Θανάσης Θ. Νιάρχος, «Τζιβαέρι» -δύο αποσπάσματα–επιφυλλίδες

Εκδόσεις Οδός Πανός

Η αποδιοπομπαία Ομόνοια

Η μικρή συντροφιά των τριών υπαλλήλων – δύο άνδρες και μία γυναίκα – σε εμπορικά μαγαζιά των Εξαρχείων στεκόταν στη γωνιά ενός κάθετου προς την πλατεία δρόμου, οκτώ και τέταρτο ακριβώς το πρωί. Ακόμη και ο βιαστικός περαστικός θα άκουγε τη γυναίκα να λέει επί λέξει: «Είναι πια αφόρητη η κατάσταση. Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις μετά τις εννιά το βράδυ. Κάτω από την Ομόνοια έχουν γίνει γκέτο και αν πας προς τα εκεί, αλίμονό σου. Δεν τολμάς να πλησιάσεις». Εννοούσε σαφώς τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους λαθρομετανάστες.
Κατ’ αρχάς αδυνατεί να καταλάβει ακόμη και ένας κακοπροαίρετος τι έχει συμβεί και η Ομόνοια καθώς και οι γύρω της δρόμοι και περιοχές έχουν μεταβληθεί σε σημείο αναφοράς για κάθε μορφή βίας, κλεψιάς και εγκληματικότητας. Πώς συμβαίνει και έχει εξελιχθεί η Ομόνοια σε ένα είδος άτυπης καθημερινής συνάντησης από κλέφτες και εγκληματίες, χωρίς ωστόσο – δεν μπορεί να μη γινόταν γνωστό – να συμβαίνει το παραμικρό; Γιατί δηλαδή θα μεταβάλλανε σε σεσημασμένο έναν χώρο άνθρωποι που δεν θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν – αφού διέπρατταν τις κλοπές και τα εγκλήματά τους – πουθενά αλλού παρά μόνο στον χώρο αυτό;
Κι αν γινόταν αυτό, πώς δικαιολογούνται – κοντά στον νου και η γνώση – δύο περιστατικά που επίσης δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς: ένας άνθρωπος που συμβαίνει πολύ συχνά να διασχίζει την Ομόνοια ακόμα και προχωρημένες ώρες της νύχτας να μην του έχει συμβεί ποτέ το παραμικρό ενώ όσοι καταγγέλλουν συνήθως την Ομόνοια «τους έχουνε πει», «κάτι ακούσανε, κάποιον να λέει», «ένας γνωστός τους κινδύνευσε και τους το ανακοίνωσε μόλις του συνέβη».
Δεν γίνεται να συκοφαντούμε συλλήβδην ανθρώπους που μας είναι άγνωστοι, τόσο ταλαιπωρημένους μάλιστα που δεν χρειάζονται τη δική μας συκοφαντία για να βουλιάξουν ακόμα περισσότερο. Θα ήταν αδύνατον να συμβαίνουν όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά στην Ομόνοια και γύρω από αυτήν και να συνεχίζουν να τη διασχίζουν μέρα και νύχτα «κανονικοί» άνθρωποι.
Σαφέστατα βρίθει από ανεπάγγελτους, άνεργους, άστεγους, λαμόγια της δεκάρας, ναρκομανείς που στέκονται ακόμη στα πόδια τους ή έχουν καταρρεύσει, όμως ο πραγματικός κίνδυνος δεν προέρχεται ποτέ από έναν εξοντωμένο. Είναι άλλωστε παγκόσμιο φαινόμενο στις μεγάλες πλατείες όλων των πρωτευουσών να μαζεύεται το κοινωνικό και οικονομικό κυρίως «κατακάθι» προκειμένου να αρπάξει τη μικροευκαιρία για να επιβιώσει. Πού να πάει στην Ελλάδα, στην Εκάλη;
Μένει ωστόσο η απορία για τη γυναίκα, την υπάλληλο, που οκτώ και τέταρτο το πρωί επιχειρηματολογούσε για την εγκληματικότητα της Ομόνοιας. Πώς δεν της πέρασε της δύστυχης από το μυαλό ότι μια υπάλληλος που μιλάει και φοβάται με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η μεγαλοαστή της Φιλοθέης εξωθείται η ίδια σε ακόμη δυσχερέστερη «μοίρα» από τη σημερινή της;
Οτι μια υπάλληλος με κουτσουρεμένο τον πενιχρό μισθό της είναι πολύ πιο κοντά στον μετανάστη και τον λαθρομετανάστη ακόμη και ότι η αγαθότατη – το πιστεύουμε ειλικρινά – κυρία της Φιλοθέης συνιστά ως νοοτροπία για την ίδια την υπάλληλο πολύ μεγαλύτερη απειλή, σε σχέση με τον ημεδαπό κλεφτράκο ή τον εξαθλιωμένο αλλοδαπό;
Οταν μια υπάλληλος των Λιοσίων, του Κολωνού ή του Περάματος φοβάται με τον ίδιο τρόπο που φοβάται η μεγαλοαστή, το πολιτικό σύστημα μιας χώρας εμφανίζεται έτοιμο να χειραγωγηθεί από τις πιο ακραίες πολιτικές δυνάμεις.

[«Τα Νέα 1.6.2012»]

*

Ειδυλλιακότης και θηριωδία

Σαββατοκύριακο, σε νησί του Αργοσαρωνικού. Συγκεκριμένα βράδυ Σαββάτου, γύρω στις 10, στο ειδυλλιακό λιμανάκι του νησιού, με τα αραγμένα – γύρω στα δέκα – μικρά και μεγάλα κότερα και τις ψαροταβέρνες με τα απλωμένα τραπεζάκια. Η μαγική ατμόσφαιρα της παραλίας, όπως την παραστέκει το λαμπυρίζον φόντο του νησιού, δεν αλλοιώνεται στο παραμικρό. Ακόμη και το πυκνό πλήθος που συνωστίζεται στην παραλία συμβάλλει ώστε η αναπόλησή της στο μέλλον να είναι ακόμη πιο νοσταλγική.
Για έναν θόρυβο πραγματικά ενοχλητικό που ακούγεται κάποια στιγμή δεν αργεί να ξεκαθαρίσει η αιτία του. Τρεις αλλοδαποί σέρνουν ένα καρότσι με ένα βαρύ φορτίο από άδεια μπουκάλια αναψυκτικών και μπίρας. Για την ακρίβεια ο ένας αλλοδαπός το σέρνει, οι άλλοι δύο είναι σχεδόν πεσμένοι πάνω στο φορτίο με τρόπο που τα ξεχειλισμένα κασάκια, καθώς δεν είναι δεμένα με σκοινί, να μη γλιστρήσουν δεξιά και αριστερά. Ο θόρυβος είναι πραγματικά ενοχλητικός γιατί η παραλία του νησιού είναι στρωμένη με πλάκες.
Ενας προσεκτικός παριστάμενος παρατηρώντας τους αλλοδαπούς θα πρόσεχε πως έχοντας συνείδηση της ενόχλησης που προκαλεί ο θόρυβος αλλά και η ιθαγένειά τους δεν σηκώνουν ούτε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια τους να κοιτάξουν τους γύρω τους. Σάμπως να πρόκειται για «μοίρα», την ώρα που οι άλλοι απολαμβάνουν οι ίδιοι όχι μόνο να εργάζονται αλλά και να τους επιπλήττουν. Ή μάλλον να πρέπει να αισθάνονται ευτυχείς που συμβαίνει να έχουν δουλειά και δεν τους ξυλοφορτώνουν σε κάποια σκοτεινή γωνιά.
Επειδή οι άνθρωποι όταν αισθάνονται πως απολαμβάνουν γίνονται σχολαστικοί, μίζεροι και άτεγκτοι ως προς το τι είναι σωστό, αλλά καθώς το ζήτημα δεν είναι πια ζωής και θανάτου αντιλαμβάνεται κανείς τη διάχυτη ενόχληση στο λιμανάκι του νησιού που ωστόσο παραμένει σιωπηλή. Οταν αίφνης πετάγεται ένας άνδρας γύρω στα εξήντα και έντονα εκνευρισμένος απευθύνεται στον δήμαρχο του νησιού που συμβαίνει να κάθεται σε ένα παρακείμενο τραπεζάκι, λέγοντάς του: «Δεν μπορείτε να επέμβετε εσείς, κ. δήμαρχε; Είναι δυνατόν να ακούμε τέτοιου είδους «μουσική» αυτή την ώρα;». Ο δήμαρχος, προς τιμήν του, χωρίς να ξέρει κανείς τι σκέφτηκε δεν του έδωσε καμιά σημασία.
Αν τον θόρυβο που έκανε το καρότσι είναι σίγουρο πως θα τον έχει ξεχάσει κανείς τα επόμενα δέκα λεπτά, τη συμπεριφορά του ενοχλημένου εξηντάρη ενδέχεται να τη θυμάται και ύστερα από χρόνια. Ακριβώς γιατί φανέρωνε, χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτό, δυο μεγάλες αιτίες της εθνικής μας κακοδαιμονίας. Πρώτον, το να λογαριάζουμε την παρέμβαση της «εξουσίας» ως τη μόνη ικανή να μας κουλαντρίσει, όταν θα έπρεπε να υπολογίζουμε σε μιαν αλλαγή νοοτροπίας που θα έκανε την εξουσία σχεδόν διακοσμητική. Και, δεύτερον, την οποιαδήποτε αντίδρασή μας να επιδεινώνεται όταν έχει για μάρτυρά της και σύμμαχό της την οποιαδήποτε εξουσία.
Ας σκεφτούμε πόσοι θα εκδηλώνονταν ως φιλάνθρωποι, αν δεν έδιναν με τη φιλανθρωπία τους εξετάσεις σε ισχυρά πρόσωπα της κοινωνικής και της οικονομικής ζωής. Μελαγχολεί κανείς όταν σκέφτεται ότι ο ενοχλημένος κύριος άνοιγε με την αντίδρασή του τον δρόμο ώστε να ακούγεται ως κάτι φυσικό η εξόντωση των αλλοδαπών. Μελαγχολεί όμως κανείς ακόμη περισσότερο όταν σκεφτεί πως η ενόχληση έγινε τρομακτική επειδή το καρότσι το έσερναν αλλοδαποί. Ετσι είναι. Οταν σε απειλεί ένας μεγαλόσχημος οικονομικός παράγοντας ή ένας πολιτικός του λες και ευχαριστώ. Οταν απλά σε ενοχλεί ένας ανήμπορος του παίρνεις, αν μπορείς, το κεφάλι.

