Παυλίνα Παμπούδη, δύο από τις «40 κάπως παράξενες ιστορίες»

Η ΜΙΣΗ ΚΟΤΑ
Την εποχή της κρίσης (η οποία δεν έμεινε στην ιστορία ως «Εποχή της Κρίσης», διότι η «Ημέρα της Κρίσης» είχε προλάβει να προηγηθεί, τουλάχιστον ως αναγγελία κατά τις Γραφές, διεκδίκησε τα πνευματικά δικαιώματα της εμπορικής ονομασίας και κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα), την εποχή λοιπόν αυτής της ψευδεπώνυμης κρίσης, ζούσε κάπου ένας αγρότης χωρίς αγρό.

    Ήταν πολύ φτωχός, τόσο φτωχός που δεν μπορούσε ν’ αγοράσει ψωμί και αναγκαζόταν να νοικιάζει. Είχε κληρονομήσει από τον παππού του το ½ εξ αδιαιρέτου με την Εφορία ενός αυθαίρετου, τόσο αυθαίρετου που δεν είχε ούτε πρόσοψη ούτε κάτοψη, τόσο μικρού, που τον χωρούσε μόνο προφίλ. Πίσω δε από αυτό το μικρό αυθαίρετο, είχε καταφέρει να χτίσει, με πλίνθους από πεπιεσμένους λογαριασμούς κοινής ωφελείας άλλο ένα, πιο μικρό και πιο αυθαίρετο. Εκεί φιλοξενούσε μισή μεσόκοπη κότα, την Ερνεστίνα δηλαδή Τίνα, που την είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά του, και την είχε τόσο στριμωγμένη που του γεννούσε αβγά σε σκόνη.
    Αυτή η μισή κότα, η Τίνα, ήταν μισοπάλαβη: άκουγε κατά καιρούς από τη μεσοτοιχία μισόλογα για την κρίση που την οδήγησαν πρώτα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης και, αμέσως μετά, στο αυθαίρετο συμπέρασμα πως ο θεός είναι μεγάλος, καθώς και ο κόσμος. Οπότε, μισοαποφάσισε να δραπετεύσει και να πάει να τους βρει.
    Θα δυσκολευόταν βεβαίως αφάνταστα να τρέξει φτεροκοπώντας προς την ελευθερία μόνο με ένα δεξί πόδι και μια δεξιά φτερούγα – αυτό όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει με το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου της, αλλά με το αριστερό που δεν υπήρχε.
    Έτσι, κατάφερε και έκανε μισό πήδημα μαζί με μισό φτεροκόπημα και, μετά, αντί να συνεχίσει την προσπάθεια να απομακρυνθεί από το αυθαίρετο, στάθηκε, αφαιρέθηκε και τσίμπησε μισό σκουλήκι που βρήκε μπροστά της.
    Όταν μισο-κατάπιε, αφαιρέθηκε πάλι και ονειροπόλησε για λίγο. Θυμήθηκε έναν νεαρό κόκορα που – και μια γαβάθα καλαμπόκι πώς – και τα πούπουλα της μαμάς της όταν-.
    Μετά, έκανε πάλι μισό πήδημα με μισό φτεροκόπημα και μετά αφαιρέθηκε ξανά κι άναψε τσιγάρο, παρόλο που το είχε κόψει.
    Ύστερα από μισό μήνα κατέληξε σ’ ένα στενόχωρο ψητοπωλείο που πουλούσε, λόγω κρίσης, μόνο μισές κότες.
Ηθικό δίδαγμα: Αν δεν μπορείς να ολοκληρώσεις ένα συλλογισμό και να διαχειριστείς ορθά την κρίση σου, κάτσε καλύτερα στ’ αβγά σου.
(Η πρώτη μορφή του διηγήματος είχε περιληφθεί στο βιβλίο ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ, Κέδρος, 1999.)

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΩΣΗΦ

Ο Ιωσήφ προχωρούσε στον χωματόδρομο χοροπηδώντας και κλωτσώντας τα πετραδάκια. Από το πρωί εξερευνούσε την περιοχή γύρω απ’ το καινούργιο σπίτι. Ωραία ήταν. Είχε ανακαλύψει ένα άχτιστο οικόπεδο γεμάτο λάστιχα και παλιοσίδερα, ένα μεγάλο δέντρο που μπορούσε να σκαρφαλώσει πάνω του και να δει μέχρι πέρα, στο λιμάνι, είχε παίξει και κυνηγητό μ’ ένα κίτρινο σκυλί. Τώρα επέστρεφε, είχε αρχίσει να πεινάει.
    Ο Ιωσήφ ήταν έξι χρονών -εδώ και πενήντα χρόνια ήταν έξι χρονών.
    Οι γονείς του μόλις είχαν πάλι αλλάξει σπίτι και πόλη. Τον παρουσίαζαν πλέον ως εγγονό τους, αν και ο Ιωσήφ εξακολουθούσε να τους φωνάζει μαμά και μπαμπά. Αυτός δεν είχε κανένα πρόβλημα. Κάθε φθινόπωρο έκανε καινούργιους φίλους, μάθαινε να διαβάζει και να γράφει, δυσκολευόταν λίγο στην αριθμητική, έδειχνε ιδιαίτερη επιδεξιότητα στη ζωγραφική και καμία κλίση στα σπορ. Όταν ερχόταν το καλοκαίρι, και συγκεκριμένα μετά την πρώτη του βουτιά στη θάλασσα, έχανε τους πέντε πόντους που είχε ψηλώσει κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ξεχνούσε ό,τι είχε μάθει κι άρχιζε πάλι να συμπεριφέρεται σαν αυτό που ήταν: ένα ανέμελο, χαρούμενο παιδί έξι χρονών. Την τρίτη φορά που συνέβη αυτό, οι γονείς του κατέφυγαν σε κάποιον παιδοψυχολόγο ο οποίος, αφού εξέτασε τον Ιωσήφ προσεχτικά, αποφάνθηκε ότι ήταν απολύτως φυσιολογικός για την ηλικία του, και με αρκετά υψηλό δείκτη ευφυΐας. Τον επόμενο χρόνο, αναγκάστηκαν να πουλήσουν το σπίτι τους και να μετακομίσουν σε κάποια μεγαλύτερη πόλη γιατί, αφενός δε δέχονταν πια τον Ιωσήφ στην πρώτη τάξη του παλιού του σχολείου, αφετέρου είχαν αρχίσει οι γείτονες να τους κοιτάζουν περίεργα. Η κατάσταση συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Όλοι οι παιδοψυχολόγοι, καθώς και οι παιδίατροι διαφόρων πόλεων που κλήθηκαν κατά καιρούς να εξετάσουν τον εξαετή Ιωσήφ αποφαίνονταν ότι ήταν ένα υγιέστατο παιδάκι και μάλιστα δεν μπορούσαν να καταλάβουν πού ήταν το πρόβλημα.
    Καθώς ο Ιωσήφ πλησίαζε τώρα στο καινούργιο του σπίτι, άκουσε να τον φωνάζουν: «Ιωσήφ! Είσαι ο Ιωσήφ;»
    Στην πόρτα τον περίμεναν δυο κοινωνικοί λειτουργοί. Η πιο κοντή του χαμογέλασε καλοσυνάτα, τον χάϊδεψε στο ακούρευτο κεφαλάκι και τον πήρε από το χέρι. Θα τον οδηγούσε στο ίδρυμα και από εκεί θα τον έστελναν σε ανάδοχους γονείς. Τα είχαν ρυθμίσει όλα οι υπέργηροι κηδεμόνες του πριν αναχωρήσουν προς άγνωστη κατεύθυνση. Στο παράξενο σημείωμα που είχαν αφήσει αναγνώριζαν ότι το πρόβλημα το είχαν αυτοί και, κατ’ επέκταση, όλοι οι άλλοι που για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο συνέχιζαν να μεγαλώνουν, να μαθαίνουν διάφορα άχρηστα πράγματα και να γερνάνε.
***

