένη, το φαντάζεστε; Πάλι καλά δηλαδή που δεν πήρα καμιά φωτιά να τα τινάξω πριν από την ώρα μου. Πάντως, η γριά ξεκούτω είχε προλάβει να κάνει διαθήκη.
   Κι από την οικογένεια που με κληρονόμησε τότε, ξεκινάει ουσιαστικά η ιστορία που σκοπεύω να σας διηγηθώ.
   Αν και βασικά η ιστορία ξεκινάει καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα: στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Και τελειώνει στις μέρες μας.
   Αν τελειώνει…
   Α, να μην ξεχάσω μια βασική λεπτομέρεια: Το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας που θα σας πω διαδραματίστηκε έξω από ’δώ. Έξω από τους τοίχους μου, δηλαδή, μακριά από μένα. Και δεν πιστεύω να αναρωτιέστε τώρα πώς διάολο την έμαθα και σας τη λέω. Εσείς οι άνθρωποι, ξέρετε, έχετε ένα κακό συνήθειο: μιλάτε πολύ μες στα Σπίτια σας. Συζητάτε με τους άλλους, κουβεντιάζετε με τους εαυτούς σας, μουρμουρίζετε στον ύπνο σας. Μιλάτε κι αποκαλύπτετε ένα σωρό ιστορίες, ένα κάρο απόκρυφα και μυστικά. Κι όλ’ αυτά παρόλο που ξέρετε πολύ καλά ―και το λέτε κάθε τόσο και λιγάκι― ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά…
   Έτσι, λοιπόν, την έμαθα την ιστορία: από συζητήσεις των ενοίκων και των επισκεπτών μου. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε γιατί κόπτομαι τόσο πολύ να σας την αποκαλύψω. Μα, σας είπα, για να την ξεφορτωθώ από πάνω μου, για τι άλλο; Δε θέλω να εγκαταλείψω το μάταιο τούτο κόσμο παίρνοντας όλ’ αυτά τα ανομολόγητα μυστικά και ψέματα στον άλλο κόσμο που θα πάω. Αν και ξέρω βέβαια ότι οι πιο ψαγμένοι από σας κρυφογελάτε και σκεφτόσαστε ότι λέω σαχλαμάρες. Και πως απλώς ο συγγραφέας του βιβλίου, αναποφάσιστος μπρος στο μόνιμο βασανιστικό δίλημμά του, αν θα κάνει το αφήγημά του πρωτοπρόσωπο ή τριτοπρόσωπο, σκαρφίστηκε τελικά το εύρημα του Σπιτιού-αφηγητή και ξεμπέρδεψε.
   Όπως και να ’χει, εγώ απλώς θα σας την πω την ιστορία. Κι εσείς βγάλτε ό,τι διάολο συμπέρασμα σας κατέβει στο τέλος.
   Η ιστορία, λοιπόν, ξεκινάει περίπου στα μισά του 1978. Αν κι εγώ θα ξεκινήσω να σας τη λέω ανάποδα. Από τα πιο πρόσφατα χρόνια δηλαδή, γιατί έτσι τη θυμάμαι καλύτερα. Και η αφήγηση των πιο φρέσκων γεγονότων με βοηθάει να ξεσκουριάσω τη μνήμη μου και να ανασύρω στην επιφάνεια ξεχασμένα περιστατικά.
   Λοιπόν, πάμε σιγά σιγά.
   Α, κι αν τυχόν αναρωτιέστε αν έχω παίξει κι εγώ ρόλο στην εξέλιξη τούτης εδώ της ιστορίας, σας διαβεβαιώνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν έχω παίξει τον παραμικρό.