[«Τα Νέα 25.6.2012»]

*

Copyright© Θανάσης Θ. Νιάρχος και εφημερίδα «Τα Νέα»

Γιώργος Πύργαρης, Το δέντρο της Αόρατης Πόλης

Εκδόσεις Πνοές λόγου & τέχνης

(απόσπασμα)

[…]

Στην ουσία ήμουν ένας περιπλανώμενος, που δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να γυρίζει οπουδήποτε μέσα στη πόλη. Έτσι μια μέρα, χωρίς και γω να καταλάβω καλά καλά πώς, βρέθηκα στο τρίτο όροφο ενός νοσοκομείου για παιδιά. Κάθισα σε μια απ’ τις καρέκλες που υπήρχαν για τους επισκέπτες παρατηρώντας τριγύρω.
    Το βλέμμα μου έπεσε από τη πρώτη στιγμή πάνω της.
    Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι πέντε περίπου ετών. Μα ήταν το πιο φοβισμένο πλάσμα που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Όλα πάνω της ανέδυαν φόβο. Καθόταν σχεδόν ακίνητη σε μια μικρή καρέκλα, ακριβώς δίπλα σε μια νέα κοπέλα που διάβαζε αδιάφορα ένα περιοδικό. Δεν ήταν η μητέρα της. Κανένα πλάσμα δε δείχνει τόσο φοβισμένο, όταν βρίσκεται τόσο κοντά στη μητέρα του. Είχε δύο αδύνατα ποδαράκια σα καλάμια, που κολυμπούσαν μέσα σε ένα κίτρινο κοντό παντελονάκι. Έμοιαζε τόσο εύθραυστη και τόσο τρομαγμένη, σαν όλοι εμείς γύρω της, να ήμασταν θεόρατοι γίγαντες που δεν είχαμε καμιά λογική, κανέναν ενδοιασμό και θα μπορούσαμε ανά πάσα στιγμή να της κάνουμε κακό δίχως λόγο. Ένα τέτοιο συναίσθημα τρόμου έβγαζε. Τα μάτια της παίζανε φοβισμένα, κοιτώντας μια τον έναν μια τον άλλον. Σούδινε την εντύπωση, πως το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει για να κρυφτεί σε μια σκοτεινή υγρή τρύπα. Τόσο τρομαγμένη έδειχνε και ειλικρινά μου είναι δύσκολο να σας περιγράψω εδώ πόσο.
    Είχα απομείνει παγωμένος να τη κοιτάζω. Ήταν σαν ένας σκοτεινός ήλιος που εξέπεμπε φόβο.
    ‘’Είναι ορφανό’’ μου είπε σιγανά μια κυρία δίπλα μου, που μάλλον κατάλαβε ότι είχα ταραχτεί    ‘’Δεν έχει γονείς το καημένο. Το φέρανε χθες από ένα ίδρυμα’’
    Και σα να μάντεψε τη σκέψη μου συνέχισε.
    ‘’Η κοπέλα είναι μια απ’ αυτές που τη προσέχουνε. Φοιτήτρια μάλλον. Κάθε οχτάωρο αλλάζουνε.   Τι να σας πω…πέντε χρονών κι ακόμη δε μιλάει!’’
    Το ίδιο βράδυ δε μπόρεσα να κλείσω μάτι στο δωμάτιό μου. Από τη πρώτη στιγμή που την είδα, σα να μου βύθισαν ένα σκουριασμένο καρφί στη καρδιά. Αυτό το παιδί, ήταν ολοφάνερο, δεν είχε κανέναν στο κόσμο. Κανέναν! Μεγάλωνε μέσα σε ένα ίδρυμα, με παγωμένους ανθρώπους γύρω του, που το μόνο που ήθελαν, ήταν να περάσει το οχτάωρό τους και να φύγουν από κοντά του. Του φώναζαν με το παραμικρό, ίσως το χτυπούσαν ακόμη για να κάθεται σε μια γωνιά αμίλητο κι ακίνητο σα να μην υπάρχει. Γιατί αυτό ίσως ήθελαν όλοι. Να μην υπάρχει.
    Να ποιος ήταν λοιπόν, ο πραγματικός ανθρώπινος πόνος.
   Ω πόσο ανόητος μέχρι τώρα υπήρξα! Πόσο ψεύτικα και πόσο πολυτελή μου φαίνονταν τα δάκρυα που είχα χύσει κάτω απ’ το παραμυθόδεντρο…
    Την άλλη μέρα, την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε μεγαλόπρεπος πάνω από τη πόλη, εγώ βάδιζα ξανά για το νοσοκομείο. Ευτυχώς το επισκεπτήριο άρχιζε σχετικά νωρίς, γι’ αυτό δε χρειάστηκε να περιμένω πολύ. Ανέβηκα με σφιγμένη καρδιά στο τρίτο όροφο και κάθισα στην ίδια θέση. Σε λίγο φάνηκε το κοριτσάκι με μια άλλη κοπέλα αυτή τη φορά. Το ίδιο αδιάφορη.
    Περίμενα αρκετή ώρα, προσπαθώντας να μη εξωτερικεύω το ενδιαφέρον μου για τη μικρή. Κάποια στιγμή κάθισαν κάπου απέναντί μου, ενώ η κίνηση στον όροφο, άρχισε να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Ένα σωρό επισκέπτες έρχονταν για να δουν τα άρρωστα παιδιά, κρατώντας δώρα και παιχνίδια στα χέρια. Γιατροί και νοσοκόμες άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στα γραφεία και τα δωμάτια. Όποτε μπορούσα όμως, κοίταζα τη μικρή που έδειχνε το ίδιο, αν όχι περισσότερο τρομαγμένη.
    Μονάχα μια στιγμή ένοιωσα να υποχωρεί κάπως ο φόβος της. Όταν ξεχάστηκε για λίγο και τα μάτια της έπεσαν πάνω σ’ ένα παιχνιδάκι που κρατούσε ένα άλλο κοριτσάκι. Δεν ήταν κάποιο σπουδαίο παιχνίδι. Μια μικρή μαϊμουδίτσα ήταν που έκανε κούνια. Μα η μικρή για λίγες στιγμές, έριξε τα μάτια πάνω του και δε μπορούσε να τα πάρει από κει. Και όλες αυτές τις στιγμές, λες και έγινε ένα θαύμα. Εξαφανίστηκε προσωρινά κάθε φόβος από πάνω της και παραλίγο να ζωγραφιστεί ένα χαμόγελο στο αδύνατο και χλωμό προσωπάκι της.
    Δεν έχασα καιρό. Σηκώθηκα αμέσως και κατέβηκα στο προαύλιο του νοσοκομείου. Δε μπορεί, κάποιο μαγαζί εδώ γύρω, κάποιο περίπτερο, θα πουλάει ένα ίδιο παιχνίδι. Έψαξα αρκετή ώρα και τελικά το βρήκα. Το αγόρασα και ανέβηκα βιαστικός τα σκαλιά για το τρίτο όροφο, μ’ έναν αδικαιολόγητο φόβο μήπως η μικρή δεν ήταν ακόμη εκεί.
    Όμως εκεί ήταν. Μόνο που ο φόβος είχε επιστρέψει ξανά. Κάθισα πάλι στη θέση μου, κρατώντας το παιχνίδι στα χέρια μου. Η κοπέλα που την πρόσεχε, είχε βγάλει μια μικρή λίμα και περιποιόταν αδιάφορα τα νύχια της.
    Άρχισα με τα δάχτυλα να κουνάω πέρα δώθε τη μαϊμουδίτσα κοιτάζοντας συνάμα και τη μικρή που μετά από λίγο κατάλαβε επιτέλους ότι τη κοιτούσα και άφησε για λίγο τα μάτια της πάνω στα δικά μου. Της χαμογέλασα. Ταράχτηκε λες και της έριξα χαστούκι. Κοκκίνισε και στράφηκε αμέσως αλλού μα ήμουν σίγουρος πως θα ξανακοιτούσε. Έσπρωξα με περισσότερη δύναμη τη μαϊμουδίτσα πάνω στη κούνια, έτσι ώστε να κάνει λίγο θόρυβο. Πράγματι, μετά από λίγο ξανακοίταξε. Έτεινα προς το μέρος της το παιχνίδι και με ένα νεύμα μου, την προέτρεψα να έρθει να το πάρει. Κοκκίνισε ακόμη περισσότερο και έριξε τα μάτια στη κοπέλα . Δεν αποφάσιζε να σηκωθεί. Ποιος ξέρει πόσο ακατόρθωτο έμοιαζε γι’ αυτήν κάτι τέτοιο. Σηκώθηκα όμως εγώ. Πλησίασα και στάθηκα από πάνω τους. Η κοπέλα σταμάτησε να λιμάρει τα νύχια της και με κοίταξε ερωτηματικά.
    ‘’Μπορώ να χαρίσω στη μικρή αυτό το παιχνιδάκι;’’ ρώτησα.
     Η κοπέλα δε μου απηύθυνε καν το λόγο.
   ‘’Πάρτο!’’ είπε αδιάφορα και ψυχρά και έσκυψε πάλι στα νύχια της.
    Πλησίασα το παιχνίδι στη μικρή, που έμοιαζε λες και ήθελε να άνοιγε η γη και να τη καταπιεί. Πέρασαν μερικές στιγμές που φάνηκαν αιώνες κι έπειτα σήκωσε αργά αργά το κοκαλιάρικο χεράκι της που έμοιαζε με καλαμάκι, πήρε το παιχνίδι χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της και τόκρυψε στην αγκαλιά της.
    Ίσως ήταν το μόνο αληθινό δώρο που έπαιρνε στη ζωή της. Θα είχε πάρει κι άλλα βέβαια μα απ’ αυτά που τα πηγαίνουν απρόσωπες οργανώσεις κάθε Χριστούγεννα για να τραβήξουν φωτογραφίες. Μα ένα δώρο αγάπης που προοριζόταν ειδικά γι’ αυτήν πρώτη φορά μάλλον έπαιρνε. Και τόδειχνε ο τρόπος που το κρατούσε. Δεν άρχιζε να παίζει απ’ ευθείας μαζί του, μα το κρατούσε σφιχτά, σα να κρατούσε κάτι πολύτιμο. Σαν αυτό, να ήταν μια ζεστή καρδιά, που παλλόταν ολοζώντανη στην αγκαλιά της.
*

Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»

διήγημα

Δημοσίευση: Πόρφυρας, φυλλάδιο 146 σελ. 485, Ιανουάριος - Μάρτιος 2013
Δεν ήθελε να «επισκεφθεί» το σπίτι του. Ήθελε να «επιστρέψει» στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, ο δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις και τόσες άλλες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Έρχονταν οι φίλοι και οι συγγενείς και του έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο και αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από ένα μακρινό πλανήτη σε κάποιο μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή του νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα -δώρο της μάνας του- που είχε πάρει τιμητικά τ’ όνομά της.