© Παυλίνα Παμπούδη, από τις «40 κάπως περίεργες ιστορίες»
Μια συλλογή σαράντα μικρών αφηγημάτων, παλιότερων και καινούργιων, στην οποία περιλαμβάνονται: επτά «μυθιστορήματα» μπονζάι, ένας παράξενος μονόλογος, ένας ακόμα πιο παράξενος μονόλογος σκύλου, μερικοί εξωφρενικοί μύθοι με σοβαρά ηθικά διδάγματα, αρκετά nonsense «παραμύθια», ένα διήγημα «νουάρ» κ.ά.
Όλα αυτά σε πολύ μικρή φόρμα και όλα –το καθένα με τον τρόπο του– κάπως περίεργα, διασκεδαστικά, απροσδόκητα, ανατρεπτικά.

Υποψήφιο μικρής λίστας για τα βραβεία του περιοδικού Αναγνώστης 

Δημήτρης Φύσσας, Μια μπίρα στο πουθενά


Όπου άδηλη η τύχη μιας ακόμα κοπέλας. 

Στην Κρ., που το είδε να γεννιέται
H Μίνα Ιατρίδη κι ο Μίλτος Ντάλας κάθισαν για μια μπίρα στον κηπάκο της καφετέριας «Λοστρόμος» της Λένορμαν. Συζητούσαν κι έπιναν και μίλαγαν και λίγο στα κινητά τους με τους φίλους τους κι η ώρα περνούσε χαλαρά, καθώς είχε απλωθεί το απόβραδο. Ξεκουράζονταν από τις εξαντλητικές πολύωρες δουλειές τους σε τεράστια open space γραφεία γεμάτα κόσμο, ξεκουράζονταν, παρά τ΄ αυτοκίνητα που περνούσανε σχεδόν δίπλα τους, τις κόρνες, την υποτιθέμενη μουσική και τις φωνές των άλλων θαμώνων, χωρίς τίποτα να τους πειράζει, ξεκουράζονταν γιατί είχανε καλή αμοιβαία διάθεση και γιατί ήτανε μόνο ένα μήνα μαζί και τίποτα δεν είχε προλάβει να φθαρεί μεταξύ τους. Και είχαν ήδη κανονίσει διακοπές μαζί τον Αύγουστο, ενώ τώρα, που ΄χε φύγει η πρώτη κούραση, η ώρα περνούσε ευχάριστα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Μια μπίρα στο πουθενά»

Δημήτρης Μποσκαΐνος, Η Πουτάνα (… η ζωή)

