Γαβριήλ Ναχμίας, Ο Μπόρχες κι εγώ

Κρατώντας την επίγευση από το εξαίσιο επιδόρπιο της συνάντησής μας, ο Μπόρχες κι Εγώ πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Αντί να πάρουμε το Μετρό, προτιμήσαμε να περπατήσουμε μέχρι το κέντρο. Κόβοντας δρόμο μέσα από τα στενά, για να αποφύγουμε την κίνηση, γρήγορα βρεθήκαμε «στο λαβύρινθο της πόλης, σαν χαμένοι». Παραδομένοι σε μια συζήτηση για όλα και για τίποτε, προχωρήσαμε στα μισοσκότεινα στενά, χαζεύοντας τα ονόματα των οδών, τα μισάνοιχτα παράθυρα, τα κλειστά συνεργεία, τα μπουρδέλα.
– Λυχνίας σβησθείσης, πάσα γυνή ομοία, σχολίασε ο Μπόρχες, για να προσθέσει αμέσως μετά: Αθήνα, Νέα Υόρκη, Λονδίνο – όλες ίδιες, όταν πέφτει το σκοτάδι.
Χαμογέλασα με την ευρηματικότητά του, που κατάφερε μέσα σε μια φράση να φέρει κοντά τόσο μακρινές πόλεις, διασώζοντας ταυτόχρονα την αξιοπρέπεια όλων των γυναικών.
– Μπουένος Άιρες, συμπλήρωσα, σε μια προσπάθεια να ανταποδώσω τη φιλοφρόνηση (αν ήταν φιλοφρόνηση). Δεν ξέρω αν με άκουσε. Είχε μείνει πίσω, με το βλέμμα καρφωμένο στα παπούτσια του, σαν κάτι να προσπαθεί να θυμηθεί.
– Και Αλεξάνδρεια, είπε με έναν αδιόρατο δισταγμό.
– Γιατί η Αλεξάνδρεια; ρώτησα. Σήκωσε το βλέμμα απότομα, λες και η αστοχία της ερώτησής μου τον συνέφερε από μια στιγμιαία απώλεια συνείδησης. Με έπιασε από το μπράτσο για να στηριχτεί.
– Γιατί όχι; ρώτησε, με τη γνωστή, αφοπλιστική του αφέλεια. Ξεκίνησε να βηματίζει, τείνοντάς μου το χέρι να προχωρήσω μαζί του.
– Κανείς από τους δυο μας δεν έχει βρεθεί στην Αλεξάνδρεια.
– Αυτό είναι κάτι που μόνο η Αλεξάνδρεια μπορεί να γνωρίζει, αγαπητέ μου, απάντησε, προχωρώντας πάντα μισό βήμα μπροστά από μένα, όσο έπρεπε για να διατηρείται η απόσταση, χωρίς να χάνεται η επαφή μας. Είναι όμως πολύ μακριά για να ρωτήσουμε την ίδια – κι αμφιβάλλω αν θα αποκάλυπτε ποτέ τέτοιες ευαίσθητες πληροφορίες – οπότε προτείνω να επανέλθουμε στη συζήτησή μας. Τι ακριβώς σας προβληματίζει στο κείμενο ο «Μπόρχες κι Εγώ»;
– Η ταυτότητα του συγγραφέα, ασφαλώς. Εσείς ποιος πιστεύετε ότι έγραψε το κείμενο;
– Αυτό δεν είμαι σε θέση να το γνωρίζω. Το μόνο που μπορώ να σας πω με βεβαιότητα είναι ότι κανείς από τους δυο τους δεν το γνωρίζει.
– Κανείς από τους δυο σας, θέλετε να πείτε.
– Με κολακεύετε, αλλά φοβάμαι ότι δεν μπορώ να σφετεριστώ τη θέση κανενός από τους δυο. Ούτε μπορώ να φανταστώ ποιος από τους δυο τους θα δεχόταν να παραιτηθεί υπέρ μου.
Γύρισε προς το μέρος μου, σαν να ήθελε να σιγουρευτεί ότι δεν θα τον ακούσουν, και μου ψιθύρισε χαμογελώντας:
– Είναι και οι δυο τους ξεροκέφαλοι και αλαζόνες – τόσο ίδιοι κι ανυπόφοροι ο ένας για τον άλλο.
– Δεν εννοείτε, ελπίζω, ότι είστε ένας τρίτος Μπόρχες.
– Καλέ μου φίλε, ο Μπόρχες κι Εγώ είμαστε δυο διακριτές οντότητες. Εγώ είμαι Εγώ και ο Μπόρχες είναι ο Μπόρχες. Ασφαλώς εκείνος έχει πλέον τη δυνατότητα να πολλαπλασιάζεται σε δυο, τρία ή και σε εκατομμύρια είδωλα, αλλά Εγώ, ακόμη κι αν είχα το δικαίωμα, δεν θα επέτρεπα ποτέ στον εαυτό μου τέτοια σπατάλη.
– Κάθε στιγμή φοβάμαι ότι θα με παγιδεύσετε σε κάποιο από τα παιχνίδια σας.
– Προς Θεού, γιατί να το κάνω αυτό σε σας; Ίσα-ίσα, στο βαθμό που μπορώ, θέλω να σας βοηθήσω να βγείτε από το λαβύρινθο.
Χωρίς την αίσθηση ότι ξαναβρήκαμε το δρόμο μας, βρεθήκαμε στο Μεταξουργείο. Στο φανάρι της Αγίου Κωνσταντίνου, ο Μπόρχες με ρώτησε τι ώρα είναι. Έσπευσα να διευκολύνω την περίσταση.
– Έντεκα παρά είκοσι. Επιτρέψτε μου να σας φωνάξω ένα ταξί. Είναι αργά και θα σας περιμένουν στο ξενοδοχείο.
– Ναι, βέβαια, είπε κάπως διστακτικά. Είναι αργά, φαντάζομαι ότι θα έχετε πολύ δρόμο μέχρι το σπίτι σας.
Ένιωσα αμήχανα, συνειδητοποιώντας ότι εγώ ήμουν εκείνος που, σπεύδοντας να διευκολύνω την περίσταση, διέκοπτα τον περίπατό μας. Καθώς δεν υπήρχε δυνατότητα να αναιρέσω την παρεξήγηση, παρά μόνο γυρνώντας το χρόνο πίσω, χαμογέλασα κοιτώντας τον στα μάτια.
– Θα έχω την ευκαιρία να σας ξαναδώ;
– Δυστυχώς, δεν έχω περιθώριο επιλογής. Εσείς, όμως, μπορείτε να το ελπίζετε.
Μου άπλωσε το χέρι, καθώς μου υπενθύμιζε το πρόβλημα της όρασής του, κάνοντάς με να νιώσω ακόμη χειρότερα για την αδεξιότητά μου. Έκλεισα την παλάμη του στα δυο μου χέρια, δυνατά, για αρκετή ώρα, προσπαθώντας να του πω με τα χέρια όσα η γλώσσα μου ήταν ανίκανη να εκφράσει. Εκείνος χαμογέλασε.
– Η αγάπη και η πίστη σας με συγκινεί. Το μόνο που μένει είναι να με στείλετε να ξεπλυθώ στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ!
Καθρεφτισμένη στο μειδίαμά του, η δυσκοίλια έκφραση στο πρόσωπό μου δεν άντεξε – εξερράγη σε ένα πλατύ χαμόγελο, ώσπου ξεσπάσαμε κι οι δυο σε ένα λυτρωτικό γέλιο. Του έσφιξα το χέρι άλλη μια φορά.
– Σας ευχαριστώ.
– Κι εμείς. Εννοώ, ο Μπόρχες κι Εγώ.
Χαμογέλασα ξανά στην προοπτική ότι θα συνεχίζαμε το παιχνίδι.
– Δηλαδή, δεν είστε εσείς ο Μπόρχες;
– Όχι περισσότερο από όσο είστε εσείς. Βλέπετε, αυτό το πρωτεϊκό πλάσμα – μιας και δεν μπορώ να τον χαρακτηρίσω άνθρωπο – έχει προσβάλει όλους μας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατό πλέον να διακρίνουμε ποιος είναι ο Μπόρχες και ποιος δεν είναι.
Άνοιξα βιαστικά την ταμπακιέρα και του πρόσφερα τσιγάρο. Το πήρε αφηρημένα, χωρίς να διακόψει το λόγο του.
– Αυτήν ακριβώς την οικουμενικότητά του, τη σχεδόν θεϊκή, αυτήν αποστρέφομαι και, ταυτόχρονα, σέβομαι και υπερασπίζομαι, αφού επάνω της μπορώ να εντοπίσω τη θεμελιώδη διαφορά μας και να διαχωρίσω τον εαυτό μου από εκείνον – μαζί με το γεγονός ότι αυτός πλέον είναι νεκρός κι έχει, συνεπώς, κατοχυρώσει τη θέση του στην αιωνιότητα. Δεν σας αρκούν αυτά ως απόδειξη ότι δεν είμαι ο Μπόρχες;
– Κάθε άλλο, μου αποδεικνύουν ότι είστε ο Μπόρχες. Παραδεχθείτε το.
– Μετά χαράς, αν παραδεχθείτε με τη σειρά σας ότι το «Ο Μπόρχες κι Εγώ» το γράψατε εσείς.
Μου έτεινε το τσιγάρο του για να το ανάψω, περιμένοντας την αντίδρασή μου.
*
©Γαβριήλ Ναχμίας
 
***
Από το βιβλίο του
 
Γαβριήλ Ναχμία
NOMINATI -16+1 ασκήσεις ελευθερίας,
Απλές Εκδόσεις

Δημήτρης Φύσσας, Η κυρία Παναρέτου -διήγημα

Όπου η πολλή πολλή ανεξαρτησία της σκέψης στην Αιωνία Γελλάδα έχει σοβαρές συνέπειες για μια νεαρή καθηγήτρια