   Κι αν θέλετε το πιστεύετε…]

*
©Χρήστος Φασούλας
Απόσπασμα από:
Χρήστος Φασούλας, Ένα Σπίτι θυμάται…
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες

Τέος Ρόμβος, H Πρώτη ύλη

Εδώ και χρόνια γράφω βιβλία. Η προετοιμασία ενός κειμένου και η παρουσίασή του μοιάζουν λίγο με την παράσταση του μάγου- ταχυδακτυλουργού. Ο συγγραφέας θυμάται, αυτοαναλύεται, εφευρίσκει, παρουσιάζει, αφηγείται, αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται. Πετάει στον αέρα φραστικές εικόνες, σπινθηρίζοντα λόγια, ελευθερώνει λέξεις μυρωδάτες, εμφανίζει δραματοποιημένες καταστάσεις, μιλάει για να μιλάει, ανεμίζει διαλόγους πυρακτωμένους, βγάζει από το καπέλο του πολύχρωμες φράσεις, εξιστορεί με λέξεις στολίδια. Έπεα πτερόεντα. Λόγια του αέρα. Scripta mannent. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
   Ο άνθρωπος πεθαίνει αλλά η γλώσσα του δε σαπίζει… Όσοι γράφουν γνωρίζουν ότι ερέθισμα μπορεί να αποτελέσει απλά η σιωπή ή ο χρόνος που κυλάει αργά, το φευγαλέο γέλιο ενός παιδιού, ο ήχος του νερού, κάποια απροσδιόριστη μυρωδιά, η αντανάκλαση του ήλιου στην αντικρινή τζαμαρία, μια θολή μνήμη, απίστευτα πολλά πράγματα. Κάθε αίτιο έχει και τη δική του αποτύπωση. Διαφορετικά αποτυπώνεται η εσώτερη αγωνία, αλλιώς ο ήχος και η εικόνα.
   Ο συγγραφέας υφαίνει αργά τον ιστό του. Εφησυχάζει και κινητοποιεί. Σαγηνεύει, γοητεύει, μαγεύει. Συγκινεί και συμπαρασύρει. Τη μια στιγμή απευθύνεται στο γνωστικό και την άλλη στο συγκινησιακό. Ανιχνεύει τη σκοτεινή, την αθέατη πλευρά του αναγνώστη, εκείνη που περιέχει την
αθωότητα, την απλότητα, μαζί και την πολυπλοκότητα των αισθημάτων. Την περίπλοκη υπόσταση του κάθε ανθρώπου. Αγγίζει τον Απόλλωνα, την Αφροδίτη και το Διόνυσο που ενυπάρχουν στον καθένα μας.
   Κύρια φροντίδα του συγγραφέα είναι η αποπλάνηση. Επιδιώκει να πλανέψει το πνεύμα του  αναγνώστη και να εμφανίσει τα πράγματα αλλιώτικα απ’ ό,τι πράγματι είναι, ώστε να τον παρασύρει και να θεωρήσει τη φαινομενικότητα πραγματικότητα. Ο συγγραφέας είναι αήθης και δεν έχει όρια. Το κείμενο είναι ο σκοπός. Μπορεί να γίνεται κίβδηλος και απατηλός, να σκορπίζει υποσχέσεις και αναλήθειες μέχρι να πετύχει το στόχο του.
   Εμένα τον ίδιο το γράψιμο με βοηθά να σμιλέψω την ψυχή μου. Γράφοντας γίνομαι όλο και καλύτερος, εσωτερικά. Και αυτό με οδηγεί στην αρχική μου αναζήτηση, που είναι η εσώτερη ανάγκη μου να επικοινωνώ με τους άλλους ανθρώπους.
   Καμιά φορά αισθάνομαι το γράψιμο σαν πράξη χαράς, άλλοτε πάλι σαν ένα βάσανο. Συχνά ταλαιπωρούμαι αφάνταστα, ώσπου να βρεθώ σε «κατάσταση εγρήγορσης». Μέσα από αυτή την προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης και εσωτερικής αυτοπειθάρχησης διεισδύω όλο και βαθύτερα στον εαυτό μου, ώσπου φτάνω στην ψυχική ταύτιση με υπαρκτούς και ανύπαρκτους δαίμονες. Βυθίζομαι στα έγκατα της ύπαρξης.
   Με την ίδια ευκολία εισχωρώ στα μυαλά των άλλων. Γίνομαι μέρος τους. Γεύομαι την ευτυχία τους, νιώθω τη δυστυχία, αισθάνομαι τη μοναξιά και την απελπισία, αφουγκράζομαι την απόγνωση, συλλαμβάνω την οδύνη και το απόλυτο κενό του θανάτου.