 

   Ο γιος του σεβάστηκε την επιθυμία του και ποτέ δεν τον πίεσε να τον συνοδεύσει σε ένα ταξίδι που θα ήταν τόσο οδυνηρό γι αυτόν, μα μια φωνή μέσα του τού έλεγε ότι έπρεπε να γνωρίσει τον τόπο που γεννήθηκε ο πατέρας του και να τον συνδέσει με τις αναρίθμητες ιστορίες που του έλεγε κάθε φορά που τον ρωτούσε.
   Στο σπίτι τώρα, έμεναν άλλοι άνθρωποι, ξένοι που καταδέχτηκαν να ζουν σε σπίτι ανθρώπων που διώχτηκαν με τη βία. Μερικά πράγματα έκαναν το μυαλό του να σταματά. Πώς μπορούσαν να ζουν σ’ ένα σπίτι που δεν τους ανήκε, να το λένε «σπίτι τους» και στους τοίχους να κρέμονται οι φωτογραφίες άλλων ανθρώπων. Τι λογική ήταν αυτή. Ποιο δίκαιο. Αλλά, ποιός ενδιαφέρεται πια για δίκαιο. «Είναι καλοί άνθρωποι, απλοί, που δεν γνωρίζουν από πολιτική και τους έστειλαν εδώ όχι για να επιβιώσουν αλλά για να εξυπηρετήσουν κάποιους δικούς τους σκοπούς». Και τους έφεραν στο δικό μας σπίτι.
Αυτές και άλλες πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, καθώς προχωρούσαν στον στενό δρόμο. Ο θείος που τον συνόδευε είπε να σταματήσουν. Το διαισθάνθηκε κι ο ίδιος ότι ήταν κοντά. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και στάθηκαν μπροστά στο σπίτι. Ακριβώς όπως του το είχε περιγράψει ο πατέρας του: Η μαυρομάτα έγινε πελώρια. Ο ευκάλυπτος υπήρχε αλλά ήταν λυγισμένος, τα κυπαρίσσια στη θέση τους, δεν υπήρχαν όμως οι μουριές και τ΄ άλλα δέντρα. Ούτε η ακακία. Βγήκαν κάποιοι από την κεντρική είσοδο του σπιτιού και κοιτούσαν με απορία στην αρχή, μα γρήγορα κατάλαβαν για τι επρόκειτο. Ένας γέρος κούνησε τα χέρια του και από τις κινήσεις του φαινόταν ότι δεν είχαν εχθρική διάθεση. Χαιρέτησε μα δεν έδωσε σημασία, προχώρησε προς το παράθυρο. Το δωμάτιο του πατέρα κάτω από τη μαυρομάτα. Το σκαλιστό ερμάρι. Η φωτογραφία της εκκλησίας. Απίστευτο: όλα στη θέση τους, το μόνο που φαινόταν αλλαγμένο ήταν η κουρτίνα.
   Και καθώς το βλέμμα του σάρωνε κάθε τετραγωνικό εκατοστό από τον χώρο του δωματίου, καρφώθηκε ξαφνικά σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο: Μεταξύ του τοίχου και του ερμαριού φαινόταν το κεφαλάκι της και ένα μέρος από τον λαιμό της. Φώναξε αυθόρμητα: «η αγγελού» κι έδειξε με το χέρι προς το μέρος που έβλεπε. Ένας μεσόκοπος τούρκος, που είχε μπει λίγο πριν στο δωμάτιο, είδε την κίνηση και χαμογελώντας έβαλε το αριστερό του χέρι, έπιασε την κιθάρα και με το δεξί πέρασε μια φορά τα δάκτυλα πάνω από τις χορδές.
   Αυτό που ακούστηκε, δεν ήταν μουσικός ήχος∙ αναστεναγμός ήτανε∙ και παράπονο. «Η κιθάρα του πατέρα μου», είπε δυνατά. Πόσες ιστορίες είχε ακούσει γι αυτή την κιθάρα. Πρόσεξε στο σώμα της τα αρχικά του πατέρα. Τα χέρια του κινήθηκαν μπροστά, σε μια κίνηση όπως όταν προσμένει κάποιος να πάρει κάτι που του προσφέρουν ή κάτι που του ανήκει.
   «Η κιθάρα είναι δική μου τώρα!», ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο.
   Σαν κεραυνός έπεσε στο κεφάλι του αυτό που άκουσε και πριν συνέλθει από το ξάφνιασμα ήρθε αμέσως ένα δεύτερο: η «κουρτίνα» έκλεισε και μπροστά στα μάτια του, εμφανίστηκε μια ελληνική σημαία. Πάγωσε: τη σημαία την είχαν κάνει κουρτίνα. Συνήλθε μόνο από τον θόρυβο που έκανε το αυτοκίνητο τους καθώς ξεκινούσε. Ο θείος του ήταν ήδη μέσα και τον περίμενε.
   Στον γυρισμό δεν είπε ούτε μια λέξη. Ούτε-μια-λέξη! Κοιτούσε συνέχεια, ανέκφραστος, στο βάθος του δρόμου, χωρίς να βλέπει τίποτε, σχεδόν χωρίς να αναπνέει.
*

Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»

Αρχείο 26/03/2013

Δεν ήθελε να «επισκεφθεί» το σπίτι του. Ήθελε να «επιστρέψει» στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, ο δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις και τόσες άλλες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Έρχονταν οι φίλοι και οι συγγενείς και του έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο και αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από ένα μακρινό πλανήτη σε κάποιο μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή του νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα -δώρο της μάνας του- που είχε πάρει τιμητικά τ’ όνομά της.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»»

Πέτρος Κυρίμης, Η Ξαδέλφη

Πεντάμορφη μου φαινότανε εκείνη η ξαδέλφη μου από την Αθήνα, που κάθε καλοκαίρι ερχότανε μαζί με όλη την οικογένεια στο χωριό για διακοπές. Την είχα σίγουρα ερωτευτεί μόλις την πρωτοαντίκρισα, γιατί από εκείνη τη στιγμή ζούσα μόνο για να είμαι δίπλα της, με όλα τα τεχνάσματα, που ένα μικρό δειλό χωριατόπαιδο μπορούσε να σκαρφιστεί.
Μόλις έμπαινε το καλοκαίρι και κάναμε διακοπές από το σχολείο, εγώ περίμενα εβδομάδα με εβδομάδα το καράβι από τον Πειραιά που μέσα τους θα ήτανε τα ξαδέλφια μου. Τα ξαδέλφια μου και εκείνη.
    Από το περασμένο καλοκαίρι κρατούσα το άρωμά της και το ανέπνεα όλο τον χειμώνα. Ήταν ένας έρωτας μεγάλος και απελπισμένος, γιατί καταλάβαινα ότι δεν θα είχε ποτέ ανταπόκριση κι αυτό γιατί εγώ ήμουνα εφτά-οχτώ χρονών κι εκείνη θα κόντευε τα είκοσι. Κι επιπλέον ήτανε και ξαδέλφη μου, που ρωτώντας έντεχνα από δω κι από κει, είχα μάθει ότι ένας γάμος μεταξύ μας, ήτανε αδύνατη υπόθεση. Παρ όλα αυτά άκουγα με μεγάλη προσοχή μια ιστορία που λέγανε για δυο ξαδέλφια που κλεφτήκανε και ζήσανε όλη τους τη ζωή μαζί. Ποιος ξέρει, έλεγα και εγώ μέσα μου και κάθε καλοκαίρι με το που έκλεινε το σχολείο στηνόμουνα στο μόλο κάθε που ερχότανε το καράβι και είχα μια προσμονή, που γινότανε λύπη και μοναξιά σαν τα κλειστά παράθυρα του σπιτιού της που πάνω τους έριχνα παρακαλεστικά βλέμματα, με τη σκέψη ότι βγήκαν και εγώ δεν τους είδα. Το σπίτι τους ήτανε το τελευταίο στην άκρη της θάλασσας, πάνω στα βράχια αντίκρυ στον φάρο μια πετριά απόσταση στο στόμιο του λιμανιού. Και μη φαντασθείτε όταν λέω λιμάνι κανένα από αυτά τα λιμάνια που ξέρετε, με τα καράβια και τις μαούνες να μπαινοβγαίνουν, τις φωνές και τα βρώμικα νερά. Δυο τρεις ψαρόβαρκες αραγμένες, ή το καράβι που έριχνε άγκυρα ανοιχτά μια φορά την εβδομάδα όπως είπαμε. Τίποτε άλλο. Την ημέρα, μόνο ο ίσκιος του γκρεμού από την μια μεριά και το αντιφέγγισμα των σπιτιών πάνω στον καθρέφτη της θάλασσας από την άλλη. Μα αυτό που θέλω να περιγράψω εδώ και που είναι απόλυτα συνδεμένο με τον έρωτα μου για την ξαδέλφη μου, είναι οι νύχτες του καλοκαιριών εκείνων κι όχι τόσο οι μέρες τους.
     Αχ, να ήμουν ποιητής μεγάλος, να σας τις περιέγραφα! Τώρα, μετά από χιλιάδες χρόνια που έχουν περάσει, ξέρω ότι στάθηκα ένας πολύ τυχερός άνθρωπος που τις έζησα και πως αυτές οι νύχτες και μόνο, άξιζαν για πληρωμή στην ασήμαντη μέχρι τώρα ζωή μου.
    Ποτέ οι νύχτες εκείνων των καλοκαιριών δεν ήτανε σκοτάδι. Αργότερα πολύ αργότερα γνώρισα «σκοτεινές νύχτες» εγώ σας μιλάω για νύχτες φωτεινές, πότε με ολόγιομα φεγγάρια και πότε με εκατομμύρια άστρα.
    Νύχτες βελούδα, νύχτες νύφες πριγκίπισσες αρωματισμένες με δυόσμους βασιλικούς, λυγαριές ανθισμένες και κρίνα, ζουμπούλια και έρωτες παιδικούς και αιώνιους, που γινόντουσαν φλοίσβος και αφρός, σιγανό μελωδικό μουρμούρισμα ανάμεσα στα μικρά χαλίκια και στις μικρές ζεστές φωλιές των βράχων. Και το άρωμα της! Αχ, το άρωμα της! Ως την νύχτα εκείνη που ποτέ δεν την ξαναείδα πια κι έμελλε να κουβαλάω από τότε μια ντροπή, που έγινε αιτία να τα καταχωνιάσω όλα μέσα μου για χρόνια πολλά, όπως τα παλιά κειμήλια μέσα σε βαθιά σεντούκια, ώσπου να έρθει η ώρα τους, να τα ξαναπιάσουμε στα χέρια μας, να ξεσκονιστούν οι μνήμες και μαζί τους η ίδια η ζωή μας.
Ήτανε μια νύχτα του Αυγούστου και κάτι σαν γιορτή ή σαν πάρτι δίνανε στο μεγάλο σπίτι τους τα ξαδέλφια μου. Εγώ δεν θυμάμαι ακριβώς τι έκανα μέσα εκεί. Αυτό που θυμάμαι πολύ καλά, ήτανε ότι ένας νέος που κι αυτός είχε έρθει για διακοπές, συνομήλικος της και που έβρισκα με μεγάλη στενοχώρια μου ότι πολύ της ταίριαζε, δεν ξεκολλούσε από δίπλα της και εκείνη έδειχνε ότι πολύ της άρεσε και εγώ θυμάμαι ότι πολύ ζήλευα, θεέ μου πολύ ζήλευα και σχέδια έκανα κι ευχές να τον παρατούσε λέει και να ερχότανε να μου χαϊδέψει το κεφάλι, όπως μερικές φορές το είχε κάνει κι ο ξάδελφος μου ήρθε και βρεθήκαμε έξω στο μπαλκόνι κι από κάτω η θάλασσα και τα βράχια κι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα εγώ την έβλεπα μέσα στη σάλα να γελάει με ότι ο άλλος της έλεγε και ζήλευα, θεέ μου πόσο ζήλευα και ξαφνικά αισθάνθηκα επιτακτική την ανάγκη να κάνω την «ανάγκη μου» και πώς να περάσω τώρα να πάω στο αποχωρητήριο, που εκείνη θα το καταλάβαινε κι είχα πέσει σε μεγάλη αμηχανία κι ο ξάδελφος μου λέει «ανέβα πάνω στα κάγκελα θα σε κρατάω εγώ» και σκαρφάλωσα στα γρήγορα κι έκανα την ανάγκη μου που σαν αλεξιπτωτιστής, πήγε κι έπεσε κάτω στα μυτερά βράχια και ίσα, ίσα που πρόλαβα να συμμαζευτώ, γιατί βγήκε εκείνη μαζί με τον άλλον και το φεγγάρι ακριβώς από πάνω μας τους είχε φαίνεται μαγεμένους, γιατί αυτό κοιτούσαν μόνο και σημασία σε μένα καθόλου δεν έδωσαν και η ξαδέλφη μου έπιασε και με τα δυο χέρια τα κάγκελα και τεντώθηκε προς τα πάνω, λες και ήθελε να το φτάσει μες την ευτυχία της μα ξαφνικά άρχισε να τσιρίζει γεμάτη σιχασιά δείχνοντας τις παλάμες της που ήταν γεμάτες από τη δική μου «ανάγκη».
Ο φακός της μνήμης «πέτρωσε» πάνω στο βλέμμα που μου έριξε.
    Μετά από πάρα πολλά χρόνια που ξαναπήγα στο χωριό, πήγα κάτω από το μπαλκόνι να δω πάνω στα βράχια αν υπήρχαν ακόμα τα σημάδια μα ο χρόνος με είχε προλάβει και ίχνος δεν υπήρχε, μόνο κάτι μεγάλες παχιές και στρογγυλές πεταλίδες που με κοιτούσαν συνωμοτικά, μου γέννησαν ξαφνικά τη συμπάθεια κάνοντας τη σκέψη ότι οι καημένες αυτές με υπομονή και εγκαρτέρηση κάτι τέτοιους παιδικούς έρωτες περιμένουν για να χορτάσουν τη πείνα τους.
*
©Πέτρος Κυρίμης
photo©Angela Kelly, 2000