Στον αδελφικό μου φίλο Κώστα Δ.
Ότι η κυρία Πολυτίμη Παναρέτου, χημικός στο 2ο Γυμνάσιο εδώ στη Χριστιανούπολη– η επιλεγόμενη από τους φίλους Τίμη κι από τα παιδιά «Κόκκινη», γιατί ήταν κοκκινομάλλα– βρέθηκε στο πεζοδρόμιο, έξω από την παλιά μονοκατοικία που νοίκιαζε, με σπασμένο κεφάλι, πλευρά, χέρι και πόδι, χωρίς επαφή με το περιβάλλον, γεμάτη αίματα, με μισοσκισμένα ρούχα, παγωμένη ποιος ξέρει πόσες ώρες, μέσα στην πρωινή δροσιά του Μάη του 2008, όλο αυτό, λοιπόν, δεν είναι ζήτημα που προκάλεσε και μεγάλη έκπληξη στους περισσότερους. Ακόμα και το να πέθαινε, είναι αμφίβολο αν θα γεννούσε την παραμικρή θλίψη στους πολλούς. Ένα σήκωμα των ώμων, ίσως, ένα άνοιγμα των χεριών σε στιλ «τι να κάνουμε», περισσότερο μια κουβέντα του είδους «τα ΄θελε ο κώλος της, με όλους σε αμάχη βρισκότανε» ή μια άμεση αλλαγή θέματος στη συζήτηση- αυτά θα ήταν οι αντιδράσεις σχεδόν όλων. Σχεδόν όλων των ενηλίκων, εννοώ. Γιατί τα περισσότερα παιδιά την έβλεπαν αλλιώς.
Ωστόσο, χάρη στις προσπάθειες των γιατρών, η Παναρέτου δεν πέθανε. Οι γιατροί την κρατήσανε στη ζωή, έστω σε κώμα, στο νοσοκομείο μας με το ελληνικότατο όνομα «Άγιοι Εφραίμ, Βαρλαάμ και Ιωήλ», μεγάλη η χάρη τους.
Η δημοσιογραφική κάλυψη του γεγονότος ξεκίνησε τρίστηλο στην πρώτη σελίδα της «Νέας Μακεδονικής Φωνής», σχεδόν στο ίδιο σημείο που είχαν φιλοξενηθεί τόσον καιρό οι κατά καιρούς επιθέσεις εναντίον της καθηγήτριας. Το κείμενο ήταν προσεκτικά γραμμένο, προφανώς από τον ίδιο τον εκδότη – διευθυντή – αρχισυντάκτη κ. Εύπιστο Πεσκέση, με πολλές μπουρδολογίες και λίγη ουσία, είχε δε μπόλικη ροζ πιθανολόγηση. Στον τοπικό τηλεοπτικό σταθμό «DEEP BLUE MAK TV» (ΒΑΘΥ ΓΑΛΑΖΙΟ- ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ TV), του ίδιου εννοείται ιδιοκτήτη, η επίθεση ήταν έκτη είδηση, στον ραδιοφωνικό του, έβδομη. Όσο πέρναγε ο καιρός, και το εμβαδόν και ο χρόνος που κάλυπτε η πορεία της υγείας της έφθιναν συνεχώς. Κι όταν πλέον κάποιο νέο έγκλημα, έγκλημα τιμής αυτή τη φορά (γίνονται ακόμα σε μας εδώ τέτοια), συνέβη στην πόλη μας κανένα μήνα μετά, η κυρία Παναρέτου ξεχάστηκε ολωσδιόλου από τα μίντια.
Ο αστυνόμος Κόπρος Μπασκινέλλος έκανε αυτοπροσώπως μια προανάκριση στο άρπα κόλλα. Μέσα σε δυο μόνο μέρες ρώτησε γείτονες, συναδέλφους στο σχολείο, καθηγητές και γονείς- και φυσικά δεν κατέληξε πουθενά. Ακόμα κι αν η χτυπημένη κάποτε βρισκόταν σε θέση να καταθέσει, ήτανε σχεδόν βέβαιος ότι τίποτα δε θα πρόσθετε. Ο αστυνόμος σχημάτισε την εντύπωση ότι δυο τουλάχιστον άτομα, από τα πολλά που θα είχαν λόγο να χτυπήσουν την καθηγήτρια, την είχαν στημένη νύχτα στις σκιές γύρω από το σπίτι της, στην οδό Αγίου Όρους 666, με ρόπαλα ή σιδερόβεργες, και, μόλις εκείνη κλείδωσε το αμάξι της και πλησίασε στην εξώπορτα, της την πέσανε, τη σαπίσανε στο ξύλο και φύγανε. Το θύμα δεν φαίνεται να πρόλαβε να φωνάξει, οι γείτονες σαν κάτι πνιχτούς θορύβους ν΄ άκουσαν (αλλά ούτε καν τα παράθυρα δεν ανοίξανε) και οι δράστες έφυγαν κύριοι. Ούτε το κινητό της μπορούσε να «μιλήσει», τσακισμένο κι αυτό από τα χτυπήματα. Επικοινωνώντας τηλεφωνικά με τον δήμαρχο Χριστιανούπολης κ. Δωσίθεο Ελληναρά – Ελληναρίσκο, τον ανακριτή κ. Είρωνα Κουεστιονίδη, τον εισαγγελέα κ. Άφιλο Αδιαφθορέα, τον Πρόεδρο Πλημμελειοδικών κ. Νεμέσιο Αποκεφαλιστή, τον Μητροπολίτη Άνω και Κάτω Χριστιανίας σεβ. Ανασκολόπιο και τον νομάρχη Χριστιανίας κ. Ευτυχή Αλεξιπτωτιστή, ο Μπασκινέλλος συζήτησε το θέμα εξωυπηρεσιακά. Παρά τις τυπικά διαφορετικές πολιτικές προελεύσεις και τοποθετήσεις τους, συμφωνήσανε όλοι μεταξύ τους ότι δεν υπήρε περιθώριο ν΄ ασκηθεί δίωξη, κι έτσι η υπόθεση όδευε για το αρχείο.
Στην πραγματικότητα όχι μόνο ο Πεσκέσης, μα όλοι οι προαναφερθέντες, που αποτελούσαν (και εξακολουθούν ν΄ αποτελούν) το Διευθυντήριο της πόλης μας, ανήκουν σε κείνους τους συμπολίτες μας που δεν είχαν εις βάθος και αληθινά λυπηθεί «που έλαβε χώρα το ατυχές συμβάν, το οποίον αμαυρώνει την φιλήσυχη ιστορίαν της πόλεώς μας», όπως το είχε γράψει στην ιδιόμορφη μετακαθαρεύουσά του ο τοπικός μιντιάρχης, ούτε θα είχαν πρόβλημα αν η Παναρέτου είχε πεθάνει, οπότε η υπόθεση θα ξεχνιόταν: μια κηδεία, ο διορισμός ενός καινούργιου καθηγητή Χημείας στο σχολείο, και τέλος. Το κώμα βέβαια κι αυτό θα ξεχνιόταν, αλλά θ΄ αργούσε, και για την ώρα ήταν μια εκκρεμότητα που πρόσδιδε ανεπιθύμητη παράταση στο όλο ζήτημα.
Επιπλέον υπήρχαν και οι μαθητές της χτυπημένης καθηγήτριας, οι οποίοι συντηρούσαν το θέμα. Πήγαιναν στο νοσοκομείο δυο δυο, τρεις τρεις, ή με τη συνοδεία της Μίτσης Μυτουλίδου, της γαλλικούς του σχολείου, συνήθως εν αγνοία ή και παρά τις απαγορεύσεις του πατέρα και της μάνας τους, και συμπαρίστανταν στους γονείς και στον αδερφό τής Τίμης. Οι τελευταίοι είχαν έρθει από τη Λιβαδιά αμέσως μόλις το μάθανε, μένανε στο σπίτι της χτυπημένης κι εναλάσσονταν στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Τα παιδιά έφερναν λουλούδια κι άφηναν συγκινητικά σημειώματα αφοσίωσης στα σκεπάσματα της νοσηλευόμενης. Τα παιδιά και η Μίτση Μυτουλίδου ήταν που μίλησαν στην οικογένεια Παναρέτου για το το τι είχε ίσως συμβεί στον άνθρωπό τους. Όταν κατέφτασε κι ο δικηγόρος της παθούσας και σκάλισε τα πράματα, έμαθαν κι άλλα- και τολμώ να πω πως κι εγώ που γράφω αυτές τις γραμμές έπαιξα ένα κάποιο ρόλο στην ενημέρωσή του. Έτσι, λίγες μέρες μετά, συγγενείς και δικηγόρος πήγαν στο οικείο αστυνομικό τμήμα και κατέθεσαν μήνυση κατ΄ αγνώστων, υπενθυμίζοντας περιστατικά που είχαν πληροφορηθεί και υποδεικνύοντας στην αστυνομία πιθανούς υπόπτους. Παράλληλα, οι Πανάρετοι προσπάθησαν και πέτυχαν ν΄ αναδειχτεί το θέμα από ένα κανάλι της Θεσσαλονίκης και μια εφημερίδα της Αθήνας. Οπότε Αδιαφθορέας, σεβ. Ανασκολόπιος και Ελληναράς – Ελληναρίσκος, με βαριά καρδιά, έδωσαν εντολή να ξανανοίξει ο φάκελος. Μπασκινέλλος και Κουεστιονίδης υποχρεώθηκαν, με ακόμα πιο βαριά καρδιά, να το κάνουν. Όχι βέβαια ότι «στρώθηκαν», αλλά κάτι παράστησαν ότι προσποιήθηκαν πως άρχισαν να προετοιμάζονται ότι σκέφτονταν να ξεκινήσουν να κάνουν.
Η Πολυτίμη Παναρέτου είχε αναλάβει υπηρεσία το 2007, εν μέσω προεκλογικής περιόδου, μετά την επιτυχία της στις εξετάσεις του ΑΣΕΠ, και δίδασκε σχεδόν ένα διδακτικό έτος στη Χριστιανούπολη, όταν «έλαβε χώρα το ατυχές συμβάν». Από τη αρχή φάνηκε πολύ διαφορετική από τους άλλους καθηγητές στο 2ο Γυμνάσιο. Τριαντάρα και βάλε, ψημένη εφτά οχτώ χρόνια στα φροντιστήρια της Αθήνας, κάθε άλλο παρά είχε το ψάρωμα του νέου καθηγητή. Ανέλαβε και μερικές ώρες άλλων μαθημάτων, ώστε να συμπληρώσει το ωράριό της, ανέλαβε και τα αναλογούντα δευτερεύοντα καθήκοντα στο σύλλογο των διδασκόντων, μα από την αρχή φάνηκε ότι ανάμεσα στη Χημεία και τη δημοσιοϋπαλληλική της ιδιότητα, αυτή που την ενδιέφερε πιο σοβαρά ήταν η πρώτη.
Πολύ σύντομα, η Πολυτίμη οργάνωσε το εν υπνώσει Χημείο του σχολείου, αραχνιασμένο και επισήμως «κεκλεισμένο» κατά τη μακρά θητεία του προηγούμενου μισότρελου χημικού, του κ. Παράκελσου Κακοτρία, του και «Ντελλούριου» λεγόμενου, που είχε ευδοκίμως τερματίσει την υπηρεσία του μην κάνοντας τίποτα απολύτως, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Όπως συνήθως συνέβαινε στα περισσότερα σχολικά Χημεία, έτσι κι εδώ, κάποτε, τη μοναδική φορά που ο Ντελλούριος – νεαρός τότε και φέρελπις, αλλά εξίσου άσχετος και ατζαμής με τον μεσήλικο εαυτό του– είχε αποπειραθεί κάτι που το λογάριαζε για πείραμα, είχε καψαλίσει για τα καλά τα φρύδια του, ενώ για καμιά βδομάδα έβλεπε πολύχρωμα κεράκια και αστράκια. Από τότε, ο μεν τοτινός γυμνασιάρχης κ. Παθογόνος Ευθυνόφοβος είχε κλειδαμπαρώσει το Χημείο, ο δε έκτοτε ισόβιος της πόλης μας χημικός – και συντωχρόνω όλο και περισότερο αγελαδοειδής Ντελλούριος– δεν είχε διανοηθεί να το ξανανοίξει. Ερχόμενη στο σχολείο, η νέα καθηγήτρια βρήκε το Χημείο κλειστό είκοσι ένα συναπτά έτη. Ούτε ο τωρινός γυμνασιάρχης, ο πολύς κ. Λυσίκομος Ολμές, μαθηματικός, έβρισκε κανένα λόγο να το ξανανοίξει. Η αλυσίδα και το λουκέτο είχαν γίνει πλέον μέρος του ντεκόρ στο υπόγειο του 2ου Γυμνασίου, ενώ τα κλειδιά είχαν απλούστατα χαθεί προ πολλού.
Η Παναρέτου προσπάθησε στην αρχή να πείσει τον Ολμέ να δεχτεί την επαναλειτουργία του Χημείου. Εκείνος, αφού έφερε διάφορα προσχήματα και προσκόμματα, διατύπωσε εντέλει τα ισχυρά του επιχειρήματα: «Πρώτο, είσαι καινούργια στην πόλη. Δεύτερο, είσαι πολύ νέα. Τρίτο, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, το Χημείο ήταν πάντα κλειστό. Τέταρτο και το σημαντικότερο, δε θα κανονίζεις εσύ τι θα γίνεται στον σχολείο μου». Η χημικός ρώτησε κι έμαθε τις διαδικασίες και υπέβαλε επίσημο έγγραφο προς τον γυμνασιάρχη, λαμβάνοντας και αριθμό πρωτοκόλλου, έγγραφο το οποίο φρόντισε να κοινοποιήσει προς την Επιθεώρηση Μέσης Εκπαιδεύσεως. Εκεί έγραφε ότι η σχολική χρονιά προχωρούσε και ήταν ανάγκη να λειτουργήσει το Χημείο, ώστε τα παιδιά να διδαχτούν στην πράξη και όχι μόνο θεωρητικά το μάθημα. Ξέροντας ότι είχε δίκιο και προτού έρθουν οι επίσημες απαντήσεις, έφερε μόνη της ένα απόγευμα του Οκτώβρη κλειδαρά, που έκοψε το λουκέτο κι έβαλε νέα κλειδαριά. (Τον πλήρωσε η ίδια, ζήτησε απόδειξη, την υπέβαλε και φυσικά μέχρι τη στιγμή που τη χτύπησαν, ενάμιση χρόνο μετά, δεν είχε πάρει πίσω τα χρήματά της). Την άλλη μέρα, έβαλε τον κυρ Σπύρο, επιστάτη / κυλικειάρχη κλπ κλπ, ν΄ αλλάξει τις σπασμένες λάμπες του Χημείου. Εν συνεχεία, επί τρία απογεύματα στη σειρά ξεσκόνιζε, καθάριζε και σφουγγάριζε η ίδια το χώρο με μεγάλη προσοχή, μη εμπιστευόμενη την κατά τ ΄ άλλα αγαθή μα άγαρμπη κυρά Δήμητρα, την καθαρίστρια του σχολείου, και επιδιώκοντας να διασώσει ό,τι ήταν ακόμα διασώσιμο. Τέλος, έφερε με το αμάξι της πετρέλαιο για την παλιά σόμπα με τα μπουριά, την καθάρισε και τη δοκίμασε: τραβούσε περίφημα.
Οι κινήσεις της έκαναν μεγάλη εντύπωση στους συναδέλφους, γιατί ξόδευε χρόνο και χρήμα, για τα οποία προσωπικό δεν επρόκειτο να κερδίσει τίποτα. Ο κ. Λυσίκομος, μάλιστα, αναγκάστηκε μέχρι και να την επαινέσει, λέγοντας ότι κι αυτός θα ενέκρινε «εν καιρώ» το αίτημά της, συγχρόνως δε την επέπληξε «φιλικά», επειδή βιάστηκε. Όταν όμως η Παναρέτου έκανε ένα κατάλογο με ελλείψεις οργάνων και τον υπέβαλε στον Ολμέ, ο κ. Διευθυντής στραβομουτσούνιασε απροκάλυπτα. Εκείνος πήρε βέβαια τον κατάλογο, αλλ΄ άρχισε αμέσως να της λέει πόσον καιρό θα κάνουν να εγκριθούν τα κονδύλια από την Επιθεώρηση, μετά να πρωτοκολληθούν τα έγγραφα παραγγελίας, να γίνουν συγκριτικές τιμοληψίες στις τιμές των διαφόρων εμπόρων, να συνταχτεί πρακτικό επιλογής από επιτροπή (άρα να οριστούν τα μέλη, να καθοριστούν αμοιβές των μελών ανά συνεδρίαση, να συνεδριάσουν, να συγκροτηθούν σε σώμα κλπ) να παραγγελθούν τα όργανα και να έρθουν στη Χριστιανούπολη. «Δηλαδή πότε προβλέπετε, κύριε γυμνασιάρχη;», ρώτησε η Πολυτίμη, αφήνοντας τον κ. γυμνασιάρχη να εκτεθεί . «Του χρόνου και βλέπουμε», κατέληξε ο πολύπειρος Ολμές. «Ναι, μα ξέρω ότι το καθεστώς έχει αλλάξει, και τώρα εγώ είμαι που πρέπει να πάρω προσφορές και να κάνω ένα είδος μειοδοτικού διαγωνισμού, έτσι δεν είναι;», αντέτεινε η προετοιμασμένη Τίμη. «Μπορεί, δεν ξέρω, είναι πολλά χρόνια που το σχολείο δεν έχει αγοράσει τίποτα για το Χημείο». Η κοπέλα πρώτα επικαλέστηκε τις σχετικές εγκυκλίους που της έδιναν δίκιο και την άλλη μέρα κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη με το αυτοκίνητο της. Το βράδυ γύρισε με τ΄ απαραίτητα όργανα. Υπέβαλε τις αποδείξεις κλπ κλπ. (Όλα αυτά τα μάθαμε φυσικά εκ των υστέρων, όταν τα έλεγε εις επήκοον πολλών η Μυτουλίδου).
Μετά απ΄ αυτό, η καθηγήτρια άρχισε να διδάσκει κυρίως στο Χημείο. Οι πρώτες αντιδράσεις ήταν «ωραία, θα μάθουμε να φτιάχνουμε βόμβες μολότοφ» ή «κυρία, ας το κάψουμε το σχολείο» ή «κυρία, να πω στο θείο μου ότι τώρα μπορούμε να βάλουμε βόμβα στην πεθερά του;». Όλα η Παναρέτου τ΄ αντιμετώπιζε με χαμόγελο, και συνέχιζε με αυτοπεποίθηση κι αγάπη τη δουλειά της, δίχως να έχει ανάγκη να επιστρατεύει φαινομένη στωικότητα, υπομονή και απειλές, όπως άλλοι καθηγητές. Τα μαθητικά αισθήματα μεταστρέφονταν συνήθως ήδη από την πρώτη διδακτική ώρα. Η «μαγεία» της Χημείας τούς άγγιζε λίγο πολύ όλους. Τα περισσότερα παιδιά ενθουσιάστηκαν. Τα δευτεράκια, που έρχονταν για πρώτη φορά στη ζωή τους σ΄ επαφή με τη Χημεία (ως γνωστόν, το μάθημα δεν διδάσκεται στην πρώτη Γυμνασίου) νόμισαν ότι έτσι είναι ο κανονικός τρόπος που διδάσκεται η Χημεία σ΄ όλη την Αιωνία Γελλάδα και θαμπώθηκαν. Τα παιδιά της τρίτης τάξης – που μπορούσαν να καταλάβουν τη διαφορά από την εποχή Ντελλούριου, δηλαδή τη «Χημεία επί του ακάκου πίνακος», όπως το έθετε ο μύστης εκείνος της θεωρητικής διδασκαλίας– ενθουσιάστηκαν περισσότερο. Πολλοί γονείς αναρωτήθηκαν τι σατανικά πράγματα έκανε αυτή η «κοκκινομάλλα του διαβόλου» και ποιος την έβαλε να ξανανοίξει το Χημείο που ήταν πάντα κλειστό, από τότε που ήταν οι ίδιοι μαθητές σ΄ αυτό το σχολείο. Ο Ολμές την έγραψε στον προσωπικό του μαυροπίνακα, που δεν είχε και λίγους. Οι συνάδελφοι κουμπώθηκαν, δεν ήξεραν πώς να την αντιμετωπίσουν. Μόνο η Μυτουλίδου την εκτίμησε, την πλησίασε και γίνανε φίλες. Ενθαρρυμένη μάλιστα από την επαναλειτουργία του Χημείου, η γαλλικού εμπλούτισε κι αυτή το μάθημά της: άρχισε να φέρνει στο σχολείο το λάπτοπ της μ΄ έναν προτζέκτορα, προβάλλοντας εικόνες πάουερ πόιντ και φιλμάκια, έτσι ώστε τα μαθήματά της να γίνονται πολύ πιο ενδιαφέροντα για τα παιδιά (εννοείται ότι ξανάπαιρνε πίσω σπίτι της όλο το υλικό, δια τον φόβον των Ιουδαίων).