   Με κυνηγούν φαντάσματα της παιδικής μου ηλικίας, μύχιοι πόθοι και ανεκπλήρωτες επιθυμίες, και συχνά όλα αυτά εμφανίζονται στα βιβλία μου. Προσπαθώ να ανασυνθέσω την προσωπική μου ιστορία μέσα από σπαράγματα και σκόρπιες μνήμες που με έχουν ανεξίτηλα χαράξει. Ήδη από την παιδική μου ηλικία κατέγραφα κρυφά τις εμπειρίες μου. Έστυβα ένα λεμόνι σε φλιτζάνι, βούταγα μέσα στο χυμό τον κοντυλοφόρο μου κι έγραφα. Σίγουρα όλη αυτή η σκοτεινή τάση να μη διαβαστούν τα κείμενά μου από άλλους εξυπηρετούσε κάποια ψυχική μου ανάγκη για μυστήριο, γρίφους και αινίγματα. Όταν στέγνωνε η αόρατη μελάνη δε διακρινόταν καθόλου το γραφτό και εμφανιζόταν μόνο αν πλησίαζα το λευκό χαρτί στη φωτιά.
   Έμελλε να ξαναδώ αυτά τα κείμενα έπειτα από χρόνια, όταν ανακάλυψα το λησμονημένο μπλοκ και το ακούμπησα πάνω στο πρεβάζι του παραθύρου κι ο αέρας ξεφύλλισε τις σελίδες και ο δυνατός ήλιος έκαψε το χαρτί και τότε εμφανίστηκαν τα αόρατα γραφτά, οι ξεχασμένες λέξεις, ολόκληρο το κείμενο.
   Έγραφα για τις συναντήσεις των γονιών μου με τους φίλους τους σε σπίτια σκοτεινά με κλεισμένα πατζούρια και τραβηγμένες τις κουρτίνες.
   Μιλούσαν ψιθυριστά για ταπεινώσεις σε μια αθηναϊκή παραλία, τη Βάρκιζα. Συχνά, όταν οι φωνές ανέβαιναν, κάνανε με το δάχτυλο, σουτ! και λέγανε: «Πιο σιγά, κι οι τοίχοι έχουν αυτιά». Περιέγραφα τους τοίχους των σπιτιών της γειτονιάς απ’ όπου ξεφύτρωναν τ’ αυτιά του κουρέα, του φούρναρη, το περίπτερο ολόκληρο ήταν ένα πελώριο αυτί που μέσα του καθόταν ο περιπτεράς. Στο διπλανό μας δρόμο έμενε ένας μικροσκοπικός άντρας που δεν είχε καθόλου αυτιά και πίστευα ότι τα ’χε κρύψει μέσα στους τοίχους. Πολύ αργότερα έμαθα ότι του τα είχαν κόψει οι αντάρτες, γιατί συνεργαζόταν με το στρατό κατοχής.