Σαββατόβραδο… μόνη .
   Τα ψιλοέπινε από νωρίς τ’ απόγεμα… κάτι παλιές φωτογραφίες, κάτι ραβασάκια παλιών ερώτων, κάτι τηλέφωνα από φραγκάτους μαμάκηδες, για να τους κανακέψει …δεν ήθελε και πολύ να την πιάσει το παράπονο.
   Έσκαγε.
   Έπινε κι έβγαζε τα ρούχα της.
   Άναβε το’ να τσιγάρο με την κάφτρα του προηγούμενου.
   ‘Ε και;
   Σηκώθηκε ώρα μετά μισοζαλισμένη και χόρεψε μπροστά στον καθρέφτη.
   Στα πενήντα της, δεν τόνε γούσταρε πια κι όλο το βλαστημάγε. Τα χάλια της βλαστήμαγε και το ‘ξερε. Τράβαγε ρουφηξιές απ’ το κρασί κι έσπαγε με μανία το ποτήρι στο πάτωμα, ‘άλλαααααα…
   Το μαύρο κομπινεζόν δεν έγραφε καλά πάνω της. Το φορούσε όμως το γαμημένο με τέτοια μαγκιά που νόμιζες ότι το φτιάσανε μόνο για το κορμί της
    Το σπίτι μικρό, ενάμιση δωμάτιο και κάτι. ‘Η φτώχεια θέλει καλοπέραση κι η πουτανιά φτιασίδι ρε’
  Τσιγάρο στο στόμα στραβά, μαλλί βαμμένο μαύρο κορακί κι οι άσπρες ρίζες τη φοβόντανε και κρύβονταν. ’ Όξω.
   Τα χέρια δουλεμένα, σφιχτά κι απλωμένα.
   Γυμνά.
   Το μακιγιάζ λειψό, λίγη παραπάνω σκιά και μάσκαρα γυάλιζε στα μάτια της. Αυτές τις μελί φωτιές, που σε κοίταγε και σ έκαιγε, η Πουτάνα.
   Το ράδιο έπαιζε ένα αργό τσιφτετέλι.
   Γύριζε αργά, σα μάγκας Πειραιώτης ,τράβαγε τζούρες και τραγούδαγε ‘ Στο μεθύσι σου απάνω να μαχαίρωνες το Χάρο’.
   Ξυπόλυτη και στο πάτωμα γυαλιά. Έσπαγε ότι έβρισκε στο διάβα της. Και γέλαγε, μ αυτό το γέλιο που δεν καταλάβαινες αν κρύβει γλύκα ή πόνο.
   Με την αναλγησία του Αναστενάρη, πάταγε και θρυμμάτιζε με τις γυμνές πατούσες της τα γυαλιά σα να’ τανε σταφύλια .
    Πατούσε χυμένο κρασί και αίμα. Όλα στο μουνί της.
   ‘Μια ζωή ολόκληρη ρεεεεεεεε.’
   Άρχισε να στριφογυρνάει με μανία, κι άλλο , κι άλλο, σωριάστηκε στο κρεβάτι χτυπώντας άτσαλα την κεφάλα της που’ τανε και γιομάτη.
   Έσκασε στα γέλια.
   Για λίγο το δωμάτιο γύριζε μονάχο του, τα’χε κοπανήσει, έκλεισε τα μάτια, τα ξανάνοιξε, πάλι γύριζε.
    ‘Ωωωωωπππ
   Έπιασε όπως – όπως ένα παλιό λούτρινο αρκουδάκι απ το προσκέφαλο και σε μια στιγμή έγινε από Μάγκας, βρέφος και μάμα μαζί. Τύλιξε τα πόδια της σε εμβρυακή στάση. Πήρε το αρκουδάκι βαθιά στην αγκαλιά της σαν το παιδί που δεν είχε ποτέ… κι άρχισε να ροχαλίζει.
   Ονειρεύτηκε ότι ήτανε μικρή. Ένα μελαχρινό κουκλάκι δέκα χρονώ πάνω κάτω, με κοτσιδάκια κι έπαιζε στην αυλή. Στο σπίτι στο χωριό.
   Αθώο.
   Δεν παρεξήγησε τα ύποπτα χαϊδολογήματα του θείου ούτε και τις εισόδους του πατέρα κάτι βράδια στο λουτρό ενώ μπανιαριζόταν λίγα χρόνια αργότερα. Δεν είχε τα αθώα φλερτ που χανε τα κορίτσα στην ηλικία της. Την παρθενιά της την πούλησε ο γέρος της μεθυσμένος στα χαρτιά.
   Τη χτυπούσε και την έδερνε.
   Ήρθε στην Αθήνα και γλύτωσε.
   ‘Η πουτάνα’ την έλεγαν και δείχναν με το δάχτυλο, που να τους κοπεί.
   Η πουτάνα η ΖΩΗ, λέω εγώ.
*
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Photo: Grete Stern (1904-1999)- Sueño No.1: Articulos eléctricos para el hogar, 1948

*
Ο Δημήτρης Μποσκαΐνος ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα,είναι 41 ετών, παντρεμένος με τη Μαρία Ντίνα κι έχουν μια κόρη, την Ιωάννα.
Λάτρης του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας σύγχρονα ζητήματα και προβληματισμούς με το δικό του προσωπικό ύφος που είναι συνήθως κινηματογραφικό…
Το γράψιμο είναι για εκείνον αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να …αντέχει το σήμερα. Το τελευταίο χρονικό διάστημα δημοσιεύει μικρά διηγήματα και ποίηση σε e-magazines όπως microstory.gr, bibliotheque.gr, ideostato.gr και άλλα. Διατηρεί το blog paraxenesistories.wordpress.gr από όπου μπορεί κανείς να λάβει ένα δείγμα της δουλειάς του.

Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι

Αρχείο 16/05/2013

Δεν είναι ηρωίδα μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν το διάβασε ποτέ. Δεν είναι καλοζωισμένη νοικοκυρά που της κόψανε τη σύνταξη του μακαρίτη και παραπονιέται στο ρετιρέ ποτίζοντας τις γαρδένιες. Με λίγα ζούσε εξαρχής. Δεν είναι δημόσιο πρόσωπο. Όλη της η ζωή επικεντρώθηκε στους οικείους της και στη μικρή της κοινωνία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι»

Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…

Σώπασε η μάνα μου μετά την τελευταία αποκάλυψη για άλλη μια ιστορία από το παρελθόν της γιαγιάς μου. Απέμεινα αποσβολωμένη να φέρνω στο μυαλό μου εκείνη την εποχή που ένας- ένας καημός βαρούσανε την πόρτα του φτωχικού τους.
   Πολλές φορές τη μεταφέρω στα όνειρά μου. Την σκηνοθετώ με όλη τη δύναμη της φαντασίας μου. Κάνω την ταινία του χθες περήφανη που κατάγομαι από τέτοια ατρόμητη φύτρα πάντα όμως με βάση μιας βιωματικής, ζωντανής, πικρής αφήγησης που είχε ξεπηδήσει κάποτε απ’ το λιγωμένος της το στοματάκι:

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…»