Γαλλικού και χημικός, προεξαρχούσης της δεύτερης, βγαίναν τις βόλτες τους, διασκεδάζανε και γλεντάγανε. Κι αν η Μυτουλίδου είχε το μόνιμο σύντροφό της, τον εφορειακό κ. Ταπαίρνη, η Παναρέτου έβγαινε κάθε φορά με άλλο συνοδό. Μέχρι και με παντρεμένους την κουτσομπόλευαν ότι πήγαινε, κι ότι το κρεβάτι εκεί στην Αγίου Όρους την είχε βλαστημήσει από την πολλή δράση. Δεδομένου όμως ότι στην πόλη μας οι άνθρωποι κουτσομπολεύουνε κυρίως τη ζωή των άλλων, αντί να ζούνε τη δική τους ζωή (αν έχουν κι όση έχουν), θα πρέπει ν΄ αφαιρεθούν πολλά από όσα λέγανε για τη νεαρή χημικό. Υπήρχαν πάντως γυναίκες που αλλάζανε πεζοδρόμιο όταν τη συναντούσανε, άντρες που τη θαυμάζανε μυστικά για την ομορφιά της (μεταξύ των οποίων κι εγώ) και κορίτσια που θα θέλανε να της μοιάσουνε. Το βέβαιο ήταν πως οι παπάδες τη μισούσαν γιατί τους περιφρονούσε (σνομπάρισε την επέτειο της απελευθέρωσης της πόλης στη μητρόπολη, δε φίλαγε καν το χέρι του σεβ. μητροπολίτη Ανασκολόπιου!), οι συνδικαλιστές γιατί τους χλεύαζε, οι κεφαλές της πόλης γιατί δεν τους έριχνε δεύτερη ματιά, αν και πολύ θα τη θέλανε στο κρεβάτι τους, οι συνάδελφοί της γιατί παραήτανε δουλευταρού και πάει λέγοντας.
Το Νοέμβρη, αμέσως μετά τη γιορτή του Πολυτεχνείου, άρχισαν οι συνελεύσεις των μαθητών του Λυκείου για τις πατροπαράδοτες καταλήψεις που παραδοσιακά στη Χριστιανούπολη, όπως εξάλλου και σ΄ όλη την Αιωνία Γελλάδα, ενοποιούν πάντοτε και σταθερά τις τελευταίες διδακτικές βδομάδες της χρονιάς με τις διακοπές των Χριστουγέννων – Πρωτοχρονιάς, καταλήψεις ενίοτε παρατεινόμενες και εντός του νέου έτους. Φοβούμενη ότι μπορούσε ν΄ ακολουθήσει το χειρότερο, η Παναρέτου μετέφερε στο σπίτι της τα ευπαθέστερα όργανα και τα πλέον επικίνδυνα υλικά του Χημείου και εγκατέστησε η ίδια νέα αλυσίδα με λουκέτο. Όταν οι καταλήψεις άρχισαν όντως στο Λύκειο, η χημικός κόλλησε στον Ολμέ και στους συναδέλφους της να κρατήσουν τουλάχιστον το Γυμνάσιο ανοιχτό. «Μπορεί να είναι στο ίδιο συγκρότημα», τους είπε, «αλλά πρόκειται για διαφορετικές πτέρυγες. Δεν αποφάσισαν τα παιδιά του Γυμνασίου κατάληψη, άρα δεν μας αφορά»
«Μα πάντα έτσι γίνεται, κάθε χρόνο, είναι έθιμο», αντέτεινε ο σοφός διευθυντής. «Οι αποφάσεις του Λυκείου συμπαρασύρουν και μας, ποτέ τα δικά μας τα παιδιά δεν αποφασίζουν μόνα τους»
«Και γιατί δεν κάνουν συνελεύσεις τα δικά μας τα παιδιά ν΄ αποφασίσουν; Και τι θα γίνει αν αποφασίσουν ότι δεν θέλουν κατάληψη;»
«Γιατί δεν τα ρωτάς;»
Η Παναρέτου τα ρώτησε και πήρε την απάντηση ότι θα τρώγανε ξύλο απ΄ τους μεγάλους, αν τολμούσουν καν να κάνουν συνέλευση με το ερώτημα αυτό, όχι να καταψηφίσουν την κατάληψη. Η Παναρέτου τότε ρώτησε τον γυμνασιάρχη αν η κατάληψη του σχολείου από μαθητές είναι σύννομη, ακόμα κι αν ομοφωνούν όλοι, λυκειακοί και γυμνασιακοί. Πήρε την αναμενόμενη απάντηση «μάλλον όχι, δεν ξέρω, αλλά κάθε χρόνο έτσι γίνεται».
«Κι εμείς γιατί δεν κάνουμε κάτι;»
«Τι να κάνουμε;»
«Μάθημα. Αυτή δεν είναι η δουλειά μας;»
«Εγώ δεν διακινδυνεύω τη σωματική μου ακεραιότητα με τους μαντράχαλους τους διετείς και τριετείς του Λυκείου. Κι ούτε φωνάζω την αστυνομία, να με γράψουν οι εφημερίδες. Εδώ υπάρχει εκπαιδευτικό άσυλο». Μιλώντας και με τους άλλους συναδέλφους, η χημικός είδε ότι όλοι σχεδόν με τον ίδιο τρόπο σκέφτονταν. Και το συζήτησε με τη φίλη της τη γαλλικού:
«Μα με τι μούτρα θα πληρωνόμαστε στο δεκαπενθήμερο, θα προπληρωνόμαστε μάλιστα γιατί είμαστε μόνιμοι κι όχι αναπληρωτές, χωρίς να δουλεύουμε, και χωρίς προοπτική να δουλέψουμε ποιος ξέρει για πόσον καιρό; Με τι μούτρα θα βλέπουμε τους γονείς των παιδιών όταν θα δίνουμε τους ελέγχους;»
«Κάθε χρόνο έτσι γίνεται, μη σε νοιάζει. Το ξέρουνε κι οι γονείς», είπε η Μυτουλίδου.
«Αλλά εγώ ντρέπομαι»
«Είναι θέμα φιλότιμου και μόνο, Τίμη. Ας δουλεύουμε όσο καλύτερα μπορούμε, όποτε μπορούμε. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Δεν κάνουμε εμείς τις καταλήψεις»
«Γιατι όμως να τις ανεχόμαστε; Τι λένε οι άλλοι συνάδελφοι;»
Ιδού λοιπόν της της είπανε μερικοί άλλοι συνάδελφοι:
«Μην πληρώνεσαι, αν δε θες, Παναρέτου», είπε η γυμνάστρια, η κ. Φώφη Στημουνάραμου. «Εμείς το μισθό μας τον έχουμε, ας είναι καλά το Δημόσιο. Ή πάρ΄ τα και δωσ΄ τα σε κανένα φιλανθρωπικό ίδρυμα. Μην ξεχάσεις να πεις στον Πεσκέση να το γράψει στην εφημερίδα του»
«Στην αρχή έτσι ντρεπόμαστε όλοι, αλλά μετά συνηθίζουμε. Θα συνηθίσεις και συ. Δε θα σώσεις εσύ τον κόσμο, δε θ΄ αλλάξεις εσύ το ρωμέικο, μη χολοσκάς», της είπε μία φιλόλογος, η Παράτατα Κωλοπετσωμένου.
«Είναι κατάκτηση του κινήματος, συναδέλφισσα, ο δεκαπενθήμερος μισθός επί δεκατέσσερα, βρέξει χιονίσει, χώρια η ασφάλιση, καθαρά και στο χέρι, συν δώρα και επιδόματα, βρέξει χιονίσει, δουλέψουμε δε δουλέψουμε, καταλήψεις ή μη καταλήψεις, γιορτές ή μη γιορτές, βρέξει χιονίσει, τρεις μήνες διακοπές και 18 ώρες τη βδομάδα τελικά, βρέξει χιονίσει, κι όλοι οι καθηγητές τα ίδια, γιατί αν ξεχωρίσει κανείς προς τα πάνω ή προς τα κάτω, αυτό αποτελεί ελιτισμό. Αν πας κόντρα, να ξέρεις ότι θα σε ξεβράσει το συνδικαλιστικό δημοσιοϋπαλληλικό κίνημα, το εργατικό και το λαϊκό κίνημα γενικά», την επέπληξε ο κ. Βαρύκαπνος Μουστακαλόφρων, μαθηματικός, γραμματέας της ΚΟΒ Εκπαιδευτικών του ΚΚΕ στο νομό Χριστιανίας και αντιπρόεδρος της τοπικής ΕΛΜΕ.
Η Παναρέτου πήγε ένα πρωί στην κατάληψη του Λυκείου (ήμουνα καθιστός απέναντι στου Ρεμπεσκέ, σε τραπεζάκι έξω γιατί ήτανε καλός ο καιρός, έβλεπα κι άκουγα) και ζήτησε από τους καταληψίες ν΄ ανοίξουν αλυσίδες και λουκέτα, ώστε να πάει στο γραφείο της και στο Χημείο. Εκείνοι, κάτι μαντράχαλοι, με βαριές τσιγαριές στο χέρι και εκφορά λόγου ανάμεσα σε πρεζόνι κι εκκολαπτόμενο συνδικαλιστή, της είπαν «απαγορεύεται να μπείτε, διότι η γενική συνέλευση των μαθητών αποφάσισε» κλπ κλπ. Αυτή προσπάθησε να τους πιάσει κουβέντα, να τους φέρει στο φιλότιμο, με επιχειρήματα του είδους «συμφωνώ ότι το σχολείο δεν ελκύει, είναι βαρετό κι ενοχλητικό, μα το να το καταλαμβάνουμε ή και να το καταστρέφουμε το κάνει ακόμα χειρότερο. Κι αυτό δεν βοηθάει τη δημόσια εκπαίδευση, όπως λέτε, αλλά την κάνει ακόμα χειρότερη». Οι καταληψίες τής ξανάπαν «απαγορεύεται να μπείτε κλπ κλπ». Η Πολυτίμη είπε πώς δεν τους ζήτησε να μπεί, αλλά τους είπε κάτι εντελώς διαφορετικό: τους ρώτησε αν οι καταλήψεις βοηθάνε τη δημόσια εκπαίδευση και πώς ακριβώς τη βοηθάνε να γίνει καλύτερη. Εκείνοι απάντησαν ξανά «απαγορεύεται, διότι η γενική συνέλευση» κλπ κλπ. Η χημικός προσπάθησε κι άλλο, λέγοντάς τους πως προτιμότερο θα ήταν να λειτουργεί το σχολείο, συμπληρώνοντας «και να ζητάτε από τους καθηγητές σας να κάνουνε καλύτερα το μάθημά τους. Τώρα περνάνε μπέικα μόνο όσοι καθηγητές βαριούνται». Εκείνοι «απάντησαν» τα ίδια. Όταν, με ατσάλινη υπομονή, η Παναρέτου τούς ρώτησε αν υπάρχει άλλη χώρα στον κόσμο εκτός της Αιωνίας Γελλάδας όπου τα σχολεία να καταλαμβάνονται, και μάλιστα κάθε χρόνο ίδια εποχή– και αρκετές φορές, επιπρόσθετα, και εκτός εποχής, και τι νόημα έχει αυτό– τότε ο εξαίσιος μαθητικός ηγέτης Σταρχίδιαμας Μαστουρίδης τής πέταξε το αναπόφευκτο «Α γαμήσου πουτάνα». Η Παναρέτου απάντησε κοροϊδευτικά «Δεν μπορώ μόνη μου, πάμε μαζί;» και ο φέρελπις νεανίας (τρόπος του λέγειν, στα 21 περπατούσε) άρχισε να ουρλιάζει «Φύγε πουτάνα, γιατί θα βγω έξω και θα σε σκοτώσω στο ξύλο». Τα υπόλοιπα είναι άνευ ενδιαφέροντος, υπό την έννοια ότι ότι πρόκειται για τυποποιημένες υπεραρσενικές συμπεριφορές ορισμένης κατηγορίας αντρών.
Την 1η του Δεκέμβρη, μετά από 15 καθαρές μέρες καταλήψεων κι ενώ ακολουθούσε με βεβαιότητα ένα ακόμα δεκαπενθήμερο με ανάλογη πρόγνωση, αφού οι γιορτές ακόμα απείχαν, στο προαναφερθέν καφενείο του Τσίπουρου Ρεμπεσκέ, απέναντι από το σχολείο, ο κ. Ταμίας Φραγκοφονιάς, ο οικονομικός του συλλόγου (αν και φιλόλογος), μοίρασε σε όλους το μισθό του επόμενου δεκαπενθήμερου. Οι καθηγητές τα παίρνανε χαρούμενοι, επιχαίροντας μάλιστα που πληρώνονταν, ενώ το σχολείο είχε κατεβασμένα τα ρολά. Η Παναρέτου υπόγραψε, τα πήρε με δυσκολία («Πάρ΄ τα τώρα και το σκέφτεσαι μετά», την πρότρεψε ο κ. οικονομικός) και είπε στη Μυτουλίδου
«Μίτση, ντρέπομαι. Πρώτη φορά στη ζωή μου παίρνω αδούλευτα λεφτά. Πώς θα δω τα παιδιά, πώς θα δω τους γονείς;»
«Πώς θα πληρώσεις το νοίκι σου, Τίμη μου; Δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς»
«Αυτό δεν αλλάζει το ότι ντρέπομαι»
Και αμέσως, η χημικός αντέδρασε, κάνοντας κάτι που δεν είχε ξαναγίνει ποτέ στα χρονικά της Χριστιανούπολης, ίσως και όλης τη Αιωνίας Γελλάδας: όρισε μαθήματα στο σπίτι της! Έφτιαξε πρόγραμμα μαθημάτων κατά τάξη, έμαθε όσες διευθύνσεις και τηλέφωνα μαθητών μπορούσε, τους ειδοποίησε, τους είπε να ειδοποιήσουν κι ο ένας τον άλλον. Ξεκίνησε με το Γ1 γιατί εκτιμούσε, πολύ σωστά, ότι πιο εύκολο θα ήταν να έρθουν σπίτι της τα μεγάλα παιδιά, παρά τα μικρότερα. Ήρθαν 17 στους 26, κάθησαν όπως όπως και κάνανε μάθημα μια χαρά. Φυσικά δεν πήρε απουσίες– εδώ δεν την ενδιέφερε το απουσιολόγιο στα εντός σχολείου μαθήματα, τώρα στις έκτακτες συνθήκες θα κοίταζε τις απουσίες; (Αυτή δεν τους έλεγε πάντα πως «σημασία έχει το μάθημα, κι ο καλός καθηγητής δεν κρατάει τον κόσμο στην τάξη με το απουσιολόγιο»;). Έδωσε νερό και πορτοκαλάδα σ΄ όσους θέλανε, και τους έκανε εκείνο το εντυπωσιακό πείραμα που αργότερα το περιγράψανε με θαυμασμό στις καταθέσεις τους όσα παιδιά ήταν εκεί και τότε και το είδαν να γίνεται: την εκρηκτική αντίδραση του Νa (νάτριο) με Η2Ο (νερό), που όλοι οι χημικοί ανά την επικράτεια ξέρουν ότι είχε γίνει αιτία κάποιος μαθητής στον Πειραιά να χάσει ένα μάτι.
«Η Κόκκινη όμως ήξερε καλά τη δουλειά της», κατέθεσε στην προανάκριση ο Φαέθων Ανοιχτομάτης του Γ1. «Πρώτα πρώτα, εμάς μας έβαλε σε μιαν άκρη του δωματίου κι αυτή έκανε το πείραμα στην άλλη, πάνω σ΄ ένα τραπεζάκι. Μετά μάς ρώτησε να πούμε ποια μέταλλα ξέρουμε. Είπαμε μεις σίδερο, χρυσός, ασήμι, χαλκός. Κάποιος ήξερε και τον ψευδάργυρο, που η Κόκκινη μας είπε ότι είναι ο γνωστός μας τσίγκος (κανείς μας δεν το ήξερε). Μιλήσαμε αρκετά για τις ιδιότητες των μετάλλων. Μετά αυτή είπε ότι υπάρχουν και στοιχεία που είναι μέταλλα, αλλά ο κόσμος δεν το ξέρει, ακόμα κι αν ξέρει τ΄ όνομά τους. Τέτοια μας είπε το κάλλιο και το νάτριο. Είχε λίγο νάτριο, μας το ΄δειξε. Το έκοψε σε μικρά κομματάκια σ΄ ένα δοχείο γυάλινο και χοντρό, που το είπε πυρίμαχο (ρώτησα κι έμαθα τι θα πει αυτό, ότι αντέχει στη φωτιά). Είχε και νερό σ΄ ένα μπουκαλάκι. Κάθε φορά που ανακάτευε ένα κομμάτι νάτριο με νερό, γινόταν μια μικρή έκρηξη, με χοροπηδητό του κομματιού πάνω στο νερό, καπνό, λάμψη και κρότο. Έκανε αρκετές τέτοιες εκρήξεις και κάθε φορά η ίδια χανόταν για λίγο πίσω από τον καπνό. Ήθελε να μας δείξει πόσο δραστικό μέταλλο είναι το νάτριο. Το κάναμε και μεις, όσοι θέλαμε. Πολύ μας άρεσε. Μερικά παιδιά τρομάξανε, η Υποταγή Θεοφόβου έκανε το σταυρό της, ο Ευνάπιος Ματιασμένος και η Πιστή Αστρολογίδου είχανε κλείσει τα μάτια τους. Όλοι οι άλλοι χαρήκαμε πολύ. Όταν το πείραμα τέλειωσε, η Κόκκινη είπε ότι η Χημεία σού ανοίγει το μυαλό, γιατί σε μαθαίνει να σκέφτεσαι και να κρίνεις τα πάντα, να μην τα δέχεσαι όπως σού τα σερβίρουνε. Μετά συζητήσαμε απορίες και ύστερα η Κόκκινη είπε αν κανείς ήθελε περισσότερες διευκρινίσεις, να μείνει. Δεν έμεινε κανείς, φύγαμε όλοι. Ποτέ δε θα ξεχάσω αυτές τις μικρές εκρήξεις και την Κόκκινη από πίσω τους, σα θεά, να χαμογελάει και να μας μαθαίνει τόσα ωραία πράγματα. Θέλω να γίνω χημικός».
Το απομεσήμερο ήταν η σειρά του Γ2. Όπως κατέθεσε αργότερα η Ελισσάβετ Ρασοφόρου, «πήγαμε στο σπίτι της Κόκκινης 16 μαθητές στους 25. Μας έβαλε σε μιαν άκρη, εγώ έκατσα στο πάτωμα. Μας μίλησε αρκετά για την υδρόλυση, με παραδείγματα από την καθημερινή ζωή. Μας ζήτησε να πούμε δικές μας εμπειρίες που μπορεί να ήταν υδρόλυση. Εγώ δεν έλεγα τίποτα. Οι άλλοι είπανε διάφορα. Αφού μιλήσανε αρκετά το θέμα, μας είπε ότι θα κάνει υδρόλυση του ανθρακασβέστιου σε νερό. Δεν ήξερα τι είναι αυτό το ανθρακασβέστιο, το CaC2 όπως μας το είπε. Ανακάτεψε κάτι πράγματα, που το ένα ήταν σίγουρα νερό, και βγήκε κάτι άλλο, που αυτή το είπε ‘ακετυλένιο’, C2H2. Σ΄ αυτό το ακετυλένιο έβαλε φωτιά, παρόλο που είχε νερό μέσα, το είδα με τα μάτια μου. Εγώ τρόμαξα, μάγια ήτανε σίγουρα, αλλά είπα τρεις φορές μέσα μου ‘Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά’ κι έτριβα το σταυρουδάκι μου. Εκείνη έλεγε να κοιτάμε με τι εντυπωσιακό και ήρεμο τρόπο καίγεται το ακετυλένιο. Έτσι έλεγε, ‘εντυπωσιακό και ήρεμο’. Ήτανε μάγια όμως γιατί έκαιγε αυτό που είχε μέσα νερό. Αυτό μόνο με μαγεία γίνεται. Κι ή ίδια η Κόκκινη ήτανε σα μάγισσα, χαμογελούσε κι ήταν όμορφη, αλλά όμορφη σα διάβολος. Μάγισσα. Πολλά παιδιά σηκωθήκανε και κάνανε το ίδιο, βάζανε φωτιά στο νερό. Μετά αυτή έλυνε απορίες κι όλο έλεγε κάτι για κριτική σκέψη και ξανά κριτική σκέψη. Εγώ δεν άκουγα και πολλά, γιατί μέσα μου έλεγα προσευχές και ξεματιάσματα, έκανα το σταυρό μου και φίλαγα το σραυρουδάκι μου. Δεν ξέρω αν άλλα παιδιά φοβηθήκανε. Τα πιο πολλά εντυπωσιάστηκαν, τους άρεσε σίγουρα. Η Κόκκινη τα μάγεψε με διαβολικά ξόρκια και χημικά. Μετά αυτή είπε αν είχε κανείς απορίες να μείνει κι άλλο. Μείνανε η Μαρινέλλα Φιδοστόμου και ο Υφέρπων Σέρτικος, περίεργο αυτός, γιατί είχε χάσει δυο χρονιές και δεν ήταν και τόσο ενδιαφερόμενος για τα μαθήματα. Εμένα μου είχε φανεί παράξενο και που είχε έρθει καν στο σπίτι της Κόκκινης. Μετά εγώ έφυγα και δεν ξαναπάτησα σπίτι της. Είπα και στους δικούς μου τι έγινε και φρίξανε κι αυτοί. Ιησους Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά»