   Έγραφα για κάποιο γέρο και μου ήρθε αόριστα στο μυαλό η εικόνα ενός ισχνού άντρα με αξούριστα μούτρα, που φόραγε στο πάνω μέρος του κορμιού μια μάλλινη φανέλα, κάτω φαρδιά παντελόνια, κι έστεκε, γιγάντιος, μπροστά σε μια παλιά αποθήκη, κι εγώ, μικρούλης, τρέχω προς το μέρος του, εκείνος σκύβει και με αρπάζει στα χέρια του, με σηκώνει και με πετάει στον αέρα• είναι καταμεσήμερο, ο ήλιος καίει, οι ακτίνες του πέφτουν κατακόρυφα, βλέπω στο έδαφος τη σκιά μου με τ’ ανοιχτά χέρια να ίπταται σαν μικρό αεροπλάνο• προσγειώνομαι στο ξύλινο πάτωμα ενός παλιού βαγονιού, ο ήλιος περνάει από τη σήτα του παραθύρου, οι ακτίνες του γίνονται φωτεινοί αγωγοί στα στροφιλίσματα των τσιγάρων που καίγονται, ολόγυρα στις καρέκλες και στο κρεβάτι καθισμένοι άντρες και γυναίκες πίνουν καφέ, καπνίζουν, κουβεντιάζουν, κάποια γυναίκα στο τραπέζι διαβάζει το φλιτζάνι, εγώ μπουσουλάω στο πάτωμα και γλιστράω δίπλα σε λασπωμένα παπούτσια, σιγά σιγά βγαίνω έξω, στον ήλιο που με στραβώνει, ακούω τα νερά να τρέχουν κι ακολουθώ το μικρό ποταμάκι, γίνομαι ένα με τη γη για να περάσω κάτω από κλαδιά δέντρων, δίπλα στο τρεχούμενο νερό που οδηγεί σε μια λίμνη σκοτεινή, κρυμμένη κάτω από τα γυρισμένα κλαδιά των δέντρων που κατεβαίνουν σχεδόν μέχρι την επιφάνεια του νερού, στην όχθη ένα κορίτσι, η Μουσέτ, παίρνει κουτρουβάλες και φτάνει μέχρι κάτω στο νερό, πάνω στην επιφάνεια της λίμνης πλέουνε νούφαρα με πλατιά πράσινα φύλλα• μια κότα περνάει κακαρίζοντας και την ακολουθώ, πανικοβάλλεται και τρέχει, τρέχω κι εγώ πίσω της• ακούω από το ανοιχτό παράθυρο τη φωνή ενός άντρα να τραγουδάει περιπαικτικά στη γυναίκα που πηγαινοέρχεται στην κουζίνα: «δώσε μου την κούκλα σου, δώσ’ τη μου να παίξω και τα χρυσά της τα μαλλιά εγώ θα της τα πλέξω…» κι η γυναίκα, ενώ μαζεύει τα πιάτα, του απαντάει: «δε στη δίνω, δεν μπορώ, θα μου τη χαλάσεις, το μικρό μου το μωρό εσύ θα μου το σπάσεις…» τη στιγμή που πιάνω την κότα σκοντάφτω και πέφτω με τα μούτρα, τα μάτια μου κλείνουνε, το σκοτάδι πλημμυρίζει κόκκινο του αίματος… ανοίγω τα μάτια μου μέσα σε ένα τσαντίρι, όπου για πρώτη φορά θα δω την «Ομιλούσα Ασώματο Κεφαλή»• μπροστά σ’ ένα στενόμακρο κιβώτιο που κρύβεται από ένα κόκκινο βελούδινο παραβάν στέκονται όρθιοι άνθρωποι και περιμένουν• ένας χοντρός άντρας με τιράντες σπρώχνει και προσπερνάει κι αφού ξεροβήχει, λέει: «Θα παρακαλέσω το ευγενές ακροατήριον, εάν υπάρχουν γυναίκες έγκυες καλό θα ήταν να εξέλθουν της σκηνής. Θα ιδείτε κάτι το απίστευτο που θα το θυμούστε ακόμη και στα έσχατα γηρατειά σας. Θα το διηγούστε στα εγγόνια και στα δισέγγονά σας και δε θα σας πιστεύουν. Θα ιδείτε τη σοφή ασώματο κεφαλή!» Αυτά είπε και με μια απότομη κίνηση τράβηξε το κορδόνι. Το κόκκινο βελούδινο κουρτινάκι άνοιξε. Έγινε πανδαιμόνιο, μια – δυο γυναίκες στριγκλίσανε. Μέσα σε γυάλινο κουβούκλιο και πάνω σε μια βάση που έμοιαζε με μεγάλη αυγουλιέρα ήταν τοποθετημένο το κεφάλι ενός νέου άντρα, πίσω του υπήρχε ένας καθρέφτης που έδειχνε το κουρεμένο κεφάλι από την πίσω πλευρά.