Χρήστος Φασούλας, Ένα σπίτι πέτρινο -απόσπασμα

 
Σ’ αυτό το σπίτι γεννηθήκαμε
Σ’ αυτόν τον κόσμο πεταχτήκαμε
Σαν ένα σκυλί δίχως κόκκαλο
Σαν ένας ηθοποιός εκεί έξω, μόνος
Τζιμ Μόρισον
(Από το τραγούδι των Doors
«Riders On The Storm»)
[ ΣΠΙΤΙ 1
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ.
   Ένα Σπίτι πέτρινο. Νεοκλασικό.
   Από τα μετρημένα πέτρινα νεοκλασικά που ’χουν απομείνει στο λεκανοπέδιο.
   Αλλά δεν πρόκειται ν’ απομείνω για πολύ ακόμα· στα τελευταία μου είμαι. Πνέω τα λοίσθια, που λέτε κι εσείς οι άνθρωποι.
   Το πού ακριβώς κατοικοεδρεύω, δεν έχει και τόση σημασία. Έτσι κι αλλιώς θα το μάθετε κάποια στιγμή στην πορεία.
   Διαθέτω δύο πατώματα, οχτώ δωμάτια, δύο υπόγεια ―κι ένα ημιυπόγειο―, τρεις βεράντες, δύο αυλές, τρία γκαράζ, δύο τζάκια, μία πισίνα και δύο βόθρους. Έχω υποστεί δυο τρεις ανακαινίσεις, άλλες τόσες αναπαλαιώσεις και μία αναδόμηση εκ βάθρων. Και εκ βόθρων.
   Το τι μαρτύρια έχω υποστεί στον έναν αιώνα και πλέον της ζωής μου δεν μπορεί να το χωρέσει ανθρώπου νους, παρά μόνο Σπιτιού. Οι πρόκες που μου έχουν ξεσκίσει τις σάρκες όλ’ αυτά τα χρόνια είναι αμέτρητες. Και δεν πάνε στο διάολο οι πρόκες. Μεγαλύτερο πόνο μού έχει προκαλέσει όλος αυτός ο συρφετός από μαστόρους (μπετατζήδες, σοβατζήδες, μπογιατζήδες, πατωματζήδες και πάει λέγοντας) που έχουν «περιποιηθεί», τάχαμου, τους τοίχους, τα πατώματα, τα ταβάνια και τη σκεπή μου.
   Μεγαλύτερο πόνο μου έχει προκαλέσει ο συρφετός των ανθρώπων.
   Παρ’ όλα αυτά, δε γυρεύω εκδίκηση. Τα Σπίτια δεν είναι εκδικητικά, οι άνθρωποι είναι. Και μην ακούτε τις αηδίες που λένε για Σπίτια στοιχειωμένα. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Αλλά ακόμα και να υπάρχει, ποτέ ένα Σπίτι δε στοιχειώνεται από μόνο του· οι άνθρωποι το στοιχειώνουν.
   Κι αν επιμένετε σώνει και καλά να είστε καχύποπτοι, να το ξεκαθαρίσω μια και καλή: δεν είμαι στοιχειωμένο. Το διευκρινίζω εξαρχής για να μη βγάλετε εσφαλμένα συμπεράσματα. Για να το πω διαφορετικά: η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν είναι θρίλερ. Μπορεί να διακρίνετε στην πορεία κάποια στοιχεία γκραν γκινιόλ, αλλά σας διαβεβαιώνω, καμία σχέση. Άσε που οι ιστορίες τρόμου εμένα μ’ ανατριχιάζουν.
   Τώρα θα μου πείτε, άμα δεν είμαι στοιχειωμένο, πώς σκατά μιλάω. Ανάγκα και θεοί πείθονται, δε λένε; Ε, εφόσον πείθονται ακόμα κι οι θεοί, φαντάσου τα Σπίτια.
   Λοιπόν, μία φορά θα το πω μόνο κι όσοι πείστηκαν, πείστηκαν ―κι όσους δεν πειστούν τους έχω γραμμένους στα υδραυλικά μου συστήματα: Η δική μου ανάγκη είναι να ξεφορτωθώ από πάνω μου το βάρος. Από τη στιγμή που μου πήραν τα μέτρα για να με κάνουν και μένα πολυκατοικία, ένιωσα την ακατανίκητη ανάγκη να σας αφηγηθώ την ιστορία μου. Και μάλιστα είμαι υποχρεωμένο εκ των πραγμάτων να σας την πω βιαστικά και συνοπτικά, προτού προλάβουν να με κατεδαφίσουν.
   Ή μάλλον όχι. Άλλαξα γνώμη.
   Δε θα σας την πω συνοπτικά. Βιαστικά ναι, συνοπτικά όχι.
   Απλώς θα σας πω τη νεότερη ιστορία μου. Εξάλλου, τα παλιά τα ’χω σχεδόν ξεχάσει. Αν η μνήμη των ανθρώπων είναι επιλεκτική, των Σπιτιών είναι απλώς αδύναμη. Και το Αλτσχάιμερ δεν είναι ανθρώπινη αποκλειστικότητα. Άσε που είμαι Σπίτι υπεραιωνόβιο, Σπίτι με όλη τη σημασία της λέξης δηλαδή, όχι σαν κι αυτά τα φτερά στον άνεμο που χτίζουν τα τελευταία χρόνια και που τους δίνουν καταχρηστικά το όνομα Σπίτι.