Πέτρος Γκολίτσης, ποίηση (προδημοσίευση)

Από το υπό δημοσίευση, δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Πέτρου Γκολίτση με τίτλο «Το τριβείο του χρόνου» (εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

Balthus, 1945

Η επιστροφή

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς εισάγεται στο φρενοκομείο της 
Κέρκυρας το 1888. Παραμένει έως το 1902

Θεραπευμένος γύρισα στο πατρικό το σπίτι μου
κατόρθωσα σιγά-σιγά πρόβατα λίγα ν’ αποκτήσω
τα βόσκω μοναχός στην εξοχή
τ’ αρμέγω, τα κουρεύω
τα σαλαγάω, τα χαίρομαι
τους έχω δώσει ονόματα: Μαρία, Μαριγώ, Ειρήνη…

Κανέναν δεν συναναστρέφομαι
(στους ζωντανούς εξάλλου δεν με λογαριάζουν)
η “Μήδεια” ανολοκλήρωτη με βασανίζει

Η μάνα μου το σπίτι κάθε μέρα θυμιατίζει
και καταστρέφει κάπου-κάπου τα έργα μου
«αυτά φταίνε γι’ όλα», λέει
και βγαίνω έξω βουρκωμένος στην αυλή
προσπαθώ να μη με δει
που κλαίω και μαλώνω με τις πέτρες
Στο τέλος κατεβαίνω στο εργαστήρι

Πουλάει κανά πρόβατο
και μου το κρύβει
μου λέει, «Χάθηκε»
και τότε παίρνω να γυρίζω
τρέχω από ʼδω, τρέχω από ʼκεί
φωνάζω «Μαριγώ!..», φωνάζω «Ειρήνη!..»

μες στις βαθιές χαράδρες του μυαλού μου
χορτάριασαν τα αγάλματα

μα πάλι ξάφνου λάμπουν

###

Εδουάρδος Σακαγιάν και παξιμάδι ή Καντ

Ι
Ανακατεύεις ολίγον Bacon με Chagall
και παίρνεις έναν Σακαγιάν
στο βάθος αχνοφέγγει κι ο Hopper
καθώς ο Klimt παραμιλά
μην είναι του Balthus τούτη η γειτονιά
μα όχι, όλα κοινά, το λέει ο Dali
καθώς κι ο Σακαγιάν
παραπαπάμ, παραπαπάμ

ΙΙ
Το πράγμα καθ’ αυτό είναι απροσπέλαστο
έλεγε ο Καντ
καθώς ο Φίχτε νεαρός
παραμιλούσε –εντός του–
«κούνια που σε κούναγε
γέρο ξερέ σαν παξιμάδι»

Τώρα γυρίζουν και των δύο τα οστά
γυρίζουν γύρω-γύρω με τη γη
γυρίζουν γύρω-γύρω
όλοι
για λίγο στον κόσμο

*

Έχω πένθος
δεν φορώ μαύρη κορδέλα
στο μπράτσο
σάρκα φορώ
και το μάτι γυαλίζει από θλίψη
το κρέας μου σφίγγει
το κόκκαλο και με πάει

*
Τα μάτια μου σαρώνουν το χαρτί
βότσαλα ακούγονται που πέφτουν στο νερό
νεκρά πουλιά τα μάτια μου
ραμφίζουν το κενό

###

Διαβάστε:
«Ο Πέτρος Γκολίτσης απαντά στο ερωτηματολόγιο του Προυστ» στο Ιδεόστατο.

Ποιο είναι το κυρίαρχο γνώρισμα του χαρακτήρα σας; Ποιος ρωτάει; Ο «Προύστ»; Το «Ιδεόστατο»; Από πού; Πότε; Δεν μπορώ να γνωρίζω πραγματικά. Ωστόσο κρίνοντας έστω απ’ την αυθόρμητη πρώτη μου αντίδραση θα έλεγα η απόσταση. Όχι ως κατόρθωμα φυσικά αλλά ως μια τάση «φυσική» και αυθόρμητη. Ή αλλιώς η «ανοικείωση» ή «απο-οικειοποίηση», η ξενότητα. Η μη προσαρμογή. Μια διαρκής αίσθηση απορίας, για τα ίδια μου τα χέρια που τώρα γράφουν, για εμένα που απαντώ, σε τι, προς τι; Σε ποιον; Επίσης λέτε το «κυρίαρχο» γνώρισμα. Δεν στηρίζεται ή δεν σχετίζεται και με άλλα σε μια σχέση δυναμική… «Γνώρισμα»; Κατά το «σε γνωρίζω από την όψη…»; Τα υπόλοιπα; Το ρηγματώδες του ανθρώπινου ψυχισμού; Το μεταβλητό της πρόσληψης; Το μια ενιαίο, το αποσπασματικό; Τέλος, λέτε «χαρακτήρας»; Ας μην το «αναπτύξω» κι αυτό. Σε ποια πλαίσια, ιστορικο-κοινωνικά ή για να φύγουμε και πιο «πάνω», σε ένα χρόνο βιολογικό και γιατί όχι και γεωλογικό. Το υποκείμενο, συνοψίζω κατά κάποιον τρόπο, ένα προχθεσινό ιστορικό αποτέλεσμα, αν όχι κατασκεύασμα… Ο χαρακτήρας, μια πολυτέλεια, σε μια εποχή ψευδο-αυξομειούμενης αφθονίας.
Ποια αρετή ζηλεύετε σ’ έναν άντρα; Εύχομαι να φύγουμε απ’ τους προσωποκεντρισμούς και να κινηθούμε σε μια «υποκαταστασιμότητα» των προσώπων σίγουρα στους κρατικούς και τους υπερκρατικούς μεταβαλλόμενους σχηματισμούς, τους επιστημονικούς και ίσως (γιατί όχι; από μια οπτική γωνία) στους καλλιτεχνικούς αλλά και τους ερωτικούς. Νιώθω σαν δέντρο αν όχι σαν πέτρα, άρα ίσως κινούμαι προς μια κατακτημένη ακινησία (όχι βέβαια πως είναι ακριβώς αρετή) που προϋποθέτει όμως και ένα διεθνές πλαίσιο το οποίο δεν υφίσταται ούτε για αστείο την ιστορική τούτη στιγμή και «λογικά» δεν θα συμβεί καθότι έχει καταρρεύσει, μεταξύ άλλων, οριστικά η όποια ιδέα προόδου (απ’ την άλλη, αν το σκεφτεί κανείς, μια τέτοια κατάρρευση θα λειτουργούσε ως αναγκαία, αλλά όχι φυσικά και ως ικανή συνθήκη για μια τέτοια πραγμάτωση).

Διαβάστε τη συνέχεια….