   Ρώτησε με στόμφο ο χοντρός άντρας με τις τιράντες:
   «Αγαπητή κεφαλή, πώς ονομάζεσαι;»
   «Από πού είσαι;»
   «Έχεις γονείς;»
   «Φαντάρος έχεις πάει;»
   «Πόσο μας κάνει 49 επί 34;»
   «Για πες μας στ’ αλήθεια πώς ευρέθης καταμεσής στο πέλαγος;»
   «Πάρε τώρα ένα τσιγάρο να ξεχαρμανιάσεις…»
   Ο άντρας με τις τιράντες άνοιξε το κουβούκλιο, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα της «ασωμάτου κεφαλής» και το άναψε. Η «κεφαλή» ρούφηξε με μανία κι οι καπνοί που βγήκαν από τα ρουθούνια την τύλιξαν, η αυλαία έκλεισε και ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκρότημα.
Στα όρια του παιδικού κόσμου που διαβιούσα, υπήρχαν κάποιοι ξεχωριστοί άνθρωποι: Ο Αρχηγός με τα μακριά κάτασπρα μαλλιά. Στο νοικιασμένο δωμάτιο που ζούσε οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με βιβλία, βιβλία στοιβαγμένα σε ντάνες, άπειρα βιβλία, σε μια γωνιά κρεμασμένο το σπαθί με το χρυσαφί θηκάρι, ενθύμιο από τον αξιωματικό αδελφό του που είχε πέσει στο πεδίο της μάχης. Ένας φιλόσοφος της εποχής, που περιερχόταν τις συνοικίες της πόλης και μιλούσε για τα προβλήματα των ανθρώπων, για τις πολιτικές εξελίξεις, για το μυστικισμό των αριθμών και τη μαγική αιτιότητά τους.
   Τον καλούσε συχνά στο σπίτι ο πατέρας μου και τρώγαμε μαζί. Κι εκεί, στο τραπέζι, μιλούσε με μεγαλόπρεπες χειρονομίες για τα κρυφά μηνύματα που έβρισκε στις σελίδες των βιβλίων και για τα μυστικά σημεία. Μιλούσε με οίστρο και φιλοσοφούσε ακόμη και για τα πιο ταπεινά πράγματα. Οι γονείς μου, σε μια πράξη υπέρτατης τρυφερότητας, του πλένανε τα πληγωμένα και ταλαιπωρημένα πόδια, του τα σκουπίζανε, και του κόβανε τα νύχια που γυρίζανε και πληγώνανε τη σάρκα.
   Ήταν κι ένας κοκαλιάρης άντρας όλο νεύρο, ο Τσαν Τσον Τσίμπλερ, που χοροπηδούσε σαν ακρίδα και κομμάτιαζε τράπουλες, στράβωνε μπετόβεργες χτυπώντας τες πάνω στα μπράτσα του, ξάπλωνε καταγής και του ρίχνανε στιλέτα που κάναν γκελ πάνω στη γυμνή πληγωμένη κοιλιά του. Γύρναγε το καπέλο του και ζήταγε να ρίξουν μέσα ό,τι προαιρούνταν «για τη φασουλάδα», ζητούσε από το κοινό του δρόμου να τον δέσουνε με αλυσίδες που τις κλειδώνανε τέλος με λουκέτα και κείνος αγωνιζόταν, πάλευε, σερνόταν στο έδαφος, τιναζόταν κι αρνιόταν κάθε βοήθεια μέχρι να λυθεί. Μαζί με τους φίλους της παιδικής ηλικίας τον ακολουθούσαμε ύστερα που ανέβαινε στο λόφο των Νυμφών, το «Βουνό» για τα παιδικά μας μάτια, και κατευθυνόταν στη «Μεγάλη Σπηλιά». Στην είσοδο τον περίμενε μια νταρντανογυναίκα, τον αγκάλιαζε και χάνονταν μαζί στα βάθη της σπηλιάς «για τη φασουλάδα». Ήταν ακόμη ένας άντρας με ταραγμένο μυαλό, ο ξακουστός Μπαμπάλαρος, που περισσότερο έτρεχε παρά περπατούσε, συνήθως στην άσφαλτο, ανάμεσα στα κινούμενα αυτοκίνητα, με σηκωμένο το δεξί χέρι και τεντωμένο το μεσαίο δάχτυλο προς τα μπρος που το κούναγε μπροστά στο πρόσωπο σαν βεντάλια, ενώ μονολογούσε ασταμάτητα: «Μαλακοπούστη, μαλακοπούστη, σε κόβω γερά, σε κόβω ισπανικά, σε κόβω γιαπωνέζικα…». Στο λεωφορείο, όταν ο εισπράκτορας του ζητούσε εισιτήριο, ο Μπαμπάλαρος τον έβαζε στη θέση του: «Ελευθέρας, τρελός…». Και όταν κάποτε πέθανε η γυναίκα που του έδινε πότε πότε ένα πιάτο φαΐ, πήγε και στάθηκε πάνω από το φέρετρό της και την κοίταζε για ώρα, σκοτεινιασμένος, ώσπου κάποια στιγμή της