   Εμένα προσωπικά με χτίσανε ―που να μην έσωναν― στο έμπα του εικοστού αιώνα. Στην αρχή έμενε και στα δυο πατώματά μου μία πολυμελής οικογένεια, ξέρετε, απ’ αυτές των παλιών χρόνων που η γυναίκα γεννοβολούσε σε ρυθμούς σκύλας. Τη δεκαετία του ’20, ξεπουλήθηκα σε κάτι νταβατζήδες κι έγινα κεκαλυμμένο μπουρδέλο πολυτελείας. Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο βομβαρδίστηκα κι ερημώθηκα. Μετά τον εμφύλιο, υπέστην την πρώτη γερή αναπαλαίωση ―ή ανακαίνιση, δεν είμαι σίγουρο, αυτοί οι όροι μια ζωή με μπέρδευαν―, καθότι ως τότε την έβγαζα με κάτι μερεμέτια. Αλλά το ζευγάρι που μ’ αγόρασε στις αρχές του ’50 την είχε δει ρομαντικά τη δουλειά. Τρίχες. Ύστερα από τρία τέσσερα χρόνια σορόπια, ο σύζυγος άρχισε τα κερατώματα, και η σύζυγος τον καθάρισε. Και μετά αυτοκτόνησε. Έμεινα μόνο κι έρμο για κάμποσα χρονάκια, ώσπου ξαναπουλήθηκα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ―ή στις αρχές του ’60, δε θυμάμαι καλά, δεν κρατούσα και τεφτέρι. Μόνο που κι αυτοί που με αγόρασαν τότε, άρχισαν ν’ αραιώνουν σιγά σιγά. Ο μοναχογιός έφαγε το κεφάλι του κάνοντας κόντρες με τη μηχανή στην παραλιακή, λίγο μετά ο γέρος πήγε από συμφόρηση και η γριά, καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, τα κακάρωσε στον ύπνο της από αναθυμιάσεις γκαζιού. Το ’χε αφήσει ανοιχτό όλη νύχτα, η ξεμωραμένη, το φαντάζεστε; Πάλι καλά δηλαδή που δεν πήρα καμιά φωτιά να τα τινάξω πριν από την ώρα μου. Πάντως, η γριά ξεκούτω είχε προλάβει να κάνει διαθήκη.
   Κι από την οικογένεια που με κληρονόμησε τότε, ξεκινάει ουσιαστικά η ιστορία που σκοπεύω να σας διηγηθώ.
   Αν και βασικά η ιστορία ξεκινάει καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα: στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Και τελειώνει στις μέρες μας.
   Αν τελειώνει…
   Α, να μην ξεχάσω μια βασική λεπτομέρεια: Το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας που θα σας πω διαδραματίστηκε έξω από ’δώ. Έξω από τους τοίχους μου, δηλαδή, μακριά από μένα. Και δεν πιστεύω να αναρωτιέστε τώρα πώς διάολο την έμαθα και σας τη λέω. Εσείς οι άνθρωποι, ξέρετε, έχετε ένα κακό συνήθειο: μιλάτε πολύ μες στα Σπίτια σας. Συζητάτε με τους άλλους, κουβεντιάζετε με τους εαυτούς σας, μουρμουρίζετε στον ύπνο σας. Μιλάτε κι αποκαλύπτετε ένα σωρό ιστορίες, ένα κάρο απόκρυφα και μυστικά. Κι όλ’ αυτά παρόλο που ξέρετε πολύ καλά ―και το λέτε κάθε τόσο και λιγάκι― ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά…
   Έτσι, λοιπόν, την έμαθα την ιστορία: από συζητήσεις των ενοίκων και των επισκεπτών μου. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε γιατί κόπτομαι τόσο πολύ να σας την αποκαλύψω. Μα, σας είπα, για να την ξεφορτωθώ από πάνω μου, για τι άλλο; Δε θέλω να εγκαταλείψω το μάταιο τούτο κόσμο παίρνοντας όλ’ αυτά τα ανομολόγητα μυστικά και ψέματα στον άλλο κόσμο που θα πάω. Αν και ξέρω βέβαια ότι οι πιο ψαγμένοι από σας κρυφογελάτε και σκεφτόσαστε ότι λέω σαχλαμάρες. Και πως απλώς ο συγγραφέας του βιβλίου, αναποφάσιστος μπρος στο μόνιμο βασανιστικό δίλημμά του, αν θα κάνει το αφήγημά του πρωτοπρόσωπο ή τριτοπρόσωπο, σκαρφίστηκε τελικά το εύρημα του Σπιτιού-αφηγητή και ξεμπέρδεψε.
   Όπως και να ’χει, εγώ απλώς θα σας την πω την ιστορία. Κι εσείς βγάλτε ό,τι διάολο συμπέρασμα σας κατέβει στο τέλος.
   Η ιστορία, λοιπόν, ξεκινάει περίπου στα μισά του 1978. Αν κι εγώ θα ξεκινήσω να σας τη λέω ανάποδα. Από τα πιο πρόσφατα χρόνια δηλαδή, γιατί έτσι τη θυμάμαι καλύτερα. Και η αφήγηση των πιο φρέσκων γεγονότων με βοηθάει να ξεσκουριάσω τη μνήμη μου και να ανασύρω στην επιφάνεια ξεχασμένα περιστατικά.
   Λοιπόν, πάμε σιγά σιγά.
   Α, κι αν τυχόν αναρωτιέστε αν έχω παίξει κι εγώ ρόλο στην εξέλιξη τούτης εδώ της ιστορίας, σας διαβεβαιώνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν έχω παίξει τον παραμικρό.
   Κι αν θέλετε το πιστεύετε…]

