Θανάσης Πάνου, Η σχιζοφρένεια του επιθεωρητή Volk

 
Η ζωή θα έλεγε κανένας, ότι είναι διεστραμμένη. Στην επαρχία τα φυτά ανθίζουν και οι άνθρωποι μαραίνονται. Το χώμα γίνεται λάσπη και η λάσπη τροφή. Σε ένα χωριό γεννήθηκε ένα παιδί, που έπαιζε, ονειρευόταν σαν όλα τα παιδιά, διψούσε σαν όλα τα παιδιά της επαρχίας που πιστεύουν πως υπάρχει κάπου αλλού, κάτι άλλο, ένα μυστικό καλά κρυμμένο. Επαρχία και χωριό σημαίνει στέρηση και ανέχεια. Το παιδί πήγε στο σχολείο, έμαθε γράμματα »του Θεού σπουδάγματα» κι έπειτα… Στα χωράφια η ζωή είναι δύσκολη , ο βίος επίπονος και για ένα παιδί που ονειρεύεται. Ο αδελφός του, ο μεγάλος είχε φύγει για »έξω». Μετανάστης… για να προκόψει. Να βγάλει λεφτά, να γίνει κάποιος. Να ζήσει σαν άνθρωπος. Τα λεφτά δεν έχουν καμιά σχέση με τον άνθρωπο, με την ουσία του ανθρώπου, αλλά όλοι οι άνθρωποι θέλουν να κάνουν λεφτά. Μερικοί, οι πιο πολλοί, το θέλουν πιο πολύ. Ο αδελφός και το παιδί είχαν ακούσει από τους γέροντες τα γνωστά παραμύθια για εκείνους τους ζάμπλουτους που, δήθεν είχαν ξεκινήσει με τρύπιο παντελόνι και με τον ιδρώτα του προσώπου τους γινήκανε λεφτάδες. Το παιδί άκουγε τον αδελφό του που καταλάβαινε πιο πολλά, πως ήθελε -ονειρευόταν- να γίνει πλούσιος. Να γυρίσει κάποτε στο χωριό του με κοστούμια και λουστρίνια και αμάξι ‘πού να φυσάει’ για να τον θαυμάζουν όλοι. Άκουγε το παιδί τον μεγάλο αδελφό, πως θα τον ‘έκανε βόλτα’ με το αμάξι , αυτόν πρώτα από όλους και το παιδί δάκρυσε από τη λύπη που τον έχανε. Ο αδελφός γέλασε στον μικρό και του έδωσε ένα πολύτιμο δώρο, που χάραξε το παιδικό μυαλό. Ήταν ένα δαχτυλίδι, ίδιο ακριβώς με αυτό που φορούσε και εκείνος. Έφυγε λέγοντας μια τελευταία φράση, «θα περάσω ότι είναι να περάσω, το ίδιο και εσύ και όταν έρθει ο καιρός θα συναντηθούμε στην άκρη του τούνελ».

 

   Και το παιδί έβλεπε τον αδελφό του να φεύγει και ήξερε πώς έφευγε για πολύ καιρό. Είχε χωρίσει και με την κοπέλα του –αυτή του επέστρεψε το δαχτυλίδι- το δαχτυλίδι που φορούσε τώρα στο χέρι του ο μικρός. Το παιδικό μυαλό σκεφτότανε « έφυγε ο αδελφός μου, χώρισε με την κοπέλα του –μου έλεγε ότι δεν θα την άφηνε ποτέ –άφησε τους γονείς μας και εμένα και πήγε « έξω», εκεί που είναι πολύ μακριά. Θα έρθει όμως κάποια μέρα που θα γυρίσει, γιατί με αγαπάει και θα είναι και πλούσιος.   Μα τα χρόνια περνούν…
   Στον κεντρικό τοίχο της αίθουσας, ήταν πίνακες ζωγραφικής με σταυρωμένους Κλόουν. Θύμιζαν πίνακες του μεγάλου εξπρεσιονιστή Λανάρωφ. Η παράσταση που κοιτούσε, ήταν μια παραμορφωμένη μορφή με μάτια κουρασμένα που μέσα τους καθρεπτιζόταν η παράσταση ενός θλιμμένου παιδιού. Κοίταξε τα μάτια στο βάθος και η παράσταση του φάνηκε πως ήταν ο ίδιος ο θάνατος. Έσφιξε μέσα από το σακάκι την ζώνη με το όπλο του και προχώρησε προς την έξοδο. Αυτή η έκθεση ζωγραφικής των συναδέλφων του Εγκληματολογικού ήταν καταθλιπτική. Πήγε στο σπίτι του για να ξεκουραστεί. Ήταν κιόλας τρεις το μεσημέρι. Άνοιξε το ψυγείο και κατέβασε γρήγορα δυο-τρείς γουλιές μπέρμπον. Ήταν το τελευταίο μπουκάλι και έπρεπε να φροντίσει για νέα εφόδια. Τώρα όμως χωρίς ούτε ένα ποτό… ήπιε δυο ηρεμιστικά και ξάπλωσε. Η κατάστασή του επιδεινώνεται. Τα όνειρα του διακόπτονται τώρα από μικρότερα εμβόλιμα όνειρα. Χτύπησε το τηλέφωνο ενώ μέσα στο όνειρο του βρισκόταν στον τελευταίο πίνακα ζωγραφικής της εικαστικής έκθεσης του εγκληματολογικού.
  — Εμπρός
  — Κύριε επιθεωρητά, έρχομαι σε πέντε λεπτά να σας πάρω.
  — Έχουμε κανένα… ευχάριστο;
  — Ένα πτώμα αποσυντεθειμένο, ψαρεμένο στην λίμνη.
  — Και το έγραφε το ζώδιο… ‘βλέπω μια ανήσυχη βραδιά’ Λες και δεν το ήξερα.
  –Ήταν δυνατό να μην συμβεί κάτι? Οι δημοσιογράφοι το έμαθαν;
  — Όχι ακόμα. Έρχομαι να σας πάρω.
   Το περιπολικό έτρεχε έξω από την πόλη, προς το μέρος της λίμνης.
   — Πήγατε στην έκθεση ζωγραφικής;
   — Ναι, ήταν απαίσια… Τι ξέρουμε για το πτώμα;
   — Βρέθηκε από έναν ψαρά δεκαοχτάρη, που έπαθε μάλιστα και μια κρίση πανικού.
   — Άνδρας;
   — Θα δούμε, δεν αναγνωρίζεται το πτώμα. Πάντως έχει πλούτο επάνω του, δαχτυλίδια, διαμάντια και τέτοια.
   — Έτσι λοιπόν ξύπνησε το ενδιαφέρον για το εγκληματολογικό…
  — Μάλλον κύριε επιθεωρητά. Για να μας δώσουν την υπόθεση δεν θα πρόκειται για το πτώμα κανενός αλήτη, αλλά μάλλον πλουσίου, με ποιος ξέρει τι σκοτεινά κίνητρα για το φόνο από πίσω.
   — Μπράβο Τόμας! Βλέπω πως αρχίζεις και συνδυάζεις τις προηγούμενες υποθέσεις μας με το τι μας δίνουν στη Βρομοδουλειά. Χμ! Να ασχοληθούμε με το χειρότερο είδος ανθρώπων, αυτών που τρέφονται από το είδος τους…
   Όταν το έβγαλαν στην όχθη το πτώμα ήταν είδη αποσυντεθειμένο. Σκέφτηκε πως όλα τα σώματα είτε καπιταλιστές είτε αριστεροί, είναι ίσα απέναντι στο θάνατο… βρωμάνε το ίδιο. Η μακριά παραμονή του πτώματος στην λίμνη του είχε δώσει την όψη μιας διάφανης βλεννώδους μάζας. Δεν ήταν τόσο η αποσύνθεση όσο εκείνη η σκοτεινή μορφή, που πάγωσε τον επιθεωρητή. Όλες οι γραμμές και όλα αυτά που προεξείχαν στο πρόσωπο και στο κορμί ήταν ροκανισμένα, τριμμένα και φαγωμένα. Το κρανίο έμοιαζε σαν ένα μεγάλο γυαλισμένο βότσαλο που πάνω του φύτρωναν υγρές ανακατεμένες τούφες μαλλιών σαν μπερδεμένα μακριά φύκια…
   Είχε αρχίσει λοιπόν η έρευνα. Ο επιθεωρητής είχε δικά του στοιχεία, την βλεννώδη μάζα και τέσσερα δαχτυλίδια, αξίας πέντε εκατομμυρίων από λευκό χρυσό τα τρία, ενώ το τέταρτο ήταν διαφορετικό και μικρής αξίας. Τα λασπωμένα διαμάντια έκαναν τα δάχτυλα , ή μάλλον τις μελανιασμένες σάρκες των δαχτύλων να φαίνονται σαν ένα κακόγουστο ζευγάρωμα της ομορφιάς και της ασχήμιας. Οι άνθρωποι του επιθεωρητή βάλανε σε πλαστικά σακουλάκια τα δαχτυλίδια και άφησαν για τους τύπους του νεκροτομείου τα υπόλοιπα.
   –Φέρτε τα στοιχεία στο γραφείο μου.
  — Μάλιστα κύριε επιθεωρητά.
  — Λοιπόν ! Από πού να αρχίσουμε;
  — …έχουμε μόνο τα δαχτυλίδια.
  — Από τον ιατροδικαστή;
  — Τίποτα, απολύτως τίποτα! Το πτώμα δεν είναι από την πόλη μας και σίγουρα δεν είναι σεσημασμένος, όπως δείχνουν τα αρχεία μας.
  — Τα δαχτυλίδια ποιος τα εξέτασε;
  — Εγώ κύριε επιθεωρητά. Είναι μεγάλης αξίας τα τρία ενώ το τέταρτο είναι το περίεργο,
  — Δηλαδή;
  — Είναι μικρής αξίας και δεν έχει ούτε καν αισθητική ομοιομορφία με τα άλλα.