είπε: «Κωλόγρια, πας, έσπασες», και οι γριές φρικιάσανε. Παιδικά γραφτά, παιδικές μνήμες, παιδικοί ήρωες. Δεν ξέρω πόσο έχουν συμβάλει όλα αυτά, σίγουρα όμως αυτή είναι η πρώτη ύλη κι από το υλικό αυτό είμαι πλασμένος. Ενηλικιώθηκα κι έγινα ένας άντρας της παραφοράς, πλημμυρισμένος από πάθη, ενθουσιώδης, παρορμητικός, έτοιμος να εκραγώ και να γίνω παρανάλωμα στις μνήμες και τις ψυχικές διαθέσεις μου, στα πάθη, στις ζήλιες και τα μίση, την οργή και τα αχαλίνωτα αισθήματά μου, κι όποτε ενθυμούμαι τα πρόσωπα αυτά τα σκέπτομαι με άπειρη τρυφερότητα…
*
©Τέος Ρόμβος, από το βιβλίο «Κρυφά ταξίδια» 

photo André Kertész, 1915

Ιφιγένεια Σιαφάκα, To σημάδι

Χθες το απόγευμα έλαβα στο σπίτι ένα γράμμα. Ήταν η ώρα που σκοτείνιαζε, κι έλεγα στον πατέρα «όπου να ’ναι θά ’ρθει», κι ανάβαμε το τζάκι με τα καυσόξυλα που άρον άρον είχα μεταφέρει από την αποθήκη στην ποδιά μου. Η αποθήκη βρωμάει σαν νεκρός, δεν έχουμε παράθυρα, κι έχει και νεογέννητα ποντίκια που τσιρίζουν. Εγώ έχω εφεύρει να πηγαίνω πάντα γρήγορα την ώρα που όλοι ανάβουμε τα τζάκια και η ομίχλη βρίσκει χώρο να καθίσει στην κοιλάδα — μυρίζει τότε καμένο ξύλο στην αυλή, και είναι όλα θολά κι ονειρεμένα, κι εγώ ρουφάω μιαν ανάσα. Χθες κατέβασα δυο ανάσες, κατ’ εξαίρεση, και ύστερα χτύπησε και η πόρτα δύο φορές.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα, To σημάδι»

Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι

Ετών 43. Άγαμος. Εργάζεται σ’ ένα ραφείο. Το ραφείο το ’χει ένας εβραίος με τ’ όνομα κι είναι στο βάθος μιας παλιάς στοάς, δεξιά. Εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα, έξι μέρες τη βδομάδα. Κάθε μέρα, στις 11, διακόπτει για να φάει το κολατσιό του. Το κολατσιό του είναι ένα σάντουιτς που το φέρνει από το σπίτι του. Το σπίτι του είναι ένα διαμέρισμα δύο δωματίων. Το ένα δωμάτιο βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που κατεβαίνει απ’ το σταθμό, περνάει μπροστά απ’ τη Βιβλιοθήκη και, πέντε τετράγωνα πιο κάτω, αλλάζει όνομα. Το όνομα του ανθρώπου είναι κοινό. Κοινός είναι κι ο τρόπος που περνάει τα βράδια του. Τα βράδια, το χειμώνα, έρχονται γρήγορα, μα αυτός τα προτιμάει απ’ το να μπαίνει σπίτι του ιδρωμένος και να φέγγει. Μπαίνει στο σπίτι του, κι αν πρέπει, ανάβει φως• κάθεται στη μοναδική του πολυθρόνα, μπρος απ’ το παράθυρο του ενός από τα δύο δωμάτια, αυτού που βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που ξεκινάει απ’ το σταθμό αλλά το είπαμε. Ο σταθμός είναι ένα γκρίζο σιδερένιο κτίριο όπως όλα τα γκρίζα σιδερένια κτίρια που είναι σταθμοί. Σ’ αυτόν κατέβηκε πριν τριάντα χρόνια. Τα χρόνια πέρασαν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πάσχα Ρωμέϊκο

Ομπάρμπα-Πύπης, γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν  ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργα, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου τοῦ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἑνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἐσυνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ’ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

 

   Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ’ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ’ ἐπικληνὴς πρὸς τὸ οὕς, ὅλα παρ’ αὐτῶ ἐμειδίων.
   Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ• ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἥν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἐφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδιν, μὰ δότο, δοτίσσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιορπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράϊλαν, διὰ τὸν τίτλον ὅν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται οἱ Ἄγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
   Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!), τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:
Ὡσὰν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι’ ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ’ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε πότε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκτεσι, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴ τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
   «Ἲλ τραδιτόρε νὸν ἃ κομπασσιόν» -ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπησι. Ἐνίοτε πάλι ἐμαλάττετο κ’ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ’ ἡ γῆς ἀναμάρτητος -ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκάμπιλε.» Καὶ ὕστερον, ἀφ’ οὗ ἡ γῆ δὲν εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν’ ἀναγνωρίσει τὴν διαφοράν.
   Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἅς εἴξευρεν τὰς εἴξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του εἴξευρε ρωμέϊκα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος κύριος Σαβαώθ… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις» Ὅταν μὲ ἐρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο, τὸ ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πράγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»
   Ἕν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν’ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν’ ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου…
   Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνη τὶς εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν’ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κ’ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
   Ἀλλ’ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβὴς καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνη κατ’ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν’ ἀκούη τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν’ ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
   Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς τὸν Πειραιὰ διὰ ν’ ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ’ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.
   Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός!
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης, Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός. Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α’ «εἶχε μεταλάβει ρωμέϊκα» ὅταν ἐκινδύνευσε ν’ ἀποθάνη, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς, τοῦ ἔλεγε τίς: «Διατὶ δὲν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
   Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήση τις τὴν ἑβδομάδα τοῦ Ποντίφηκος• τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἰδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανὴς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ, κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὐρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
   Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ὄτε κατέβαινεν εἰς Πειραιὰ πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χείρα τὴ λαμπάδα του, ἢν ἔμελλε ν’ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ’ ὀλίγον ν’ ἀναπαυθῆ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ’ ἐκεῖ ἐκάθησεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ἐπέστρωσε τὸ εἰς πολλᾶς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σιγαροθήκην του, ἤναψεν σιγαρέττον κ’ ἐκάπνιζεν ἠδονικῶς.
   Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῇ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.
   Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ’ ἀνέτελλε μετ’ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρὸν τί ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῆ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χείρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ’ ἔκραξεν ἐναγωνίως.
   -Φίλος! Καλός! μὴ ρίχνεις…
   Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερεν τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν οὐδὲ καταβίβασε τὴν σκανδάλην.
   -Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
   -Τί θέλω; ἐπανέναβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι νὰ φουμάρο τὸ τσιγάρο μου.
   -Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρης, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπο, ρέ, νὰ φουμάρης τὸ τσιγάρο σου!
   -Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Τί σας ἔβλαψα;
   -Δὲν ξέρω ‘γω ἀπ’ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης• ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι’ ἄλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.
   Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῆ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῶ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.
    Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.
   -Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν• ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι• ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν’ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.
   Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.
   -Στὸν Πειραιά; στὸν Ἀϊ-Σπυρίδωνα; κι’ ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
   -Ἀπ’ τὴν Ἀθήνα.