Μαρία Πετρίτση, Ένα βιβλίο Ιστορίας στις σκάλες του μετρό

Αρχείο 20/03/2013

Κάθε κάθε άνθρωπος είναι ένα βιβλίο Ιστορίας. Αν θέλεις να μάθεις περισσότερα γι’ αυτόν, το μόνο που χρειάζεται είναι να διαβάσεις προσεκτικά τις σελίδες του. Έτσι εξηγούνται όλα. Μέχρι και τα σχεδόν ανεξήγητα.
    Εδώ και δύο χρόνια, κάθε πρωί παίρνω το μετρό για να πάω στη δουλειά. Κάνω πάντα την ίδια διαδρομή στο κέντρο της πόλης. Μετά από τόσο καιρό είναι αναμενόμενο να αναγνωριζόμαστε με τους ανθρώπους που ζουν ή εργάζονται εκεί και να λέμε μια καλημέρα. Κάπως έτσι γνώρισα την Ίριδα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Ένα βιβλίο Ιστορίας στις σκάλες του μετρό»

Ευγενία Μπογιάνου, Ανάμνηση με κόκκινο πουλόβερ

 Ακόμη και το βάδισμα θέλει κόπο. Περπατώ και τα πόδια μου δεν με κρατάνε. Λυγίζουν. Θα πέσω. Θα πέσω στο πεζοδρόμιο και θα αφήσω την τελευταία μου πνοή. Η διάγνωση θα είναι κούραση. Μην ακούς τι λένε. Όλα τα άλλα είναι μπούρδες. Από κούραση υποφέρω. Αυτή θα με σκοτώσει. Θα με σκοτώσει και μάλιστα πριν της ώρας μου.
    Ήταν νέος. Έτσι θα πουν. Πενήντα πέντε χρονών. Ακούγεται σαν μέση. Για μένα ίσως είναι το τέλος. Ήταν νέος, θα πουν. Σήμερα είσαι νέος. Παλιά ήσουν γέρος. Εγώ πάλι νομίζω πως είσαι στη μέση. Νέος για θάνατο και γέρος για ζωή.
    Πενήντα πέντε: καλή ηλικία για να αφήσει κανείς τα εγκόσμια.
    Αλλά. Αλλά η ζωή είναι γλυκιά. Κι ο θάνατος μαυρίλα.
    Κοίτα να δεις σκέψεις που κάνω τώρα. Μόνο και μόνο επειδή είμαι κουρασμένος. Επειδή κρατάω αυτές τις δυο σακούλες με τα ψώνια και μου φαίνεται σαν να σηκώνω τόνους βάρος. Ασήκωτο βάρος ζωής. Κι όμως, είναι μόνο λίγα πορτοκάλια και μερικές πατάτες. Τόσο βαριά είναι τα πορτοκάλια; Ή εγώ δεν έχω πια δύναμη;
    Είμαι άρρωστος. Το πόσο άρρωστος δεν το ξέρω. Το ξέρουν οι άλλοι. Μου το κρατούν σαν έκπληξη για το τέλος.
    Προς το παρόν κοιτάζω να τα βγάλω πέρα με τις σακούλες. Θα πάω τα ψώνια στο σπίτι, ο κόσμος να χαλάσει.
    Ζεσταίνομαι. Είναι φυσιολογικό να ζεσταίνομαι τόσο; Ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι. Οι ρίζες των μαλλιών μου είναι μούσκεμα. Ο ιδρώτας κυλάει στο μέτωπο και μπαίνει στα μάτια μου. Τυφλός. Σαν τυφλός περπατάω. Φοράω το μπουφάν γιατί μου χρειάζονται οι τσέπες. Πού θα βάλω τα τσιγάρα και το τηλέφωνο; Κι αυτό το αναθεματισμένο χτυπιέται ασταμάτητα σαν δονητής. Σαν μηχανικό γαμήσι. Λες και σε προειδοποιεί πως αυτός που σου τηλεφωνεί θέλει να σε πηδήξει. Δεν το σηκώνω. Δεν προκαλώ άλλο την τύχη μου. Ας χτυπάει όσο θέλει.
    Θα σταματήσω. Δεν χάθηκε ο κόσμος αν αργήσω λίγο. Μήπως με περιμένει κανείς; Θέλω να κάνω ένα τσιγάρο. Μάλλον, για την ακρίβεια, άλλο ένα τσιγάρο. Θα σε σκοτώσει, μου λέει ο περιπτεράς. Τώρα;…, θέλω να του πω, με έχει ήδη σκοτώσει. Αλλά φυσικά δεν λέω τίποτα. Ο άνθρωπος δείχνει ενδιαφέρον. Και πάντα με το χαμόγελο. Έχει σημασία αυτό. Μου λέει ότι είμαι ο καλύτερος πελάτης. Τον πιστεύω. Ποιος άλλος καταναλώνει τόσα πακέτα την ημέρα; Κι εγώ όμως, πιστός. Δεν πάω αλλού. Από αυτόν αγοράζω. Είναι μια σταθερά. Και, δεν ξέρω, έχω ανάγκη από κάποιες σταθερές. Να δω μια γνώριμη φάτσα, να πω μια καλημέρα. Μια καλημέρα είναι κάτι, καμιά φορά. Ο άλλος δεν είναι φίλος σου, μα είναι σαν φίλος. Σου εύχεται να έχεις μια καλή μέρα. Και το εννοεί. Είναι κάτι αυτό.
    Ξέρω κι εγώ; Έχουν νόημα όλα αυτά; Γιατί να μπαίνω τώρα σε τέτοιο συναισθηματικό παιχνίδι με αναφορά τον περιπτερά; Ο άνθρωπος μου δίνει τα τσιγάρα, παίρνει τα λεφτά και από δω πάν’ οι άλλοι. Με έχει ξεχάσει πριν στρίψω στη γωνία. Κι εγώ κάθομαι και λέω…
    Έχουν νόημα όλα αυτά;
   Κάποιο νόημα θα έχουν. Δεν μπορεί να είναι όλα άνευ νοήματος. Αφού τα σκέφτομαι, αφού κάθομαι και τα λέω. Δεν μπορεί.
   Ξετυλίγω τη ζελατίνα του δεύτερου πακέτου της ημέρας. Τι ωραίο γνώριμο μικρό μαλακό πακετάκι. Θα κάνω δυο τζούρες και θα το πετάξω. Τι είναι δυο τζούρες, ούτε να το νιώσω δεν προλαβαίνω. Ίσα που το γεύομαι. Καπνίζω σαν κλέφτης. Κρύβομαι. Από τον εαυτό μου, από τους άλλους. Ό,τι αγαπώ να κάνω, απαγορεύεται. Όπως και πριν στο σούπερ μάρκετ. Πλησίασα μια κοπέλα, υπάλληλο, να τη ρωτήσω για έναν αφρό ξυρίσματος που έψαχνα. Έχω κόλλημα με αυτό τον αφρό και δεν τον έβρισκα. Μου μίλησε ευγενικά. Ήταν πρόθυμη να με εξυπηρετήσει, όταν όμως έσκυψε προς το μέρος μου, σχηματίστηκε μια γκριμάτσα στο πρόσωπό της. Με είδε κι αυτή που την είδα και τη μάζεψε. Όμως ήταν αργά. Το κακό είχε γίνει. Μου απάντησε και απομακρύνθηκε. Έφυγε με μικρά μαλακά βήματα σαν της γάτας.
    Μύρισε την ανάσα μου. Αυτό ήταν. Πόσο αξιοθρήνητος είναι ένας άντρας του οποίου η ανάσα μυρίζει αλκοόλ ακόμη και στις δέκα το πρωί; Η ανάσα μου μυρίζει βόθρο. Μυρίζει στεκούμενα νερά.    Μυρίζει μούχλα και ξερατά.
    Κανονικά θα έπρεπε να σε λυπούνται, έτσι δεν είναι; Κι όμως, συνήθως απλά σε κοιτούν αποδοκιμαστικά και σε αποφεύγουν, λες και είναι κολλητικό. Αρρώστια μπορεί να είναι, δεν ξέρω, κολλητική πάντως σίγουρα δεν είναι.
    Τι να πω; Δίκιο θα έχουν. Πρωί πρωί, πώς να αντέξει κανείς τη δυσωδία; Τι φταίνε οι άνθρωποι με την τρέλα του καθενός; Στο κάτω κάτω ό,τι ξεφεύγει από την κ α ν ο ν ι κ ό τ η τ α προκαλεί αμηχανία. Κι είναι όλα τόσο γυαλιστερά και τακτοποιημένα και κανονικά στα σούπερ μάρκετ. Οπότε η ανάσα ενός μεσήλικα που μυρίζει ποντίκια είναι σαν προσβολή. Έρχεται από έναν κόσμο σκοτεινό που δεν αρμόζει εκεί μέσα. Είναι σαν αιμόπτυση πάνω σε λινό τραπεζομάντιλο. Αυτό είναι.
    Μετά, μου φάνηκε πως έπεσε το σύνθημα και με κοιτούσαν όλοι. Ανεπιθύμητος. Σαν να μόλυνα τον αέρα. Είπα να σηκωθώ να φύγω. Να τα παρατήσω όλα και να φύγω. Όμως δεν το έκανα. Συνέχισα δίχως να κοιτάζω γύρω μου. Μόνο που ζαλίστηκα λίγο και μου ήρθε μια ανακατωσούρα στο στομάχι. Άνοιξα ένα μπουκάλι εμφιαλωμένο νερό και το ήπια μονορούφι. Έβαλα το άδειο μπουκάλι στο καλάθι. Εννοείται πως θα το πλήρωνα, η υπάλληλος όμως με κοίταξε και κάτι πήγε να μου πει. Έμειναν οι λέξεις, η επίπληξη μάλλον, να αιωρείται από πάνω μας. Δεν είπε τίποτα, μόνο που μόρφασε πάλι. Εκφραστικό πρόσωπο, σκέφτηκα και πήγα στο ταμείο.
   Βλέπω την Αραχόβης μπροστά μου και είναι σαν να ανασταίνομαι. Επιτέλους φτάνω. Τόση κούραση νιώθω. Κούραση βαριά σαν μολύβι. Και ο ιδρώτας τρέχει ποτάμι. Η τσέπη μου αναταράζεται πάλι. Η δόνηση είναι πιο επίμονη. Απειλητική.
    Δεν θα σταματήσουν ποτέ. Θα συνεχίσουν μέχρι να πιουν και την τελευταία σταγόνα από το αίμα μου.