  — Μάλιστα! Πολύ καλό αυτό. Δαχτυλίδι λοιπόν με συναισθηματική αξία. Εκεί πρέπει να στραφούμε τώρα.
   Βγάλανε τα δαχτυλίδια από τα σακουλάκια και τα κοσμήματα χωρίς τις μελανιασμένες σάρκες πάνω στις οποίες τα είχε πρωτοδεί ο επιθεωρητής, τον θαμπώσανε. Ως εκεί όμως… Το χέρι του, ακουμπισμένο επάνω στο γραφείο και δίπλα στα τέσσερα δαχτυλίδια, συγκέντρωσε τα μάτια όλων των αστυνομικών. Στο χέρι του επιθεωρητή ήταν περασμένο ένα δαχτυλίδι ίδιο ακριβώς με το τέταρτο , αυτό του άγνωστου πτώματος.
   Ο επιθεωρητής έφυγε τρέχοντας από το γραφείο του και άφησε πίσω του, μέσα στη σιωπή , τους έκπληκτους συναδέλφους του.
   Το σπίτι ήταν φρικτά άδειο. Ήπιε από το μπουκάλι μπέρμπον που μόλις είχε αγοράσει και άρχισε να ντύνει με την φαντασία του την βλεννώδη μάζα με σάρκα, αναπαριστώντας το πτώμα πριν την αποσύνθεση. Αισθανόταν κρύο από μέσα του και το δάχτυλο που φορούσε το δαχτυλίδι τον έκαιγε φοβερά. Είδε το χέρι με τα διαμάντια να κινείται, να βγαίνει από το νερό της λίμνης και μετά ολόκληρη την φιγούρα να αγωνίζεται να σταθεί όρθια μέσα στη λίμνη , προσπαθώντας να πλησιάσει προς την όχθη. Το κρανίο που έμοιαζε σαν ένα μεγάλο γυαλισμένο βότσαλο ήταν στραμμένο προς το μέρος του και μέσα από τα ροκανισμένα και τριμμένα χαρακτηριστικά του, ένοιωθε πως τον φώναζε.  Η διαύγεια της εικόνας τον είχε παγώσει. Φοβήθηκε και δεν ήθελε να συνεχίσει. Ήταν όρθιος και ακίνητος μέσα στη κουζίνα. Σε μια κατάσταση σύγχυσης, η πραγματικότητα μπερδευόταν όλο και πιο πολύ με το παράλογο, το παρελθόν ενσωματώνονταν στο παρόν και όλα μαζί γίνονταν ένα τρελό κουβάρι που τύλιγε σφικτά και τον κυλούσε στο δρόμο της παράνοιας. Το παιδί, έσφιξε την ζώνη με το MAGNUM 357 και άνοιξε άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι.
   –Αδελφέ μου ! Η ξένη φωνή, του γέμισε το κεφάλι και έντρομος άνοιξε τα μάτια του. Η διαύγεια της εικόνας τον τρόμαξε και πετάχτηκε όρθιος. Στα δύο βήματα μπροστά του βρισκόταν η εικόνα του αδελφού του που τον κοιτούσε χαρούμενος. Τα μελαγχολικά μάτια όμως, έκαναν την καρδιά του να κλωτσήσει και την σκέψη του να παγώσει.
  –Εγώ είμαι… ο αδελφός σου.
  –Δεν είναι δυνατόν… όχι!
  –Δεν θα ήθελα αδελφέ μου να με έβλεπες νεκρό, αλλά… να ξέρεις πως δεν σε ξέχασα ποτέ μου και πάντα ονειρευόμουν τη στιγμή που θα σε ξαναέβρισκα.
   –Δεν μπορώ να καταλάβω… το δαχτυλίδι… το πτώμα… εσύ, γιατί τόσο αργά;
   — Αργά… σου είχα υποσχεθεί ότι θα γύριζα πλούσιος, ότι θα ήσουν περήφανος για τον αδελφό σου. Είναι τόσο αργά τώρα. Ξέχασε τα όλα σε παρακαλώ. Ήξερα που ήσουν, ποιος ήσουν, μα δεν ήθελα να ντρέπεσαι για μένα. Τώρα λοιπόν αδελφέ μου, άσε με να ηρεμήσω και σταμάτα τις έρευνές σου. Άσε με να πάρω μαζί μου ένα μυστικό που αν το μάθαινες, θα σε σκότωνε.
   — Μα τι κακό θα μου έκανες; Έγινες πλούσιος, είπες, χωρίς παρανομίες αλλά παρ’ όλα αυτά κρυβόσουν. Γιατί δεν ήρθες να με βρεις; Πως και δεν σε βρήκα εγώ που ερευνούσα πάντα για σένα;
  Ο αδελφός του τον κοιτούσε αλλά τα χαρακτηριστικά του, γίνονταν συνεχώς πιο παιδικά, ώσπου έφτασαν στην ηλικία που ήσαν παιδιά, τότε που έπαιζαν μαζί ξέγνοιαστα. Μπροστά από τον επιθεωρητά στέκονταν τώρα, ο αδελφός του στην ηλικία του παιχνιδιού και της χαράς. Του έγνεψε να κάτσουν κάτω και να παίξουν. Ο επιθεωρητής πλησίασε, έκατσε και άρχισε το παιχνίδι…
Στο γραφείο του επιθεωρητή, οι συνάδελφοί του ήταν ευχαριστημένοι από την επιτυχία τους. Είχαν κλείσει μόνοι τους την υπόθεση και το μόνο που τους έμενε ήταν να τον πάρουν τηλέφωνο. Είδε το τέταρτο δαχτυλίδι που ήταν ίδιο με το δικό του και θα παρομοίασε το νεκρό με τον εαυτό του. Πίνει πολύ τώρα τελευταία… Πρέπει να τον βοηθήσουμε ως συνάδελφοι και ως φίλοι. Ποιος θα πάρει να του πει τα ευχάριστα; Οι άλλοι συμφώνησαν και ο Τόμας σήκωσε το τηλέφωνο. Το τηλέφωνο χτύπησε και ο επιθεωρητής σαν να βγήκε από λήθαργο, πετάχτηκε όρθιος.
   Ένοιωσε σαν να χόρεψε κάποιος κλακέτες στο πρόσωπό του. Ο αδελφός του συνέχισε να παίζει ανέμελα και χωρίς να δίνει σημασία στην ανησυχία του. Σήκωσε το τηλέφωνο, ενώ η παράξενη παγωνιά που τον είχε αγκαλιάσει προηγουμένως, ξαναγύρισε.
   –Κύριε επιθεωρητά, πως είστε;
   –Καλά Τόμας, αισθάνθηκα μια αδιαθεσία γι’ αυτό έφυγα βιαστικά.
  –Όλα εντάξει με την υπόθεση, Επικοινωνήσαμε με το Εγκληματολογικό με την πόλη VAASA και ανακαλύψαμε την ταυτότητα του πτώματος της λίμνης. Η υπόθεση είναι πολύ απλή! Χαίρομαι γιατί δεν θα κουραστείτε με αυτή την υπόθεση μιας και είστε αδιάθετος.
   –Λοιπόν;
   –Το πτώμα ανήκει στην Λουίζα. Είναι γνωστό τραβεστί…
   Τώρα με τα γεράματα όμως παρά τα πολλά πλούτη που είχε αποκτήσει αισθανόταν μεγάλη μελαγχολία. Μέσα σε αυτό το χρόνο είχε κάνει δυο απόπειρες αυτοκτονίας. Βρέθηκε στο σπίτι της-του- ένα γράμμα που μιλούσε για την αυτοκτονία και τόνιζε ότι είναι ανώφελο να ψάξουν! Ο δεσμός που είχε πέθανε πριν δύο μήνες. Τώρα, γιατί διάλεξε την πόλη μας; Ποιος ξέρει… ίσως για να μη βρεθεί η ταυτότητα της.
   Το τηλέφωνο έπεσε στο δάπεδο και ο επιθεωρητής γύρισε προς τον αδελφό του. Το παιδικό κορμί είχε μείνει σαν άγαλμα, ακίνητο και μέσα από τις σάρκες του άρχισε να ορθώνεται το πτώμα της λίμνης. Ξαναγινόταν και πάλι σιγά-σιγά, κομμάτι-κομμάτι. Ο επιθεωρητής ένοιωσε να βυθίζεται βαθιά στα τοπία της τρέλας. Η οπτασία, γύρισε την πλάτη και ξαναγύρισε είδε το πρόσωπό του αδελφού του να έχει γίνει γυναικείο. Τα χείλη έντονα βαμμένα, σαρκώδη, τα ζυγωματικά ψηλά και τονισμένα. Οι βλεφαρίδες μεγάλες, τα μαλλιά μακριά και βαμμένα ξανθιά. Τα χέρια ήταν σταυρωμένα μπροστά στο στήθος για να κρύβουν τη γύμνια του. Το πρόσωπο άρχισε να φωτίζεται και ένα γέλιο έσπασε την ησυχία ενώ τα πλούσια, από σιλικόνη στήθια, αναπήδησαν μέσα στα χέρια που τα έκρυβαν. Ο επιθεωρητής ψέλλισε από μέσα του το όνομα του αδελφού του.
   –Χα, χα, χα, λέγε με Λουίζα, δεν αισθάνομαι καλά με το παλιό μου όνομα… Άλλωστε το έχω ξεχάσει από καιρό… Έχεις γίνει ωραίος άνδρας αδελφέ μου! Δεν ξέχασα ποτέ πως είμαστε δεμένοι… σαν δύο όρχεις… χα! χα!
   –Όχι, όχι …ο επιθεωρητής ούρλιαξε και έπιασε ασυναίσθητα όπως σε όλους τους κινδύνους το όπλο του.
   –Μα τι λες αγαπημένε μου! Δεν θα σε αφήσω ποτέ πια! Χρειάζεσαι συντροφιά, με έχεις ανάγκη περισσότερο από κάθε τι… είσαι τόσο μόνος… Η Λουίζα γελώντας όλο και πιο δυνατά άνοιξε τα χέρια και πρότεινε τη γυμνή αγκαλιά της.