   -Ἀπ’ τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίαις, ν’ ἀκούσης Ἀνάσταση;
   -Ἔχει ἐκκλησίαις, μὰ ἐγὼ τώχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Πύπης.
   Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἴτα ἐπανέλαβε.
   -Νὰ φχαριστᾶς, καϋμένε…
   Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.
  -Νὰ φχαριστᾶς καϋμένε, τὴν ἡμέρα ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τώχα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!
   Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἠτοιμάζετο νὰ ἀπέλθη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώση τελευταίαν ἀπάντησιν.
   -Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νἆσαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ’ εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μ’ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε.., δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνεις γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κ’ ἐπήγαινα, σοῦ λέω στὸν Πειραιά.
   -Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…
   Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολιοῦ, κ’ ἔγινεν ἄφαντος.
   Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.
   Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἠμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ’ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνει πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.
   Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.

Στάθης Ιντζές «Κάτω η σκουριά»

Εκδόσεις Ενδυμίων, 2013

(απόσπασμα)
Το διάδρομο που απλωνόταν αμέσως μετά την είσοδο, κοσμούσανε πορτραίτα σπουδαίων αντρών του παρελθόντος. Η Νοέλ σε έναν πίνακα αναγνώρισε το Λούκουλλο και άλλες σπουδαίες προσωπικότητες από τον χώρο τής καλοπέρασης. Κάπου υπήρχε και μια τοιχογραφία που αναπαρίστανε το κυνήγι ενός κάπρου που μετά από ένα σάλτο που έκανε για να ξεφύγει από τους κυνηγούς, κατέληξε στο στομάχι του Καίσαρα αμάσητος. Αμέσως μετά την εικαστική πανδαισία των πρώτων χιλιομέτρων, ο διάδρομος κοβόταν απότομα στα δυο από μια σειρά παγίδων που είχε προνοήσει να εγκαταστήσει η ασφάλεια του ανακτόρου. Πρώτα η τάφρος με τα πεινασμένα κυπαρίσσια και το πέρα δώθε του Ιερού Σαλίγκαρου, το σάλιο του οποίου συνέλεγαν οι άνθρωποι του Καίσαρα κάθε δίσεκτο έτος και το χρησιμοποιούσαν ως βοηθητικό χώνευσης όποτε αυτό κρινόταν απαραίτητο. Έπειτα, τα μυτερά μουστάκια του Κάπρου της Τοιχογραφίας, ανάμεσα από τα οποία έπρεπε να συρθείς εκτελώντας άριστα ασκήσεις ενόργανης γυμναστικής. Ίππο στους καλογυαλισμένους χαυλιόδοντες που ήταν μπηγμένοι παράλληλα με τους τοίχους και μονόζυγο στην ξεκούρδιστη ουρά του που έκρωζε φάλτσα κάθε φορά που κάποιος ακουμπούσε τη φουντίτσα της. Τέλος, θα ερχόσουν αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις ζωής ή θανάτου που απηύθυνε ο τριτεξάδελφος του γιου του Πάνα καθισμένος πρόστυχο σταυροπόδι στο πρώτο σκαλί της σκάλας. Η Οντέτ και η Νοέλ που είχαν μακρά εκπαίδευση σε ασκήσεις τραμπολίνου πάνω στην κοιλιά της Ζοζεφίν, δεν αντιμετώπισαν την παραμικρή δυσκολία να ξεπεράσουν τα εμπόδια των παγίδων. Έτσι, είχανε φτάσει σώες και αβλαβείς στην άλλη μεριά του διαδρόμου, στην αφετηρία της πολύπαθης σκάλας, πίσω από την οποία ξεπρόβαλλε καμουφλαρισμένη με κισσούς πολύπλοκων μοτίβων, η εκρού πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο όπου φυλασσόταν η πολυπόθητη τηλεφωνική συσκευή και τα κειμήλια του καθεστώτος. Όσο για τον τριτεξάδελφο του γιου του Πάνα ,έκαναν σαν να μην υπήρχε και αυτός ύστερα θύμωσε και ξεχάστηκε ολωσδιόλου από την ανθρωπότητα.
*
©Στάθης Ιντζές