Εννοείται ότι τα κατ΄ οίκον αυτά μαθήματα συζητήθηκαν και επικρίθηκαν δεόντως. Ο Ολμές κι ο Μουστακαλόφρων, ως γυμνασιάρχης ο ένας και ως συνδικαλιστικός εκπρόσωπος ο άλλος, τη φωνάξανε στου Ρεμπεσκέ, αφού το σχολείο ήτανε κλειστό, για να τη νουθετήσουν (ήμουνα ως συνήθως σε διπλανό τραπέζι και άκουγα). Την απειλήσανε με πειθαρχικές ο ένας και συνδικαλιστικές κυρώσεις ο άλλος. Ο γυμνασιάρχης τόνισε ότι τα μαθήματα πρέπει να γίνονται μόνο στο σχολείο, κι αν το σχολείο είναι κλειστό, να μη γίνονται καθόλου. Ο μαθηματικός επικαλέστηκε παραβίαση των «Κανονισμών Ασφαλείας Εργαστηρίου» (Εγκύκλιος τάδε τάδε με χρονολογία τάδε) και θυμήθηκε πως ο γιος μιας πολύ γνωστής αριστερής ηθοποιού είχε πάθει, παλιά, σοβαρό ατύχημα πειραματιζόμενος κατ’ οίκον. Εκείνη απάντησε ότι κάνει το σωστό και δεν ενοχλούσε κανένα. Διαφωνήσανε, και οι άντρακλες καταλήξανε μ΄ ένα στόμα: «Κόφτο, γιατί θα σε τσακίσουμε». Κι αυτό ενώ ο Ολμές είναι γνωστός δεξιός, ενώ ο άλλος ακραιφνής κομμουνιστής. Η Παναρέτου όμως τους αντιμετώπιζε με χαμόγελο. Εξάλου, όπως τούς είπε, πολλές φορές το τηλέφωνό της χτύπησε και αρκετοί συνάδελφοι τής είπαν ότι δεν είναι σωστό αυτό που κάνει, γιατί όχι μόνο «χαλάει την πιάτσα», αλλά υπονομεύει «τον αγώνα των μαθητών του Λυκείου». Η χημικός απαντούσε ότι δεν παίρνει ούτε ένα ευρώ, ότι το μάθημα είναι εθελοντικό χωρίς να παίρνονται απουσίες, κι ότι οι καταλήψεις είναι μια γελοιότητα. Άλλες φορές με απόκρυψη, ανώνυμες φωνές αντρικές (και καμιά φορά γυναικείες), που μερικές της φαίνονταν γνώριμες ως εξερχόμενες από τις κεφαλές της πόλης μας, την απειλούσαν μ’ ένα υβρεολόγιο απνευστί, που κατέληγε στην κλασική επωδό «Σταμάτα τα μαθήματα πουτάνα, γιατί θα σε σκοτώσω στο ξύλο» κι εκείνη απαντούσε «Σοβαρά; Δεν έχεις κότσια. Μόνο να βρίζεις ξέρεις ανώνυμα». Αυτά όλα τούς τα μετέφερε η Παναρέτου, λέγοντας και τι της λέγανε, και τι απαντούσε η ίδια. Και είμαι βέβαιος οι λίαν εξοργιστικές (όχι εξοργισμένες, εξοργιστικές γι΄ αυτούς), ειρωνικές και ήρεμες εκείνες απαντήσεις της Πολυτίμης θα εκτροχιάζανε ακόμα περισσότερο τους ανώνυμους τηλεφωνικούς υβριστές, που υπερασπίζονταν εκ του ασφαλούς τις αξίες της πόλης, του συνδικαλισμού, της ισότητας, της θρησκείας, του έθνους, του Δημοσίου και της ελληνικής Μακεδονίας, όπως ακριβώς εκτροχιάσανε μπροστά στα μάτια μου, εκεί στου Ρεμπεσκέ, τον Ολμέ και το Μουστακαλόφρονα.
Αφού προχώρησε ο Γενάρης της νέας χρονιάς έφτασε ο καιρός των αγροτικών μπλόκων στις εθνικές οδούς. Επέστη λοιπόν και το τέλους των μαθητικών καταλήψεων (χωρίς φυσικά να έχει, κατά τ΄ άλλα, αλλάξει τίποτα, μόνο που το σύνηθες διάστημα είχε εθιμικά περάσει), τα λουκέτα σ΄ όλη την Αιωνία Γελλάδα σπάσανε (όποτε και όπου βρέθηκαν τα κλειδιά) ή ανοίχτηκαν (όποτε και όπου βρέθηκαν τα κλειδιά) και οι καθηγητές μπήκαν στα μισοδιαλυμένα σχολεία, ώστε να ξαναρχίσει η χρονιά. Αυτό βεβαίως πήρε καμιά δυο βδομάδες ακόμα, λόγω επισκευών (όλοι γνωρίζουμε ότι μετά από κάθε σχολική κατάληψη όσοι κυρίως ωφελούνται είναι οι τζαμάδες, οι μαραγκοί, οι κλειδαράδες και οι έμποροι θρανίων). Μετά, παράλληλα με τα μαθήματα, άρχισαν οι εξίσου πατροπαράδοτες διαβουλεύσεις για το πόσες ώρες θα κοπούν από ημερήσιους «περιπάτους» και εκδρομές, πόσο πρέπει να παραταθεί η σχολική χρονιά και πότε ακριβώς πρέπει να γίνουν οι Πανελλήνιες Εξετάσεις, προκειμένου να «κερδηθούν» οι χαμένες ώρες διδασκαλίας– εννοείται ότι ποτέ δεν αναπληρώνονταν όλες, συζητήσιμο δε είναι εν γένει πόσο «διδασκαλίας» είναι, δεν είναι δα κι όλοι οι καθηγητές σαν την Κόκκινη.
Η Πολυτίμη Παναρέτου είδε ότι η αλυσίδα που είχε βάλει είχε κοπεί, ποιος ξέρει με τι, και το αγαπημένο της σχολικό Χημείο είχε βεβαίως γίνει ξανά καλοκαιρινό. Χρειάστηκε μια βδομάδα προκειμένου να το αποκαταστήσει. Τότε πια ξεμοντάρισε το πρόχειρο Χημείο από το σπίτι της, το μετέφερε στην οικεία σχολική αίθουσα και άρχισε να διδάσκει ξανά εκεί. Στο διάστημα αυτό, τέσσερις γονείς / κηδεμόνες, ο κ. Θεόφοβος, η κ. Ματιασμένου, ο κ. Ρασοφόρος και η κ. Αστρολογίδου τής έκαναν αναφορά επί αθεϊα, προσβολή της χριστιανικής θρησκείας και μαγεία, σε συνεργασία με το διάβολο. Επιπλέον, το ζεύγος Φιδοστόμου και ο κ. Σέρτικος τής έκαναν αναφορά και μήνυση για ασέλγεια επί ανηλίκων και ηθική αυτουργία σε σειρά κακουργηματικών σεξουαλικών πράξεων.
Ολμές, Μπασκινέλλος, Κουεστιονίδης, Ελληναράς – Ελληναρίσκος, Αδιαφθορέας, Πεσκέσης, σεβ. Ανασκολόπιος και Αποκεφαλιστής, εν αγαστή συμπνοία και επαφή εννοείται, σύντομα αντιλήφτηκαν ότι οι θρησκευτικές κατηγορίες κάνανε μεν ντόρο στην πόλη μας και δίνανε την ευκαιρία στον εκδότη να στηλιτεύσει «όσους αφίστανται των ελληνοχριστιανικών ιδανικών», πράγμα που ήδη είχε κάνει πολλές φορές, όμως δύσκολα μπορούσαν να προχωρήσουν, μια και τα περί μαγείας και αθεϊας δεν είχαν ιδιαίτερο ψωμί στη λοιπή Αιωνία Γελλάδα, η οποία, κατά αξιοπερίεργο τρόπο, μετείχε δυστυχώς και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Βεβαίως η Παναρέτου δεν έκανε το σταυρό της στην πρωινή προσευχή, ούτε εκκλησιαζόταν. Θα ήθελαν πολύ να τη σουβλίσουν, σύμφωνοι, αλλά έλα που δε γινόταν. Αποφάσισαν λοιπόν να μεταβιβάσει ο Ολμές την αναφορά προς την Επιθεώρηση και το Υπουργείο για τα περαιτέρω: ελπίζανε το λιγότερο σε ΕΔΕ και διοικητικές διώξεις ενάντια στην ενοχλητική χημικό.
Στο δε ποινικό κομμάτι, οι γονείς ούτε λίγο ούτε πολύ κατηγορούσαν την Παναρέτου ότι, αφού είχε κάψει το ακετυλένιο, κράτησε τη Μαρινέλλα και τον Υφέρποντα σπίτι της και τους είχε βάλει να κάνουν ακατονόμαστα σεξουαλικά όργια κι αυτή έβλεπε, ενώ αργότερα έδιωξε την κοπέλα και κράτησε το αγόρι για ιδιωτική «χρήση». Αυτά γράφονταν στη μήνυση των γονιών και ήταν έτοιμα να τα καταθέσουνε τα ίδια τα δύο παιδιά. Το διευθυντήριο των κεφαλών της πόλης μας αποφάσισε ότι σ΄ αυτό το πεδίο υπήρχε περισσότερο ψωμί. Με το που έγινε η προανάκριση όμως, ακόμα και ο Μπασκινέλλος κατάλαβε ότι η δουλειά ήτανε τόσο χαζά μονταρισμένη, ώστε αν το θέμα έφτανε σε δικαστήριο, όσο στημένο κι αν ήταν από τον Αδιαφθορέα και τον Αποκεφαλιστή, οι μηνυτές θα γελοιοποιούνταν. Τα συγκεκριμένα αυτά παιδιά, παρόλο που ήτανε δασκαλεμένα από τους γονείς, οι οποίοι υποβλέπανε τη νεωτερίστρια και ελευθεριάζουσα χημικό, πέφτανε σε τέτοιες και τόσες αντιφάσεις, ώστε, επαναλαμβάνω: καμιά σοβαρή ανάκριση δε θα μπορούσε να οδηγήσει σε έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος, παρόλο που στην κατάπτυστη μικρή μας πόλη ήταν πάντα δεδομένη η ομοφωνία ανακριτή και εισαγγελέα. Ακόμα κι αν το θέμα έφτανε στο δικαστήριό μας, ακόμα κι αν καταδικαζόταν, η κοπέλα θα κέρδιζε σίγουρα στο Εφετείο, εκτός Χριστιανίας, ή έστω στον Άρειο Πάγο, άσε που υπήρχαν πάντα τα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια, όπου τέτοια κόλπα δεν περνάγανε. Αποφάσισαν ωστόσο να προχωρήσουν το θέμα, δημιουργώντας κλίμα εναντίον της καθηγήτριας, ενώ συμβούλεψαν απέξω απέξω τους γονείς να καταθέσουν και αγωγές για «ηθική βλάβη» και «ψυχικό κλονισμό» των παιδιών τους, ζητώντας μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ. Ο Πεσκέσης ανέλαβε να συντηρεί το ζήτημα, ο Κουεστιονίδης και ο Αδιαφθορέας να το προχωρούν όσο αργά γίνεται κι ο Μπασκινέλλος να ρυθμίζει τη ροή των κλήσεων και των άλλων δικαστικών εγγράφων, ώστε η Παναρέτου να ταλαιπωρείται και να ξοδεύει όσο γίνεται περισσότερα σε δικηγορικά έξοδα. Από την άλλη, ο Ολμές ανέλαβε να διεκπεραιώσει τις ενδοσχολικές ανακρίσεις και να συλλέξει υλικό, ώστε να σταλεί προς την Επιθεώρηση του νομού ένας πλήρης φάκελος, με το ερώτημα της προσωρινής απόλυσης, της στέρησης μισθού ή έστω της προσωρινής διαθεσιμότητας μέχρι να διαλευκανθεί η κατάσταση. Δεν είναι εξάλλου το ίδιο πρόσωπο για το οποίο ακούστηκαν τόσα και τόσα για μαγεία και αθεϊα; Δεν είναι το ίδιο πρόσωπο που ενθάρρυνε όσα παιδιά ξέρανε και θέλανε να μιλάνε δημόσια τη «ντόπια» (=μακεδόνικη) γλώσσα, ειδικά όσα έρχονταν από τα χωριά και τη μιλάγανε σπίτι τους; Όλο το ζήτημα, αποφάνθηκαν οι κεφαλές του Διευθυντηρίου μας, είναι να παραμείνει όσο γίνεται περισσότερο το θέμα στα όρια του νομού Χριστιανίας. Να σέρνεται και να την ενοχλεί την Παναρέτου, να τη φοβίζει και να μην ξεμπλέκει, να πλανιέται πάνω της και να μην τελειώνει.
Η νεαρή καθηγήτρια όμως δεν κώλωνε. Με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία (σίγουρα κι άλλοι, εκτός από μένα, τη θαυμάσαμε) απολογήθηκε σε όσες αρχές τής το ζήτησαν και απέκρουσε τις κατηγορίες μία προς μία, τόσο σε διοικητικό, όσο και σε ποινικό επίπεδο. Απέκρουε τις κατηγορίες, χωρίς να κάνει καθόλου λόγο στα λίγα παιδιά που την κατηγορούσαν, τα οποία δεν τολμούσαν να την κοιτάξουν στα μάτια. Συνέχιζε το μάθημά της όπως εκείνη είχε μάθει δέκα τόσα χρόνια στα φροντιστήρια, και τα περισσότερα παιδιά τη λάτρευαν. Μέχρι που μερικοί γονείς, από τους κάπως πιο ανοιχτόμυαλους, γιατί έχουμε και μερικούς τέτοιους στη Χριστιανούπολη, πήραν σχεδόν το μέρος της- ιδιωτικά εννοείται.
Συγκεκριμένα, η Πολυτίμη τόνισε ότι είναι δικαίωμά της να πιστεύει ή να μην πιστεύει στο θεό κι αρνήθηκε να τους πει τι ακριβώς πίστευε. Χλεύασε το θέμα του διαβόλου (παρεμπιπτόντως, επειδή δεν τόλμησαν να της το πουν ευθέως), λέγοντας ότι εδώ και πολλούς αιώνες, πρώτο, η Χημεία είναι πλέον χωριστή επιστήμη και αντίπαλη με τη θεολογία και τη «διαβολολογία» (έτσι την ονόμασε– και τα γραπτά μένουν. Μάλλον θα τους ειρωνεύονταν, υποθέτω) και δεύτερο, οι κοκκινομάλλες δεν καίγονται πλέον στην πυρά, όπως την εποχή του Μεσαίωνα, οπότε τις θεωρούσανε όργανα του σατανά.
Για το εθνικό θέμα, είπε απλώς να ρωτήσουν τα παιδιά και τους γονείς τους τι νιώθει ο καθένας. «Δεν μπορούμε εμείς να πούμε στον άλλο να είναι Έλληνας, εθνικά Μακεδόνας, Πορτογάλος, Κορεάτης ή οτιδήποτε άλλο, σημασία έχει τι νιώθει ο άλλος από μόνος του», κατέληξε. Επί του άλλου θέματος, είπε ότι θεώρησε υποχρέωσή της να κάνει μάθημα σπίτι της, αφού πληρωνόταν έτσι κι αλλιώς από τους Έλληνες φορολογούμενους, κι ότι ποτέ δεν πήρε ένα ευρώ από οποιοδήποτε παιδί δίδαξε κατ΄ οίκον (της). Τόνισε ότι κράτησε κατά μόνας όσα παιδιά θέλαν, σ΄ όλα τα μαθήματα που έκανε κι απ΄ όλες τις τάξεις, για να τους λύσει απορίες. Υπενθύμισε ότι είχε μεταφέρει το Χημείο στο σπίτι της για να μην κάνει μόνο θεωρητικά το μάθημα και ρώτησε όλους τους ενήλικους κατηγόρους της να συγκρίνουν πόσα πειράματα είχαν παρακολουθήσει οι ίδιοι κατά τη μαθητική τους ζωή σ΄ αυτήν ή σε άλλη πόλη (αυθόρμητες εσωτερικές απαντήσεις: από 0 μέχρι 1, αλλά δεν τόλμησαν να το παραδεχτούν στην ίδια) και πόσα οι μαθητές της σ΄ αυτό το μικρό διάστημα που δίδασκε η ίδια, στο σχολείο και στο σπίτι της (πολλά). Αρνήθηκε φυσικά ότι έβαλε τα παιδιά να κάνουν έρωτα μπροστά της, επισήμανε μάλιστα την αντίφαση γιατί να κάνει κάτι τέτοιο, αν πράγματι ήθελε μετά ν΄ αξιοποιήσει το νεαρό Υφέρποντα για τον εαυτό της. «Επίσης», έγραψε, «εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί αν η δεσποινίς Μαρινέλλα Φιδοστόμου έχει κάνει έρωτα, κάτι που δε μου φαίνεται και τόσο πιθανό, όπως τη βλέπω. Όσο για τον κύριο Υφέρποντα Σέρτικο, δεν έχω καμιά υποχρέωση ν΄ απαντήσω. Έχοντας μείνει τρεις φορές στην ίδια τάξη, ο Υφέρπων είναι ενήλικος σε πλήρη αστική ενηλικίωση, έμεινε στο σπίτι μου με τη θέλησή του και συνεπώς ό,τι έγινε ή δεν έγινε, δεν αφορά κανέναν».
Ενθαρρυμένοι από αυτό το τελευταίο, οι αντίπαλοί της λυσσάξανε κι επικεντρώθηκαν μόνο στο αγόρι. Λέγανε, «να το, πήρε το παιδί σπίτι της και το αποπλάνησε, εκμεταλλευόμενη τη θέση της ως καθηγήτρια, και τώρα το ρίχνει στον τύπο, αντί να κοιτάει την ουσία». Την πείξα, τη δείξα, τη δείνα, την έτσι, την αλλιώς, την εξόλης, την προόλης και δε συμμαζεύεται. Από κοντά ο ίδιος ο Σέρτικος, που κάτι φραγκάκια κάτω απ΄ το τραπέζι τσίμπαγε κάθε φορά από τις γαργαλιστικές κι όλο λεπτομέρειες συνεντευξούλες του στα μίντια του Πεσκέση ή σε άλλα, εθνικής εμβέλειας κουτσομπολίστικα μίντια (ας μην ξεχνάμε ότι το ερωτικό σχήμα «καθηγήτρια – μαθητής» ανταποκρίνεται σε φαντασιακό απωθημένο του 90% των αγοριών, άρα και των μετέπειτα αντρών), κι όλο και κάτι πρόσθετε κατά περίπτωση. Η Παναρέτου τούς άφησε λοιπόν να βγάλουν όλη τους τη χολή, άφησε και τον πιτσιρικά να εκτεθεί (μάλιστα στις παρέες του έλεγε πολύ περισσότερες γαργαλιστικές «λεπτομέρειες» για το πώς «ξέσκισε» την καθηγήτρια «από παντού»), και μετά έδωσε συμπληρωματική κατάθεση: «Αφού δε γίνεται σεβαστή η δήλωσή μου ότι δεν αφορά κανένα το τι έκανα ή δεν έκανα με τον ενήλικο κ. Υφέρποντα Σέρτικο, δήλωση που αποσκοπούσε να προστατεύσει τον ίδιο το νεαρό κατήγορό μου, δηλώνω λοιπόν ότι δεν έκανα έρωτα μαζί του. Τον προκαλώ δε, αφού με ‘γνώρισε’ τόσο καλά και ξέρει τόσες λεπτομέρειες μετά από όσα υποτίθεται ότι έκανε μαζί μου, ν΄ απαντήσει δυο απλές ερωτήσεις: 1. Τι χρώμα είναι το τρίχωμα στο εφήβαιό μου; Είμαι δηλαδή κοκκινομάλλα πάνω και κάτω ή όχι; Κι αν όχι τι; 2. Έχω κάτι πολύ χαρακτηριστικό και φανερό στην κοιλιά μου, π.χ. ελιά, ουλή, τατουάζ, κρίκο ή κάτι άλλο. Τι είναι αυτό;» Τη συμπληρωματική αυτή κατάθεση της Παναρέτου, όπου περιέχονταν οι δύο αυτές αποφασιστικές αυτές ερωτήσεις, την έδωσε στη δημοσιότητα ο δικηγόρος της.