   –Έχεις εκλάβει για ζωή τα υποκατάστατά της, που στοίβαξες μέσα σου και ξέχασες πως τόσο τρέξιμο μάλλον στην θλιβερή απουσία του έρωτα το χρωστάς.
   Ο επιθεωρητής ενώ βρισκόταν ένα βήμα από την αγκαλιά, τράβηξε το 357 magnum.
   Η οπτασία συνέχισε να γελάει υστερικά και αντί να απομακρυνθεί άρχισε να κλείνει σιγά-σιγά την αγκαλιά της, με αυτόν μέσα. Ο επιθεωρητής έβγαλε ένα ουρλιαχτό και το όπλο του άδειασε μόνο του… Οι σφαίρες πέρασαν μέσα από το πτώμα της λίμνης, εξοστρακίστηκαν πάνω στη σιδερένια κορνίζα του όρθιου ρολογιού και διαπέρασαν το μέτωπο του επιθεωρητή που στα τοπία της τρέλας είχε χαθεί για πάντα.
 
*
©Θανάσης Πάνου
Η φωτογραφία για το διήγημα είναι προμήθεια του συγγραφέα

Λεία Βιτάλη, Η κοιλιά της μεταφράστριας (απόσπασμα)

Το δωμάτιο μύριζε σάπιο. Σαν αίμα που έχει μείνει καιρό σ’ ανοιχτή πληγή, δεν λέει να κλείσει. Το βοη­θούσε και η υγρασία του χώρου, ήταν υπόγειο. Όχι πολλά, έξι-εφτά σκαλιά αλλά έφταναν. Κοίταξα γύρω για παράθυρο, το μάτι μου σκόνταψε σ’ ένα ξύλινο χώρισμα με ύφασμα. Ερχόταν ελάχιστο φως. Το πα­ράθυρο θα ‘ταν απ’ την άλλη μεριά του χωρίσματος, σκέφτηκα. Έλειπε το οξυγόνο από κει μέσα. Περισσό­τερο ήταν η ψυχική μου αναστάτωση που δεν βοηθού­σε. Στριμώχτηκα στη μικρή ψάθινη πολυθρόνα με το ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι, άλλοτε θα ‘ταν πορτοκαλί. Το καφέ του δεν έδειχνε να ‘ναι χρώμα. Ρίγησα με τη σκέψη που τινάχτηκε ξαφνικά στο μυαλό μου. Αίμα; Πάει πολύ. Τίποτα ωστόσο δεν είναι πιο υπερβολικό από την πραγματικότητα.

  Το ‘ξερα από παλιά. Το πιο ευαίσθητο κομμάτι του σώματος μου ήταν τα έντερα. Όταν κάτι πήγαινε στραβά και είχα αγωνία με συντρόφευαν. Άκουγα το γουργουρητό τους και ανησυχούσα πιο πολύ. Ήθελα να πάω στην τουαλέτα ν’ αδειάσω το περιεχόμενο τους αλλά δεν γινόταν τίποτα. Ήξερα και από άλλες φορές. Ύστερα ήρθε ο πόνος. Σουβλιά. Ένιωσα τον ιδρώτα να ποτίζει το μέτωπο. Γλίστρησε στη μύτη μου. Έσφιξα τα χέρια. Έπρεπε να κάνω υπομονή. Τράβηξα την μπλε ποδιά μου και σκούπισα τα χέρια μου πάνω της. Υγροί λεκέδες. Τον άκουσα να μιλά ψιθυριστά στο άλλο δωμάτιο. Πίσω από το πρόχειρο χώρισμα. Σκέφτηκα να το βάλω στα πόδια. Σε λίγο θα ‘ταν πολύ αργά. Η σειρά μου πλησίαζε. Άκουσα τα δόντια μου να χτυπάνε. Η πόρτα στο χώρισμα άνοιξε και έκανε όλη την κατασκευή να κλυδωνιστεί επικίνδυ­να. Πήρα βαθιά ανάσα, μου ξέφυγε σαν στεναγμός. Ο χώρος πλημμύρισε έντονη μυρωδιά αντισηπτικού και φάρμακου. Λίγο ακόμη και θ’ αναποδογύριζα το στο­μάχι μου προς τα έξω. Η Φ. το κατάλαβε. Ένιωσα το χέρι της να σφίγγει δυνατά το δικό μου. Την κοίταξα. Το βλέμμα μου κρεμάστηκε πάνω της. Έπλεα μέσα σ’ αυτό. Ήταν ήρεμη. Τα μάτια μελιά. Σχεδόν μου χαμο­γελούσε. Ήξερε απ’ αυτά. Είχε υποταχθεί. Δέκα λε­πτά, το πολύ ένα τέταρτο και έξω απ’ την πόρτα. Ό­μως για μένα ήταν η πρώτη φορά. Κράτησα με το άλλο χέρι την κοιλιά μου, την ένιωθα να σκίζεται από την αγωνία. Μου αποκρίθηκε σφιχτή, τσιτωμένη, γονιμο­ποιημένη.
   Ο γιατρός με πλησίασε αργά τρίβοντας τα χέρια του. Μύριζε ολόκληρος πράσινο οινόπνευμα. Δεν ή­θελα να δει την ταραχή μου. Μπορεί να φοβόταν και να μ’ έδιωχνε. Έδειξε ένα χαρτί να υπογράψω. Το κουνούσε μπροστά στα μάτια μου. Δεν καταλάβαινα. Τι διάολο σήμαινε αυτό; Η Φ. προθυμοποιήθηκε να το ελέγξει. Πήγανε οι δυο τους παραπέρα. Εγώ κρατιό­μουν όρθια από ένα ξεφλουδισμένο κάγκελο κατά μή­κος του τοίχου. Άκουσα το γιατρό να θυμώνει και μ’ έσφιξε πάλι η αγωνία. Η Φ. ψαχούλευε στην τσάντα της. Ύστερα θυμήθηκε. Της είχα δώσει τα λεφτά σε φακελάκι και τα ‘χε βάλει στην τσέπη της. Χαμογέλα­σε. Ήξερα ότι αν μπορούσε θα τον είχε κιόλας δαγκώ­σει.
Ο γιατρός τα τσέπωσε και τη χτύπησε στην πλάτη φιλικά, να μην ανησυχεί για τη φίλη της. Ύστερα γύ­ρισε προς εμένα. Το βλέμμα του με κοκάλωσε όρθια στον τοίχο. Το κεφάλι μου σουρνότανε στην γκριζό-λευκη λαδομπογιά. Μ’ έσπρωχνε. Τα δόντια του κίτρι­να και μαυρισμένα στις άκρες. Αραιά. Καλύτερα να μη χαμογελούσε.
   Ακούγαμε και οι δυο τους θορύβους της κοιλιάς μου. Σχεδόν ντράπηκα. Η μυρωδιά του φαρμάκου γι­νόταν όλο και πιο έντονη. Με ζάλιζε. Ο γιατρός μ’ έσπρωξε στο άνοιγμα του χωρίσματος. Το βλέμμα μου στην άσπρη σχεδόν γκρίζα ποδιά του. Στο μανίκι στα­γόνες αίμα. Δεν είχα ωστόσο περιθώριο εκλογής. Χτυ­πούσε κιόλας το κουδούνι. Ερχόταν η επόμενη. Μια γριά με μαύρο τσεμπέρι και γκρίζα ρόμπα ξεπήδησε πίσω από κάτι κρεβάτια. Κρατούσε σφουγγαρόπανο, έσταζε ακόμη. Πέρασε από μπροστά μου σαν αστραπή και βγήκε ν’ ανοίξει. Δεν τολμούσα να κοιτάξω. Εκεί, στη γωνία δεξιά, κάτω απ’ το παράθυρο που έβλεπε το τζαμωτό του σε αυλή, ήταν τρία κρεβάτια. Στα δύο ξαπλωμένες – κίτρινες μέχρι λευκές – αναίσθητες κο­πέλες. Η μια βογκούσε. Ελαφριά. Σαν να ‘βλεπε ε­φιάλτη. Το βλέμμα μου έψαξε το βλέμμα του γιατρού. «Ξυπνάει» ψιθύρισε μ’ επαγγελματική σιγουριά. Του­λάχιστον δεν πεθαίνει σκέφτηκα. Ύστερα είδα το ά­δειο κρεβάτι δίπλα τους. Δεν ήθελε πολύ να καταλά­βω. Περίμενε εμένα. «Μη χασομεράμε παιδί μου.» Εί­χε δίκιο. Δεν είχε νόημα να το τραβάμε. Έμοιαζαν όλα τόσο απλά άλλωστε. Και ήταν. Λίγο πριν έρθω.
   Ο γιατρός μ’ έσπρωξε προς το χειρουργικό κρεβάτι. «Την κιλότα σου» είπε. Κι άρχισε να σκουπίζει με οινό­πνευμα μια σύριγγα. Το κεφάλι μου χτυπούσε. Ένιωθα μεθυσμένη. Άφησα την κιλότα μου στο μικρό σκαμνί μαζί με τις άλλες. Ο γιατρός μου ‘κανε νόημα ν’ ανέβω στο τραπέζι του χειρουργείου. Τα βήματα μου δεν ήταν και τόσο σταθερά. Κλυδωνιζόμουν αλλά προσπαθού­σα. Σκόνταψα ωστόσο πριν ανέβω σε κάτι σκληρό δί­πλα στο χειρουργικό τραπέζι. «Πρόσεχε παιδί μου.» Είχε έναν τρόπο ήρεμο. Ήξερε αυτός. Κοίταξα κάτω. Ακόμη το αντικείμενο τραμπαλιζόταν. Ήταν κόκκινο, σχεδόν καφετί. Υγρό με κομμάτια πηχτά που τρεμόπαι­ζαν εντός του. Σ’ έναν τσίγκινο κουβά με σκουριασμέ­νες άκρες. Δίπλα στα πόδια του τραπεζιού. Και μύριζε σάπιο.