   Κοντοστέκομαι. Βγάζω το κινητό και κοιτώ την οθόνη. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες αναπάντητες κλήσεις έχω. Κι όλες από τον ίδιο αριθμό. Τον μη αριθμό. Απόκρυψη. Τι κρύβουν γαμώ το κέρατό μου; Ένα μήνυμα αναβοσβήνει. Πόσες φορές έχει επαναληφθεί το ίδιο; Μηνύματα. Χιλιάδες μηνύματα. Το εξής ένα: «κύριε Λέκκα, ονομάζομαι τάδε. Σας παίρνω εκ μέρους της τράπεζας.   Παρακαλώ να με καλέσετε σε αυτό το νούμερο. Το μήνυμα είναι επείγον. Μην το αμελήσετε».
    Το μήνυμα είναι επείγον.
   Η φωνή απρόσωπη. Αυστηρή. Συνήθως γυναικεία. Όμως καμιά φορά, κατ’εξαίρεση, αντρική. Φωνές νεανικές. Σίγουρες. Ζητάνε. Μου ζητάνε. Μου ζητάνε αυτά που τους οφείλω. Όχι σε αυτούς. Δεν τα οφείλω στις φωνές. Τα οφείλω σε αυτό που αντιπροσωπεύουν οι φωνές. Και με το οποίο ταυτίζονται. Ή νομίζουν πως ταυτίζονται. Ή τους έχουν μάθει να νομίζουν πως ταυτίζονται. Η αλήθεια είναι πως δεν έχουν καμιά σχέση μαζί του. Το υπηρετούν για να πάρουν τα ψίχουλα που τους δίνουν. Τι άλλο να κάνουν; Για να μπορέσουν να ζήσουν. Αυτές. Οι φωνές. Οι καλά εκπαιδευμένες φωνές. Οι φωνές που έχουν μάθει να κατατάσσουν τους ανθρώπους ανάλογα με το μέγεθος του χρέους τους. Οι σίγουρες νεανικές φωνές.
    Πριν από κάνα δυο ώρες είχα μιλήσει με μια γυναικεία φωνή.
    «Κύριε Λέκκα, ονομάζομαι Μαυρίδου και σας παίρνω εκ μέρους της τράπεζας».
   Μικρή παύση.
   «Με ακούτε, κύριε Λέκκα;».
   «Ναι, ναι, σας ακούω».
    Η φωνή είναι διαπεραστική. Μου τρυπάει το τύμπανο.
    «Έχετε μια οφειλή στην τράπεζα. Βρίσκεται σε καθυστέρηση. Θα πρέπει να το τακτοποιήσετε».
    «Θα το τακτοποιήσω».
    «Μπορείτε να μου πείτε πότε ακριβώς θα το τακτοποιήσετε;».
    Έχω ακούσει αυτήν την επιτακτική ερώτηση δεκάδες φορές. Δεν υπάρχει άλλη περίοδος χάριτος.   Όχι πως υπήρξε ποτέ. Κέρδιζα λίγο χρόνο–χρόνος με το σταγονόμετρο- με τη λογική της αναβολής. Ο χρόνος που κερδίζεται με χρήμα. Όχι πάντα. Μερικές φορές δεν κερδίζεται ούτε με αυτό.
    Χρόνος με το σταγονόμετρο.
    «Δεν έχω χρήματα».
    Ορίστε, έγινε η παραδοχή. Τώρα; Τι γίνεται παρακάτω;
    «Αυτό δεν αφορά την τράπεζα, κύριε Λέκκα».
    Η φωνή εξακολουθεί να είναι ευγενική. Δεν έχει χάσει ακόμη την υπομονή της. Είναι θέμα χρόνου.  Θα τη χάσει στο τέλος. Εκτός αν μπορέσω να τη χειριστώ. Τόσες φορές το έχω κάνει. Άλλη μία.
     Να χειριστώ μία γυναικεία φωνή που σε λίγο θα χάσει την υπομονή της.
   «Όταν απευθυνθήκατε στην τράπεζά μας, εκείνη ανταποκρίθηκε αμέσως. Πρέπει να είστε κι εσείς συνεπής για να συνεχιστεί η συνεργασία μας».
    Ιδού η συμβουλή. Δεν θα αργήσει και η απειλή.
    «Δεν είναι ότι δεν θέλω να είμαι συνεπής. Όμως βρίσκομαι σε αδυναμία».
    «Μήπως θα μπορούσατε να δανειστείτε ένα μικρό ποσό για αρχή, για να αποφύγετε τις δυσάρεστες επιπτώσεις;».
    Πώς δεν το είχα σκεφτεί; Νά η λύση.
    «Ξέρετε, δεν είναι εύκολο».
    «Ε, τότε η τράπεζα, θα προβεί σε μέτρα εναντίον σας».
   Απειλή.
    «Η υπόθεσή σας θα φύγει από μένα και θα πάει στο νομικό τμήμα. Με αυτούς θα μιλάτε από δω και μπρος».
    Δεν έχω να πω τίποτα. Δεν θέλω να μιλήσω με κανέναν. Θέλω λίγο χρόνο ακόμα. Μια μικρή παράταση χρόνου. Αυτό θέλω.
    «Αν μπορούσατε να κάνετε λίγη υπομονή. Περιμένω κάποια χρήματα. Μέσα στην εβδομάδα θα έχω το ποσό που…».
    «Κύριε Λέκκα δεν είναι θέμα υπομονής, είναι η πολλοστή φορά που μας λέτε το ίδιο. Η τράπεζά μας έχει δείξει ανοχή, όμως η κατάθεση θα πρέπει να γίνει άμεσα. Το αργότερο αύριο».
    Αύριο. Το αργότερο αύριο.
    Κι αν αύριο είναι αργά;
    Η φωνή σιγεί. Τώρα που το σκέφτομαι, αυτό μοιάζει ακόμη χειρότερο. Είχα αρχίσει να συνηθίζω τη φωνή. Μου λείπει τώρα. Άφησε ένα κενό πίσω της.
    Θέλω λίγο χρόνο και τη φωνή. Μόνο αυτό.
    Δεν αντέχω το κενό που άφησε πίσω της η φωνή. Δεν μπορεί, άνθρωποι είμαστε, ανθρώπινα όντα, θα τα βρούμε μεταξύ μας. Αρκεί να υπάρχει ο χρόνος.
    Ξαναβάζω το κινητό στη θέση του. Περπατώ και το νιώθω να χτυπιέται. Νά το, ξαναγύρισε η φωνή. Όλα μπήκαν ξανά στη θέση τους. Όσο αυτό χτυπιέται κι εγώ δεν το σηκώνω παίρνω αναβολή. Κερδίζω χρόνο. Μπορεί κάτι να γίνει έτσι. Ποτέ δεν ξέρεις. Δεν μπορείς να ξέρεις τι θα φέρει μαζί του το αύριο. Το αργότερο αύριο. Κι αν αύριο είναι αργά; Κι αν δεν υπάρχει καν το αύριο; Τότε; Ποιος θα αποζημιώσει ποιον τότε; Κι αν εγώ δεν είμαι πια εδώ και το τηλέφωνο συνεχίσει να δονείται; Αν συνεχίσει να αναβοσβήνει το μήνυμα στην οθόνη και η ευγενική φωνή που δεν θα είναι πια ευγενική συνεχίσει να ζητάει αυτά που δικαιούται να πάρει; Τι θα μπορούσε άραγε να σταματήσει τη φωνή;
    Συνεχίζω το δρόμο μου.
   Στην Αραχόβης θέλω να περάσω απέναντι. Ακούω πρώτα το θόρυβο. Ένα βουητό που θαρρείς κι έρχεται από τα έγκατα της γης. Ίσα που προλαβαίνω να δω το μηχανάκι. Περνάει από δίπλα μου. Παραλίγο θα περνούσε από πάνω μου. Παρά λίγο. Τρομάζω τόσο που τρέμουν τα πόδια μου. Κάνω πίσω και οι σακούλες φεύγουν από τα χέρια μου. Σκορπίζουν τα πράγματα. Ντρέπομαι, γαμώτο. Μετά την τρομάρα, νιώθω ντροπή. Έτσι όπως σκόρπισαν τα πράγματα, νιώθω γυμνός στη μέση του δρόμου. Ούτε καν κοιτάζω γύρω μου από την ντροπή. Κάνω πως δεν βλέπω για να μη με δουν και μένα. Το κεφάλι σκυφτό, κρεμασμένο από το σβέρκο μου σαν σπασμένο. Επικεντρώνω την προσοχή μου στην άσφαλτο. Το μόνο που ακούω είναι τον οδηγό της μηχανής που βρυχάται. Πρόσεχε ρε παλιόγερε, θα σκοτωθείς. Όχι και γέρος ρε φίλε, θέλω να του πω. Μεσήλικας ναι, αλλά γέρος; Αυτό το παλιόγερος μου στοίχισε πιο πολύ από όλα.
    Μαζεύω τα πράγματα. Τα βάζω όπως όπως στις σακούλες. Ευτυχώς που άντεξαν και δεν σκίστηκαν. Τα πορτοκάλια έχουν κυλήσει από δω κι από κει. Θα τα αφήσω και θα φύγω. Σιγά μην κυνηγάω τα πορτοκάλια. Μη σου πω πως θα τα αφήσω όλα όπως είναι και θα εξαφανιστώ.
    Έρχεται μια κοπέλα.
    «Μήπως θέλετε βοήθεια;» με ρωτάει.
   «Όχι, όχι, σας ευχαριστώ πολύ» της λέω. Νιώθω άβολα. Είμαι πράγματι ένας γέρος. Ένας γελοίος γέρος που στέκεται στο πεζοδρόμιο και κοιτάζει αυτούς που τον κοιτάζουν, ενώ εύχεται να ανοίξει η γη να τον καταπιεί.
    «Είναι όλα μια χαρά, ευχαριστώ».
    Η κοπέλα απομακρύνεται.
   Τη βλέπω να φεύγει και σκέφτομαι τη Δόμνα. Θα έχουν πάνω- κάτω την ίδια ηλικία. Της μοιάζει κιόλας λίγο. Έχουν τα ίδια κυματιστά μαλλιά.
    Παίρνω βαθιά ανάσα και συνεχίζω.
    Ανεβαίνω τη σκάλα της εισόδου με τα πόδια μου βαριά σαν πόδια ελέφαντα. Λίγο ακόμη και θα πέσω κάτω. Στάζω στον ιδρώτα. Θα σκοτωθείς παλιόγερε. Θα πεθάνεις παλιόγερε. Βρωμερέ παλιόγερε.
    Τραβήχτηκα πίσω ενστικτωδώς. Αυτό δεν θα έκανε ο καθένας; Αυτό θα έκανε.