Ο Σέρτικος δεν ήξερε τι να πει, και κατά συμβουλή του Κουεστιονίδη και του σεβ. Ανασκολόπιου, ακολούθησε κατ΄ ανάγκην ή, αν προτιμάτε, θέλοντας και μη, το γνωστό «Η σιωπή είναι χρυσός». Το κόλπο αυτό η Τίμη – να οικονομήσει δηλαδή την απάντηση στη συγκεκριμένη ερώτηση, ν΄ αφήσει να φουντώσουν οι (εύκολα προβλεπόμενες) μπούρδες και μετά να κατακεφαλιάσει και να ξεφτιλίσει το δυστυχή Υφέρποντα, τους γονείς του και τους κοινωνικούς κατηγόρους τής αχράντου πόλεώς μας– της το είχε συμβουλέψει ακριβώς ο προαναφερθείς δικηγόρος της, ο Απάντεχος Βρισκειάκρης από τη Αθήνα, που ανέβαινε κάθε τόσο στα μέρη μας κι έπαιρνε αμπάριζα Γυμνάσιο, αστυνομία, ανακριτικές υπηρεσίες, εισαγγελία κι Επιθεώρηση Μέσης Εκπαιδεύσεως, υπερασπιζόμενος σθεναρά τη φίλη του. Φυσικά τον φιλοξενούσε η Παναρέτου, φυσικά γινόταν το σχετικό σούσουρο για τις πρόσκαιρες συγκατοικήσεις τους, αλλά το χειρότερο ήταν άλλο: στις μομφές εναντίον της χημικού προστέθηκε και ο φιλοαθηναϊσμός της. Εντάξει, η ίδια δεν ήταν Αθηναία, ήταν Λιβαδίτισσα, αλλά πρώτο, η Λιβαδιά είναι πολύ κοντά στην Αθήνα, επιμολύνεται άρα από κείνη. Δεύτερο, η Λιβαδιά ανήκει στην παλιά Αιωνία Γελλάδα, όπου ως γνωστόν κυριαρχεί η Αθήνα. Τρίτο, οι μισοί Αθηναίοι Ρουμελιώτες είναι. Και τέταρτο, αφού δεν ήθελε δικηγόρο από τη Χριστιανούπολη (υπό προϋποθέσεις, κατανοητό), γιατί δεν έπαιρνε έστω Σαλονικιό ή άλλον Μακεδόνα; Έτσι οι όχι ευάριθμοι φανατικοί αντιαθηναίοι της πόλης μας προστέθηκαν στους υπάρχοντες πάμπολλους εχθρούς τής Παναρέτου.
Στο μεταξύ μπήκε ο Μάρτης, λύθηκαν τ΄αγροτικά μπλόκα και κηρύχτηκαν απεργίες και στάσεις εργασίας. Άλλες πανεργατικές και πανυπαλληλικές από ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ, άλλες πανεκπαιδευτικές από ΟΛΜΕ, ΔΟΕ, ΟΛΤΕ, ΟΚΠΕ κι άλλες καθηγητικές από την ΟΛΜΕ σκέτη. Τα αιτήματα ποίκιλλαν, όπως κάθε χρονιά (κι ανάλογα με τη χρονιά): από να αποσυρθεί το τάδε νομοσχέδιο μέχρι αυξήσεις μισθών, κι από αντιαμερικανικές διαμαρτυρίες λόγω Ιράκ και Αφγανιστάν μέχρι να παραιτηθεί ο (τρέχων) υπουργός παιδείας. Η Πολυτίμη δήλωσε ότι δεν μετείχε σε καμιά απεργία, απαίτησε μάλιστα να μην της κρατάνε συνδικαλιστική εισφορά από το μισθό της. «Είμαι ελεύθερος άνθρωπος», έλεγε. «Αν θέλω να συνδικαλιστώ θα το κάνω μόνη μου και θα πληρώνω μόνη μου τη συνδρομή μου. Είναι παράλογο να μεσολαβεί το κράτος και η σχολική μισθοδοσία, ο συνάδελφος Φραγκοφονιάς δηλαδή, σε μια ιδιωτική μου σχέση με το συνδικαλιστικό όργανο που με εκπροσωπεί ή υποτίθεται ότι με εκπροσωπεί»
«Μα για όλους μας έτσι γίνεται»
«Ε λοιπόν με μένα δε θέλω να γίνεται. Θα το δηλώσω εγγράφως σε όλους τους εμπλεκόμενους». Και το δήλωσε, την ίδια κιόλας μέρα. Το δήλωσε σε ΟΛΜΕ, τοπική ΕΛΜΕ, Υπουργείο Παιδείας, γυμνασιάρχη, σύλλογο καθηγητών, Φραγκοφονιά. Οι συνδικαλιστές φρυάξανε. Ιδιωτικά και δημόσια την αποκάλεσαν φασίστρια, αντισυνάδελφο, εχθρό του κινήματος, διαλυτικό στοιχείο, αναρχική, τυχοδιώκτρια, νεοφιλελεύθερη, παλαιοφιλελεύθερη, σκέτη φιλελεύθερη, άζουδη (με μπόλικη αζουδιά), δυτικόφιλη, κάζους μπέλι, κατς – 22 και πολλά άλλα. Την έβρισαν, την απείλησαν. Εκείνης όμως το αφτί δεν ίδρωνε.
Η Μίτση Μυτουλίδου, με καλή πίστη, διαφώνησε επίσης με τη φίλη της. Πίνανε έναν καφέ στου Ρεμπεσκέ, κι άκουσα τη Μίτση να λέει: «Εντάξει για τη συνδικαλιστική εισφορά, Τίμη, έχεις δίκιο και μ΄ έπεισες. Όχι ότι θα κάνω το ίδιο, δεν τολμάω. Όμως για την απεργία γιατί διαφωνείς; Γιατί να μην απεργήσουμε; Παίρνουμε πολύ λίγα χρήματα».
«Το πολύ και το λίγο είναι σχετικό, Μίτση μου», απάντησε η Πολυτίμη. «Σύγκρινε με τα φροντιστήρια και θα καταλάβεις. Επίσης, δεν παίρνουμε καθόλου λίγα χρήματα σε σύγκριση με το πόσο λίγες ώρες δουλεύουμε. Σκέψου καλοκαίρι, Πάσχα, Χριστούγεννα, αργίες, Σαββατοκύριακα, καταλήψεις, απεργίες, γιορτές. Κι εσύ βέβαια δουλεύεις και τιμάς τα χρήματα που παίρνεις, οι άλλοι όμως; Δουλεύει καθόλου ο Μουστακαλόφρων ή η Παράτατα; Μήπως δουλεύει η Στημουνάραμου, ο Φραγκοφονιάς κι η Κωλοπετσωμένου; Ή είχε κάνει ποτέ του μάθημα ο προκάτοχός μου ο Ντελλούριος; Τα παιδιά ξέρουνε. Μακάρι να μπορούσαν να ρωτηθούνε τα παιδιά»
«Αυτό δε γίνεται»»
«Το ξέρω. Λέω, μακάρι να μπορούσαν. Ή, να μην υπήρχε απουσιολόγιο. Έτσι, δε θα ΄βλεπες μόνο ποια παιδιά ενδιαφέρονται από μόνα τους να μάθουνε, μα ιδίως ποιοι καθηγητές μπορούν να τα κρατήσουνε στην τάξη με σκέτο το μάθημά τους»
«Ούτε αυτό γίνεται»
«Το ξέρω κι αυτό Μίτση μου, δεν το ξέρω; Αλλά εγώ τόσα χρόνια στα φροντιστήρια έμαθα να με διαλέγουνε οι μαθητές μου και να τους κρατάω με το μάθημα, όχι με το φόβο μήπως μείνουνε από απουσίες»
«Στα φροντιστήρια τα παιδιά πληρώνουνε»
«Και στο Δημόσιο πληρώνουνε, με τους φόρους, αλλά δεν τους φαίνεται και δεν το σκέφτονται. Κανονικά, οι ίδιες οι οικογένειες θα ΄πρεπε να ζητάνε ν΄ αντικατασταθούν οι ανεπαρκείς καθηγητές»
«Σε μια άλλη ζωή μπορεί, Τίμη μου. Όχι σ΄ αυτήν. Και σε μια άλλη χώρα, όχι στην Αιωνία Γελλάδα»
«Ύστερα», συνέχισε η άλλη απτόητη, «έστω ότι κάνουμε όλοι μάθημα. Τότε, θα πρέπει να κοιτάξουμε αναγκαστικά το ποιοτικό θέμα, δηλαδή τι μαθαίνει το παιδί από μας: αν του μεταδίδουμε σύγχρονη γνώση, αν του αναπτύσσουμε κριτικό νου, αν πολεμάμε την παπαγαλία…»
«Ε, καλά αυτά–»
«…ποιος κάνει καλό μάθημα και ποιος δεν κάνει- και να κριθεί ανάλογα, όπως στο εξωτερικό. Εδώ, και εντελώς τεμπέλης να είναι κανείς, δεν υπάρχει περίπτωση να διωχτεί από το σχολείο»
«…»
«Αυτά καλύτερα ας μην το συζητάμε. Τα ξέρεις και τα ξέρω. Ας μείνουμε λοιπόν στα προφανή. Για τη δουλειά που κάνουμε εμείς οι καθηγητές στο Δημόσιο –ή μάλλον για τη δουλειά που δεν κάνουμε, οι περισσότεροι από μας- τα χρήματα που παίρνουμε μια χαρά είναι.»
«Μ΄ αυτά που λες θα μείνεις μόνη σου, Πολυτίμη. Θα χάσεις τους φίλους σου»
«Εσύ είσαι η μόνη φίλη μου απο καθηγητές, Μίτση. Θα πάψεις να μου μιλάς;»
«Όχι βέβαια. Η φιλία, φιλία Μα και δεν τολμάω να σ΄ ακολουθήσω, στο είπα. Δε θα ΄κανα ποτέ μαθήματα σπίτι μου»
«Εμένα, εκτός από σένα, φίλοι μου είναι τα παιδιά. Τουλάχιστον όσα τ΄ αφήνουν ελεύθερα οι γονείς, ο Ολμές, ο Ανασκολόπιος κι ο Πεσκέσης. Κι ο Βαρύκαπνος. Εγώ έχω ένα σκοπό: ν΄ αγαπήσουνε τα παιδιά τη Χημεία. Γι΄ αυτό και θέλησα να γίνω καθηγήτρια στο Δημόσιο. Στο φροντιστήριο κάνεις μόνο θεωρία, προετοιμάζεις τα παιδιά για τις πανελλήνιες. Στο Γυμνάσιο όμως μπορείς να δείχνεις πειράματα. Ο δικηγόρος μου μου είπε ότι τα παιδιά που είδανε τα πειράματα και τα κάνανε και μόνοι τους, με τα δικά τους τα χέρια, δε θα τα ξεχάσουνε ποτέ. Το είπανε στις καταθέσεις τους. Ένα μόνο παιδί να γίνει χημικός από όλη τη Χριστιανούπολη, εγώ θα νιώθω ότι έκανα καλά τη δουλειά μου»
Η Παναρέτου μιλούσε με έξαψη εντονότερη από το σύνηθες ύφος της. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι όχι απλώς τη θαύμαζα – αυτό από καιρό συνέβαινε– μα την ερωτευόμουνα. Ήταν το πιο άφοβο και δυναμικό πλάσμα που είχα συναντήσει ποτέ, ήταν γυναίκα και ήταν κοκκινομάλλα– ενώ ευτυχώς, καθώς είχε πει κι η ίδια, δεν ήμασταν πλέον στον (απειλητικό γι΄ αυτό το χρώμα των γυναικείων μαλλιών) Μεσαίωνα. Αυτή φυσικά δεν με γνώριζε. Αυτή έβλεπε μόνο ένα θαμώνα του καφενείου, που μάλιστα έκανε ό,τι μπορούσε για να περάσει απαρατήρητος. Κι αυτό γιατί μόνο έτσι μπορούσα να τις παρακολουθώ, και με το ανοιχτό κινητό μου να ηχογραφώ ενίοτε αυτά που λέγανε. Δεν ήτανε, άλλωστε, η πρώτη φορά. Πώς να τους μιλήσω ανοιχτά λοιπόν, ένας ταπεινός ιδιωτικός υπαλληλάκος, παρτ τάιμ μάλιστα, που αν τής δήλωνα συμπαράσταση, την άλλη μέρα θα ΄χανα τη δουλειά μου, θα μ΄ έδιωχνε το αφεντικό μου, επίτροπος του μητροπολιτικού ναού και άνθρωπος εντελώς του σεβ. Ανασκολόπιου. Εκείνη είναι η στιγμή που αποφάσισα ότι θ΄ αξιοποιήσω το υλικό που είχα μαζέψει και θα γράψω την ιστορία της Πολυτίμης, τότε που ακόμα δεν ήξερα ότι η ιστορία θα είχε το ματωμένο τέλος που είχε. Θα μάζευα κι άλλο υλικό, θα συμπλήρωνα στο περίπου ό,τι μου έλειπε και κάπου, κάπως, κάποτε, προφανώς με ψευδώνυμο, θα δημοσίευα αυτή την ιστορία στην Αθήνα ή στη Σαλονίκη ή θα ΄στελνα τα στοιχεία να δημοσιευτούνε από κάποιον άλλο. Τόσα χρόνια είχα το χόμπι μου να γράφω και να διαβάζω μόνος μου (Φόκνερ, Γουάιλντερ, Χατζή, Φραγκιά και Κουμαναταρέα, που γράφαν για τις πόλεις τους) πράγμα που κανείς δεν ήξερε, κι ούτε τώρα επρόκειτο να το μάθει. Δεν ήμουνα παρά ένα ακόμα φοβισμένο άνθρωπάκι, που είχε μεν άλλα μυαλά από το εθνομπολσεβικικό κατεστημένο της πόλης μας, αλλά δεν τολμούσε και να μιλήσει. Με τράβαγε πολύ και σα γυναίκα, κι όμως ούτε μια φορά δεν τόλμησα να της απευθύνω το λόγο, κοντούλης, φαλακρός, χοντρούλης και με τα χοντρά μυωπικά γυαλιά όπως ήμουνα. Όχι προσωπικά, ούτε στα γενικά δεν της μίλησα ποτέ. Ντρεπόμουνα και φοβόμουνα ότι θα καταλάβαινε πως τη γούσταρα. Και δεν είπα λέξη. «Γι΄ αυτό, για κάτι τέτοιους σαν και μένα, οι Παναρέτου αυτού του κόσμου τρώνε τα μούτρα τους», κατέληξα στις σκέψεις μου, «γιατί άνθρωποι του δικού μου είδους δεν κάνουνε το βήμα και δε βγαίνουνε μπροστά να τις βοηθήσουνε και να τις στηρίξουνε ανοιχτά». Το θυμάμαι τώρα με πίκρα και με τύψεις. Αν της είχαμε σταθεί τότε, εγώ και μερικοί ακόμα, αν τη είχαμε προστατέψει, αν την είχαμε υποστηρίξει, ίσως να μην είχε γίνει το κακό.
Βγήκε κι ο Απρίλης, κι η Παναρέτου συνέχιζε απτόητη τη δουλειά της στο σχολείο, με παιδιά που τη λάτρευαν. Οι ανακρίσεις δεν είχανε καταλήξει κάπου. Πειθαρχική ποινή δεν τόλμησαν να της επιβάλουν. Οι απειλές συνεχίζονταν, στο τηλέφωνο και στο μέιλ της. Το κατάγγειλε στο αστυνομικό τμήμα, χωρίς φυσικά αποτέλεσμα. Ουδείς την υποστήριζε ανοιχτά. Ο τοπικός Συνασπισμός, αν και αδύναμος, θα μπορούσε, ίσως, να σταθεί πλάι της, αν η Πολυτίμη δεν επιδείκνυε προκλητικά αντισυνδικαλιστική, αντιδημοσιοϋπαλληλική κι αντιεξισωτική συμπεριφορά, ενεργοποιώντας τα παλαιοκομμουνιστικά και αντιφιλελεύθερα αντανακλαστικά τών κατά τα άλλα συγκριτικά καλύτερων αυτών ανθρώπων. Το ίδιο περίπου ίσχυε με το τοπικό ΠΑΣΟΚ, με την πρόσθεση άπωση που δημιουργούσε η θέση της για τους ντόπιους Μακεδόνες. Κι από την άλλη, φιλελεύθεροι δεν υπήρχαν στην πόλη μας. Η κοπέλα συνέχιζε λοιπόν μόνη της, ατρόμητη. Όπως είπα και πριν, κι αν υπήρχαν κρυφοί συμπαραστάτες και θαυμαστές, δε φανερώνονταν. Ήταν πιο μόνη της από κάθε άλλη φορά, εν εξαιρέσεις τα παιδιά– και τα παιδιά, ως γνωστόν, κανείς ποτέ δεν τα λογαριάζει.
Φτάνουμε λοιπόν ξανά στο τώρα, αρχές του Μάη του 2008, τώρα που έγινε η δολοφονική επίθεση. Μόλις την πήγαν στο νοσοκομείο, πλησίασα κρυφά τους συγγενείς και ξεχωριστά τον Βρισκειάκρη, που πλέον είχε γίνει ταχτικός επισκέπτης στην πόλη μας, και τους είπα ανωνύμως όλα όσα είχα ακούσει κι όλα όσα υπέθετα. Τρεις ώρες του μίλαγα, κι ο δικηγόρος τα σημείωσε όλα προσεκτικά. Υποθέτω ότι τα μελέτησε και την επομένη ξαναβρεθήκαμε:
«Δηλαδή μού λέτε ότι σχεδόν οι πάντες σ΄ αυτή την κωλόπολη μπορεί να τσακίσανε την Τίμη…», είπε.
«Εκτός από τους πραγματικούς μαθητές της στο Γυμνάσιο, ναι, σχεδόν οι πάντες. Εξαιρώ τον εαυτό μου και ίσως δυο τρεις ακόμα φοβισμένους, που θα ΄πρεπε να δράσουμε πριν, αλλά δε δράσαμε»
«…γιατί με όλους ήταν στα μαχαίρια», ολοκλήρωσε τη σκέψη του ο δικηγόρος.
«Ακριβώς. Και οι περισσότεροι χαρήκανε για το ξύλο, λυπηθήκανε μόνο που δεν πέθανε»
«Ανά πάσα στιγμή μπορεί να πεθάνει»
«Ε τότε θα χαρούνε κι άλλο. Είναι οι πολλοί, οι πάρα πολλοί. Είναι οι σκανδαλισμένοι γονείς και οι ενοχλημένοι παπάδες. Είναι οι πληγωμένοι συνδικαλιστές και οι θιγμένοι καταληψίες. Είναι οι απατημένες σύζυγοι κι οι επαγγελματίες ελληνομακεδόνες. Είναι οι ζηλόφθονες καθηγητές και καθηγήτριες. Είναι όσοι άντρες τούς έριξε χυλόπιτα. Είναι τα κεφάλια της πόλης. Οι υπέρμαχοι της δημοσιοϋπαλληλικής αεργίας. Οι θιγμένοι φασίστες και οι εξίσου θιγμένοι κομουνιστές. Οι πάντες»
«Μήπως τα παραλέτε;»
«Μακάρι να τα παράλεγα. Μιλάμε για το 95% της πόλης, που φτάνει το 99% αν εξαιρέσουμε τους μαθητές. Αν η Πολυτίμη πεθάνει, σχεδόν μόνο οι μαθητές θα λυπηθούνε»
«Και δε θα μάθουμε ποτέ ποιοι τη χτυπήσανε;»
«Μόνο από τύχη, κύριε Βρισκειάκρη. Ίσως μάλιστα να μην έχει και σημασία»
«Γιατί το λέτε;»
«Επειδή σχεδόν όλοι σ΄ αυτή την πόλη θα ήθελαν να κάνουν κάτι τέτοιο και, τελικά, κάποιος πράγματι το έκανε. Είναι τόσο πολλοί οι π ι θ α ν ο ί ένοχοι, που όλοι σχεδόν είναι ο υ σ ι α σ τ ι κ ά ένοχοι»
«Νομικά δεν είν΄ έτσι»
«Κοινωνικά όμως είναι. Όποιον και να εντοπίσετε, όποιον και να κατηγορήσετε, θα βαρεθείτε μετά να εξετάζετε μάρτυρες υπεράσπισης. Όποιον και να βρείτε. Αν μάλιστα είναι κι από την Χριστιανούπολη, άσ΄ τα να πάνε»
«…»
«Η κατάσταση με την Παναρέτου, κύριε Βρισκειάκρη, ήταν ‘όποιος προλάβει’. Πρόκειται για κοινωνικό λιντσάρισμα, άσχετα ποιος πρόλαβε να το κάνει. Ούτε κι οι υπόλοιποι θ΄ αντιδρούσαν, ακόμα κι αν το ΄ξεραν ότι θα γινόταν η επίθεση εναντίον της»
«Γι΄ αυτό λέτε ότι δεν έχει σημασία ποιος ακριβώς το έκανε»
«Ναι»
«Και γι΄ αυτό υπαινίσεστε ότι θ΄ αλληλοϋποστηριχτούνε και θ΄ αλληλοκαλυφτούνε και τίποτα τελικά δε θα βγει;»
«Δεν υπαινίσσομαι, το λέω ευθέως»
«Ελπίζω να μην έχετε δίκιο. Θα δούμε»
«Εγώ πάλι πολύ αμφιβάλλω αν θα δούμε οτιδήποτε