*
©Χρήστος Φασούλας
Απόσπασμα από:
Χρήστος Φασούλας, Ένα Σπίτι θυμάται…
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες

Τέος Ρόμβος, H Πρώτη ύλη

Εδώ και χρόνια γράφω βιβλία. Η προετοιμασία ενός κειμένου και η παρουσίασή του μοιάζουν λίγο με την παράσταση του μάγου- ταχυδακτυλουργού. Ο συγγραφέας θυμάται, αυτοαναλύεται, εφευρίσκει, παρουσιάζει, αφηγείται, αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται. Πετάει στον αέρα φραστικές εικόνες, σπινθηρίζοντα λόγια, ελευθερώνει λέξεις μυρωδάτες, εμφανίζει δραματοποιημένες καταστάσεις, μιλάει για να μιλάει, ανεμίζει διαλόγους πυρακτωμένους, βγάζει από το καπέλο του πολύχρωμες φράσεις, εξιστορεί με λέξεις στολίδια. Έπεα πτερόεντα. Λόγια του αέρα. Scripta mannent. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
   Ο άνθρωπος πεθαίνει αλλά η γλώσσα του δε σαπίζει… Όσοι γράφουν γνωρίζουν ότι ερέθισμα μπορεί να αποτελέσει απλά η σιωπή ή ο χρόνος που κυλάει αργά, το φευγαλέο γέλιο ενός παιδιού, ο ήχος του νερού, κάποια απροσδιόριστη μυρωδιά, η αντανάκλαση του ήλιου στην αντικρινή τζαμαρία, μια θολή μνήμη, απίστευτα πολλά πράγματα. Κάθε αίτιο έχει και τη δική του αποτύπωση. Διαφορετικά αποτυπώνεται η εσώτερη αγωνία, αλλιώς ο ήχος και η εικόνα.
   Ο συγγραφέας υφαίνει αργά τον ιστό του. Εφησυχάζει και κινητοποιεί. Σαγηνεύει, γοητεύει, μαγεύει. Συγκινεί και συμπαρασύρει. Τη μια στιγμή απευθύνεται στο γνωστικό και την άλλη στο συγκινησιακό. Ανιχνεύει τη σκοτεινή, την αθέατη πλευρά του αναγνώστη, εκείνη που περιέχει την
αθωότητα, την απλότητα, μαζί και την πολυπλοκότητα των αισθημάτων. Την περίπλοκη υπόσταση του κάθε ανθρώπου. Αγγίζει τον Απόλλωνα, την Αφροδίτη και το Διόνυσο που ενυπάρχουν στον καθένα μας.
   Κύρια φροντίδα του συγγραφέα είναι η αποπλάνηση. Επιδιώκει να πλανέψει το πνεύμα του  αναγνώστη και να εμφανίσει τα πράγματα αλλιώτικα απ’ ό,τι πράγματι είναι, ώστε να τον παρασύρει και να θεωρήσει τη φαινομενικότητα πραγματικότητα. Ο συγγραφέας είναι αήθης και δεν έχει όρια. Το κείμενο είναι ο σκοπός. Μπορεί να γίνεται κίβδηλος και απατηλός, να σκορπίζει υποσχέσεις και αναλήθειες μέχρι να πετύχει το στόχο του.
   Εμένα τον ίδιο το γράψιμο με βοηθά να σμιλέψω την ψυχή μου. Γράφοντας γίνομαι όλο και καλύτερος, εσωτερικά. Και αυτό με οδηγεί στην αρχική μου αναζήτηση, που είναι η εσώτερη ανάγκη μου να επικοινωνώ με τους άλλους ανθρώπους.
   Καμιά φορά αισθάνομαι το γράψιμο σαν πράξη χαράς, άλλοτε πάλι σαν ένα βάσανο. Συχνά ταλαιπωρούμαι αφάνταστα, ώσπου να βρεθώ σε «κατάσταση εγρήγορσης». Μέσα από αυτή την προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης και εσωτερικής αυτοπειθάρχησης διεισδύω όλο και βαθύτερα στον εαυτό μου, ώσπου φτάνω στην ψυχική ταύτιση με υπαρκτούς και ανύπαρκτους δαίμονες. Βυθίζομαι στα έγκατα της ύπαρξης.
   Με την ίδια ευκολία εισχωρώ στα μυαλά των άλλων. Γίνομαι μέρος τους. Γεύομαι την ευτυχία τους, νιώθω τη δυστυχία, αισθάνομαι τη μοναξιά και την απελπισία, αφουγκράζομαι την απόγνωση, συλλαμβάνω την οδύνη και το απόλυτο κενό του θανάτου.
   Με κυνηγούν φαντάσματα της παιδικής μου ηλικίας, μύχιοι πόθοι και ανεκπλήρωτες επιθυμίες, και συχνά όλα αυτά εμφανίζονται στα βιβλία μου. Προσπαθώ να ανασυνθέσω την προσωπική μου ιστορία μέσα από σπαράγματα και σκόρπιες μνήμες που με έχουν ανεξίτηλα χαράξει. Ήδη από την παιδική μου ηλικία κατέγραφα κρυφά τις εμπειρίες μου. Έστυβα ένα λεμόνι σε φλιτζάνι, βούταγα μέσα στο χυμό τον κοντυλοφόρο μου κι έγραφα. Σίγουρα όλη αυτή η σκοτεινή τάση να μη διαβαστούν τα κείμενά μου από άλλους εξυπηρετούσε κάποια ψυχική μου ανάγκη για μυστήριο, γρίφους και αινίγματα. Όταν στέγνωνε η αόρατη μελάνη δε διακρινόταν καθόλου το γραφτό και εμφανιζόταν μόνο αν πλησίαζα το λευκό χαρτί στη φωτιά.
   Έμελλε να ξαναδώ αυτά τα κείμενα έπειτα από χρόνια, όταν ανακάλυψα το λησμονημένο μπλοκ και το ακούμπησα πάνω στο πρεβάζι του παραθύρου κι ο αέρας ξεφύλλισε τις σελίδες και ο δυνατός ήλιος έκαψε το χαρτί και τότε εμφανίστηκαν τα αόρατα γραφτά, οι ξεχασμένες λέξεις, ολόκληρο το κείμενο.
   Έγραφα για τις συναντήσεις των γονιών μου με τους φίλους τους σε σπίτια σκοτεινά με κλεισμένα πατζούρια και τραβηγμένες τις κουρτίνες.