Βάζω το κλειδί στην πόρτα. Μπαίνω στη δροσιά της εισόδου. Ούτε αιρκοντίσιον να είχε. Η ατμόσφαιρα είναι κρύα και υγρή. Καλώ το ασανσέρ. Περιμένω. Είναι στον τέταρτο και κατεβαίνει. Το κόκκινο φωτάκι αναβοσβήνει. Μετράει αντίστροφα τους ορόφους. Μετράει κι ο χρόνος αντίστροφα; Τέταρτος. Τρίτος. Δεύτερος. Πρώτος. Μηδέν. Στο μηδέν ανοίγω την πόρτα και μπαίνω.
    Γιατί έκανα πίσω;
     Να ξεφορτωθώ τις ρημάδες τις σακούλες. Μόνο αυτό θέλω. Τις πετάω σε μια γωνιά και ανασαίνω.   Ακούω ένα κρακ. Κομμάτια γυαλιού που θρυμματίζονται. Έσπασε το μπουκάλι της μπύρας. Σώθηκε πριν, στο δρόμο και έσπασε τώρα, μέσα στο σπίτι. Δεν βαριέσαι. Ποιος νοιάζεται για την μπύρα; Πηγαίνω στην κουζίνα. Ανοίγω το ντουλάπι. Αυτό πάνω από το νεροχύτη. Βγάζω ένα ποτήρι. Έχει ένα λεκέ στο χείλος αλλά δεν με πειράζει. Τίποτα δεν με πειράζει. Παίρνω το μπουκάλι με το ουίσκι. Είναι γεμάτο σχεδόν ως τη μέση. Περίεργο. Πότε άδειασε; Δεν μπορώ να θυμηθώ πότε το άδειασα, αλλά δεν με νοιάζει κιόλας. Το μόνο που θέλω είναι να αδειάσω και το υπόλοιπο και μάλιστα ει δυνατόν αμέσως. Γεμίζω το ποτήρι κατά τα δύο τρίτα. Συμπληρώνω με παγωμένο νερό. Το πίνω στην υγειά μου.
     Ακούω το κουδούνισμα. Ο ήχος ακούγεται από το μέσα δωμάτιο. Αρχικά νομίζω πως είναι η πόρτα. Όμως όχι. Το τηλέφωνο είναι. Δεν μπορεί να μη μ’αφήνουν ήσυχο ούτε εδώ. Η τσέπη μου αναταράζεται. Φοράω ακόμη το μπουφάν. Παρ’ όλη τη ζέστη και τον ιδρώτα δεν πρόλαβα να το βγάλω. Ή μάλλον το ξέχασα. Ξέχασα την προστατευτική πανοπλία μου. Είμαι ακόμη σε ετοιμότητα. Χωρίς την πανοπλία είμαι γυμνός.
    Η τσέπη μου δονείται λίγο ακόμη και μετά σταματάει. Το κουδούνισμα συνεχίζεται. Δεν ξέρω αν θέλω να το σηκώσω. Ποιον να αντιμετωπίσω και πώς; Με τι δυνάμεις; Προχωρώ και τρεκλίζω. Σαν μεθυσμένος. Αλλά, μα την αλήθεια, δεν είμαι μεθυσμένος. Όχι ακόμα. Όχι σήμερα. Είναι αυτή η κούραση που μου αποδιοργανώνει το περπάτημα. Μαζί με το μυαλό μού γαμάει και το περπάτημα. Κάθομαι στην ψάθινη πολυθρόνα δίπλα στο τραπεζάκι με το τηλέφωνο. Το νούμερο αναβοσβήνει πάνω στην οθόνη. Μου είναι γνωστό. Είμαι βέβαιος πως έχω δει πολλές φορές αυτό τον αριθμό, όμως δεν θυμάμαι ποιανού είναι. Πρέπει κάποτε να καταχωρίσω τα ονόματα στις επαφές. Θα το κάνω κάποτε. Προς το παρόν και μόνο η σκέψη με κουράζει.
     Σηκώνω το ακουστικό.
    Ακούω τη φωνή της.
    «Έλα, μπαμπά, εγώ είμαι. Πώς είσαι σήμερα;»
     Θέλω να κατεβάσω όλο το ποτήρι. Μόνο αυτό θέλω. Η μόνη αληθινή μου επιθυμία είναι αυτή.
    Δεν το κάνω γιατί δεν θέλω να το καταλάβει. Και είναι ικανή να το καταλάβει. Πάντα το καταλαβαίνει. Γιατί όμως να με νοιάζει; Γιατί θέλω ξαφνικά να είμαι αρεστός; Καημένε Χριστόφορε, είσαι ένας καλός και υπάκουος μαθητής. Έλα άφησε το ποτήρι και μίλα στην κορούλα σου όπως αρμόζει σε έναν πατέρα.
    «Καλά είμαι, πώς να είμαι; Όπως συνήθως», της λέω.
    «Σε ακούω λίγο ανήσυχο».
     Ανήσυχο. Με ακούει λίγο ανήσυχο. Έτσι μου είπε.
    Και μετά παύση. Τόσο μεγάλη παύση που νομίζω πως έπεσε η γραμμή. Κενό. Εκκρεμότητα. Η σχέση μας καθορίζεται από τα κενά της. Πάντα έτσι ήταν.
     Θέλω να κλείσω το τηλέφωνο. Δεν θέλω να πω άλλη κουβέντα.
     Γιατί να περιγράψω από το τηλέφωνο αυτό που μου συμβαίνει;
    Ακούω την ανάσα της. Η ανάσα της μου χαϊδεύει το αυτί. Είναι το ίδιο κορίτσι;
    Η ανάμνηση έχει ως εξής: ένα κορίτσι ίσα με δέκα χρονών, με έναν πλούσιο σγουρό θύσανο στο κεφάλι, ποζάρει με φόντο τα χαλάσματα. Φοράει κόκκινο πουλόβερ. Ένα κόκκινο φωτεινό, θρασύ. Κρατάω μια παλιά Nikon. Είναι παλιά και για τότε. Ένα από τα πρώτα μοντέλα που δεν το χρησιμοποιώ πια στη δουλειά. Φωτογραφίζω. Απανωτά και ασταμάτητα. Φωτογραφίζω σαν να πυροβολώ. Το πρόσωπο της Δόμνας είναι όλο ένα χαμόγελο.
    Άραγε θυμάται τίποτα από κείνο το ταξίδι ή είναι σαν να μην έγινε ποτέ;
    Δεν είναι ερώτηση. Μάλλον με διαπίστωση μοιάζει. Ίσως γι’ αυτό μου προκαλεί πόνο.
    Τι περιμένει να της πω;
    «Μπαμπά, δεν θα μπορέσω να περάσω σήμερα».
     Δεν της ζήτησα να περάσει. Ποτέ δεν της το ζήτησα.
    «Δεν σου ζήτησα να περάσεις».
    «Έχω πολλά μαθήματα και θα είναι δύσκολο».
     Δικαιολογείται. Γιατί μπαίνει στον κόπο να δικαιολογηθεί;
    «Θα είσαι εντάξει;».
     Τι θα πει εντάξει;
    «Σου είπα πως είμαι καλά».
    «Αν θελήσεις κάτι πάρε με τηλέφωνο».
   Επιμένει. Και μετά; Μετά πάλι η ίδια αμήχανη παύση. Δεν μιλά μα είναι εκεί, πίσω από το τηλέφωνο, δίπλα στο αυτί μου και περιμένει κάτι να της πω.
    «Πάρε με όποτε θέλεις».
    Δεν θα την πάρω ποτέ. Ποτέ δεν της ζήτησα τίποτα. Ούτε και τώρα θα το κάνω.
    «Εντάξει».
    «Σε φιλώ».
    Χαμηλώνει την ένταση της φωνής σαν να ντρέπεται.
    Κλείνω το τηλέφωνο. Πού να είναι άραγε εκείνο το παλιό μοντέλο της Nikon; Κάπου θα είναι παραχωμένη. Σίγουρα κάπου εδώ μέσα θα είναι. Νιώθω μια τρελή επιθυμία να τη βρω και να την κρατήσω στα χέρια μου. Θέλω να την ανοίξω. Να κινήσω το φωτοφράχτη με τα χέρια μου. Να ακούσω τους ήχους της. Πιο πολύ από όλα μου έχουν λείψει οι ήχοι της. Να τη μυρίσω. Να βρω τα ψήγματα εκείνου του ταξιδιού. Να ξαναβρώ την παλιά ερωμένη. Τη γριά, την πεθαμένη ερωμένη. Ίσως να σώσω κάτι έτσι.
    Θυμάμαι τα τρία πακέτα τσιγάρα που αγόρασα πριν από λίγο. Τα βγάζω από την τσέπη του μπουφάν. Τα αφήνω στην άκρη του τραπεζιού. Να τα κοιτάζω. Να μπορώ να τα βλέπω. Βγάζω και το κινητό. Θα το κλείσω. Δεν θα το αφήσω να μου κουνιέται άλλο. Κάθομαι και αποτελειώνω το ποτό μου.
    Όταν ξυπνάω βλέπω το μπουκάλι με το ουίσκι πεταμένο στο πάτωμα. Άδειο. Το στόμα μου στεγνό και πικρό. Σηκώνομαι και πηγαίνω στο μπάνιο. Κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Αυτά τα γένια που πετάγονται σαν αγκάθια δικά μου είναι; Κι αυτό το πρόσωπο; Κι αυτά τα μακριά και γκρίζα μαλλιά; Τα μαζεύω προς τα πίσω. Τα τραβάω πίσω να μη φαίνονται. Τα εξαφανίζω. Σαν έφηβο κοριτσάκι που κάνει σκέρτσα μπροστά στον καθρέφτη. Προσπαθώ να φανταστώ το κεφάλι μου χωρίς μαλλιά. Βλέπω το γυμνό κρανίο μου. Μια στρογγυλή γυαλιστερή μπάλα. Θα σπάσω τον καθρέφτη. Μια ριπή παγωμένου αέρα. Είμαι παιδάκι και κάποιος κλείνει το φως του δωματίου βυθίζοντάς το στο σκοτάδι. Αυτό το ίδιο σκοτάδι. Έμπηγα τις φωνές και γλίτωνα τότε. Τώρα;
     Να το πάλι το τηλέφωνο. Ντριν ντριν από το μέσα δωμάτιο. Όλα τα κακά νέα από το τηλέφωνο τα μαθαίνω. Απανωτά ντριν και να τη η συμφορά. Το κλείνεις το γαμημένο και είσαι άλλος.
     Αυτή όμως πρέπει να είναι η Δόμνα. Είμαι σχεδόν βέβαιος πως είναι αυτή.