*
2009
Από το ανέκδοτο βιβλίο διηγημάτων «Αυτά και οι μετακομίσεις».

*
© Δημήτρης Φύσσας
photo © Library Vixen

*
A’ αποκλειστική, διαδικτυακή ή άλλη, Εμφάνιση

Γιώργος Ρωμανός, Κινέζικη ιστορία

Αρχείο 13/04/2013

Διήγημα
Τα δώρα του γάμου ήρθαν σε δυο εβένινα κιβώτια· τυλιγμένα με λεπτές χρυσοπλεγμένες ψάθες. Ίνα με την ίνα ξεχώριζε το ταπεινό λεπτό καλάμι από την αστραφτερή χρυσή κλωστή.
    Ο μεγάλος άρχοντας της ιερής πόλης Τσαγκ, πάντρευε την κόρη του.

Θανάσης Θ. Νιάρχος, «Τζιβαέρι» -δύο αποσπάσματα–επιφυλλίδες

Εκδόσεις Οδός Πανός

Η αποδιοπομπαία Ομόνοια

Η μικρή συντροφιά των τριών υπαλλήλων – δύο άνδρες και μία γυναίκα – σε εμπορικά μαγαζιά των Εξαρχείων στεκόταν στη γωνιά ενός κάθετου προς την πλατεία δρόμου, οκτώ και τέταρτο ακριβώς το πρωί. Ακόμη και ο βιαστικός περαστικός θα άκουγε τη γυναίκα να λέει επί λέξει: «Είναι πια αφόρητη η κατάσταση. Δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις μετά τις εννιά το βράδυ. Κάτω από την Ομόνοια έχουν γίνει γκέτο και αν πας προς τα εκεί, αλίμονό σου. Δεν τολμάς να πλησιάσεις». Εννοούσε σαφώς τους μετανάστες, τους πρόσφυγες και τους λαθρομετανάστες.
Κατ’ αρχάς αδυνατεί να καταλάβει ακόμη και ένας κακοπροαίρετος τι έχει συμβεί και η Ομόνοια καθώς και οι γύρω της δρόμοι και περιοχές έχουν μεταβληθεί σε σημείο αναφοράς για κάθε μορφή βίας, κλεψιάς και εγκληματικότητας. Πώς συμβαίνει και έχει εξελιχθεί η Ομόνοια σε ένα είδος άτυπης καθημερινής συνάντησης από κλέφτες και εγκληματίες, χωρίς ωστόσο – δεν μπορεί να μη γινόταν γνωστό – να συμβαίνει το παραμικρό; Γιατί δηλαδή θα μεταβάλλανε σε σεσημασμένο έναν χώρο άνθρωποι που δεν θα μπορούσαν να κυκλοφορήσουν – αφού διέπρατταν τις κλοπές και τα εγκλήματά τους – πουθενά αλλού παρά μόνο στον χώρο αυτό;
Κι αν γινόταν αυτό, πώς δικαιολογούνται – κοντά στον νου και η γνώση – δύο περιστατικά που επίσης δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς: ένας άνθρωπος που συμβαίνει πολύ συχνά να διασχίζει την Ομόνοια ακόμα και προχωρημένες ώρες της νύχτας να μην του έχει συμβεί ποτέ το παραμικρό ενώ όσοι καταγγέλλουν συνήθως την Ομόνοια «τους έχουνε πει», «κάτι ακούσανε, κάποιον να λέει», «ένας γνωστός τους κινδύνευσε και τους το ανακοίνωσε μόλις του συνέβη».
Δεν γίνεται να συκοφαντούμε συλλήβδην ανθρώπους που μας είναι άγνωστοι, τόσο ταλαιπωρημένους μάλιστα που δεν χρειάζονται τη δική μας συκοφαντία για να βουλιάξουν ακόμα περισσότερο. Θα ήταν αδύνατον να συμβαίνουν όλα αυτά τα φοβερά και τρομερά στην Ομόνοια και γύρω από αυτήν και να συνεχίζουν να τη διασχίζουν μέρα και νύχτα «κανονικοί» άνθρωποι.
Σαφέστατα βρίθει από ανεπάγγελτους, άνεργους, άστεγους, λαμόγια της δεκάρας, ναρκομανείς που στέκονται ακόμη στα πόδια τους ή έχουν καταρρεύσει, όμως ο πραγματικός κίνδυνος δεν προέρχεται ποτέ από έναν εξοντωμένο. Είναι άλλωστε παγκόσμιο φαινόμενο στις μεγάλες πλατείες όλων των πρωτευουσών να μαζεύεται το κοινωνικό και οικονομικό κυρίως «κατακάθι» προκειμένου να αρπάξει τη μικροευκαιρία για να επιβιώσει. Πού να πάει στην Ελλάδα, στην Εκάλη;
Μένει ωστόσο η απορία για τη γυναίκα, την υπάλληλο, που οκτώ και τέταρτο το πρωί επιχειρηματολογούσε για την εγκληματικότητα της Ομόνοιας. Πώς δεν της πέρασε της δύστυχης από το μυαλό ότι μια υπάλληλος που μιλάει και φοβάται με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και η μεγαλοαστή της Φιλοθέης εξωθείται η ίδια σε ακόμη δυσχερέστερη «μοίρα» από τη σημερινή της;
Οτι μια υπάλληλος με κουτσουρεμένο τον πενιχρό μισθό της είναι πολύ πιο κοντά στον μετανάστη και τον λαθρομετανάστη ακόμη και ότι η αγαθότατη – το πιστεύουμε ειλικρινά – κυρία της Φιλοθέης συνιστά ως νοοτροπία για την ίδια την υπάλληλο πολύ μεγαλύτερη απειλή, σε σχέση με τον ημεδαπό κλεφτράκο ή τον εξαθλιωμένο αλλοδαπό;
Οταν μια υπάλληλος των Λιοσίων, του Κολωνού ή του Περάματος φοβάται με τον ίδιο τρόπο που φοβάται η μεγαλοαστή, το πολιτικό σύστημα μιας χώρας εμφανίζεται έτοιμο να χειραγωγηθεί από τις πιο ακραίες πολιτικές δυνάμεις.

[«Τα Νέα 1.6.2012»]

*

Ειδυλλιακότης και θηριωδία

Σαββατοκύριακο, σε νησί του Αργοσαρωνικού. Συγκεκριμένα βράδυ Σαββάτου, γύρω στις 10, στο ειδυλλιακό λιμανάκι του νησιού, με τα αραγμένα – γύρω στα δέκα – μικρά και μεγάλα κότερα και τις ψαροταβέρνες με τα απλωμένα τραπεζάκια. Η μαγική ατμόσφαιρα της παραλίας, όπως την παραστέκει το λαμπυρίζον φόντο του νησιού, δεν αλλοιώνεται στο παραμικρό. Ακόμη και το πυκνό πλήθος που συνωστίζεται στην παραλία συμβάλλει ώστε η αναπόλησή της στο μέλλον να είναι ακόμη πιο νοσταλγική.
Για έναν θόρυβο πραγματικά ενοχλητικό που ακούγεται κάποια στιγμή δεν αργεί να ξεκαθαρίσει η αιτία του. Τρεις αλλοδαποί σέρνουν ένα καρότσι με ένα βαρύ φορτίο από άδεια μπουκάλια αναψυκτικών και μπίρας. Για την ακρίβεια ο ένας αλλοδαπός το σέρνει, οι άλλοι δύο είναι σχεδόν πεσμένοι πάνω στο φορτίο με τρόπο που τα ξεχειλισμένα κασάκια, καθώς δεν είναι δεμένα με σκοινί, να μη γλιστρήσουν δεξιά και αριστερά. Ο θόρυβος είναι πραγματικά ενοχλητικός γιατί η παραλία του νησιού είναι στρωμένη με πλάκες.
Ενας προσεκτικός παριστάμενος παρατηρώντας τους αλλοδαπούς θα πρόσεχε πως έχοντας συνείδηση της ενόχλησης που προκαλεί ο θόρυβος αλλά και η ιθαγένειά τους δεν σηκώνουν ούτε για ένα δευτερόλεπτο τα μάτια τους να κοιτάξουν τους γύρω τους. Σάμπως να πρόκειται για «μοίρα», την ώρα που οι άλλοι απολαμβάνουν οι ίδιοι όχι μόνο να εργάζονται αλλά και να τους επιπλήττουν. Ή μάλλον να πρέπει να αισθάνονται ευτυχείς που συμβαίνει να έχουν δουλειά και δεν τους ξυλοφορτώνουν σε κάποια σκοτεινή γωνιά.
Επειδή οι άνθρωποι όταν αισθάνονται πως απολαμβάνουν γίνονται σχολαστικοί, μίζεροι και άτεγκτοι ως προς το τι είναι σωστό, αλλά καθώς το ζήτημα δεν είναι πια ζωής και θανάτου αντιλαμβάνεται κανείς τη διάχυτη ενόχληση στο λιμανάκι του νησιού που ωστόσο παραμένει σιωπηλή. Οταν αίφνης πετάγεται ένας άνδρας γύρω στα εξήντα και έντονα εκνευρισμένος απευθύνεται στον δήμαρχο του νησιού που συμβαίνει να κάθεται σε ένα παρακείμενο τραπεζάκι, λέγοντάς του: «Δεν μπορείτε να επέμβετε εσείς, κ. δήμαρχε; Είναι δυνατόν να ακούμε τέτοιου είδους «μουσική» αυτή την ώρα;». Ο δήμαρχος, προς τιμήν του, χωρίς να ξέρει κανείς τι σκέφτηκε δεν του έδωσε καμιά σημασία.
Αν τον θόρυβο που έκανε το καρότσι είναι σίγουρο πως θα τον έχει ξεχάσει κανείς τα επόμενα δέκα λεπτά, τη συμπεριφορά του ενοχλημένου εξηντάρη ενδέχεται να τη θυμάται και ύστερα από χρόνια. Ακριβώς γιατί φανέρωνε, χωρίς να γίνεται άμεσα αντιληπτό, δυο μεγάλες αιτίες της εθνικής μας κακοδαιμονίας. Πρώτον, το να λογαριάζουμε την παρέμβαση της «εξουσίας» ως τη μόνη ικανή να μας κουλαντρίσει, όταν θα έπρεπε να υπολογίζουμε σε μιαν αλλαγή νοοτροπίας που θα έκανε την εξουσία σχεδόν διακοσμητική. Και, δεύτερον, την οποιαδήποτε αντίδρασή μας να επιδεινώνεται όταν έχει για μάρτυρά της και σύμμαχό της την οποιαδήποτε εξουσία.
Ας σκεφτούμε πόσοι θα εκδηλώνονταν ως φιλάνθρωποι, αν δεν έδιναν με τη φιλανθρωπία τους εξετάσεις σε ισχυρά πρόσωπα της κοινωνικής και της οικονομικής ζωής. Μελαγχολεί κανείς όταν σκέφτεται ότι ο ενοχλημένος κύριος άνοιγε με την αντίδρασή του τον δρόμο ώστε να ακούγεται ως κάτι φυσικό η εξόντωση των αλλοδαπών. Μελαγχολεί όμως κανείς ακόμη περισσότερο όταν σκεφτεί πως η ενόχληση έγινε τρομακτική επειδή το καρότσι το έσερναν αλλοδαποί. Ετσι είναι. Οταν σε απειλεί ένας μεγαλόσχημος οικονομικός παράγοντας ή ένας πολιτικός του λες και ευχαριστώ. Οταν απλά σε ενοχλεί ένας ανήμπορος του παίρνεις, αν μπορείς, το κεφάλι.

[«Τα Νέα 25.6.2012»]

*

Copyright© Θανάσης Θ. Νιάρχος και εφημερίδα «Τα Νέα»

Γιώργος Πύργαρης, Το δέντρο της Αόρατης Πόλης

Εκδόσεις Πνοές λόγου & τέχνης

(απόσπασμα)

[…]

Στην ουσία ήμουν ένας περιπλανώμενος, που δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να γυρίζει οπουδήποτε μέσα στη πόλη. Έτσι μια μέρα, χωρίς και γω να καταλάβω καλά καλά πώς, βρέθηκα στο τρίτο όροφο ενός νοσοκομείου για παιδιά. Κάθισα σε μια απ’ τις καρέκλες που υπήρχαν για τους επισκέπτες παρατηρώντας τριγύρω.
    Το βλέμμα μου έπεσε από τη πρώτη στιγμή πάνω της.
    Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι πέντε περίπου ετών. Μα ήταν το πιο φοβισμένο πλάσμα που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Όλα πάνω της ανέδυαν φόβο. Καθόταν σχεδόν ακίνητη σε μια μικρή καρέκλα, ακριβώς δίπλα σε μια νέα κοπέλα που διάβαζε αδιάφορα ένα περιοδικό. Δεν ήταν η μητέρα της. Κανένα πλάσμα δε δείχνει τόσο φοβισμένο, όταν βρίσκεται τόσο κοντά στη μητέρα του. Είχε δύο αδύνατα ποδαράκια σα καλάμια, που κολυμπούσαν μέσα σε ένα κίτρινο κοντό παντελονάκι. Έμοιαζε τόσο εύθραυστη και τόσο τρομαγμένη, σαν όλοι εμείς γύρω της, να ήμασταν θεόρατοι γίγαντες που δεν είχαμε καμιά λογική, κανέναν ενδοιασμό και θα μπορούσαμε ανά πάσα στιγμή να της κάνουμε κακό δίχως λόγο. Ένα τέτοιο συναίσθημα τρόμου έβγαζε. Τα μάτια της παίζανε φοβισμένα, κοιτώντας μια τον έναν μια τον άλλον. Σούδινε την εντύπωση, πως το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει για να κρυφτεί σε μια σκοτεινή υγρή τρύπα. Τόσο τρομαγμένη έδειχνε και ειλικρινά μου είναι δύσκολο να σας περιγράψω εδώ πόσο.
    Είχα απομείνει παγωμένος να τη κοιτάζω. Ήταν σαν ένας σκοτεινός ήλιος που εξέπεμπε φόβο.
    ‘’Είναι ορφανό’’ μου είπε σιγανά μια κυρία δίπλα μου, που μάλλον κατάλαβε ότι είχα ταραχτεί    ‘’Δεν έχει γονείς το καημένο. Το φέρανε χθες από ένα ίδρυμα’’
    Και σα να μάντεψε τη σκέψη μου συνέχισε.
    ‘’Η κοπέλα είναι μια απ’ αυτές που τη προσέχουνε. Φοιτήτρια μάλλον. Κάθε οχτάωρο αλλάζουνε.   Τι να σας πω…πέντε χρονών κι ακόμη δε μιλάει!’’
    Το ίδιο βράδυ δε μπόρεσα να κλείσω μάτι στο δωμάτιό μου. Από τη πρώτη στιγμή που την είδα, σα να μου βύθισαν ένα σκουριασμένο καρφί στη καρδιά. Αυτό το παιδί, ήταν ολοφάνερο, δεν είχε κανέναν στο κόσμο. Κανέναν! Μεγάλωνε μέσα σε ένα ίδρυμα, με παγωμένους ανθρώπους γύρω του, που το μόνο που ήθελαν, ήταν να περάσει το οχτάωρό τους και να φύγουν από κοντά του. Του φώναζαν με το παραμικρό, ίσως το χτυπούσαν ακόμη για να κάθεται σε μια γωνιά αμίλητο κι ακίνητο σα να μην υπάρχει. Γιατί αυτό ίσως ήθελαν όλοι. Να μην υπάρχει.
    Να ποιος ήταν λοιπόν, ο πραγματικός ανθρώπινος πόνος.
   Ω πόσο ανόητος μέχρι τώρα υπήρξα! Πόσο ψεύτικα και πόσο πολυτελή μου φαίνονταν τα δάκρυα που είχα χύσει κάτω απ’ το παραμυθόδεντρο…
    Την άλλη μέρα, την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε μεγαλόπρεπος πάνω από τη πόλη, εγώ βάδιζα ξανά για το νοσοκομείο. Ευτυχώς το επισκεπτήριο άρχιζε σχετικά νωρίς, γι’ αυτό δε χρειάστηκε να περιμένω πολύ. Ανέβηκα με σφιγμένη καρδιά στο τρίτο όροφο και κάθισα στην ίδια θέση. Σε λίγο φάνηκε το κοριτσάκι με μια άλλη κοπέλα αυτή τη φορά. Το ίδιο αδιάφορη.
    Περίμενα αρκετή ώρα, προσπαθώντας να μη εξωτερικεύω το ενδιαφέρον μου για τη μικρή. Κάποια στιγμή κάθισαν κάπου απέναντί μου, ενώ η κίνηση στον όροφο, άρχισε να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Ένα σωρό επισκέπτες έρχονταν για να δουν τα άρρωστα παιδιά, κρατώντας δώρα και παιχνίδια στα χέρια. Γιατροί και νοσοκόμες άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στα γραφεία και τα δωμάτια. Όποτε μπορούσα όμως, κοίταζα τη μικρή που έδειχνε το ίδιο, αν όχι περισσότερο τρομαγμένη.
    Μονάχα μια στιγμή ένοιωσα να υποχωρεί κάπως ο φόβος της. Όταν ξεχάστηκε για λίγο και τα μάτια της έπεσαν πάνω σ’ ένα παιχνιδάκι που κρατούσε ένα άλλο κοριτσάκι. Δεν ήταν κάποιο σπουδαίο παιχνίδι. Μια μικρή μαϊμουδίτσα ήταν που έκανε κούνια. Μα η μικρή για λίγες στιγμές, έριξε τα μάτια πάνω του και δε μπορούσε να τα πάρει από κει. Και όλες αυτές τις στιγμές, λες και έγινε ένα θαύμα. Εξαφανίστηκε προσωρινά κάθε φόβος από πάνω της και παραλίγο να ζωγραφιστεί ένα χαμόγελο στο αδύνατο και χλωμό προσωπάκι της.
    Δεν έχασα καιρό. Σηκώθηκα αμέσως και κατέβηκα στο προαύλιο του νοσοκομείου. Δε μπορεί, κάποιο μαγαζί εδώ γύρω, κάποιο περίπτερο, θα πουλάει ένα ίδιο παιχνίδι. Έψαξα αρκετή ώρα και τελικά το βρήκα. Το αγόρασα και ανέβηκα βιαστικός τα σκαλιά για το τρίτο όροφο, μ’ έναν αδικαιολόγητο φόβο μήπως η μικρή δεν ήταν ακόμη εκεί.
    Όμως εκεί ήταν. Μόνο που ο φόβος είχε επιστρέψει ξανά. Κάθισα πάλι στη θέση μου, κρατώντας το παιχνίδι στα χέρια μου. Η κοπέλα που την πρόσεχε, είχε βγάλει μια μικρή λίμα και περιποιόταν αδιάφορα τα νύχια της.
    Άρχισα με τα δάχτυλα να κουνάω πέρα δώθε τη μαϊμουδίτσα κοιτάζοντας συνάμα και τη μικρή που μετά από λίγο κατάλαβε επιτέλους ότι τη κοιτούσα και άφησε για λίγο τα μάτια της πάνω στα δικά μου. Της χαμογέλασα. Ταράχτηκε λες και της έριξα χαστούκι. Κοκκίνισε και στράφηκε αμέσως αλλού μα ήμουν σίγουρος πως θα ξανακοιτούσε. Έσπρωξα με περισσότερη δύναμη τη μαϊμουδίτσα πάνω στη κούνια, έτσι ώστε να κάνει λίγο θόρυβο. Πράγματι, μετά από λίγο ξανακοίταξε. Έτεινα προς το μέρος της το παιχνίδι και με ένα νεύμα μου, την προέτρεψα να έρθει να το πάρει. Κοκκίνισε ακόμη περισσότερο και έριξε τα μάτια στη κοπέλα . Δεν αποφάσιζε να σηκωθεί. Ποιος ξέρει πόσο ακατόρθωτο έμοιαζε γι’ αυτήν κάτι τέτοιο. Σηκώθηκα όμως εγώ. Πλησίασα και στάθηκα από πάνω τους. Η κοπέλα σταμάτησε να λιμάρει τα νύχια της και με κοίταξε ερωτηματικά.
    ‘’Μπορώ να χαρίσω στη μικρή αυτό το παιχνιδάκι;’’ ρώτησα.
     Η κοπέλα δε μου απηύθυνε καν το λόγο.
   ‘’Πάρτο!’’ είπε αδιάφορα και ψυχρά και έσκυψε πάλι στα νύχια της.
    Πλησίασα το παιχνίδι στη μικρή, που έμοιαζε λες και ήθελε να άνοιγε η γη και να τη καταπιεί. Πέρασαν μερικές στιγμές που φάνηκαν αιώνες κι έπειτα σήκωσε αργά αργά το κοκαλιάρικο χεράκι της που έμοιαζε με καλαμάκι, πήρε το παιχνίδι χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της και τόκρυψε στην αγκαλιά της.
    Ίσως ήταν το μόνο αληθινό δώρο που έπαιρνε στη ζωή της. Θα είχε πάρει κι άλλα βέβαια μα απ’ αυτά που τα πηγαίνουν απρόσωπες οργανώσεις κάθε Χριστούγεννα για να τραβήξουν φωτογραφίες. Μα ένα δώρο αγάπης που προοριζόταν ειδικά γι’ αυτήν πρώτη φορά μάλλον έπαιρνε. Και τόδειχνε ο τρόπος που το κρατούσε. Δεν άρχιζε να παίζει απ’ ευθείας μαζί του, μα το κρατούσε σφιχτά, σα να κρατούσε κάτι πολύτιμο. Σαν αυτό, να ήταν μια ζεστή καρδιά, που παλλόταν ολοζώντανη στην αγκαλιά της.
*

Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»

διήγημα

Δημοσίευση: Πόρφυρας, φυλλάδιο 146 σελ. 485, Ιανουάριος - Μάρτιος 2013
Δεν ήθελε να «επισκεφθεί» το σπίτι του. Ήθελε να «επιστρέψει» στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, ο δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις και τόσες άλλες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Έρχονταν οι φίλοι και οι συγγενείς και του έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο και αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από ένα μακρινό πλανήτη σε κάποιο μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή του νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα -δώρο της μάνας του- που είχε πάρει τιμητικά τ’ όνομά της.

 

   Ο γιος του σεβάστηκε την επιθυμία του και ποτέ δεν τον πίεσε να τον συνοδεύσει σε ένα ταξίδι που θα ήταν τόσο οδυνηρό γι αυτόν, μα μια φωνή μέσα του τού έλεγε ότι έπρεπε να γνωρίσει τον τόπο που γεννήθηκε ο πατέρας του και να τον συνδέσει με τις αναρίθμητες ιστορίες που του έλεγε κάθε φορά που τον ρωτούσε.
   Στο σπίτι τώρα, έμεναν άλλοι άνθρωποι, ξένοι που καταδέχτηκαν να ζουν σε σπίτι ανθρώπων που διώχτηκαν με τη βία. Μερικά πράγματα έκαναν το μυαλό του να σταματά. Πώς μπορούσαν να ζουν σ’ ένα σπίτι που δεν τους ανήκε, να το λένε «σπίτι τους» και στους τοίχους να κρέμονται οι φωτογραφίες άλλων ανθρώπων. Τι λογική ήταν αυτή. Ποιο δίκαιο. Αλλά, ποιός ενδιαφέρεται πια για δίκαιο. «Είναι καλοί άνθρωποι, απλοί, που δεν γνωρίζουν από πολιτική και τους έστειλαν εδώ όχι για να επιβιώσουν αλλά για να εξυπηρετήσουν κάποιους δικούς τους σκοπούς». Και τους έφεραν στο δικό μας σπίτι.
Αυτές και άλλες πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, καθώς προχωρούσαν στον στενό δρόμο. Ο θείος που τον συνόδευε είπε να σταματήσουν. Το διαισθάνθηκε κι ο ίδιος ότι ήταν κοντά. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και στάθηκαν μπροστά στο σπίτι. Ακριβώς όπως του το είχε περιγράψει ο πατέρας του: Η μαυρομάτα έγινε πελώρια. Ο ευκάλυπτος υπήρχε αλλά ήταν λυγισμένος, τα κυπαρίσσια στη θέση τους, δεν υπήρχαν όμως οι μουριές και τ΄ άλλα δέντρα. Ούτε η ακακία. Βγήκαν κάποιοι από την κεντρική είσοδο του σπιτιού και κοιτούσαν με απορία στην αρχή, μα γρήγορα κατάλαβαν για τι επρόκειτο. Ένας γέρος κούνησε τα χέρια του και από τις κινήσεις του φαινόταν ότι δεν είχαν εχθρική διάθεση. Χαιρέτησε μα δεν έδωσε σημασία, προχώρησε προς το παράθυρο. Το δωμάτιο του πατέρα κάτω από τη μαυρομάτα. Το σκαλιστό ερμάρι. Η φωτογραφία της εκκλησίας. Απίστευτο: όλα στη θέση τους, το μόνο που φαινόταν αλλαγμένο ήταν η κουρτίνα.
   Και καθώς το βλέμμα του σάρωνε κάθε τετραγωνικό εκατοστό από τον χώρο του δωματίου, καρφώθηκε ξαφνικά σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο: Μεταξύ του τοίχου και του ερμαριού φαινόταν το κεφαλάκι της και ένα μέρος από τον λαιμό της. Φώναξε αυθόρμητα: «η αγγελού» κι έδειξε με το χέρι προς το μέρος που έβλεπε. Ένας μεσόκοπος τούρκος, που είχε μπει λίγο πριν στο δωμάτιο, είδε την κίνηση και χαμογελώντας έβαλε το αριστερό του χέρι, έπιασε την κιθάρα και με το δεξί πέρασε μια φορά τα δάκτυλα πάνω από τις χορδές.
   Αυτό που ακούστηκε, δεν ήταν μουσικός ήχος∙ αναστεναγμός ήτανε∙ και παράπονο. «Η κιθάρα του πατέρα μου», είπε δυνατά. Πόσες ιστορίες είχε ακούσει γι αυτή την κιθάρα. Πρόσεξε στο σώμα της τα αρχικά του πατέρα. Τα χέρια του κινήθηκαν μπροστά, σε μια κίνηση όπως όταν προσμένει κάποιος να πάρει κάτι που του προσφέρουν ή κάτι που του ανήκει.
   «Η κιθάρα είναι δική μου τώρα!», ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο.
   Σαν κεραυνός έπεσε στο κεφάλι του αυτό που άκουσε και πριν συνέλθει από το ξάφνιασμα ήρθε αμέσως ένα δεύτερο: η «κουρτίνα» έκλεισε και μπροστά στα μάτια του, εμφανίστηκε μια ελληνική σημαία. Πάγωσε: τη σημαία την είχαν κάνει κουρτίνα. Συνήλθε μόνο από τον θόρυβο που έκανε το αυτοκίνητο τους καθώς ξεκινούσε. Ο θείος του ήταν ήδη μέσα και τον περίμενε.
   Στον γυρισμό δεν είπε ούτε μια λέξη. Ούτε-μια-λέξη! Κοιτούσε συνέχεια, ανέκφραστος, στο βάθος του δρόμου, χωρίς να βλέπει τίποτε, σχεδόν χωρίς να αναπνέει.
*

Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»

Αρχείο 26/03/2013

Δεν ήθελε να «επισκεφθεί» το σπίτι του. Ήθελε να «επιστρέψει» στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, ο δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις και τόσες άλλες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Έρχονταν οι φίλοι και οι συγγενείς και του έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο και αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από ένα μακρινό πλανήτη σε κάποιο μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή του νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα -δώρο της μάνας του- που είχε πάρει τιμητικά τ’ όνομά της.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»»

Πέτρος Κυρίμης, Η Ξαδέλφη

Πεντάμορφη μου φαινότανε εκείνη η ξαδέλφη μου από την Αθήνα, που κάθε καλοκαίρι ερχότανε μαζί με όλη την οικογένεια στο χωριό για διακοπές. Την είχα σίγουρα ερωτευτεί μόλις την πρωτοαντίκρισα, γιατί από εκείνη τη στιγμή ζούσα μόνο για να είμαι δίπλα της, με όλα τα τεχνάσματα, που ένα μικρό δειλό χωριατόπαιδο μπορούσε να σκαρφιστεί.
Μόλις έμπαινε το καλοκαίρι και κάναμε διακοπές από το σχολείο, εγώ περίμενα εβδομάδα με εβδομάδα το καράβι από τον Πειραιά που μέσα τους θα ήτανε τα ξαδέλφια μου. Τα ξαδέλφια μου και εκείνη.
    Από το περασμένο καλοκαίρι κρατούσα το άρωμά της και το ανέπνεα όλο τον χειμώνα. Ήταν ένας έρωτας μεγάλος και απελπισμένος, γιατί καταλάβαινα ότι δεν θα είχε ποτέ ανταπόκριση κι αυτό γιατί εγώ ήμουνα εφτά-οχτώ χρονών κι εκείνη θα κόντευε τα είκοσι. Κι επιπλέον ήτανε και ξαδέλφη μου, που ρωτώντας έντεχνα από δω κι από κει, είχα μάθει ότι ένας γάμος μεταξύ μας, ήτανε αδύνατη υπόθεση. Παρ όλα αυτά άκουγα με μεγάλη προσοχή μια ιστορία που λέγανε για δυο ξαδέλφια που κλεφτήκανε και ζήσανε όλη τους τη ζωή μαζί. Ποιος ξέρει, έλεγα και εγώ μέσα μου και κάθε καλοκαίρι με το που έκλεινε το σχολείο στηνόμουνα στο μόλο κάθε που ερχότανε το καράβι και είχα μια προσμονή, που γινότανε λύπη και μοναξιά σαν τα κλειστά παράθυρα του σπιτιού της που πάνω τους έριχνα παρακαλεστικά βλέμματα, με τη σκέψη ότι βγήκαν και εγώ δεν τους είδα. Το σπίτι τους ήτανε το τελευταίο στην άκρη της θάλασσας, πάνω στα βράχια αντίκρυ στον φάρο μια πετριά απόσταση στο στόμιο του λιμανιού. Και μη φαντασθείτε όταν λέω λιμάνι κανένα από αυτά τα λιμάνια που ξέρετε, με τα καράβια και τις μαούνες να μπαινοβγαίνουν, τις φωνές και τα βρώμικα νερά. Δυο τρεις ψαρόβαρκες αραγμένες, ή το καράβι που έριχνε άγκυρα ανοιχτά μια φορά την εβδομάδα όπως είπαμε. Τίποτε άλλο. Την ημέρα, μόνο ο ίσκιος του γκρεμού από την μια μεριά και το αντιφέγγισμα των σπιτιών πάνω στον καθρέφτη της θάλασσας από την άλλη. Μα αυτό που θέλω να περιγράψω εδώ και που είναι απόλυτα συνδεμένο με τον έρωτα μου για την ξαδέλφη μου, είναι οι νύχτες του καλοκαιριών εκείνων κι όχι τόσο οι μέρες τους.
     Αχ, να ήμουν ποιητής μεγάλος, να σας τις περιέγραφα! Τώρα, μετά από χιλιάδες χρόνια που έχουν περάσει, ξέρω ότι στάθηκα ένας πολύ τυχερός άνθρωπος που τις έζησα και πως αυτές οι νύχτες και μόνο, άξιζαν για πληρωμή στην ασήμαντη μέχρι τώρα ζωή μου.
    Ποτέ οι νύχτες εκείνων των καλοκαιριών δεν ήτανε σκοτάδι. Αργότερα πολύ αργότερα γνώρισα «σκοτεινές νύχτες» εγώ σας μιλάω για νύχτες φωτεινές, πότε με ολόγιομα φεγγάρια και πότε με εκατομμύρια άστρα.
    Νύχτες βελούδα, νύχτες νύφες πριγκίπισσες αρωματισμένες με δυόσμους βασιλικούς, λυγαριές ανθισμένες και κρίνα, ζουμπούλια και έρωτες παιδικούς και αιώνιους, που γινόντουσαν φλοίσβος και αφρός, σιγανό μελωδικό μουρμούρισμα ανάμεσα στα μικρά χαλίκια και στις μικρές ζεστές φωλιές των βράχων. Και το άρωμα της! Αχ, το άρωμα της! Ως την νύχτα εκείνη που ποτέ δεν την ξαναείδα πια κι έμελλε να κουβαλάω από τότε μια ντροπή, που έγινε αιτία να τα καταχωνιάσω όλα μέσα μου για χρόνια πολλά, όπως τα παλιά κειμήλια μέσα σε βαθιά σεντούκια, ώσπου να έρθει η ώρα τους, να τα ξαναπιάσουμε στα χέρια μας, να ξεσκονιστούν οι μνήμες και μαζί τους η ίδια η ζωή μας.
Ήτανε μια νύχτα του Αυγούστου και κάτι σαν γιορτή ή σαν πάρτι δίνανε στο μεγάλο σπίτι τους τα ξαδέλφια μου. Εγώ δεν θυμάμαι ακριβώς τι έκανα μέσα εκεί. Αυτό που θυμάμαι πολύ καλά, ήτανε ότι ένας νέος που κι αυτός είχε έρθει για διακοπές, συνομήλικος της και που έβρισκα με μεγάλη στενοχώρια μου ότι πολύ της ταίριαζε, δεν ξεκολλούσε από δίπλα της και εκείνη έδειχνε ότι πολύ της άρεσε και εγώ θυμάμαι ότι πολύ ζήλευα, θεέ μου πολύ ζήλευα και σχέδια έκανα κι ευχές να τον παρατούσε λέει και να ερχότανε να μου χαϊδέψει το κεφάλι, όπως μερικές φορές το είχε κάνει κι ο ξάδελφος μου ήρθε και βρεθήκαμε έξω στο μπαλκόνι κι από κάτω η θάλασσα και τα βράχια κι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα εγώ την έβλεπα μέσα στη σάλα να γελάει με ότι ο άλλος της έλεγε και ζήλευα, θεέ μου πόσο ζήλευα και ξαφνικά αισθάνθηκα επιτακτική την ανάγκη να κάνω την «ανάγκη μου» και πώς να περάσω τώρα να πάω στο αποχωρητήριο, που εκείνη θα το καταλάβαινε κι είχα πέσει σε μεγάλη αμηχανία κι ο ξάδελφος μου λέει «ανέβα πάνω στα κάγκελα θα σε κρατάω εγώ» και σκαρφάλωσα στα γρήγορα κι έκανα την ανάγκη μου που σαν αλεξιπτωτιστής, πήγε κι έπεσε κάτω στα μυτερά βράχια και ίσα, ίσα που πρόλαβα να συμμαζευτώ, γιατί βγήκε εκείνη μαζί με τον άλλον και το φεγγάρι ακριβώς από πάνω μας τους είχε φαίνεται μαγεμένους, γιατί αυτό κοιτούσαν μόνο και σημασία σε μένα καθόλου δεν έδωσαν και η ξαδέλφη μου έπιασε και με τα δυο χέρια τα κάγκελα και τεντώθηκε προς τα πάνω, λες και ήθελε να το φτάσει μες την ευτυχία της μα ξαφνικά άρχισε να τσιρίζει γεμάτη σιχασιά δείχνοντας τις παλάμες της που ήταν γεμάτες από τη δική μου «ανάγκη».
Ο φακός της μνήμης «πέτρωσε» πάνω στο βλέμμα που μου έριξε.
    Μετά από πάρα πολλά χρόνια που ξαναπήγα στο χωριό, πήγα κάτω από το μπαλκόνι να δω πάνω στα βράχια αν υπήρχαν ακόμα τα σημάδια μα ο χρόνος με είχε προλάβει και ίχνος δεν υπήρχε, μόνο κάτι μεγάλες παχιές και στρογγυλές πεταλίδες που με κοιτούσαν συνωμοτικά, μου γέννησαν ξαφνικά τη συμπάθεια κάνοντας τη σκέψη ότι οι καημένες αυτές με υπομονή και εγκαρτέρηση κάτι τέτοιους παιδικούς έρωτες περιμένουν για να χορτάσουν τη πείνα τους.
*
©Πέτρος Κυρίμης
photo©Angela Kelly, 2000