   Μιλούσαν ψιθυριστά για ταπεινώσεις σε μια αθηναϊκή παραλία, τη Βάρκιζα. Συχνά, όταν οι φωνές ανέβαιναν, κάνανε με το δάχτυλο, σουτ! και λέγανε: «Πιο σιγά, κι οι τοίχοι έχουν αυτιά». Περιέγραφα τους τοίχους των σπιτιών της γειτονιάς απ’ όπου ξεφύτρωναν τ’ αυτιά του κουρέα, του φούρναρη, το περίπτερο ολόκληρο ήταν ένα πελώριο αυτί που μέσα του καθόταν ο περιπτεράς. Στο διπλανό μας δρόμο έμενε ένας μικροσκοπικός άντρας που δεν είχε καθόλου αυτιά και πίστευα ότι τα ’χε κρύψει μέσα στους τοίχους. Πολύ αργότερα έμαθα ότι του τα είχαν κόψει οι αντάρτες, γιατί συνεργαζόταν με το στρατό κατοχής.
   Έγραφα για κάποιο γέρο και μου ήρθε αόριστα στο μυαλό η εικόνα ενός ισχνού άντρα με αξούριστα μούτρα, που φόραγε στο πάνω μέρος του κορμιού μια μάλλινη φανέλα, κάτω φαρδιά παντελόνια, κι έστεκε, γιγάντιος, μπροστά σε μια παλιά αποθήκη, κι εγώ, μικρούλης, τρέχω προς το μέρος του, εκείνος σκύβει και με αρπάζει στα χέρια του, με σηκώνει και με πετάει στον αέρα• είναι καταμεσήμερο, ο ήλιος καίει, οι ακτίνες του πέφτουν κατακόρυφα, βλέπω στο έδαφος τη σκιά μου με τ’ ανοιχτά χέρια να ίπταται σαν μικρό αεροπλάνο• προσγειώνομαι στο ξύλινο πάτωμα ενός παλιού βαγονιού, ο ήλιος περνάει από τη σήτα του παραθύρου, οι ακτίνες του γίνονται φωτεινοί αγωγοί στα στροφιλίσματα των τσιγάρων που καίγονται, ολόγυρα στις καρέκλες και στο κρεβάτι καθισμένοι άντρες και γυναίκες πίνουν καφέ, καπνίζουν, κουβεντιάζουν, κάποια γυναίκα στο τραπέζι διαβάζει το φλιτζάνι, εγώ μπουσουλάω στο πάτωμα και γλιστράω δίπλα σε λασπωμένα παπούτσια, σιγά σιγά βγαίνω έξω, στον ήλιο που με στραβώνει, ακούω τα νερά να τρέχουν κι ακολουθώ το μικρό ποταμάκι, γίνομαι ένα με τη γη για να περάσω κάτω από κλαδιά δέντρων, δίπλα στο τρεχούμενο νερό που οδηγεί σε μια λίμνη σκοτεινή, κρυμμένη κάτω από τα γυρισμένα κλαδιά των δέντρων που κατεβαίνουν σχεδόν μέχρι την επιφάνεια του νερού, στην όχθη ένα κορίτσι, η Μουσέτ, παίρνει κουτρουβάλες και φτάνει μέχρι κάτω στο νερό, πάνω στην επιφάνεια της λίμνης πλέουνε νούφαρα με πλατιά πράσινα φύλλα• μια κότα περνάει κακαρίζοντας και την ακολουθώ, πανικοβάλλεται και τρέχει, τρέχω κι εγώ πίσω της• ακούω από το ανοιχτό παράθυρο τη φωνή ενός άντρα να τραγουδάει περιπαικτικά στη γυναίκα που πηγαινοέρχεται στην κουζίνα: «δώσε μου την κούκλα σου, δώσ’ τη μου να παίξω και τα χρυσά της τα μαλλιά εγώ θα της τα πλέξω…» κι η γυναίκα, ενώ μαζεύει τα πιάτα, του απαντάει: «δε στη δίνω, δεν μπορώ, θα μου τη χαλάσεις, το μικρό μου το μωρό εσύ θα μου το σπάσεις…» τη στιγμή που πιάνω την κότα σκοντάφτω και πέφτω με τα μούτρα, τα μάτια μου κλείνουνε, το σκοτάδι πλημμυρίζει κόκκινο του αίματος… ανοίγω τα μάτια μου μέσα σε ένα τσαντίρι, όπου για πρώτη φορά θα δω την «Ομιλούσα Ασώματο Κεφαλή»• μπροστά σ’ ένα στενόμακρο κιβώτιο που κρύβεται από ένα κόκκινο βελούδινο παραβάν στέκονται όρθιοι άνθρωποι και περιμένουν• ένας χοντρός άντρας με τιράντες σπρώχνει και προσπερνάει κι αφού ξεροβήχει, λέει: «Θα παρακαλέσω το ευγενές ακροατήριον, εάν υπάρχουν γυναίκες έγκυες καλό θα ήταν να εξέλθουν της σκηνής. Θα ιδείτε κάτι το απίστευτο που θα το θυμούστε ακόμη και στα έσχατα γηρατειά σας. Θα το διηγούστε στα εγγόνια και στα δισέγγονά σας και δε θα σας πιστεύουν. Θα ιδείτε τη σοφή ασώματο κεφαλή!» Αυτά είπε και με μια απότομη κίνηση τράβηξε το κορδόνι. Το κόκκινο βελούδινο κουρτινάκι άνοιξε. Έγινε πανδαιμόνιο, μια – δυο γυναίκες στριγκλίσανε. Μέσα σε γυάλινο κουβούκλιο και πάνω σε μια βάση που έμοιαζε με μεγάλη αυγουλιέρα ήταν τοποθετημένο το κεφάλι ενός νέου άντρα, πίσω του υπήρχε ένας καθρέφτης που έδειχνε το κουρεμένο κεφάλι από την πίσω πλευρά.
   Ρώτησε με στόμφο ο χοντρός άντρας με τις τιράντες:
   «Αγαπητή κεφαλή, πώς ονομάζεσαι;»
   «Από πού είσαι;»
   «Έχεις γονείς;»
   «Φαντάρος έχεις πάει;»
   «Πόσο μας κάνει 49 επί 34;»
   «Για πες μας στ’ αλήθεια πώς ευρέθης καταμεσής στο πέλαγος;»
   «Πάρε τώρα ένα τσιγάρο να ξεχαρμανιάσεις…»
   Ο άντρας με τις τιράντες άνοιξε το κουβούκλιο, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα της «ασωμάτου κεφαλής» και το άναψε. Η «κεφαλή» ρούφηξε με μανία κι οι καπνοί που βγήκαν από τα ρουθούνια την τύλιξαν, η αυλαία έκλεισε και ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκρότημα.