    Προηγουμένως, για μια στιγμή μόνο, είχα σκεφτεί να της ζητήσω δανεικά. Να ζητήσω λεφτά από το παιδί μου. Πώς το σκέφτηκα; Και να πεις ότι δεν ξέρω τις δυσκολίες που περνάει. Κανονικά εγώ θα έπρεπε να τη βοηθήσω. Πάλι καλά που δεν μπορεί να διαβάσει τη σκέψη μου. Κάτι είναι κι αυτό.    Σκέψη που δεν τη μοιράζεσαι είναι σαν να μην έγινε. Έτσι δεν λένε;
    Το τηλέφωνο επιμένει. Αναρωτιέμαι αν πρέπει να το σηκώσω. Δεν θέλω να επαναληφθεί μια κουβέντα αμήχανη σαν τη μεσημεριανή. Αυτή η αμηχανία μού προκαλεί τόση παραπάνω αμηχανία που θέλω να ξεφωνίσω. Και η επιμονή της με τα τηλεφωνήματα; Οίκτο δεν φανερώνει; Με λυπάται. Αυτό είναι όλο. Δεν βρίσκει χρόνο να με δει. Έτσι δεν είπε; Και λοιπόν; Θα καταλαγιάσει τις τύψεις της τηλεφωνώντας μου; Και γιατί να νιώθει τύψεις; Ποιος τις γαμεί τις τύψεις;
     Δεν θα της κάνω τη χάρη. Δεν θα παίξω το παιχνίδι της. Ένα παιχνίδι ενοχών και μεταμέλειας. Ένα παιχνίδι χαμένο από χέρι.
     Άσ’ τη να βουρλίζεται.
    Όμως πάλι… Δεν ξέρω. Θέλω να την ακούσω. Η επιθυμία μου να την ακούσω είναι μεγαλύτερη από τη δυσαρέσκεια που μου προκαλεί ο τρόπος της. Η παρουσία της είναι συγκαταβατική. Αυτό με πειράζει. Συγκαταβατική παρουσία ή καθολική απουσία; Ιδού το δίλημμα. Κι εγώ καλούμαι να επιλέξω.
     Γιατί όμως να μην είναι δίπλα μου το παιδί μου; Γιατί όλοι αυτοί οι ελιγμοί και οι ευγένειες και οι σιωπές; Τι της έχω κάνει Θεέ μου και αρνείται ακόμη και τώρα να τα βάλει όλα στην άκρη και να είναι εδώ; Αυτό θα ήθελα. Να είναι εδώ. Και, κατά βάθος, νομίζω πως δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία που δεν είναι. Αν περιμένει να της το ζητήσω δεν θα το κάνω ποτέ. Το ξέρει. Με ξέρει. Κι εγώ νομίζω πως την ξέρω. Αυτό με βασανίζει πιο πολύ από όλα. Που είναι τόσο δική μου κι ακόμη δεν το καταλαβαίνει. Και που ίσως να είναι αργά όταν και αν το καταλάβει.
     Το κουδούνισμα επιμένει. Θα το προλάβω;
     Ξαφνικά, τρελαίνομαι στην ιδέα μήπως δεν το προλάβω.
    Κάθομαι στην ίδια ψάθινη πολυθρόνα. Δίπλα στην μπαλκονόπορτα. Σκύβω και βλέπω ένα κομμάτι ουρανού. Ένα γκρίζο κομμάτι ουρανού. Το κεφάλι μου βαρύ. Σαν να έχω ένα σακί με τσιμέντο πάνω στο σβέρκο μου. Σηκώνω το ακουστικό.
    «Λέγετε;»
    «Έλα, Χριστόφορε, η Βήλμα είμαι».
    Πρώτη σκέψη, να το κλείσω δίχως να πω κουβέντα. Αστραπιαία, περνούν από μπροστά μου σαν σε κινηματογραφική ταινία, μια σειρά αμίλητων, νεκρών χρόνων συμβίωσης. Η φωνή της. Ο άκαμπτος, ευθύς, σίγουρος τόνος της. Ρίγος. Μια ανατριχίλα σαν κακό προαίσθημα. Από το στόμα μου δεν βγαίνει κουβέντα.
     «Η Δόμνα μου είπε πως σε άκουσε ανήσυχο».
     «Ιδέα της είναι».
     «Χριστόφορε, δεν είναι κακό να μου πεις πώς νιώθεις».
     «Νιώθω μια χαρά».
     Σιωπή. Η Βήλμα αναστενάζει. Ένας αναστεναγμός που με διαπερνά.
     «Ξέρω πως αύριο είναι μια ιδιαίτερη μέρα για σένα».
    Εισβάλλει στο σπίτι μου. Μπαίνει απρόσκλητα στην κρεβατοκάμαρά μου. Ανακατεύει τα πράγματά μου. Θέλω να της πω πως το ενδιαφέρον της μου φέρνει ναυτία. Νιώθω στ’ αλήθεια ναυτία. Όχι απλώς ναυτία, θέλω να βγάλω τα σωθικά μου.
     Πάλι η ίδια σκέψη.
    Λεφτά. Να της ζητήσω λεφτά. Να πάρω παράταση. Λίγο χρόνο παραπάνω. Δεν ξέρεις τι μπορεί να φέρει ο χρόνος.
     «Χριστόφορε, είσαι εκεί…».
    Είναι μια ιδιαίτερη μέρα. Για σένα. Είναι μια ιδιαίτερη μέρα για σένα. Το «για σένα» το λέει κάπως; Έτσι μου φαίνεται.
    «Είναι μια μέρα σαν τις άλλες» της λέω.
    «Θέλω να ξέρεις πως αν χρειαστείς κάτι…».
    Την προλαβαίνω. Δεν την αφήνω να συνεχίσει.
    «Σ’ ευχαριστώ, δεν θα χρειαστώ τίποτα».
    «Εγώ και το παιδί…».
    «Σ’ ευχαριστώ. Καλύτερα να το κλείσουμε τώρα γιατί είμαι λίγο κουρασμένος».
    «Εντάξει, Χριστόφορε, ό,τι θελήσεις εδώ είμαι».
    Τι να θελήσω από σένα, θέλω να της πω. Κι αυτό που θέλω σιγά μη μου το δώσεις. Αυτό που κατάφερε είναι να κάνει το στομάχι μου σμπαράλια. Θέλω καθαρό αέρα. Να βγω στο μπαλκόνι να αναπνεύσω. Το δωμάτιο μου φαίνεται μικρό. Μικρό και σκονισμένο. Οι τοίχοι έρχονται καταπάνω μου. Αν δεν βγω από δω οι τοίχοι θα συνθλίψουν το κρανίο μου. Το πάτωμα είναι σαθρό. Όλα στριφογυρίζουν. Αέρα. Θέλω αέρα. Να αναπνεύσω. Να πιω. Αυτό θέλω. Ένα ποτήρι. Ακόμα ένα ποτήρι.
    Πηγαίνω στην κουζίνα κι ανοίγω ένα καινούργιο μπουκάλι. Ένα ολοκαίνουργιο γεμάτο μπουκάλι. Με ωραίο ωχροκίτρινο χρώμα. Με μυρωδιά που σπάει τα ρουθούνια. Η μυρωδιά ξεχύνεται μόλις το ανοίγω. Κατακλύζει το χώρο και τον μεγαλώνει. Του δίνει αέρα. Τον αέρα που χρειάζομαι.
Γεμίζω το ποτήρι. Τρία τέταρτα ουίσκι. Το υπόλοιπο παγωμένο νερό. Το κατεβάζω σχεδόν μονοκοπανιά.
     Ακούω πάλι το κουδούνισμα.
    Αποκλείεται να το σηκώσω αυτή τη φορά. Θα το αφήσω να σκούζει όσο θέλει. Δεν θα το σηκώσω. Τελείωσε.
    Κι αν είναι κάτι επείγον; Αν είναι η Δόμνα και θέλει να μου μιλήσει; Αν είναι από την τράπεζα και χάσω την ευκαιρία να πάρω παράταση;
   Δεν είναι κι εύκολη ιστορία να μην το σηκώσεις. Θέλει κότσια να μη σηκώσεις ένα τηλέφωνο που χτυπάει. Το τηλέφωνο χτυπάει μέσα σε ένα άδειο διαμέρισμα. Είσαι μόνος στο διαμέρισμα και αύριο. Αύριο…
    «Λέγετε;».
    «Καλησπέρα, Πέτρος Θεοδώρου».
    «Καλησπέρα».
    Ανησυχία. Ανησυχία που πλανιέται σαν σκιά από πάνω μου.
   «Συμβαίνει κάτι κύριε Θεοδώρου;».
    Αγωνία.
   «Απολύτως τίποτα δεν συμβαίνει κύριε Λέκκα. Πήρα να σας υπενθυμίσω το αυριανό ραντεβού».
   «Ναι, ναι, γιατρέ, το θυμάμαι, φυσικά και δεν το έχω ξεχάσει».
    Περιμένω κι ακούω την καρδιά μου να χτυπά. Χτυπά σαν να ουρλιάζει. Ο άλλος δεν μπορεί να την ακούσει. Έτσι δεν είναι; Όπως οι σκέψεις έτσι και οι καρδιές: δεν τις ακούει κανείς.
    Θα ήθελα να μπορώ να δω το πρόσωπό του. Να μεταφράσω το ύφος του. Αδιάφορο; Ανήσυχο; Καθησυχαστικό; Η απάντηση για όλα κρύβεται μέσα σε αυτό το ύφος.
    Χρόνο. Θέλω λίγο χρόνο ακόμα.
    «Είναι η πρώτη θεραπεία και θα πρέπει να είμαστε λίγο ακριβείς στην ώρα. Εννιά ακριβώς, έτσι;».
    «Ναι γιατρέ, εννιά ακριβώς».
  Αβεβαιότητα. Απαντώ με την ίδια αβεβαιότητα που απαντάει ο αδιάβαστος μαθητής στον παντογνώστη δάσκαλο.
    «Άντε, τα λέμε αύριο, Χριστόφορε. Γεια σου τώρα».
    Πώς με αποκάλεσε; Γεια σου Χριστόφορε. Έτσι είπε. Ποτέ ξανά δεν με έχει πει με το όνομά μου.   Ούτε στον ενικό μου έχει μιλήσει ξανά. Εντάξει. Αυτό είναι. Κατάλαβα. Κανένα ύφος δεν χρειάζεται να μεταφράσω. Η απάντηση για όλα βρίσκεται μέσα σε αυτή την οικειότητα.
***
*
Διήγημα από τελευταίο βιβλίο της
Ευγενίας Μπογιάνου «Κλειστή πόρτα«
από τις εκδόσεις Πόλις
*
Copyright © Ευγενία Μπογιάννου
photo© Jasanský/Polák 1994/96
You might also like: