Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι

Ετών 43. Άγαμος. Εργάζεται σ’ ένα ραφείο. Το ραφείο το ’χει ένας εβραίος με τ’ όνομα κι είναι στο βάθος μιας παλιάς στοάς, δεξιά. Εργάζεται οκτώ ώρες την ημέρα, έξι μέρες τη βδομάδα. Κάθε μέρα, στις 11, διακόπτει για να φάει το κολατσιό του. Το κολατσιό του είναι ένα σάντουιτς που το φέρνει από το σπίτι του. Το σπίτι του είναι ένα διαμέρισμα δύο δωματίων. Το ένα δωμάτιο βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που κατεβαίνει απ’ το σταθμό, περνάει μπροστά απ’ τη Βιβλιοθήκη και, πέντε τετράγωνα πιο κάτω, αλλάζει όνομα. Το όνομα του ανθρώπου είναι κοινό. Κοινός είναι κι ο τρόπος που περνάει τα βράδια του. Τα βράδια, το χειμώνα, έρχονται γρήγορα, μα αυτός τα προτιμάει απ’ το να μπαίνει σπίτι του ιδρωμένος και να φέγγει. Μπαίνει στο σπίτι του, κι αν πρέπει, ανάβει φως• κάθεται στη μοναδική του πολυθρόνα, μπρος απ’ το παράθυρο του ενός από τα δύο δωμάτια, αυτού που βλέπει στο δρόμο. Ο δρόμος είναι αυτός που ξεκινάει απ’ το σταθμό αλλά το είπαμε. Ο σταθμός είναι ένα γκρίζο σιδερένιο κτίριο όπως όλα τα γκρίζα σιδερένια κτίρια που είναι σταθμοί. Σ’ αυτόν κατέβηκε πριν τριάντα χρόνια. Τα χρόνια πέρασαν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Κυριακίδης, Μπονζάι»

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πάσχα Ρωμέϊκο

Ομπάρμπα-Πύπης, γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν  ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργα, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου τοῦ κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἑνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δυὸ ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκον του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, ἐσυνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ’ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.

 

   Ὅταν ἐμειδία ὁ μπάρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ’ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκος του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ’ ἐπικληνὴς πρὸς τὸ οὕς, ὅλα παρ’ αὐτῶ ἐμειδίων.
   Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ• ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἥν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἐφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδιν, μὰ δότο, δοτίσσιμο κὲ ταλέντο! Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο! τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον, μὰ μπράβο! τὸν Σιορπιέρρο, κὲ γκρὰν φιλόζοφο! Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράϊλαν, διὰ τὸν τίτλον ὅν τοῦ εἶχαν ἀπονείμει, φαίνεται οἱ Ἄγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).
   Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!), τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα:
Ὡσὰν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;
Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι’ ἀνάφτει
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσιν ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ’ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλε πότε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκτεσι, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴ τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.
   «Ἲλ τραδιτόρε νὸν ἃ κομπασσιόν» -ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπησι. Ἐνίοτε πάλι ἐμαλάττετο κ’ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ’ ἡ γῆς ἀναμάρτητος -ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκάμπιλε.» Καὶ ὕστερον, ἀφ’ οὗ ἡ γῆ δὲν εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τὶς ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκάμπιλε, ἀλλὰ ἰνφαλίμπιλε, δὲν ἤθελε ν’ ἀναγνωρίσει τὴν διαφοράν.
   Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δυὸ ἢ τρεῖς προσευχάς, ἅς εἴξευρεν τὰς εἴξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του εἴξευρε ρωμέϊκα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος κύριος Σαβαώθ… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις» Ὅταν μὲ ἐρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο, τὸ ὡς ἐνάντιος, προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πράγμα. Ἀλλὰ μετὰ δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»
   Ἕν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν’ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν Δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν’ ἀκούση τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου…
   Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνη τὶς εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιὰ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν’ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώση τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου ἢ θὰ τὰ εἶχε κ’ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.
   Ἀλλ’ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβὴς καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνη κατ’ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, ν’ ἀκούη τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην Ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ν’ ἀναβαίνη πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.
   Ἦτο ὁ μπάρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς τὸν Πειραιὰ διὰ ν’ ἀκούση τὸ Χριστὸς Ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ’ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.
   Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός!
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης, Ἰταλοκερκυραῖος, ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός. Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α’ «εἶχε μεταλάβει ρωμέϊκα» ὅταν ἐκινδύνευσε ν’ ἀποθάνη, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς, τοῦ ἔλεγε τίς: «Διατὶ δὲν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.
   Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς Ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήση τις τὴν ἑβδομάδα τοῦ Ποντίφηκος• τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον Ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἰδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ὅτε ὁ Ἅγιος ἐπιφανὴς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ, κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον, ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε. Ἀφοῦ εὐρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ὁ μπάρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.
   Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου ὄτε κατέβαινεν εἰς Πειραιὰ πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χείρα τὴ λαμπάδα του, ἢν ἔμελλε ν’ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ, ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ’ ὀλίγον ν’ ἀναπαυθῆ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ’ ἐκεῖ ἐκάθησεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ἐπέστρωσε τὸ εἰς πολλᾶς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σιγαροθήκην του, ἤναψεν σιγαρέττον κ’ ἐκάπνιζεν ἠδονικῶς.
   Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης καί, πρὶν προφθάση νὰ στραφῇ νὰ ἴδῃ, ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.
   Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ’ ἀνέτελλε μετ’ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὅπου ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδε ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρὸν τί ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.
   Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῆ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χείρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ’ ἔκραξεν ἐναγωνίως.
   -Φίλος! Καλός! μὴ ρίχνεις…
   Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερεν τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν οὐδὲ καταβίβασε τὴν σκανδάλην.
   -Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.
   -Τί θέλω; ἐπανέναβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι νὰ φουμάρο τὸ τσιγάρο μου.
   -Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρης, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὖρες τὸν τόπο, ρέ, νὰ φουμάρης τὸ τσιγάρο σου!
   -Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπάρμπα-Πύπης. Τί σας ἔβλαψα;
   -Δὲν ξέρω ‘γω ἀπ’ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης• ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι’ ἄλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ. Ἐγελάστηκες.
   Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῆ τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῶ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.
    Ὁ μπάρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.
   -Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν• ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω, οὔτε λωποδύτης εἶμαι• ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιὰ ν’ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.
   Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.
   -Στὸν Πειραιά; στὸν Ἀϊ-Σπυρίδωνα; κι’ ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;
   -Ἀπ’ τὴν Ἀθήνα.
   -Ἀπ’ τὴν Ἀθήνα; καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίαις, ν’ ἀκούσης Ἀνάσταση;
   -Ἔχει ἐκκλησίαις, μὰ ἐγὼ τώχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπάρμπα-Πύπης.
   Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν, εἴτα ἐπανέλαβε.
   -Νὰ φχαριστᾶς, καϋμένε…
   Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμον του.
  -Νὰ φχαριστᾶς καϋμένε, τὴν ἡμέρα ποὺ ξημερώνει αὔριον, εἰ δὲ μή, δὲν τώχα γιὰ τίποτες νὰ σὲ ξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!
   Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἠτοιμάζετο νὰ ἀπέλθη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώση τελευταίαν ἀπάντησιν.
   -Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νἆσαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ’ εὐχαριστῶ ὡς τόσο ποὺ δὲ μ’ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε.., δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνεις γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης, κ’ ἐπήγαινα, σοῦ λέω στὸν Πειραιά.
   -Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…
   Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβολιοῦ, κ’ ἔγινεν ἄφαντος.
   Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.
   Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἠμπόδισε τὸν μπάρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ’ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνει πεζὸς εἰς τὸν Πειραιά, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.
   Ἐφέτος τὸ μισοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα νὰ τὸν συνοδεύσω εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ Ἅγιον Πάσχα.