Στα όρια του παιδικού κόσμου που διαβιούσα, υπήρχαν κάποιοι ξεχωριστοί άνθρωποι: Ο Αρχηγός με τα μακριά κάτασπρα μαλλιά. Στο νοικιασμένο δωμάτιο που ζούσε οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με βιβλία, βιβλία στοιβαγμένα σε ντάνες, άπειρα βιβλία, σε μια γωνιά κρεμασμένο το σπαθί με το χρυσαφί θηκάρι, ενθύμιο από τον αξιωματικό αδελφό του που είχε πέσει στο πεδίο της μάχης. Ένας φιλόσοφος της εποχής, που περιερχόταν τις συνοικίες της πόλης και μιλούσε για τα προβλήματα των ανθρώπων, για τις πολιτικές εξελίξεις, για το μυστικισμό των αριθμών και τη μαγική αιτιότητά τους.
   Τον καλούσε συχνά στο σπίτι ο πατέρας μου και τρώγαμε μαζί. Κι εκεί, στο τραπέζι, μιλούσε με μεγαλόπρεπες χειρονομίες για τα κρυφά μηνύματα που έβρισκε στις σελίδες των βιβλίων και για τα μυστικά σημεία. Μιλούσε με οίστρο και φιλοσοφούσε ακόμη και για τα πιο ταπεινά πράγματα. Οι γονείς μου, σε μια πράξη υπέρτατης τρυφερότητας, του πλένανε τα πληγωμένα και ταλαιπωρημένα πόδια, του τα σκουπίζανε, και του κόβανε τα νύχια που γυρίζανε και πληγώνανε τη σάρκα.
   Ήταν κι ένας κοκαλιάρης άντρας όλο νεύρο, ο Τσαν Τσον Τσίμπλερ, που χοροπηδούσε σαν ακρίδα και κομμάτιαζε τράπουλες, στράβωνε μπετόβεργες χτυπώντας τες πάνω στα μπράτσα του, ξάπλωνε καταγής και του ρίχνανε στιλέτα που κάναν γκελ πάνω στη γυμνή πληγωμένη κοιλιά του. Γύρναγε το καπέλο του και ζήταγε να ρίξουν μέσα ό,τι προαιρούνταν «για τη φασουλάδα», ζητούσε από το κοινό του δρόμου να τον δέσουνε με αλυσίδες που τις κλειδώνανε τέλος με λουκέτα και κείνος αγωνιζόταν, πάλευε, σερνόταν στο έδαφος, τιναζόταν κι αρνιόταν κάθε βοήθεια μέχρι να λυθεί. Μαζί με τους φίλους της παιδικής ηλικίας τον ακολουθούσαμε ύστερα που ανέβαινε στο λόφο των Νυμφών, το «Βουνό» για τα παιδικά μας μάτια, και κατευθυνόταν στη «Μεγάλη Σπηλιά». Στην είσοδο τον περίμενε μια νταρντανογυναίκα, τον αγκάλιαζε και χάνονταν μαζί στα βάθη της σπηλιάς «για τη φασουλάδα». Ήταν ακόμη ένας άντρας με ταραγμένο μυαλό, ο ξακουστός Μπαμπάλαρος, που περισσότερο έτρεχε παρά περπατούσε, συνήθως στην άσφαλτο, ανάμεσα στα κινούμενα αυτοκίνητα, με σηκωμένο το δεξί χέρι και τεντωμένο το μεσαίο δάχτυλο προς τα μπρος που το κούναγε μπροστά στο πρόσωπο σαν βεντάλια, ενώ μονολογούσε ασταμάτητα: «Μαλακοπούστη, μαλακοπούστη, σε κόβω γερά, σε κόβω ισπανικά, σε κόβω γιαπωνέζικα…». Στο λεωφορείο, όταν ο εισπράκτορας του ζητούσε εισιτήριο, ο Μπαμπάλαρος τον έβαζε στη θέση του: «Ελευθέρας, τρελός…». Και όταν κάποτε πέθανε η γυναίκα που του έδινε πότε πότε ένα πιάτο φαΐ, πήγε και στάθηκε πάνω από το φέρετρό της και την κοίταζε για ώρα, σκοτεινιασμένος, ώσπου κάποια στιγμή της είπε: «Κωλόγρια, πας, έσπασες», και οι γριές φρικιάσανε. Παιδικά γραφτά, παιδικές μνήμες, παιδικοί ήρωες. Δεν ξέρω πόσο έχουν συμβάλει όλα αυτά, σίγουρα όμως αυτή είναι η πρώτη ύλη κι από το υλικό αυτό είμαι πλασμένος. Ενηλικιώθηκα κι έγινα ένας άντρας της παραφοράς, πλημμυρισμένος από πάθη, ενθουσιώδης, παρορμητικός, έτοιμος να εκραγώ και να γίνω παρανάλωμα στις μνήμες και τις ψυχικές διαθέσεις μου, στα πάθη, στις ζήλιες και τα μίση, την οργή και τα αχαλίνωτα αισθήματά μου, κι όποτε ενθυμούμαι τα πρόσωπα αυτά τα σκέπτομαι με άπειρη τρυφερότητα…
*
©Τέος Ρόμβος, από το βιβλίο «Κρυφά ταξίδια» 

photo André Kertész, 1915

Ιφιγένεια Σιαφάκα, To σημάδι

Χθες το απόγευμα έλαβα στο σπίτι ένα γράμμα. Ήταν η ώρα που σκοτείνιαζε, κι έλεγα στον πατέρα «όπου να ’ναι θά ’ρθει», κι ανάβαμε το τζάκι με τα καυσόξυλα που άρον άρον είχα μεταφέρει από την αποθήκη στην ποδιά μου. Η αποθήκη βρωμάει σαν νεκρός, δεν έχουμε παράθυρα, κι έχει και νεογέννητα ποντίκια που τσιρίζουν. Εγώ έχω εφεύρει να πηγαίνω πάντα γρήγορα την ώρα που όλοι ανάβουμε τα τζάκια και η ομίχλη βρίσκει χώρο να καθίσει στην κοιλάδα — μυρίζει τότε καμένο ξύλο στην αυλή, και είναι όλα θολά κι ονειρεμένα, κι εγώ ρουφάω μιαν ανάσα. Χθες κατέβασα δυο ανάσες, κατ’ εξαίρεση, και ύστερα χτύπησε και η πόρτα δύο φορές.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα, To σημάδι»