Στάθης Ιντζές «Κάτω η σκουριά»

Εκδόσεις Ενδυμίων, 2013

(απόσπασμα)
Το διάδρομο που απλωνόταν αμέσως μετά την είσοδο, κοσμούσανε πορτραίτα σπουδαίων αντρών του παρελθόντος. Η Νοέλ σε έναν πίνακα αναγνώρισε το Λούκουλλο και άλλες σπουδαίες προσωπικότητες από τον χώρο τής καλοπέρασης. Κάπου υπήρχε και μια τοιχογραφία που αναπαρίστανε το κυνήγι ενός κάπρου που μετά από ένα σάλτο που έκανε για να ξεφύγει από τους κυνηγούς, κατέληξε στο στομάχι του Καίσαρα αμάσητος. Αμέσως μετά την εικαστική πανδαισία των πρώτων χιλιομέτρων, ο διάδρομος κοβόταν απότομα στα δυο από μια σειρά παγίδων που είχε προνοήσει να εγκαταστήσει η ασφάλεια του ανακτόρου. Πρώτα η τάφρος με τα πεινασμένα κυπαρίσσια και το πέρα δώθε του Ιερού Σαλίγκαρου, το σάλιο του οποίου συνέλεγαν οι άνθρωποι του Καίσαρα κάθε δίσεκτο έτος και το χρησιμοποιούσαν ως βοηθητικό χώνευσης όποτε αυτό κρινόταν απαραίτητο. Έπειτα, τα μυτερά μουστάκια του Κάπρου της Τοιχογραφίας, ανάμεσα από τα οποία έπρεπε να συρθείς εκτελώντας άριστα ασκήσεις ενόργανης γυμναστικής. Ίππο στους καλογυαλισμένους χαυλιόδοντες που ήταν μπηγμένοι παράλληλα με τους τοίχους και μονόζυγο στην ξεκούρδιστη ουρά του που έκρωζε φάλτσα κάθε φορά που κάποιος ακουμπούσε τη φουντίτσα της. Τέλος, θα ερχόσουν αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις ζωής ή θανάτου που απηύθυνε ο τριτεξάδελφος του γιου του Πάνα καθισμένος πρόστυχο σταυροπόδι στο πρώτο σκαλί της σκάλας. Η Οντέτ και η Νοέλ που είχαν μακρά εκπαίδευση σε ασκήσεις τραμπολίνου πάνω στην κοιλιά της Ζοζεφίν, δεν αντιμετώπισαν την παραμικρή δυσκολία να ξεπεράσουν τα εμπόδια των παγίδων. Έτσι, είχανε φτάσει σώες και αβλαβείς στην άλλη μεριά του διαδρόμου, στην αφετηρία της πολύπαθης σκάλας, πίσω από την οποία ξεπρόβαλλε καμουφλαρισμένη με κισσούς πολύπλοκων μοτίβων, η εκρού πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο όπου φυλασσόταν η πολυπόθητη τηλεφωνική συσκευή και τα κειμήλια του καθεστώτος. Όσο για τον τριτεξάδελφο του γιου του Πάνα ,έκαναν σαν να μην υπήρχε και αυτός ύστερα θύμωσε και ξεχάστηκε ολωσδιόλου από την ανθρωπότητα.
*
©Στάθης Ιντζές

Πέτρος Κυρίμης, Μνήσθιτί μου Κύριε

Αφήνω το μυαλό μου ελεύθερο, να τρέχει πάνω κάτω μέσα στα πολλά γυρίσματα του χρόνου και εκείνο επιστρέφει από ένα βεληνεκές που φτάνει μέχρι το ΄60. Εικόνες στη σειρά και ακούγονται τα παιδιά του Πειραιά με τη φωνή της Μελίνας.
    Εμπρός, προχωράνε με βήμα καμαρωτό, κρατώντας ένα μεγάλο πανό που γράφει ανορθόγραφα «Ολυμπιακός», η θρυλική πεντάδα των Αντριανοπουλέων, ακολουθεί ο Ζυλ Ντασέν κρατώντας ένα πλακάτ που γράφει «Ποτέ την Κυριακή», μετά πουτάνες, νταβατζήδες και τσάτσες, ο Χαρίδημος με τον μπερτέ του, αμερικάνοι ναύτες του έκτου στόλου και τσούρμο ξυπόλητα παιδιά να μπαινοβγαίνουν από χαμόσπιτα που έχουν για πόρτες σεντόνια και κουρελούδες, κάνοντας γκριμάτσες, πότε χαρούμενες και πότε κοροϊδευτικές.
    Κάτω στο Τουρκολίμανο, ο Χατζιδάκις τρώει με τη παρέα του γαρίδες γιουβέτσι. Ακούγεται το «Εκεί ψηλά στον Υμηττό, υπάρχει κάποιο μυστικό».
    Πέντε μικρά παιδιά, πάνω σε έναν μικρό χωματόλοφο, πίσω από το σινέ Άνεσις παραβγαίνουν ποιο θα πάει πιο μακριά το κατουρώ του.
    Μνήσθιτί μου Κύριε, -λέω- δοξασθήτω το όνομα σου.
  Ξαφνικά οι εικόνες σκορπίζουν σαν να σηκώθηκε κάποιος δυνατός άνεμος και ακούγονται εμβατήρια, ξεχωρίζει το «…είμαστε δυο, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς…». Άνθρωποι στους δρόμους σηκώνουν τα χέρια ψηλά σε γροθιές και φωνάζουν ρυθμικά ένα, ένα, τέσσερα, αστυνομικοί χτυπάνε με γκλόπς, κάποιοι βγάζουν λόγους σε μπαλκόνια, ο Γκοτζαμάνης βάζει εμπρός το τρίκυκλο. Μια γνωστή φωνή να ρωτάει, «Ποιός κυβερνάει αυτό τον τόπο;»
    Και μετά, όλες οι εικόνες εξαφανίζονται και από το βάθος φαίνεται να έρχεται προς το μέρος μου μια μικροσκοπική εικόνα λόγο της απόστασης, που καθώς πλησιάζει μεγαλώνει και γίνεται σε λίγο τεράστια, καλύπτοντας όλο το οπτικό μου πεδίο, έτσι που ξαφνικά βρίσκομαι μέσα στην εικόνα περικυκλωμένος από ένα χρώμα χακί, που προέρχεται από στρατιώτες και τανκς και μια φωνή επαναλαμβάνει μονότονα, «Ελλάς, Ελλήνων, Χριστιανών».
    Στα δημόσια ουρητήρια της Κλαυθμώνος , κάμποσοι ομοφυλόφιλοι κάνουν πιάτσα.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω ξανά- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
    Και μετά άλλες εικόνες έρχονται προς το μέρος μου εκτοπίζοντας σιγά, σιγά τις παλιές. Το χρώμα ξανοίγει, γίνετε γκρίζο και μετά φωτεινό και χαρούμενο.
    Οι εικόνες πετάνε ακανόνιστα ολόγυρα και η κάθε μια έχει τη φωτογραφία ενός γνωστού πολιτικού. Σε διάφορα βολ πλανέ περνάνε μπροστά μου, ο Μαύρος, ο Αβέρωφ, ο Ράλλης, μα σε λίγο ξεχωρίζουν και παραμένουν καθώς οι άλλες εικόνες αποχωρούν, οι εικόνες του Καραμανλή και του Αντρέα Παπαντρέου.
    Το γαλάζιο και το πράσινο εναλλάσσονται με τρελό ρυθμό, ώσπου στο τέλος μέσα σε ένα ολοπράσινο φόντο, πάνω σε ένα μπαλκόνι, ο Αντρέας σηκώνει στα χέρια του ένα μικρό κοριτσάκι.  Κόσμος πολύς, από κάτω, φαίνεται να χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
    Λίγο πιο πίσω του η Δήμητρα Λιάνη έχει σκύψει και ισιώνει τις ζαρτιέρες της.
    Το πράσινο χρώμα παραμένει παρ ΄ όλο που είναι λίγο ξεθωριασμένο.
    Πεντοχίλιαρα, δεκαχίλιαρα πάνε κι έρχονται, ο Κoσκωτάς τα εκτοξεύει προς όλες τις κατευθύνσεις μέσα σε κουτιά από πάμπερς.
    Μνησθιτί μου Κύριε –λέω πάλι- αγιασθήτω το όνομα σου.
 
*
©Πέτρος Κυρίμης
– φωτογραφία ανωνύμου -ειδική επεξεργασία: Στάχτες – 

Χάρης Γαντζούδης, Απόδραση -διήγημα

Αρχείο 23/04/2013

Κυριακή. Μισούσε τις Κυριακές. Ήταν αναγκασμένος να μένει όλη τη μέρα σπίτι και να τρώει στη μάπα την άθλια πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε τα τελευταία χρόνια. Πότε άρχισε να αισθάνεται έτσι; Πότε έπιασε για πρώτη φορά τον εαυτό του να θέλει να αποδράσει; Ούτε που θυμάται.
    Καθισμένος στην πολυθρόνα διάβαζε την εφημερίδα του. Ψέματα. Η εφημερίδα ήταν πρόσχημα. Απλώς ήθελε να αποκοπεί από το υπόλοιπο περιβάλλον. Είχε την ανάγκη να υψώσει έναν τοίχο, έστω και χάρτινο, να μη βλέπει. Το έκανε συχνά τελευταία…

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χάρης Γαντζούδης, Απόδραση -διήγημα»

Χάρης Γαντζούδης, Απόδραση -διήγημα

Κυριακή. Μισούσε τις Κυριακές. Ήταν αναγκασμένος να μένει όλη τη μέρα σπίτι και να τρώει στη μάπα την άθλια πραγματικότητα μέσα στην οποία ζούσε τα τελευταία χρόνια. Πότε άρχισε να αισθάνεται έτσι; Πότε έπιασε για πρώτη φορά τον εαυτό του να θέλει να αποδράσει; Ούτε που θυμάται.
    Καθισμένος στην πολυθρόνα διάβαζε την εφημερίδα του. Ψέματα. Η εφημερίδα ήταν πρόσχημα. Απλώς ήθελε να αποκοπεί από το υπόλοιπο περιβάλλον. Είχε την ανάγκη να υψώσει έναν τοίχο, έστω και χάρτινο, να μη βλέπει. Το έκανε συχνά τελευταία…
   Στον διπλανό καναπέ καθόταν η Μυρτώ, η δεκαεξάχρονη κόρη του, με τα ακουστικά στα αφτιά και με το laptop στα πόδια, συνομιλούσε με τους διαδικτυακούς της φίλους. Την παρατηρούσε να σμίγει τα φρύδια της, να χαμογελά, να κοιτάζει το ταβάνι κάθε φορά που έπρεπε να σκεφτεί μια έξυπνη απάντηση, να κοκκινίζει! Όταν κάποια στιγμή ακούμπησε τον υπολογιστή στο τραπεζάκι, πρόσεξε στην οθόνη τη φωτογραφία ενός νεαρού αγοριού. Ποιος ήταν αυτός; Τι δουλειά είχε με την κόρη του; Και αυτή η μελανιά στο λαιμό, η οποία δεν είχε κρυφτεί καλά κάτω από τη στρώση του μεικαπ; Ήθελε να της μιλήσει, να την κατσαδιάσει που μια σταλιά κορίτσι ήθελε έρωτες. Αλλά η σκέψη ότι και αυτός τα ίδια έκανε στην ηλικία της τον σταμάτησε.
    Δίπλα της η Χαρά, η γυναίκα του. Με το βλέμμα κολλημένο στην οθόνη της τηλεόρασης, περίμενε τη στιγμή που η παρουσιάστρια θα αποκάλυπτε στο τηλεοπτικό κοινό το νέο καυτό ειδύλλιο της πόλης.
   «Κλείσε επιτέλους αυτό το πράγμα» ήθελε να της φωνάξει. Να την πιάσει από το χέρι και να κλειστούν στην κρεβατοκάμαρα για ώρες, μέρες, μέχρι μια μελανιά να φανεί στο λαιμό του, στο λαιμό της…
   Ο Αλέξης γνώρισε τη Χαρά πριν είκοσι χρόνια. Εκείνος τελειόφοιτος της Φιλοσοφικής, εκείνη ετοιμαζόταν να δώσει εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Ήθελε να σπουδάσει Ψυχολογία ξεπηδάει από το πουθενά αυτή η λεπτομέρεια στο μυαλό του. Τη γνώρισε στο φροντιστήριο του Κώστα Βασιλείου, του πατέρα της, στο οποίο είχε πιάσει δουλειά. Την είχε προσέξει από την πρώτη μέρα που μπήκε στην αίθουσα για να διδάξει.
   Συνήθως είχε τα μακριά μαύρα μαλλιά της πιασμένα, αφήνοντας σε κοινή θέα τον λεπτό λαιμό της.  Τα ντροπαλά χαμόγελα που του χάριζε κάθε φορά που τα βλέμματα τους συναντιόντουσαν τον έκαναν να καταλάβει ότι και εκείνη τον είχε προσέξει.
   Λίγο καιρό μετά ο πατέρας της τον κάλεσε στο γραφείο του και του ζήτησε να κάνει ιδιαίτερα στην κόρη του. Στην αρχή δίστασε. Ήξερε πως πίσω από αυτή την πρόταση κρυβόταν η Χαρά και δεν είχε στο μυαλό της τα ιδιαίτερα. Δεν ήθελε να ρισκάρει τη θέση του στο φροντιστήριο. Τελικά δέχτηκε την πρόταση όταν οι γονείς του, του έκοψαν την οικονομική ενίσχυση και δεν είχε σκοπό να γυρίσει στα Γιάννενα.
   Από το πρώτο μάθημα η Χαρά του έδειξε τις προθέσεις της. Ακουμπούσε δήθεν τυχαία τον ώμο της στο δικό του, κάρφωνε το βλέμμα της στο δικό του κάθε φορά που εκείνος έσκυβε δίπλα της για να της εξηγήσει κάτι. Του χαμογελούσε αμήχανα. Το απαλό άρωμά της τον υπνώτιζε και συχνά έκανε σαρδάμ.
   «Είσαι μαλάκας, δεν καταλαβαίνεις πως η γκόμενα θέλει να την πηδήξεις;» του φώναζε ένα απόγευμα ο Αντρέας, συμφοιτητής από τη Θεσσαλονίκη και συγκάτοικος στην Αθήνα.
   «Τι περιμένεις; Πήδηξέ τη να τελειώνουμε». Έτσι σκεφτόταν ο Αντρέας ο οποίος κατά τη διάρκεια των φοιτητικών τους χρόνων είχε «πάρει» τις μισές φοιτήτριες της Φιλοσοφικής, μαζί και την υπάλληλο της βιβλιοθήκης που δεν μπόρεσε να αντισταθεί στο στενό μαρκάρισμα που της έκανε και στο βαθύ μπλε των ματιών του.
   Εκείνο το απόγευμα ο Αλέξης δεν άντεξε. Οι γονείς της τον υποδέχτηκαν στο σαλόνι. Μετά από μια γρήγορη ενημέρωση για την πρόοδο της κόρης τους, ακολούθησε τη Χαρά στο δωμάτιο της. Τα χείλη τους πλησίασαν σε απόσταση αναπνοής μέχρι που ενώθηκαν. Στο δωμάτιο απλώθηκαν επιφωνήματα ηδονής. Η αδρεναλίνη του ανέβαινε ακόμα περισσότερο στη σκέψη ότι οι γονείς τηςβρισκόταν στο σαλόνι και εκείνος ξεπαρθενεύει την κόρη τους στον επάνω όροφο. Λίγο αργότερα ο Αντρέας έδινε τα συγχαρητήρια του στον κολλητό του. Τα ιδιαίτερα συνεχίστηκαν όπως και η σχέση τους. Τα επιφωνήματα της ηδονής κατέκλυζαν το δικό του σπίτι ελεύθερα και χωρίς φόβο. Η Χαρά απέτυχε στις εξετάσεις αλλά δεν την ένοιαζε. «Θα δώσω ξανά του χρόνου» έλεγε. Αλλά δεν έδωσε ποτέ ξανά. Έμεινε έγκυος. Η Ψυχολογία ξεχάστηκε. Έπρεπε να ετοιμάσει το γάμο της δεν είχε καιρό. Στην αρχή οι γονείς της τσίνησαν αλλά όταν έμαθαν για την εγκυμοσύνη το δέχτηκαν, δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Όπως και ο Αλέξης που πριν το καταλάβει βρέθηκε παντρεμένος. Τη Χαρά την αγάπησε αληθινά όταν απέβαλε στον πέμπτο μήνα. Αυτή η αναποδιά τους έφερε πιο κοντά. Έκαναν σχέδια για το μέλλον, για τα επόμενα παιδιά που θα έκαναν. Η σχέση τους πέρασε σε άλλο επίπεδο και τρία χρόνια αργότερα ήρθε η Μυρτώ να ολοκληρώσει την ευτυχία τους. Ο Αλέξης ήταν ευτυχισμένος. Είχε τη γυναίκα που ήθελε, τη Μυρτώ που ολοκλήρωνε την ύπαρξη του και τον πεθερό του ο οποίος τον ξάφνιασε όταν του ανακοίνωσε πως ήρθε ο καιρός πια να αναλάβει μόνος του το φροντιστήριο. Τι είχε πάει στραβά;
   Σήκωσε το βλέμμα του από την εφημερίδα και έριξε μια διερευνητική ματιά στη γυναίκα του. Προσπαθούσε να ανακαλύψει που χάθηκαν. Η σημερινή της εικόνα δεν είχε καμία σχέση με το κορίτσι που είχε γνωρίσει είκοσι χρόνια πριν.
   Πια δεν έκαναν σεξ, δεν είχαν δικές τους στιγμές. Τα ηδονικά επιφωνήματα είχαν σταματήσει εδώ και καιρό. Από πότε; Δεν θυμάται. Το μόνο που θυμάται είναι τη γυναίκα του να τρέχει πίσω από τη Μυρτώ, να αλλάζει κουρτίνες τέσσερις φορές το χρόνο, τη λεπτή μέση της να στρογγυλεύει, το λιγοστό ελεύθερο χρόνο τους να τον περνάνε στο σπίτι τον γονιών της ή μπροστά στην τηλεόραση αμίλητοι, συμβιβασμένοι.
   «Πάμε κάπου το Σαββατοκύριακο;» θυμάται να τη ρωτάει όταν η κόρη τους έκλεινε τα δέκα της χρόνια. Δεν πήρε απάντηση και αποφάσισε να μην της ξανά προτείνει κάτι.
   Άφησε την εφημερίδα στο τραπεζάκι και ανασηκώθηκε στη δερμάτινη πολυθρόνα. Η φασαρία στο μυαλό του έγινε ανυπόφορη. Ένιωσε να δυσκολεύεται να αναπνεύσει λες και μια αόρατη θηλιά είχε τυλιχθεί γύρω από το λαιμό του και τον έπνιγε. Προσπάθησε να στρίψει ένα τσιγάρο. Τα χέρια του έτρεμαν. Η φασαρία στο μυαλό του μεγάλωνε. Ο καπνός έπεφτε στο χαλί. Η Χαρά του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα σαν να τον έβριζε για την ακαταστασία του. Άφησε μια από τις πολλές βρισιές που του ερχόταν στο μυαλό να βγει και νευρικά κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα.
   Κάθισε στη μπαμπού πολυθρόνα και άπλωσε τα πόδια του στο γυάλινο τραπεζάκι. Οι παντόφλες του έπεσαν στο πάτωμα, αφήνοντας τις γυμνές πατούσες του εκτεθειμένες στο ψύχος του χειμώνα. Δεν τον ένοιαζε. Δεν ήθελε να γυρίσει στο σαλόνι, το μόνο που ήθελε ήταν να αποδράσει. Έφερε το τσιγάρο στα χείλη του. Με την πρώτη ρουφηξιά ένοιωσε να ζαλίζεται.
   Αναρωτήθηκε αν ο καπνός που του έφερε ο πατέρας του από τα Γιάννενα τον προηγούμενο μήνα εκτός από μυρωδάτος αν ήταν και χασισάτος. Στη σκέψη αυτή χαμογέλασε. Ο δυνατός θόρυβος από το διπλανό μπαλκόνι του τράβηξε την προσοχή.
   Μια νεαρή γυναίκα – όχι πάνω από τριάντα έσερνε κάτι κούτες. «Προσοχή εύθραυστο» κατάφερε να διαβάσει τα κόκκινα γράμματα. Νοικιάστηκε το διπλανό διαμέρισμα, σκέφτηκε. Ήθελε να τρέξει στην είσοδο της πολυκατοικίας να δει αν υπάρχει ακόμα το ενοικιαστήριο αλλά το θερμό χαμόγελο που του έστειλε η νεαρή γυναίκα τον έκανε να μείνει ακίνητος.
   Φορούσε τζιν σε στενή γραμμή και τα καλλίγραμμα πόδια διαγράφονταν τέλεια. Το πάνω μέρος του σώματός της τύλιγε ένα ζεστό πουλόβερ γνωστής εταιρείας. Το αναγνώρισε από τα σχέδια που απεικονιζόταν και στο πουλόβερ που του είχε ζητήσει η κόρη του για τα γενέθλιά της. Η γυναίκα πλησίασε στο χαμηλό τοίχο που χώριζε τα δυο μπαλκόνια.
   «Ελεάνα» του φώναξε. Τα έχασε για λίγο. Πλησίασε και έτεινε το χέρι του προς το μέρος της.
   «Αλέξης, χάρηκα». Ένοιωσε τη ζεστασιά του χεριού της πάνω στο παγωμένο δέρμα του.
   «Μόλις μετακόμισα. Μήπως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε με τις κούτες;» τον ρώτησε εκείνη με ένα παρατεταμένο χαμόγελο στα χείλη και τον έκανε να τα χάσει για άλλη μια φορά.
Τελικά βρήκε και πάλι την αυτοκυριαρχία του.
   «Γιατί όχι» της απάντησε και με ένα σάλτο βρέθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο χωρίς κανένα τοίχο να τους χωρίζει. Πέρασαν στο εσωτερικό του σπιτιού το οποίο ήταν γεμάτο κούτες. Ένας λευκός καναπές στη μέση του σαλονιού ακόμα τυλιγμένος προσεκτικά στο διάφανο κάλυμμα του περίμενε κάποιος να τον
ελευθερώσει.
   «Λοιπόν, σε τι θες να σε βοηθήσω;»
   Η Ελεάνα τον κοίταζε στα μάτια και το βλέμμα της του αποκάλυπτε την αλήθεια. Πρόφαση ήταν η βοήθεια βλάκα, άλλο σε θέλει η γκόμενα, ακουστικέ στο μυαλό του η σκέψη με τη φωνή του Αντρέα. Εκείνη τράβηξε το διάφανο κάλυμμα του καναπέ και τον κάλεσε να καθίσει κοντά της.
   Η δροσερή της ανάσα τυλίχτηκε γύρω από το λαιμό του. Τώρα όμως δεν πνιγόταν, ένοιωθε υπέροχα, όπως τότε πριν είκοσι χρόνια που έπαιρνε την παρθενιά της Χαράς κάτω από τη μύτη των γονιών της και τώρα κάτω από τη μύτη της γυναίκας του θα γινόταν άπιστος για πρώτη φορά.
   Τα χείλη της ενώθηκαν με τα δικά του ενώ το χέρι της ξεκίνησε το ηδονικό ταξίδι στο κορμί του, αφήνοντας πίσω του τη γλυκιά ανατριχίλα του έρωτα που τον έκανε να τα ξεχάσει όλα. Παραδόθηκε στη θέληση της. Έσφιξε στα χέρια του το τρυφερό κορμί της και εκείνη το σκληρό μόριο του. Την ένιωσε να τρέμει. Η θέα του λευκού της στήθους στο αχνό φως του δωματίου τον διέγειρε ακόμη περισσότερο. Το έκλεισε στις παλάμες του και με τη γλώσσα του άρχισε να γεύεται τις ερεθισμένες ρώγες της. Το κορμί της άρχισε να κινείται σε πιο έντονους ρυθμούς πάνω στο δικό του και οι χτύποι της καρδιάς του συναγωνιζόταν το γρήγορο λαχάνιασμα που έβγαινε από το στήθος του.
   Ο δυνατός θόρυβος έφτασε πάλι στα αφτιά του κάνοντας τον να πεταχτεί όρθιος από τη θέση του. Ξαφνιάστηκε όταν συνειδητοποίησε ότι στο διπλανό μπαλκόνι δεν υπήρχε κανείς παρά μόνο ο αέρας που είχε δυναμώσει και χτυπούσε με λύσσα
το παντζούρι…
*
Διήγημα από το βιβλίο του Χάρη Γαντζούδη, Κύκλοι στη θάλασσα… και άλλες ιστορίες
*
Η συλλογή διηγημάτων «Κύκλοι στη θάλασσα…και άλλες ιστορίες» διατίθεται ελεύθερα στο Διαδίκτυο μέσω του διαδικτυακού τόπου microstory.gr, σε ηλεκτρονική μορφή με άδεια Creative Commons.
*
Ο Χάρης Γαντζούδης γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1985. Σπούδασε στο τμήμα Εφαρμογών Πληροφορικής στη Διοίκηση και στην Οικονομία του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων. Το 2012 παρακολούθησε σεμινάριο δημιουργικής γραφής με το συγγραφέα Αλέξανδρο Ντερπούλη και άρχισε να δημοσιεύει τα πρώτα του διηγήματα στο διαδίκτυο [deity.gr, onestory.gr, shortstory.gr, microstory.gr, sodeia.net, staxtes.com, ideostato.gr, syggrafologio.blogspot.com]. Συμμετείχε στη συλλογή «Tweet_Stories, Λογοτεχνία σε 140 χαρακτήρες» που εκδόθηκε από την Ανοιχτή Βιβλιοθήκη OpenBook.gr ενώ το Νοέμβριο του 2012 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαΐτα η πρώτη συλλογή διηγημάτων του «Οι πρώτες σελίδες». «Κύκλοι στη θάλασσα… και άλλες ιστορίες» είναι η νέα του συλλογή διηγημάτων και κυκλοφορεί στο διαδίκτυο από τη λογοτεχνική σελίδα microstory.gr.

Νικόλαος Καρακάσης, Εν κρυπτώ και παραβύστω

Ο κύριος Γυμνασιάρχης κουνούσε το δάχτυλο επίμονα εμπρός στον Δήμαρχο, έναν εξηντάρη άνδρα με πεταχτή κοιλίτσα σαν μικρός πύραυλος, μαύρα μαλλιά που δε θα ήταν απίθανο να τα έβαφε, και μάγουλα τόσο πεταχτά σαν εκείνα τα ψάρια που κάποιες φορές μάζευε ο μπάρμπα-Φώτης από τα άπατα του βυθού. Ένα ζευγάρι χοντρά γυαλιά με μαύρο σκελετό, έκαναν τα μάτια του να θυμίζουν μπίλιες σαν κοίταζε την ψιλόλιγνη φιγούρα του κύριου Γυμνασιάρχη με τα δερμάτινα γάντια να κάθεται απέναντί του στην ξύλινη καρέκλα του γραφείου του.

   «Έχω λάβει αρκετές οχλήσεις, βέβαια, από συνδημότες περί αυτού, αλλά επιπροσθέτως, ουδείς θα φέρει αντίρρηση σε μια κατασκευή που εκτός του ότι θα ομορφύνει την πλατεία, θα προσφέρει απλόχερα την ξεκούραση στους απογευματινούς περπατητές που συνηθίζουν να κάνουν βόλτες γύρω κοιτάζοντας τα παιδιά να παίζουν με την μπάλα τους ή να τρέχουν σαν να τα κυνηγούν! Φυσικά, κι αυτό το λέω μετά βεβαιότητος, μια τέτοια κίνηση θα έκανε άπαντες τους επικριτές του έργου σου, αγαπητέ μου Δήμαρχε, να σωπάσουν δια παντός!» «Μεγάλη κουβέντα κύριε Αχιλλέα μου, το “δια παντός”!» είπε ο κύριος Δήμαρχος με κάποια δυσαρέσκεια κι ανακάθισε καλύτερα στην καρέκλα του σαν να μη βολευόταν.
   «Ναι, φυσικά, βέβαια… δεν μπορούμε να το θέσουμε εν αμφιβόλω. Μπορεί η επένδυση αυτή να κατακριθεί, δεν αντιλέγω!» δικαιολογήθηκε κάπως ο κύριος Γυμνασιάρχης αν και στην πραγματικότητα αυτό που ήθελε να καταφέρει ήταν κάπως πιο πολύπλοκο από μια απλή πρόταση να τοποθετηθεί ένα μνημείο στο κέντρο της πλατείας και δίπλα του ένα-δύο παγκάκια, για να κάθεται ο κάθε άνθρωπος που θα τύχαινε να βρίσκεται στην πλατεία.
    Ναι, ήταν κάπως πιο πολύπλοκο να το εξηγήσει.
  Όλα ξεκίνησαν από εκείνη τη βροχερή νύχτα που τον είχε βρει ακόμη μία φορά να διαβάζει Παπαδιαμάντη και Καρκαβίτσα αποστηθίζοντας φράσεις που τις πρόβαρε στον καθρέπτη για να τις επαναλάβει αντιγράφοντας την ποιητική καθαρεύουσα στα παιδιά του σχολείου. Αλλά δεν ήταν μόνο τα παιδιά.
   «Γιατί είσθε ακουμβώσα εις τον κράσπεδο Δεσποινίς Ευρυδίκη, με τρόπον μάταιον ωσάν ο βίος σας να δείχνει ανωφελής;» ρωτούσε ισιώνοντας το κορμί του σαν παγόνι και ανεβάζοντας το πιγούνι χιλιοστά, βάζοντας τις παλάμες του δεμένες στην πλάτη.
  «Αχ κύριε Γυμνασιάρχα, είσθε πάντα πρόσχαρος και έτοιμος να διασκεδάσετε με την φτωχήν μου ύπαρξη, αλλά σας βεβαιώ ότι επί πολλάς νύχτας τα βλέφαρά μου δεν εγνώρισαν νυσταγμόν και ουδείς ύπνος δε σφάλισε την αγρύπνια μου!»
   Ο κύριος Γυμνασιάρχης εμπρός στο δράμα της συμπαθεστάτης αποσπασμένης δασκάλας που ο χειρισμός της γλώσσας τον έβρισκε πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη αλλά κι ένα φτερούγισμα στο αριστερό μέρος του στέρνου, «ενέσκηψε» στα προβλήματα της νεότατης παντρεμένης γυναίκας με τον μπεκρή άντρα που ζει στην πρωτεύουσα και που όλο και πιο σπάνια την επισκέπτεται, ξεχνώντας εαυτόν και αλλήλους στα καφενεία πλησίον της Βαρβακείου αγοράς. Άλλοτε μπεκροπίνοντας, άλλοτε αναπηδώντας στους σουμιέδες με την εκάστοτε κοκότα.
   Τότε ήταν, μία από αυτές τις νύχτες -και το θυμάται πολύ καθαρά- που χτύπησε την πόρτα του με δύναμη η κυρία Ευρυδίκη, δακρυσμένη και ταλαιπωρημένη από την αϋπνία και την τσακισμένη καρδιά να γυρέψει, ποιος ξέρει για ποιο λόγο, την τρυφερότητα του μεσόκοπου Γυμνασιάρχη, που δίχως παζάρια στην ηθική χροιά του θέματος, εκείνος την πρόσφερε και με το παραπάνω.
Υπήρχε όμως και το θέμα του χωριού. Δεν ήταν δυνατόν να βρίσκονται σπίτι του ή, ακόμη χειρότερα, σπίτι της. Ήταν ντροπή! Ίσως αν υπήρχε ένα παγκάκι, κάτι τέλος πάντων που τις βραδινές ώρες θα μπορούσαν να δίνουν ραντεβού• ακόμη και αν τους έβλεπαν, εύκολα θα δικαιολογούσαν τη συνάντηση για επαγγελματικούς λόγους ή ό,τι άλλο. Αλλά έλα που παγκάκι στο μικρό χωριό δεν υπήρχε!
   Την ιδέα την έδωσε ο Χαράλαμπος ο ξενοδόχος. Κοντός, με δόντια που πέταγαν και ανοιγμένα κανιά σαν να κατέβηκε από το άλογο, ήρθε στον Γυμνασιάρχη και του έδωσε την ιδέα που έψαχνε παρακαλώντας να μεσολαβήσει στον Δήμαρχο που ήσαν καλοί φίλοι, να ζητήσει να συμμαζευτεί εκείνη η πλατεία που περισσότερο θύμιζε παρτέρι με τον φοίνικα στη μέση, παρά πλατεία.
   «Ο εγγονός μου, όποτε έρχεται στο χωριό θέλει να παίζει μπάλα! Πού να τον πάω κύριε Γυμνασιάρχα μου; Στο βουνό ή στην παραλία; Στην πλατεία τη ρημαγμένη τον πάω και ξεσπάει στον τοίχο του Ειρηνοδικείου βαρώντας την μπάλα λες και του φταίει σε κάτι• κρύβεται πίσω από τον φοίνικα και εγώ τον κυνηγώ, αλλά βρε άνθρωπε, κουράζομαι. Ένα παγκάκι να είχε, θα με ξεκούραζε, τρεις ώρες όρθιος στην ηλικία μου, δεν αντέχεται…»
   «Παγκάκι;!» είπε φωναχτά ο Γυμνασιάρχης και μέσα του φώτισε το σχέδιο.
   «Ναι, αλλά ένα παγκάκι σκέτο; Δεν είναι μοναχική εικόνα ένα παγκάκι σκέτο στη μέση μιας μικρής πλατείας;» ρώτησε σκεφτόμενος ο Γυμνασιάρχης.
   «Ε, να βάλουμε και ένα μνημείο τότες» είπε ο Χαράλαμπος και εξήγησε ότι σε όσα χωριά έχει πάει, υπάρχει μια πλατεία, με ένα μνημείο και ένα παγκάκι τουλάχιστον.
   «Για να κάθεται το μνημείο Χαράλαμπε;» ρώτησε αστειευόμενος και, μα τον Θεό, πρώτη φορά τον έβλεπε ο ξενοδόχος να γελάει. Προφανώς επειδή το «σχέδιό» του φανερώθηκε με κάποιο θαυματουργό τρόπο.
   Έμενε να βρεθεί το θέμα του μνημείου. Εκεί χρειαζόταν μια καλή πρόταση να κάνει στον Δήμαρχο για να μην κολλήσει η συζήτηση στο παγκάκι, αλλά περισσότερο στην ανάγκη του χωριού να αποκτήσει επιτέλους ένα μνημείο. Τη λύση την έδωσε ο Φηλιμήδας που το παρατσούκλι του το κόλλησαν όταν εργαζόταν στον δρόμο μικρός και τα παιδικά του δόντια του ακόμη χάσκανε• αντί«Εφημερίδεεεες», φώναζε «Φημελίδεεςςς»…
   Τώρα, και σε μια ηλικία σεβαστή, άνω των εξήντα, είχε ανοίξει μπουτίκ κρεάτων (έτσι την παρουσίαζε) και στη βιτρίνα είχε βάλει αστραφτερά τσιγκέλια με μοσχοκεφαλές φρεσκότατες.
   Του εξήγησε την ιδέα, την ίδια ώρα που εκείνος τύλιγε τον κιμά. «Το χωριό χρειάζεται ένα μνημείο   ξάδελφε» του είπε «...αλλά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι να πείσω τον Δήμαρχο, που, όπως καλά γνωρίζουμε, είναι σφιχτά τα οικονομικά του Δήμου…»
   «Δάσκαλε, και πού είναι το πρόβλημα; Να προτείνεις τον γιατρό Ασβέστη που μας μπόλιασε εκείνο τον χειμώνα από τη γρίπη. Δεν υπάρχει καλύτερος, και επιπλέον είναι μακρινός συγγενής μου».
   Ο Γυμνασιάρχης τον κοίταξε αφ’ υψηλού διότι θεωρούσε υποτιμητικό να τον λεν δάσκαλο αλλά γρήγορα οι σκέψεις του φτερούγισαν στην ιδέα του Φηλιμίδα.
   «Καλά, αν και σφαγέας θα παραδεχτώ ότι η πρότασή σου ακούγεται με ενδιαφέρον».
   «Ε, όχι και σφαγέας, χειρουργός δάσκαλέ μου».
   Κάπως έτσι ένα πρωί ο Γυμνασιάρχης χτύπησε την πόρτα του Δημάρχου που τον δέχτηκε, δείχνοντάς του ότι είναι απασχολημένος και η επίσκεψη θα έπρεπε να είναι σύντομη. Ο Γυμνασιάρχης μπήκε γρήγορα στο θέμα και ανέπτυξε μια σειρά από επιχειρήματα για τη μεγαλεπήβολη ιδέα που του γνώρισαν οι χωρικοί και που ο ίδιος δε θα φανταζόταν ποτέ την αξία της. Επ’ ουδενί δεν ανέφερε τον κρυφό του πόθο για το παγκάκι. Αντίθετα εκθείασε την ιδέα του ξενοδόχου σαν καταπληκτική -κάτι που δεν είχε σκεφτεί με τίποτα- αλλά την έβρισκε εξαιρετική. Μεγαλεπήβολη και φανταστική.
   Έπειτα ανέφερε την ιδέα του χασάπη να βάλουν την προτομή του γιατρού του Αρσένη. «Βρε συ, αυτός δεν είναι κουμουνιστής;» είπε ο Δήμαρχος.
   «Όχι επίσημα, Δήμαρχέ μου» είπε ο Γυμνασιάρχης ανατρέποντας τη φημολογία σε κακές γλώσσες που δεν μπόρεσαν να δουν τον ηθικό δρόμο ενός αληθινού ανθρώπου.
   «Ζούμε σε αήθεις εποχές, κύριε Δήμαρχε, και σας συμβουλεύω να εμπιστευτείτε το ένστικτό σας.  Αυτός ο άνθρωπος μας έσωσε με πραγματική αυτοθυσία εκείνον τον χειμώνα».
   Ο Δήμαρχος το γύρισε στο μυαλό του και σύντομα έβαλε εμπρός την παραγγελία ζητώντας από τον  συγχωριανό γλύπτη Δελάκη στην πρωτεύουσα, να του φτιάξει ένα μνημείο αντάξιο του γιατρού Αρσένη. Του έστειλε για αυτόν τον σκοπό όσες φωτογραφίες είχε το αρχείο του πνευματικού κέντρου και μια καλή προκαταβολή. Έπειτα, έπρεπε να βάλει ένα παγκάκι. Ακόμη και αν δεν μπορούσε να εξηγήσει τον λόγο ύπαρξης, ήξερε καλά ότι αν δεν έβαζε παγκάκι, κάποιοι θα είχαν να λεν για «μισές δουλειές», «τσάμπα λεφτά» και τέτοια. Τι να την κάνεις την τέχνη, αν δεν την κοιτάς καθιστός και ξεκούραστος;
   Πέρασαν δυο μήνες και άλλοι τόσοι, ώσπου το μνημείο να μπει στη θέση του, να γίνουν τα εγκαίνια και ο κόσμος να χειροκροτήσει παρουσία τοπικών αρχόντων αλλά και του προέδρου του νοσοκομείου της περιοχής.
   Όλοι κι όλοι οι επίσημοι ήσαν πέντε, φαγητό στην ταβέρνα του Δημητρού, κρασί και ο καθένας σπίτι του.
   Έκτοτε, τα απογεύματα, αλλά και πολλά βράδια ο Γυμνασιάρχης και η Ευρυδίκη, ο Χαράλαμπος με τον εγγονό, ο Δήμαρχος με τον μπαρμπα-Φώτη τον ψαρά, όλοι κάθισαν στο παγκάκι, στριφογύριζαν,   γελούσαν και έφευγαν.
   Το χωριό είχε πλέον μνημείο και παγκάκι ξύλινο που τα χρώματα ήσαν ακόμη άτριφτα και μύριζε η μπογιά. Η υπερηφάνεια ήταν διάχυτη σε κάθε χωρικό και το μνημείο δεν έλειπε να συζητηθεί σε κάθε τους κουβέντα.
   Ώσπου ένα πρωί ο Γυμνασιάρχης στη διαδρομή προς το σχολείο είδε κάτι ή κάποιον να είναι ξαπλωμένος στο ξύλινο παγκάκι. Πλησίασε αρκετά ώσπου να δει καλύτερα, και τι να δει; Τον τρελό-Νικόλα ξαπλωμένο με τα παπούτσια να ροχαλίζει. Κάτω από το παγκάκι, ένας μπόγος με ρούχα μαζί με δυο τσάντες και ακριβώς δίπλα ένα γκαζάκι καφέ με ένα μπρίκι λερωμένο από τον καφέ.
   «Τι κάνεις εδώ;» του φώναξε και ο τρελό-Νικόλας πετάχτηκε πάνω ξαφνιασμένος.
   «Με τρόμαξες!»
   «Πληθυντικός! “με τρομάξατε κύριε”, λέει ο κόσμος Νικόλα! Τι κάνεις εδώ;»
   «Ε, να κύριε, αποφάσισα να μείνω εδώ».
   «Δεν έχεις σπίτι;»
    «Όχι».
   «Και εκεί που έμενες στο δωμάτιο που σου είχε παραχωρήσει ο Τετράς; Τι έγινε εκεί;»
  «Με έδιωξε. Ήρθαν, λέει τα πεθερικά του από την πρωτεύουσα για να πεθάνουν εδώ στο χωριό. Σιχάθηκαν λέει το καυσαέριο».
   «Μα είναι δυνατόν;»
   «Έτσι είπα και εγώ, είναι δυνατόν να με διώξει;»
   «Όχι, ρε μπουμπούνα, είναι δυνατόν ρωτάω να μένεις εδώ;»
   «Ε, κύριε Γυμνασιάρχα, έλεος! Δεν έχω πού να μείνω, ολόκληρο χωριό μόνο ένα παγκάκι έχει, πού να πάω;»
   «Στο διάολο!» είπε νευριασμένα κι έφυγε πατώντας με δύναμη στο έδαφος τα πόδια σαν να του έφταιγε το τσιμέντο, τα χόρτα έπειτα, και το χώμα της αυλής του σχολείου. Όλα του ‘φταίγαν.
   Από εκείνο το πρωινό κι έπειτα, τα πάντα άλλαξαν. Ο τρελό-Νικόλας έτρωγε, έπινε, έφτιαχνε καφέ κι άπλωνε τα παπούτσια του εμπρός από το μνημείο. Κάποιοι μάλιστα τον είχαν ακούσει να μιλάει στο άγαλμα και εκείνο να του απαντάει. Ή να ήταν ο κρύος αέρας που έφερνε ο χειμώνας;
   Ο Γυμνασιάρχης έκανε παράπονα στον Δήμαρχο, εκείνος με τη σειρά του παρακάλεσε τον τρελό-Νικόλα να φύγει αλλά εκείνος τον κοίταξε με το αθώο χαζό βλέμμα του και ξάπλωσε ξανά στις σανίδες. Έπειτα ζήτησαν από τις γραίες του χωριού να μην του πηγαίνουν φαγί, διότι όσο τον ταΐζεις μένει εκεί, ενώ αν πεινάσει θα αναγκαστεί να πάει σε κάποιο άλλο χωριό. Δεν είναι ωραίο θέαμα, φώναζε ο Γυμνασιάρχης που είχε χάσει τις βόλτες του με την Ευρυδίκη, δεν μπορώ να φέρω τον εγγονό μου, έλεγε ο Χαράλαμπος ο ξενοδόχος. «Αχ και να ζούσε ο Αρσένης θα τον έδερνε» είπε ο χασάπης και τέλος οι γραίες μην αντέχοντας την γκρίνια του χωριού, του έκοψαν και το φαγητό.
   Το μνημείο, ίσως να ήταν και το μόνο που του μιλούσε από εκεί και πέρα. Ο χειμώνας που ήρθε ήταν βαρύς κι έτσι όλοι ξέχασαν τις βόλτες και το παγκάκι. Ούτε για μνημείο μιλούσαν, ούτε για παγκάκι. Επέστρεψε και ο άντρας της Ευρυδίκης ρέστος από την πρωτεύουσα και χουχούλιασε για τον χειμώνα στην αγκαλιά της. Ο Γυμνασιάρχης, πικραμένος, βάλθηκε να μάθει όλα τα έργα του Παπαδιαμάντη απ’ έξω και ο Δήμαρχος έφυγε για την πρωτεύουσα να ζεσταθεί το κοκαλάκι του. Έτσι ήρθε το χιόνι και ο παγερός αέρας έβγαζε τα χνώτα από τα σωθικά του ανθρώπου, αναγκάζοντάς τους να βάζουν όλο και περισσότερα ξύλα στο τζάκι. Καπνός από τις καμινάδες έβαφε τα σύννεφα και κανείς δεν έβγαινε από το σπίτι του χωρίς σοβαρό λόγο.
   Κανείς δεν περνούσε από την πλατεία, ακόμη και στο σχολείο όλοι πήγαιναν με το αυτοκίνητο για να μη βαράν οι μασέλες από το κρύο. Μαύρισε η θάλασσα και γκρίζαρε ο ουρανός, ώσπου ήρθε η μέρα που η αμυγδαλιά στον κήπο του Γυμνασιάρχη φούντωσε τα άνθη της και η βερικοκιά γέμισε μπιμπίκια έτοιμα για καρπούς. Τα παντζούρια άνοιξαν διάπλατα στο φως της άνοιξης.
Ήταν κάπου χαράματα -τέλη Φλεβάρη-, όταν βρήκαν το μνημείο να έχει πάρει στην αγκαλιά του τον τρελό-Νικόλα για να τον ζεστάνει.
   «Αχ, αυτός ο κουμουνιστής ο Αρσένης!» μονολόγησε ο Παπά-Σταύρος σαν τον έθαβε στο ύψωμα, «είδες; αυτόν δεν τον γιάτρεψε!»
*
Νικόλαος Καρακάσης
Άδεια Creative Commons
Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική χρήση
Όχι Παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα

Μαρία Πετρίτση, Πωλίν

Η γυναίκα άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σκοτεινό μπαρ. Οι ελάχιστοι θαμώνες που βρίσκονταν εκεί αυτή την ώρα έστρεψαν τα κεφάλια προς το μέρος της και μετά τα απέστρεψαν αδιάφορα. Εκείνη κατευθύνθηκε προς τον πάγκο, τράβηξε ένα σκαμπό και βολεύτηκε πάνω του. Το στρογγυλό κάθισμα εξαφανίστηκε κάτω από την πλαδαρή της περιφέρεια. Τα πόδια της στηρίχτηκαν όπως όπως στο καγκελάκι. Ακούμπησε τους αγκώνες της στη μπάρα και έγνεψε στον σερβιτόρο. Σε λίγο ένα κοντό ποτήρι με ένα κίτρινο ποτό βρισκόταν μπροστά της, δίπλα σε ένα μπολ με ξηρούς καρπούς. Ένα ξένο κουτί σπίρτα με το όνομα του μαγαζιού ήταν παρατημένο λίγο πιο πέρα: Rock Bar «Λούκυ Λουκ», Προξένου Κορομηλά 58, Θεσσαλονίκη.
   Ο άντρας την πλησίασε προσεκτικά και κάθισε στο διπλανό σκαμπό χωρίς να της μιλήσει. Ήταν γύρω στα πενήντα, καλοδιατηρημένος, με πολύ κοντά μαλλιά και γυμνασμένα μάτια. Άναψε τσιγάρο και φύσησε ψηλά τον καπνό. Μετά έκανε νόημα στον μπάρμαν για ένα καινούριο ποτό και κρεμάστηκε στον πάγκο. Την κοίταξε με την άκρη του ματιού του, προσεκτικά, από την κορυφή ως τα νύχια.
   Του φάνηκε πως ήταν στην ηλικία του, με εμφανή τα σημάδια μιας έκλυτης ζωής στο πρόσωπό της, μαύρα κακοχτενισμένα μαλλιά, χοντρουλά μπράτσα και ξέχειλα μπούτια. Τα ρούχα της πρόδιδαν κακό γούστο και οικονομικές δυσκολίες. Το επίχρυσο ρολόι στο χέρι της έκανε τον καρπό της να φουσκώνει σαν παραγεμισμένο λουκάνικο. Έπινε ήσυχα, κρατώντας το τσιγάρο της με το αριστερό χέρι, χωρίς να ενδιαφέρεται και πολύ για όσα συνέβαιναν γύρω της.
   Τράβηξε σιγανά το σκαμπό του πιο κοντά της και έβηξε μια καλησπέρα. Εκείνη τον κοίταξε χωρίς να ανταποδώσει τον χαιρετισμό. Κάτι στο βλέμμα της μαρτυρούσε κούραση αιώνων και εξασκημένη σιωπή. Πρώτη φορά έβλεπε τόσο σιωπηλό βλέμμα, πρώτη φορά έβλεπε αυτή τη γυναίκα στο μπαρ. Χαμογέλασε διστακτικά και συστήθηκε με το μικρό του όνομα. Εκείνη κούνησε το κεφάλι και έφτυσε ένα γυναικείο όνομα που δεν ήταν το βαφτιστικό της. Της ταίριαζε όμως, η αρμονία των ήχων ήταν το συμπλήρωμα της παράδοξης εμφάνισής της. «Πωλίν».
   Καθώς κυλούσε η βραδιά ένιωθε πως τον μαγνήτιζε όλο και περισσότερο. Άπλωσε το χέρι του και καθάρισε ένα τσόφλι από την άκρη του στόματός της, της άναψε ένα καινούριο τσιγάρο πριν προλάβει να φτάσει η ίδια τον αναπτήρα της, παρατήρησε τη λάμψη του σάλιου της στις άκρες των χειλιών της, αφουγκράστηκε τη φωνή της καθώς του μιλούσε για χίλια δυο παραμύθια, και γαλήνευε. Το άρωμά της, κάτι ανάμεσα σε σανταλόξυλο και πιοτίλα, του τρυπούσε τα ρουθούνια κάθε φορά που έσκυβε να του πει κάτι στο αυτί ή άλλαζε θέση πάνω στο σκαμπό της. Το σώμα της, παχουλό και άβολο, ήταν χυμένο το μισό πάνω στον πάγκο και το άλλο μισό στον αέρα γύρω από το κάθισμα, προεξέχοντας από παντού. Το λάμδα της βαρύ, κιμπάρικο, έμπαινε στα αυτιά του σαν ουράνια μελωδία. Εκείνος ήταν ξένος, η γυναίκα όμως φαινόταν ντόπια ή από χρόνια εκεί.
   Κάποια στιγμή ακούμπησε το χέρι του πάνω στο δικό της τρέμοντας μήπως και αντιδρούσε. Εκείνη δεν κουνήθηκε, δεν τράβηξε το χέρι της, δεν φάνηκε να ταράζεται. Αυτός αναρωτήθηκε αν το είχε καν προσέξει. Τον άφησε να την αγγίζει σαν να μην είχε αντιληφθεί την κίνησή του. Βύθισε το βλέμμα στα μάτια της και αναζήτησε κάτι πιο βαθύ, πιο δικό της. Ψαχούλεψε το τρεμούλιασμα των βλεφάρων της, τα σύντομα «εε..» που διέκοπταν τον λόγο της κάνοντας το στόμα της να παίρνει ένα παράξενο σχήμα, τα μικρά χνούδια πάνω στη μπλούζα της, τις κακοβαμμένες ρίζες των μαλλιών της. Η αύρα της μύριζε παλιό φθινόπωρο και γυναικείο πείσμα. Παρατήρησε την μηχανική κίνηση με την οποία έγδερνε πού και πού με το δάχτυλο το ήδη ξεφτισμένο βερνίκι των νυχιών της. Κάτω από την επιφανειακή μπογιά, στον αριστερό αντίχειρα, παρατήρησε μια μελανιά που μαύριζε κάτω από το σακατεμένο νύχι.
   «Κόκκινο κερασί», σκέφτηκε κοιτώντας επίμονα το ακρυλικό χρώμα που ταίριαζε απολύτως με την πληγή.
   Την κέρασε δεύτερο και τρίτο ποτό. Μαζί της έπινε κι εκείνος. Η ώρα γλιστρούσε από πάνω τους σαν σιωπηλή απάτη. Ο άντρας ένιωθε γλυκά, σαν να κοιτούσε τον κόσμο μέσα από καλειδοσκόπιο. Μια θέρμη ολοκαίνουρια, βιαστική, τον πλημμύριζε με κάθε της κουβέντα. Ήθελε να την κοιτάζει, με το χέρι του πάνω στο δικό της, αψηφώντας κάθε ίχνος ζωής που κυκλοφορούσε γύρω τους.
   Εκείνη συνέχιζε να του διηγείται σκηνές από τη ζωή της σαν να μην μιλούσε σε κανέναν. Η απουσία που την συντρόφευε την έκανε ακόμα πιο θελκτική στα μάτια του. Ένιωσε την ανάγκη να διεκδικήσει μέχρι και την τελευταία σταγόνα αυτής της μοναξιάς της, να γίνει αυτός η αιτία που θα αποφάσιζε να την ξεδιπλώνει ακόμη πιο απροκάλυπτα μπροστά του. Ρουφούσε τις λέξεις της, τις παύσεις και τις εκφράσεις του προσώπου της προσπαθώντας να μην χάνει ούτε ένα μικρό της δευτερόλεπτο. Το χέρι του, κάπως ιδρωμένο πια πάνω στο δικό της, έμοιαζε με σαλιγκάρι μετά τη βροχή. Ένιωθε προστατευμένος και ευτυχής. Και ταυτόχρονα, εντελώς μόνος.
   Δίπλα στο ποτήρι της, ξαφνικά, παρατήρησε την μικρή λευκή οθόνη του κινητού της να λαμπυρίζει. Μια αιφνίδια ταραχή έκοψε στα δύο την πρότερη γαλήνη του σαν φαλτσέτα. Εκείνη άπλωσε το ελεύθερο χέρι και πήρε το μηχάνημα. Άνοιξε το γραπτό μήνυμα, το διάβασε και γέλασε βραχνά.
   Εκείνος ένιωσε πως έχανε την άκρη του νήματος, μια ταραχή που έμοιαζε με φόβο του έκαψε το στομάχι. Κατάπιε το σάλιο του και αηδίασε από την στυφή γεύση. Τσιγαρίλα, αλκοόλ και απρόσμενη στεναχώρια ανακατεύτηκαν μέσα του προξενώντας του μια εμετική τάση.
   «Τι λέει;», ψέλλισε τελικά κοιτώντας την στα μάτια.
   Στο βλέμμα του καθρεφτιζόταν η ικεσία. Ένιωθε πως από την απάντησή της κρεμόταν η ζωή του, ο κόσμος όλος, ίσως και κάποιοι άλλοι κόσμοι που δεν είχε προλάβει ακόμη να δει. Παρατήρησε το υγρό βλέμμα της και μια σουβλιά του έσκισε το κεφάλι στα δύο. Κόντευαν χαράματα, το μπαρ είχε αδειάσει, και μόνο οι δυο τους είχαν απομείνει στην άκρη του πάγκου, κολλητά. Κοίταξε γύρω του και ένιωσε πως εκεί όπου πρωτύτερα άνθιζε ο παράδεισος τώρα απλωνόταν μια κόλαση μαύρη και βρωμερή.
   Έκανε νόημα στο μπάρμαν που πλησίασε αμέσως για να πληρωθεί. Εκείνη δεν είχε απαντήσει ακόμα. Μια αίσθηση ασφυξίας του έφραξε τα ρουθούνια κάνοντας την περαστική μυρωδιά του σανταλόξυλου να πέσει πάνω του σαν χαστούκι. Έσκυψε κοντά της και την κοίταξε αμίλητος, περιμένοντας μια λέξη. Στο λαιμό της παρατήρησε μια βαθιά ρυτίδα που του θύμισε κινηματογραφικό χαντάκι που καταπίνει θύματα.
   «Μαμά, είμαι το ουράνιο τόξο», πρόφερε εκείνη τις λέξεις μία μία, δυνατά, και χαμογέλασε με τα μάτια καρφωμένα στην λευκή οθόνη. «Αυτό λέει».
   Η μέρα χάραζε δροσερή στην πλατεία Αριστοτέλους. Η Θεσσαλονίκη κοιμόταν ήσυχα στο πλάι του Θερμαϊκού. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ίχνος από σύννεφα. Μόνο κάτι περαστικά πουλιά έσκιζαν την ησυχία του πρωινού με τις άτσαλες φωνές τους.
   Βγήκαν στο δρόμο και περπάτησαν μαζί –εκείνη πάνω στο πεζοδρόμιο, αυτός σύριζα στην άκρη της ασφάλτου– χωρίς να ανταλλάξουν λέξη. Προσπέρασαν τους ξέχειλους κάδους σκουπιδιών της προηγούμενης νύχτας, τα κατεβασμένα ρολά του μπακάλικου της γειτονιάς, τη στάση του λεωφορείου και μερικά μαγαζιά με βρώμικες βιτρίνες.
   Στη γωνία χαιρετήθηκαν σαν φίλοι από τα παλιά, με μια απλή χειραψία. Η γυναίκα γύρισε την πλάτη της και έφυγε. Ο άντρας την ακολούθησε με το βλέμμα να απομακρύνεται μέχρι που χάθηκε στο στενό, πληθωρική και καταρρέουσα από το ξενύχτι και τις καταχρήσεις αιώνων, και όμως εξαιρετικά λαμπερή, καθώς τα τακούνια της άφηναν στην θεσσαλονικιώτικη άσφαλτο ένα ρυθμικό και αδυσώπητο, ξερό «τακ».
*
©Μαρία Πετρίτση
Φωτογραφία ανωνύμου από το Κέηπ Τάουν, Νότιος Αφρική