   Ένιωσα πως ήθελα να κλάψω. Είχε μαζευτεί πολύ σφίξιμο τις τελευταίες μέρες μετά την απόφαση. Δεν μπορούσα φυσικά να το κρατήσω. Ήταν όλα πολύ διάχυτα. Το ‘χαμε συμφωνήσει από κοινού. Ήταν εντελώς ξαφνικό. Πολύ πρόωρο. Δεν υπήρχε η δυνατότητα. Εκείνος με είχε κοιτάξει απεγνωσμένα. Η μάνα μου είχε κρύψει με τη σειρά της το πρόσωπο της στις παλάμες. Θα ‘κανα παιδί στην ώρα μου, να μη βιαζόμουν. Μικρό κορίτσι, ποτέ δεν μπορούσε να φανταστεί πως είχα σχέσεις. Πού τα ‘μαθα αυτά; Χάλασε ο κόσμος. Εκείνη έπρεπε πρώτα να παντρευτεί, που να μην έσωνε, κι έκανε εμένα για να τη βασανίσω. Έχει αγωνίες ένα παιδί. Εκείνη ποτέ δεν είχε μιλήσει έτσι με τη μάνα της. Τι να ‘λεγε άλλωστε; Τόσα παιδιά. Εκείνη το τελευταίο. Μια ζωή τελευταία. Έτσι την πέρασε. Έλπιζε πως με το δικό της παιδί θα ‘ταν αλλιώς. Δεν είχε άλλωστε και κανένα άλλο. Όλη της η ζωή εγώ. Και η ανταπόδοση; Σκατά. Μια ωραία μέρα της λέω: γκαστρώθηκα.
   Είχα πιστέψει πως έπρεπε να της το πω. Φυσικά αμέσως μετά το είχα μετανιώσει. Δεν υπήρχε κανείς ωστόσο που να μπορούσε να μου βρει ένα γιατρό. «Δεν γίνεται να σε στείλω στον δικό μου» είχε πει. Χωρίς να μου εξηγήσει καταλάβαινα. Η ξαδέλφη μου της σύστησε κάποιον. Έκανε χρόνια αυτές τις δου­λειές. Σε κάτι στενά του Πειραιά. Στην Κοκκινιά. Σί­γουρος. Λίγα λεφτά. Σημασία έχει να κάνει καλά τη δουλειά του, είχε πει η μάνα μου. Εγώ επέζησα της είχε απαντήσει η ξαδέλφη μου, δέκα χρόνια πιο μεγά­λη από μένα. Ο δικός μου κι εγώ μοιραστήκαμε τα λεφτά. Τα γαμήσια και ο έρωτας – κομματιασμένα έμ­βρυα μπροστά μου. Δεν ήξερα αν αυτό που ανακάτευε το στομάχι μου ήταν μια σιχασιά ή αγωνία ή μια απε­ριόριστη θλίψη. Ίσως όμως να ‘ταν και το ξάφνιασμα απ’ την αποκάλυψη της πορείας μου. Η πεπατημένη. Πάντα είχα την ψευδαίσθηση πως ζούσα συγκλονιστι­κές ιδιαίτερες καταστάσεις. Εγώ, άτομο ξεχωριστό απ’ άλλα. Προσωπική μοίρα. Δυνατότητα επιλογής. Σκα­τά. Ήμουν κιόλας στο κανάλι. Με το κεφάλι χωμένο βαθιά στα περιττώματα. Ανέπνεα ήδη την αποσύνθε­ση.
   Ο γιατρός είπε στη γριά ν’ αδειάσει τον κουβά. Είχε ξεχειλίσει απ’ το πρωί. Τον σήκωσαν κι έσταζε. Μαύ­ρο αίμα στο δάπεδο. Δεν ήθελα να δω άλλο. Έκλεισα τα μάτια. Το λάστιχο έσφιξε δυνατά το αριστερό μου μπράτσο. Το δάχτυλο του γιατρού πίεσε τη φλέβα. Ένιωσα το τσίμπημα της βελόνας. Το ξένο σώμα εισχώρησε μέσα μου. Η φωνή του γιατρού αντήχησε κιόλας μακρινή στ’ αυτιά μου. «Πώς σε λένε;» Ίσα ίσα πρό­λαβα να ψιθυρίσω Μαρία. Το μούδιασμα άρχισε από τα πόδια κι ανέβαινε πάνω. Έμοιαζα να ‘μαι μονάχα η μισή. Η κοιλιά μου πέταξε στην ανυπαρξία. Το μυα­λό ακόμη εντούτοις σε λειτουργία. Είχε μια γλύκα αυ­τή η φυγή. Κατάλαβα το χέρι του γιατρού, ξεκούμπω­νε την ποδιά μου μέχρι πάνω. Έπρεπε να την είχα βγάλει. Αν τη γέμιζε αίματα πως θα πήγαινα αύριο σχολείο. Δεν είχα τη δύναμη να το πω. Η νάρκωση ανέβαινε. «Πώς σε λένε;» Το χέρι του ζουλούσε τα στήθια μου. Ακόμη ένιωθα κάτι απ’ ό,τι γινόταν. Έ­τριβε τις ρώγες με μανία. Η νάρκωση ανέβαινε. Οι ήχοι ακούγονταν θολοί, μακρινοί, σαν απ’ το βάθος ενός άπατου πηγαδιού. Μπερδευόμουν προσπαθώντας να καταλάβω. Κι έφευγα. Ίσως έτσι να ‘ταν ο θάνατος. Μια μικρή κραυγή. Να ‘ταν του γιατρού; Μια ανάσα βαριά στ’ αυτί μου. Επιτέλους ο εγκέφα­λος μου βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Τα πόδια μου είχαν αρχίσει να πονάνε έτσι όρθια και τεντωμένα. Πόσες ώρες καθόμουν μπροστά στο παράθυρο να κοιτάζω τη λασπουριά των δρόμων; Η μνήμη ποτέ δεν λησμονεί. Έπιασα την κοιλιά μου γυρεύοντας απάντηση. Μ’ αποκρίθηκε ζωντανή, τσιτωμένη, τεράστια. Κινήθηκα αργά προς το μικρό γραφείο του καθιστικού. Εκεί κλειδωμένο ένα κομμάτι του εαυτού μου. Έψαξα με χέρια που έτρεμαν. Και νάτος. Ο κίτρινος φάκελος. Με τις εξετάσεις. Είχαν ημερομη­νία πριν τρία χρόνια. Τέτοια εποχή. Φλεβάρης ήταν και τότε θυμάμαι. Το ‘λεγαν καθαρά. Δεν μπορούσα να συλλάβω πια. Το λευκό υγρό δεν είχε περάσει τις σάλπιγγες. Με πονούσε άδικα. Έμενε πίσω. Τα όργα­να είχαν σφαλίσει για τα καλά. Ατέλειωτες συμφύσεις από μολύνσεις. Ο γυναικολόγος με είχε κοιτάξει ερω­τηματικά. Παραδέχτηκα όλες τις μαλακίες που είχαν συμβεί εκεί κάτω μου. Μίλησα για τρεις εκτρώσεις, ήταν πέντε. Στον ίδιο γιατρό. Ήμουν δεκάξι την πρώ­τη φορά. Ένα κομμάτι κρέας που ‘σταζε στο χειρουρ­γείο την ψυχή του. Φοβόμουν πως θ’ αδειάσω. Μετά από χρόνια έμαθα ότι ο γιατρός πέθανε. Την τελευ­ταία φορά κόντεψα να πεθάνω κι εγώ. Τόσα αντιβιο­τικά δεν θυμάμαι να είχα πάρει ούτε με την αμυγδαλίτιδα και τις άλλες αρρώστιες μου μαζί. Ήταν η χαρι­στική. Έτρεμε το χέρι του πολύ όταν βύθιζε την ένε­ση. Σχεδόν δεν είχε ζητήσει καν τα λεφτά προκαταβο­λικά. Του τα ‘χα δώσει από συνήθεια, τα πήρε αφηρη­μένος. Καταλάβαινα πως δεν ένιωθε καλά, τον είχα πιέσει. Η γριά είχε πάει στο χωριό της. Το χειρουρ­γείο άδειο. Δεν δούλευε πια. Μόνο κάτι παλιές γνω­στές. Για χάρη πιο πολύ. Έκτακτες περιπτώσεις. Ο γιος του σπούδαζε γιατρός στο Λονδίνο. Αν προλά­βαινε θα του άνοιγε ο ίδιος το ιατρείο κάπου στο Κο­λωνάκι. Ούτε συζήτηση για την Κοκκινιά. Φυσικά γυ­ναικολόγος. Έπαψα να τον ακούω. Η νάρκωση κου­κούλωσε ξανά τις αισθήσεις. Φεύγοντας ταλαιπωρή­θηκα πολύ να βρω ταξί. Βγαίνοντας, στο γκρίζο κάθι­σμα είδα μια μεγάλη κόκκινη κηλίδα. Έκλεισα την πόρτα γρήγορα μη δει ο ταξιτζής. Η αιμορραγία δεν σταμάτησε παρά δεκαπέντε μέρες μετά. Στο μεταξύ ο χασάπης μου είχε πεθάνει. Δεν πρόλαβε να μου συ­στήσει αντιβιοτικά. Τα πήρα μόνη μου από το φαρμα­κείο.
   Ο γυναικολόγος κούνησε αποδοκιμαστικά το κεφάλι του και συμπλήρωσε κάποιες ακόμη παρατηρήσεις στα χαρτιά. Ίσως κάτι μπορούσε να γίνει με εγχείρηση στο εξωτερικό, αλλά και αυτό με πιθανότητες επιτυχίας κάτω από 40%. Η περίπτωση μου ήταν πολύ άσχημη. Τα γεννητικά μου όργανα είχαν γίνει αδιαπέραστα. Σαν να τα ‘χανε χτίσει με μπετόν. Τελεία και παύλα.
Άναψα το φως, είχε σκοτεινιάσει πια. Η βροχή εξακολουθούσε να σημαδεύει το λασπωμένο δρόμο. Επτά και μισή. Το ρολόι είχε ξανά σταματήσει. Φθαρμένη μηχανή, δούλευε πότε πότε σαν από θαύμα. Το είχα κι εγώ ταλαιπωρήσει πολύ με μικροεπισκευές, τις αναλάμβανα προσωπικά. Είχα πάθος με τα ρολόγια. Πολλά παλιά ρολόγια ένα γύρω. Δεν δούλευαν. Χρό­νος σταματημένος. Τ’ αγαπούσα πιο πολύ. Όταν έκα­ναν ακόμη ένα γύρο. Κι ύστερα πέθαιναν. Κι εγώ πάλι τ’ ανάσταινα. Για δυο τρεις μέρες, ή για πέντε ακόμη λεπτά.
   Πονούσα πάλι – κάθισα στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο. Τύλιξα προσεκτικά τις εξετάσεις, τις έκρυψα στο φάκελο, το συρτάρι κατάπιε ξανά την πληγωμένη φύση μου. Αργότερα είχα αποφασίσει να υιοθετήσω παιδί. Η δικαιολογία της ύπαρξης με ροκάνιζε. Κάτι έπρεπε να κάνω κι εγώ στη ζωή μου. Σχεδόν είχα αρ­χίσει να νιώθω διαλυμένη σαν σκόνη. Αναστήθηκα με την ιδέα. Το να αποκτήσεις ένα παιδί είναι αυτοσκο­πός. Δεν ρισκάρεις. Δεν ψάχνεις. Δεν αναλώνεσαι. Τ’ αφήνεις κι έρχεται. Κυλάς μαζί του. Κέρδισες. Δεν σου ζητάει κανείς τίποτ’ άλλο. Είναι ο υπέρτατος σκο­πός. Κλείνεις τα μάτια ευτυχισμένη. Έκανα το καθή­κον μου. Ωστόσο κάποιο λάθος θα έχει γίνει και το θηρίο εξακολουθεί να δαγκώνει παρ’ όλ’ αυτά.
   Σε λίγο ο μικρός Παναγιώτης θα τρέχει πάνω στο παλιό χαλί αυτής της κάμαρας. Κλείνω τα μάτια. Χα­μογελώ . Το ρολόι δουλεύει ξανά. Γίνονται θαύματα. Κρατώ την κοιλιά μου. Ποιος θα το πίστευε; Εγώ η Μαρία που κάνω θαύματα με τα ρολόγια έκανα ένα και στον εαυτό μου. Όσο πιο πολύ το σκεφτόμουν, τόσο πιο πολύ βεβαιωνόμουν πως εκεί κάτω στη μεγά­λη μου κοιλιά αναπτυσσόταν ο μικρός Παναγιώτης. Το τρίχρονο μυωπικό παιδί που το βρεφοκομείο απο­φάσισε να ξεφορτωθεί. Δεν τολμούσα βέβαια ακόμη να μιλήσω σε κανένα για όλα αυτά. Ιδιαίτερα στον Λύσιο. Θα ‘ταν ικανός να με βγάλει τρελή και θα του το χρωστούσα και χάρη. Έτσι έκανε πάντα όταν δια­φωνούσε σε κάτι. Η κοιλιά μου όμως ήταν προσωπικό μου θέμα και απαιτούσε ιδιωτικό χειρισμό. Ακόμα, ευτυχώς, μπορούσα να τα κρατώ μυστικά όλα αυτά. Μ’ ευχαριστούσε τόσο πολύ που είχα επιτέλους ιδιω­τική ζωή. Έπαιρνα στα μάτια μου άλλη αξία. Χώρια που η ιδιωτική μου αυτή ζωή θα έφερνε στον κόσμο ένα παιδί. Δεν θα ‘μουν πια η οποιαδήποτε Μαρία. Αλλά η μητέρα του Παναγιώτη. Όπως η δική μου. Δεν ήταν απλά η Ελένη. Ήταν η μητέρα της Μαρίας. Διαπερνούσε το χρόνο μ’ αυτό. Γινόταν αθάνατη. Άφηνε πίσω της έργο. Άξιζε που είχε υπάρξει στη ζωή.
   Η ζαλάδα ήταν έντονη αυτή τη φορά. Δεν πρόλαβα να κρατηθώ. Ένιωσα να πέφτω. Νομίζω άκουσα μια μικρή κραυγή. Ήταν δική μου.
   Τον είδα να ‘ρχεται κατά πάνω μου. Λασπωμένα παπούτσια πάνω στο χαλί. Ανέπνεα βρεγμένο χώμα. Ένιωσα έναν πόνο βαρύ στην κοιλιά μου. Την βρήκα σφηνωμένη ανάμεσα στον καναπέ και το τραπεζάκι μπροστά του. Τραβήχτηκα. Ο Λύσιος με βοήθησε να σηκωθώ. Καθίσαμε δίπλα δίπλα στον καναπέ. Με κοί­ταξε σχεδόν τρομαγμένος. Στα ρούχα του στέγνωνε η βροχή. Μ’ έπαιρνε στο τηλέφωνο όλη μέρα. Δεν ήμουν ούτε στο γραφείο. Ανησυχούσε. Τον κοίταξα έκπλη­κτη. Είχα από καιρό την εντύπωση πως για ‘κείνον δεν σήμαινα πολλά. «Κάνεις λάθος», με φίλησε. Η κοιλιά μου εμπόδιζε την απόλυτη επαφή.
   Φορούσα ακόμη το παλτό. Ο Λύσιος πέρασε το χέρι του από μέσα ψάχνοντας την κοιλιά μου. Την άγγιξε. Έμεινα ακίνητη. Περισσότερο το μάντευα παρά το αισθανόμουν. Την πασπάτευε. Άνοιξε το παλτό μου. Το χέρι του τριγύριζε ακολουθώντας το σχήμα της. Την έπιασε και με τα δύο. Δεν ήταν εύκολο να τη ζουλήξει. Μου ξέφυγε φωνή. Είχα πονέσει. Την ψαχούλε­ψε καλά και ύστερα σταμάτησε. Έμεινε για λίγο σκε­πτικός και ύστερα με κοίταξε. Δεν προσπάθησα να τον βγάλω από τη δύσκολη θέση. Καλύτερα να γευτεί όλο το μεγαλείο του θαύματος σκέφτηκα, αφού έτσι κι αλ­λιώς το ανακάλυψε. Περίμενα. Και η ερώτηση ήρθε. Όχι δεν είναι φούσκωμα. Ναι είμαι γκαστρωμένη. Φυσικά και το ξέρω αφού έχω κοντά τρεις μήνες καθυ­στέρηση. Το τσεκάρισα σήμερα.
   Ο Λύσιος αποτραβήχτηκε, άναψε τσιγάρο. Τον έ­νιωθα να γίνεται μακρινός. Ποτέ δεν ήταν στ’ αλήθεια κοντά. Καθένας βουτηγμένος στον εαυτό του. Προχω­ράμε παράλληλα. Δίπλα. Πάντα ωστόσο μια απόστα­ση. Τόση που να μην καίγεσαι στην ίδια τη φωτιά. Να μη σε ταράζει η ίδια τρεμούλα. Ό,τι ζητάει ο ένας απ’ τον άλλον το προσφέρει ο ίδιος στον εαυτό του. Είναι η ψευδαίσθηση της σχέσης. Ο Λύσιος δεν είχε ζητήσει ποτέ τίποτ’ από μένα. Ο καθένας ήξερε το ρόλο που έπρεπε να παίζει για τον άλλο. Το δεχόταν αδιαμαρ­τύρητα. Μας είχαν πει πως αυτά είναι δοσμένα απ’ τη φύση. Πάει και τέλειωσε. Νομίζαμε πως αγαπιόμα­σταν. Δεν είχαμε ανακαλύψει ακόμη την μπλόφα. Η παγίδα μάς είχε γραπώσει και τους δυο. Ο ένας νόμιζε πως ο φταίχτης ήταν ο άλλος. Ο ένας γαμούσε για να τιμωρήσει. Ο άλλος γαμιόταν για να εξιλεωθεί. Ο Λύ­σιος όμως σήμερα μυρίζεται έναν κίνδυνο μεγαλύτερο από ποτέ. Με κοιτάζει σαν να τον έχω κιόλας κοροϊδέ­ψει. Νιώθω μια απειλή να πλησιάζει. Δεν μιλά. Βγά­ζει το παλιό του μοντγκόμερι και τινάζει τις ελάχιστες σταγόνες βροχής που δεν έχουν ακόμα στεγνώσει. Κά­νει κρύο εδώ μέσα χωρίς καλοριφέρ. Ακόμη δεν έφε­ραν πετρέλαιο. Μίλησε στη διαχειρίστρια, την είδε στο ασανσέρ. Αύριο της υποσχέθηκε το βενζινάδικο πως θα μας στείλει. Ξέρω η Τοτάλ εδώ δίπλα. Ναι. Πάντως το κρύο κάνει καλό. Σκοτώνει τα μικρόβια. Άσχετες συζητήσεις για ν’ αποφύγουμε την ουσία. Πάντα μιλάγαμε πολύ. Και για όλα. Έλεγε ο καθένας τα δικά του. Από το ένα θέμα στο άλλο. Δεν είχε ση­μασία αν μιλούσαμε και οι δύο για το ίδιο. Αν συμφω­νούσαμε ή διαφωνούσαμε. Αν άκουγε καν ο ένας τον άλλον. Απλά θέλαμε να νιώθουμε μια ακόμη παρου­σία πέρα απ’ τη δική του ο καθένας σ’ αυτό το δωμά­τιο. Νιώθαμε τότε πως είχαμε μια δικαιολογία της ύπαρξης μας. Ακόμη και η απειλή σου έδινε τη διαβεβαίωση πως υπάρχεις. Πίστευα πως έτσι ήταν και για τους δυο μας. Αργότερα κατάλαβα πως ο Λύσιος στήριζε πολύ περισσότερο την ισορροπία του σε μένα απ’ ότι εγώ σ’ αυτόν. Άλλωστε ίσως να μην είχα στηριχθεί στ’ αλήθεια ποτέ εγώ πάνω του. Να ήταν έμμεσα το στήριγμα μου, μέχρι που αποφάσισα να πάω στο ίδρυ­μα. Και τώρα με το θαύμα της κοιλιάς μου νιώθαμε και οι δυο πως κάτι θ’ άλλαζε την ήδη υπάρχουσα ισορροπία ανάμεσα μας.
   Τον ένιωθα ταραγμένο. Όσο περνούσε η ώρα πιο πολύ. Ζήτησε ένα ποτό. Το κονιάκ βόλευε πιο καλά με τέτοιο κρύο. Η μικρή ηλεκτρική σόμπα περισσότερο φώτιζε παρά ζέσταινε το χώρο. Ήπια και γω μαζί του. Τον ρώτησα για φαγητό. Δεν είχε φάει αλλά δεν ένιωθε και πείνα. Το ίδιο κι εγώ. Αργότερα σκέφτηκα το μωρό στην κοιλιά μου. Δεν θα ‘πρεπε να μένω νη­στική. Το έμβρυο θα ‘τρωγε τότε απ’ τις σάρκες μου. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που γκαστρωμένες γυ­ναίκες έχαναν τα δόντια τους ή τα μαλλιά τους. Σκέ­φτηκα να βράσω δύο αυγά και τα φάγαμε με λίγες φρυγανιές και τυρί. Προγραμμάτισα μάλιστα το βρά­δυ πριν πέσω να πιω κι ένα ποτήρι γάλα. Δεν θα ‘κανα άσχημα αν το εφάρμοζα κάθε μέρα αυτό. Το γάλα έχει ασβέστιο και χρειάζεται για τα κόκαλα του παι­διού, είχα ακούσει σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή.
Άναβε το τρίτο τσιγάρο μετά το αυγό. Βάλαμε κι άλλο κονιάκ. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά από συναι­σθήματα. Με ρώτησε τι είχα σκοπό να κάνω. Κούνησα τους ώμους. Το ‘βλεπα απλά σαν ένα καθημερινό γε­γονός και τίποτ’ άλλο, είπα ψέματα. Δεν θ’ άλλαζε σε τίποτα τη ζωή μας. Ήπιε μια γουλιά κονιάκ χωρίς να μιλήσει. Δεν πίστευε κουβέντα. Ξέραμε ο ένας τον άλ­λο πια, από συνήθεια. Έσβησε το τσιγάρο του με μι­κρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Αυτό το έκανε ό­ταν ήταν αναστατωμένος πολύ. Κανείς μας δεν διέκο­πτε τη σιωπή. Είχε σφηνώσει ανάμεσα μας. Κάτι σαν πάλη, ποιος θα φανεί πιο ψύχραιμος στον πανικό του άλλου.
   Ο Λύσιος σηκώθηκε. Ήταν πια εννέα. Ήθελε να προλάβει τα νέα στην ΕΡΤ. Μια ωραία δικαιολογία να κοπάσει η ένταση ανάμεσα μας. Περισσότερο τον ενδιέφερε ο καιρός, είπε. Αύριο είχε πολλές διαδρομές να καλύψει με το αυτοκίνητο. Το καθίκι ο Παπαδάκης θα διάλεγε πάλι αυτόν να βγάλει το φίδι απ’ την τρύ­πα με τέτοιο καιρό. Γεννήθηκε το θέμα της σόμπας αυτομάτως. Ποιος θα την κρατούσε απ’ τους δύο. Με­ταφέρθηκα λοιπόν και γω στον καναπέ μαζί του και δίπλα μας μπήκε η σόμπα. Έκλεισα το φως στην κου­ζίνα μην καίει άδικα και πήρα μαζί το κονιάκ. Αύριο θα ξέπλενα τις αυγοθήκες και τα κουταλάκια. Με τέ­τοιο καιρό που να βάλω τα χέρια μου στα νερά. Το θερμοσίφωνο της κουζίνας δεν τ’ ανάβαμε σχεδόν πο­τέ για οικονομία.
   Κάθισα δίπλα του. Ο Τέρενς Κουΐκ είχε αρχίσει κιόλας τα δικά του. Το θέμα της ημέρας οι βροχές σ’ όλη τη χώρα. Έμοιαζε να είναι το πιο σημαντικό γε­γονός που μας συνέβαινε την τελευταία βδομάδα κα­θώς άδειαζαν και τα αποθέματα των τροφίμων μας στις λαϊκές και στα σούπερ μάρκετς. Λίγο ακόμη και η χώρα θα ‘μοιαζε σαν να ‘βγαινε από πόλεμο. Ο καιρός δεν μας είπε κάτι καλύτερο. Ο παρουσιαστής ανάγγει­λε άλλον μετεωρολόγο και μεις είδαμε άλλον στο γυα­λί . Καλύτερα γιατί αυτόν τον καραφλό τον συμπαθώ περισσότερο. Μοιάζει να χαμογελά ακόμη κι όταν μι­λάει για κατακλυσμούς. Η κακοκαιρία συνεχίζεται λοιπόν και αύριο για όγδοη μέρα. Ανταλλάξαμε βλέμ­ματα. Ίσως μπορούσα ν’ αποφύγω σκέφτηκα και πάλι το γραφείο. Θα ‘κανα κάποιες μεταφράσεις στο σπίτι. Θα ‘φτιαχνα και ρεβύθια σούπα, ταίριαζαν στον και­ρό . Σχεδόν χάρηκα. Περισσότερο μου άρεσε η σκέψη πως θα μέναμε οι δυο μας, εγώ και η κοιλιά μου, μόνοι μας. Είχαμε πολλά να σκεφτούμε. Το κατάλαβε. Δεν είπε τίποτα. Το είδα όμως ότι το κατάλαβε. Έπαιξε τα μάτια και κοίταξε αλλού. Κλείσαμε την τηλεόραση. Είχε ένα ελληνικό αστυνομικό. Σαχλαμάρα. Δεν πετύ­χαινε η συνταγή ποτέ όταν προσπαθούσαν να μιμη­θούν τα ξένα. Ουαί. Μου ‘ρχόταν πάλι εμετός και δεν έφταιγε η εκπομπή τώρα γι’ αυτό. Αναλογιζόμουν το κρεβάτι. Η σκέψη τριβέλιζε το μυαλό μου. Μ’ αυτή τη κοιλιά φοβόμουν το γαμήσι. Τριών μηνών βέβαια κα­νένας δεν σου λέει να μην το κάνεις. Δεν μοιάζει διό­λου επικίνδυνο, αλλά η δική μου η κοιλιά τόσο απότο­μα που είχε μεγαλώσει έδειχνε σαν επτά. Και την ένιωθα να τσιτώνει κι άλλο.
Ο Λύσιος με κοίταξε περίεργα ενώ γδυνόμουν τουρτουρίζοντας μπροστά στο σομπάκι – το μεταφέραμε στην κρεβατοκάμαρα. Πρόσεξε και ‘κείνος ό,τι είχα επισημάνει κι εγώ. «Σίγουρα λες μόνο τριών μηνών;» Τον διαβεβαίωσα, γιατί στ’ αλήθεια θυμόμουν ότι πριν είχα περίοδο. Ήταν άλλωστε και σημειωμένο στο ημερολόγιο μου. Με κοίταξε στα μάτια σχεδόν απελ­πισμένος. Ήθελε πολύ να το πιστέψει. Είπε: «Υπάρ­χουν ξέρω περιπτώσεις που είναι γκαστρωμένες και έχουν περίοδο.» Αυτό ήταν. Πώς δεν το είχα κι εγώ σκεφτεί τόσες ώρες. Με τόση μεγάλη κοιλιά δεν ήταν δυνατόν να ήμουν μόνο τριών μηνών. Τι μαλακίες κά­θομαι και λογαριάζω. Θα ‘μουν επτά σίγουρα, μπορεί και οκτώ. Σκέφτηκα την υπόθεση μου που θα πέρναγε την άλλη βδομάδα από το συμβούλιο του ιδρύματος και ρίγησα. Σήμερα ήταν Πέμπτη. Μπορεί να ‘μουν κιόλας στον ένατο. Γι’ αυτό και οι πόνοι. Μπορεί σε τέσσερις πέντε μέρες να γεννούσα.
   Έκλεισα τα μάτια. Μια ταραχή ξεκινούσε πάλι από τα σωθικά μου και απλωνόταν σ’ όλο το σώμα. Ένιω­σα τα πόδια και τα χέρια μου να τρέμουν. Το μυαλό μου σφίχτηκε. Ήταν μέσα μου όλα τόσο μπερδεμένα. Κρατήθηκα από την καρέκλα μην πέσω. Παλιότερα για τις ζαλάδες ο παθολόγος μου είχε συστήσει ηρεμι­στικά, τα ‘παιρνα κατά καιρούς, παρ’ όλο που δεν κα­ταλάβαινα πως μπορούσαν να θεραπεύουν τις ζαλά­δες. Τώρα δεν τα ‘θελα. Φοβόμουν μήπως πειράξουν το παιδί. Το ‘χα διαβάσει στις οδηγίες, αν θυμάμαι καλά.
   «Κρυώνεις.» Άκουσα τη φωνή του. Γιατί όχι; Μπο­ρεί να ήταν από το κρύο που έτρεμα. Φόρεσα το φανε­λάκι μου και χώθηκα κάτω απ’ το πάπλωμα. Ήταν ζεστά. Το σώμα του Λύσιου είχε θερμάνει το κρεβάτι. Δεν έσβηνε το φως. Κοιτούσε μονάχα έξω απ’ την τζαμόπορτα του μπαλκονιού. Είχε σταματήσει να ρί­χνει αλλά περιμέναμε να ξαναρχίσει όπου να ‘ναι. Μακριά φώτιζαν τις στέγες αστραπές.
   Το σκεφτόταν πολλή ώρα και τέλος το ρώτησε. Για τον μικρό Παναγιώτη. Το ‘ξερα πως τον απασχολού­σε. Αν ήμουν γκαστρωμένη θα ‘πρεπε να σταματήσω τη διαδικασία με τον Παναγιώτη. Τον κοίταξα στα μάτια. Με ψάρευε. Κρεμόταν απ’ αυτή την απάντηση. Αναρωτήθηκα γιατί. Δεν το ρώτησα. Είχε στηρίξει πολλά στη σχέση μας έτσι όπως ήταν μέχρι τώρα. Δεν ήξερα τι ν’ απαντήσω. Είπα μόνο, ναι, θα το σκεφτώ. Δεν ξέρω αν ησύχασε. Εγώ όμως άρχισα να καταλα­βαίνω πόσο είχε μπερδευτεί η κατάσταση. Ο Λύσιος είπε πως έτσι έπρεπε να κάνω. Να πω στο ίδρυμα ότι είμαι έγκυος. Όλοι θα προτιμούσαν το δικό τους παι­δί από ένα ξένο. Ωστόσο ο καθένας θα το καταλάβαι­νε. Το θέμα δεν ήταν εκεί. Να διαλέξω δηλαδή το δικό μου – δικό μας παιδί.
   Τον κοιτούσα ακόμη προβληματισμένη. Ο Λύσιος απέφυγε το βλέμμα μου. Σφάλισε τα μάτια του γρήγο­ρα σαν να ‘θελε να διώξει κάποιον εφιάλτη από μέσα του. Πώς δεν το ‘χα αμέσως καταλάβει; Άρχιζε τώρα κάτι να ξεκαθαρίζει στο μυαλό μου. Ζούσα σε τέτοια ένταση, σχεδόν εξωπραγματική. Αυτό με βοηθούσε να συλλάβω ιδέες και καταστάσεις που μπορεί ποτέ άλλο­τε να μην το κατάφερνα. Ο Λύσιος πριν δυο χρόνια είχε δεχτεί την πρόταση μου για υιοθεσία γιατί το παι­δί δεν θα ‘ταν δικό του. Δεν το ‘βλεπε σαν μια αληθινή κατάσταση και γι’ αυτό δεν είχε αρνηθεί. Στ’ όνομα μου είχα ζητήσει από το ίδρυμα την υιοθεσία. Εγώ θα έπαιρνα το παιδί. Και σαν άγαμη που ήμουν δεν είχα δικαίωμα να διεκδικήσω κάποιο νεογέννητο και υγιές. Γι’ αυτό μου έδιναν τον Παναγιώτη. Ο Λύσιος δεν θα ‘χε καμία συμμετοχή. Ο Παναγιώτης θα ήταν γι’ αυτόν απλά ένας συγκάτοικος. Τώρα το πράγμα βέβαια άλ­λαζε. Αν έβγαινε κάτι απ’ την κοιλιά μου θα ‘ταν και δικό του αφού είχαμε αποκλειστικότητα στο σεξ. Η σχέση μας λοιπόν έπαιρνε άλλη τροπή.
   Το φως ήταν ακόμη αναμμένο. Και ‘κείνος με τα μάτια κλειστά. Ένιωθα την κούραση να με τυλίγει ολοκληρωτικά. Έπρεπε να πάψω επιτέλους να σκέφτο­μαι. Έπρεπε να μετρήσω πάλι προβατάκια και να κοι­μηθώ . Η σημερινή μέρα είχε πολλά συσσωρεύσει. Ή­μουν από τα χαράματα ξυπνητή. Γύρισα πλευρό κι έ­κλεισα τα μάτια. Κλικ και σκοτείνιασε. Ο Λύσιος έ­σβησε το φως. Σιωπή. Ένιωσα ν’ αρχίζει το ταξίδι. Βυθιζόμουν. Και τότε άκουσα πάλι να με φωνάζει. Δεν κοιμόταν. Δεν τον άφηνε η αγωνία να χαλαρώσει. Ο Λύσιος πίστευε πως μ’ αγαπούσε. Μπορεί να ‘ταν κι έτσι. Η αγάπη ήταν το όπλο του. Εγώ ήμουν το θύμα αυτού του όπλου. Ο Λύσιος με ήθελε όλη δική του. Κι αγωνιούσε για το τι περιείχε η τεράστια κοιλιά μου. «Μαρία, πρέπει να πας για τεστ.» Κατάλαβα πόσο μια θετική απάντηση θα ‘ταν για κείνον οδυνηρή. Έβλεπα πως δεν ήθελε παιδί. Εκείνη όμως την ώρα δεν μπο­ρούσα να καταλάβω τη βαθύτερη αιτία που τον έκανε όχι μόνο ν’ αντιδρά στην ιδέα ενός τρίτου προσώπου ανάμεσα μας, αλλά να φοβάται στην κυριολεξία την ύπαρξη του παιδιού.
   Του πέταξα ένα «εντάξει» μόνο και μόνο για ν’ απαλλαγώ απ’ τις συζητήσεις και να κοιμηθώ. Το μυα­λό μου όμως δούλευε πυρετικά προσπαθώντας ν’ ανα­λύσει τις αιτίες της τόσο μεγάλης του ταραχής. Δεν ήταν ότι δεν ήθελε παιδιά. Ήταν ότι είχε ένα παιδί. Με ‘κείνην. Την άλλη. Την πρώην. Ένα κορίτσι. Δικό του. Ήταν ήσυχος. Τα είχε κάνει όλα. Είχε το έπαθλο του τελειωμένου καθήκοντος. Μια καλή δουλειά. Είχε κάνει οικογένεια. Έγινε πατέρας. Μετά βέβαια χώρι­σε. Πλήρωνε όμως ότι μπορούσε για διατροφή. Δεν είχε τίποτα από το προσχέδιο παραλείψει όταν έφτασε στην εκτέλεση. Ήταν κερδισμένος. Κάτι περισσότερο απ’ αυτό. Πλήρης. Το διάτρητο θνητό σώμα βουλωμέ­νο καλά παντού με συναισθήματα. Δεν στάζει. Δεν εκρέει. Δεν αιμορραγεί. Στηρίζεται. Έχει ολοκληρω­θεί . Τα βήματα σταθερά. Διαγραμμένα με προϋποθέ­σεις επιτυχίας. Κι όμως. Κλυδωνιζόμενα. Σε κάθε βή­μα ο κίνδυνος μια τρύπα να πετάξει το βούλωμά της. Κι η ανασφάλεια να χυθεί. Σχεδόν ένιωθα μια έντονη λύπη γι’ αυτόν, εγώ, με τα χιλιάδες ανοίγματα που αφοδεύουν την ψυχή μου μετά βδελυγμίας. Όσο και να σκέφτομαι δεν κατορθώνω να καταλάβω τι είναι εκείνο το ιδιαίτερο που τον φοβίζει σ’ αυτό το παιδί.
   Ο Λύσιος δεν κοιμάται. Νιώθει τον κίνδυνο να πλησιάζει. Δεν μιλά. Δεν μιλώ. Κάνω πως κοιμάμαι. Η ώρα περνά. Η νύχτα βαθαίνει. Η νύχτα ξασπρίζει. Ο Λύσιος πονά. Και με πονά. Το φως του φεγγαριού έχει εγκατασταθεί στο δωμάτιο. Χτυπάει αλύπητα το πρόσωπο του. Τον κοιτάζω. Τα μάτια του ανοιχτά. Το στόμα του ακόμα μια σχισμή σφιγμένο. Δεν μιλάμε. Ξέρουμε και οι δυο, οι λέξεις δεν εκφράζουν τις καταστάσεις. Αλλοιώνουν μόνο τα γεγονότα, κρύβουν τα συναισθήματα. Η επικοινωνία δεν γίνεται με λόγια.
   Γέρνω στο δικό μου πλάι. Η κοιλιά μου διαγράφει το ημικύκλιο μαζί μου. Υπάρχει πάντα. Το ξέρουμε και οι δύο. Για διαφορετικό λόγο ο καθένας μας νιώ­θει φόβο. «Αύριο να πας κιόλας.» Το περίμενα. Κι ακόμα ξέρω πως πρέπει να το κάνω. Να μάθω επιτέ­λους. Δεν πιστεύω να κοιμηθώ. Σφαλίζω όμως τα μά­τια. Λίγες ώρες με χωρίζουν απ’ το αύριο. Και αύριο θα μάθω την αλήθεια. Αυτό που κουβαλάω εντός.

   Στριμώχνομαι στην άκρη άκρη του κρεβατιού προσπαθώντας να μην τον ακουμπήσω καθόλου. Έτσι ελπίζω να μην του περάσει καθόλου απ’ το μυαλό η επιθυμία να γαμηθούμε απόψε. Η ένταση όμως είναι πο­λύ πιο δυνατή για να πιστέψει και ο ίδιος πως μπορεί να κοπάσει με έναν οργασμό. Δεν μας παίρνει απόψε για τέτοια.

***
Κριτικές για το βιβλίο —-> ΕΔΩ
©Λεία Βιτάλη 

You might also like:

Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Μια σύγχρονη ερωτική ιστορία, με φόντο τα Δεκεμβριανά του ’44.
Ένας ισόβιος έρωτας στην εποχή των στιγμιαίων ερώτων και ο εφιάλτης του εμφυλίου στα χρόνια της κρίσης.
Εκδόσεις Ίκαρος

(απόσπασμα)
Πεθαίνει ο παππούς
Ο ΠΑΠΠΟYΣ ΜΟΥ, του οποίου πήρα τ’ όνομα, ο κυρ-Μιχαήλ, όπως τον φώναζαν, υπέφερε από άνοια εδώ και επτά-οκτώ χρόνια. Πρόσφατα, όμως, είχε πέσει κατάκοιτος, και συγκεκριμένα λίγο αφότου η γιαγιά (η μητριά του πατέρα μου) απεδήμησε εις Κύριον, θα έλεγαν στην εποχή της.
   Άραγε, ήταν προτιμότερο, που την έχασε όσο ακόμη ήταν στα καλά του, ο καημένος; Ή μήπως θα ήταν μικρότερο το χτύπημα γι’ αυτόν, αν την είχε χάσει αργότερα, όταν είχε πια χαθεί κι ο ίδιος στην ομίχλη της αρρώστιας του;
   Μετά την απώλεια της γιαγιάς, πάντως, ο παππούς μετακόμισε σ’ εμάς, στο πατρικό μου, και τώρα ήταν στα τελευταία του.
ΑΣΦΑΛΩΣ, η μνήμη μου παρουσιάζει πολλά κενά, όχι μόνο από εκείνη την εποχή, αλλά και από άλλες, κατά πολύ μεταγενέστερες. Πολύ καθαρά θυμάμαι μόνο διάφορες ξεκομμένες λεπτομέρειες.    Για το συγκεκριμένο, όμως, δεν γεννάται ζήτημα, είμαι απολύτως σίγουρος.
   Μερικούς μόνο μήνες, πριν γίνει ό,τι έγινε με τον πατέρα της Νίκης, χάσαμε τον παππού.
ΟΣΗ ΦΡΙΚΗ κι αν μου προκάλεσε τότε το γεγονός ότι έτυχε να είμαι παρών στις τελευταίες του στιγμές, τόση αγαλλίαση μου φέρνει σήμερα.
   Πώς αλλιώς να το πω; Πιστεύω ότι υπήρχε κάτι άριστο στην όλη εμπειρία. Και μακάρι να επέστρεφε η συνήθεια, όπου κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν μες στα σπίτια τους, στο ίδιο τους το κρεβάτι, κι όχι στο αφιλόξενο και σχεδόν εχθρικό περιβάλλον ενός νοσοκομείου.
ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ, τότε ακόμα μέναμε στη μονοκατοικία, και τον παππού τον είχαμε βάλει στο σαλόνι, σ’ εκείνη τη μεγάλη πολυθρόνα που άνοιγε και γινόταν κρεβάτι, πλάι στον καναπέ.
   Το σαλόνι είχαμε πάψει ουσιαστικά να το χρησιμοποιούμε, τα δύο περίπου χρόνια που έζησε μαζί μας ο παππούς(το πρώτο εξάμηνο κατόρθωσε να τα βγάλει πέρα χωρίς τη γιαγιά, αλλά από εκεί και πέρα έπεσε κατάκοιτος), κι είχαμε μεταφέρει την τηλεόραση στην κουζίνα.
Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ξεψύχησε αρχές Μαΐου, ένα Σάββατο πρωί, κατά τις οκτώ. Είχαμε περιτριγυρίσει το κρεβάτι του, από τα δεξιά η μαμά να του κρατάει το ένα χέρι, από τ’ αριστερά το άλλο εγώ, και στα πόδια ο μπαμπάς, απόμακρος και σχεδόν ψυχρός ως συνήθως.
   Ο παππούς είχε κλειστά τα μάτια του, και το πρόσωπο στραμμένο προς το μέρος μου, κι όχι μόνο το στόμα του, αλλά ολόκληρο το πρόσωπό του, λες και είχε μετατραπεί σε μια χοάνη, σ’ ένα μικροσκοπικό σπήλαιο, που πάλευε να πάρει ανάσα, κι απλώς έβγαζε εκείνο τον απαίσιο ρόγχο.
ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ αυτιά τουλάχιστον, ο ρόγχος του έμοιαζε μ’ ένα είδος βογκητού από την υπερπροσπάθεια που κατέβαλλε για ν’ ανασάνει. Το σκελετωμένο στήθος του φούσκωνε και ξεφούσκωνε, μετά πάγωνε για λίγο, πείθοντάς μας ότι όλα είχαν τελειώσει, αλλά όχι, λάθος, ο βραχνάς ξεκινούσε πάλι από την αρχή.
   Η μαμά έλεγε ότι ο ρόγχος του είχε αρχίσει από το περασμένο βράδυ, κι ότι η ίδια έπεσε πάνω του, ξεφωνίζοντας, «μη φεύγεις, μη!», κατά τις τρεις-τέσσερις το πρωί.
   Επέμενε ότι ο παππούλης θα είχε σβήσει από τότε κιόλας, μες στην άγρια νύχτα, αλλά με το ξέσπασμά της, λέει, τον είχε ξαναφέρει πίσω.
   Δεν είχα ακούσει το παραμικρό, κι ας κοιμόμουν στο διπλανό δωμάτιο, αλλά δεν υπήρχε λόγος να αμφιβάλλω.
   Είχα ξυπνήσει κατά τις επτά εκείνο το πρωί, κι όταν γλίστρησα στο σαλόνι, η μάνα μου, που δεν είχε κλείσει μάτι,παρέμενε σαν φρουρός δίπλα του.
ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΑ το επερχόμενο τέλος, κυρίως από τον ήχο που έβγαζε από το στόμα του ο παππούς, ίσως κι από την καταρρακωμένη έκφραση της μάνας μου.
   Από εκείνη τη στιγμή μέχρι που ξεψύχησε, δηλαδή για καμιά ώρα περίπου, βρισκόμουν σε μια αλλόκοτη κατάσταση, μετέωρος, μεταξύ ύπνου και ξύπνου, μεταξύ του κορυφαίου βιώματος και του απόλυτου τίποτα, μεταξύ στιγμιαίας αναμονής και αιωνιότητας.
ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ποτέ μου αυτές τις στιγμές. Για κάμποσο χρονικό διάστημα επικρατούσε μια αίσθηση ρουτίνας, μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία, που σαν να ανακυκλωνόταν ατελείωτα: ο παππούς αγωνίζεται ν’ ανασάνει μ’ όλη του την ύπαρξη, εμείς, με τη μαμά, του κρατάμε τα χέρια, κι ο μπαμπάς τον ατενίζει από τα πόδια του κρεβατιού.
   Κι ύστερα, ξαφνικά, ο αέρας, λες κι αρχίζει να σώνεται. Οι προσπάθειες του παππού γίνονται όλο και πιο αγωνιώδεις, όλο και πιο μαρτυρικές, και το χρονικό διάστημα ανάμεσά τους διαρκώς μεγαλώνει, σαν χάσμα.
   Τώρα, ακόμα πιο αραιά, ακόμα πιο βαριά και δυσοίωνα, ο ίδιος ρόγχος. Μήπως αυτή η σπασμένη ανάσα ήταν η τελευταία του;
ΝΙΩΘΩ το χέρι του να ξεφεύγει από το δικό μου, και το βλέπω να υψώνεται αργά, σχεδόν με μεγαλοπρέπεια, και ν’ αγγίζει το μάγουλό του.
   Έχω την αίσθηση ότι βάζει όλες του τις δυνάμεις, όλη του την ψυχή, για να εισπνεύσει. Ακόμα και το χέρι στο πλάι του προσώπου του, σαν να το σήκωσε για να βοηθήσει και μ’ αυτό.
   Το στήθος του φουσκώνει πάλι και ξεφουσκώνει, με μια βασανιστική, τελετουργική βραδύτητα, κι η χοάνη της στοματικής του κοιλότητας σφυρίζει γι’ άλλη μια φορά βραχνά.
   Και τότε, σ’ αυτήν ακριβώς τη στάση, με τα κυρτά και σαν μαγκωμένα δάχτυλά του κολλημένα στο δεξί μάγουλο, κοκαλώνει ολόκληρος, κι ο ρόγχος, η ανάσα, όλα χάνονται.
ΑΠΛΩΣΑ ενστικτωδώς το χέρι μου κι έπιασα το δικό του, που είχε απομείνει σαν αγκιστρωμένο στο μάγουλό του. Του το έσφιγγα, κι ήταν ακόμα ζεστό, το χάιδευα και το μάλαζα, ψηλαφούσα την απατηλά ζωντανή του σάρκα, σαν να αρνιόμουν να πιστέψω ότι ο ίδιος δεν ήταν πια εκεί.
   Πιέζω τον εαυτό μου να θυμηθεί τι έγινε μετά, τι κάναμε ή είπαμε, αν τηλεφωνήσαμε στον γιατρό, ή ποιος ειδοποίησε το γραφείο κηδειών, αλλά μου είναι αδύνατον να θυμηθώ το παραμικρό. Μπροστά μου έχω μόνο την γκροτέσκα εικόνα του νεκρού παππού πάνω στο κρεβάτι.
   Τα μάτια κλειστά, το πανιασμένο, τραβηγμένο πάνω στα κόκαλα δέρμα, το ένα χέρι στο μάγουλο, και το στόμα του να χάσκει ανοιχτό, σ’ εκείνη την τεντωμένη έκφραση, λες και θα παλεύει ν’ ανασάνει, ή ίσως ν’ αφήσει ένα παρατεταμένο, τρομερό ουρλιαχτό, ακόμα και στον άλλο κόσμο.
ΣΥΝΗΘΩΣ, η ανάμνηση αυτή τελειώνει εκεί, και το μόνο που κατορθώνω να φέρω στο νου μου αμέσως μετά, είναι ο πασίγνωστος εξπρεσιονιστικός πίνακας του Έντβαρτ Μουνκ, Η κραυγή.
   Σύμφωνα με τη μυστηριώδη πλαστογραφία του υποσυνειδήτου μου, ακουμπισμένος στην κουπαστή της ξύλινης γέφυρας, που σαν να την πυρπολεί το καταματωμένο σούρουπο, απεικονίζεται ο ίδιος ο κυρ-Μιχαήλ καθώς ψυχορραγεί.
***
Σημείωμα του συγγραφέα: Ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να λέγεται «Δεκεμβριανά»
Από το 2006, που εξέδωσα τους «Φίλους», έχω δημοσιεύσει πολλά βιβλία, αλλά κανένα αληθινά καινούργιο. «Η Μεγάλη Άμμος», που την ξεκίνησα εικοσάρης. Kαι η τριλογία «Ιστορίες της Λίμνης», που χρειάστηκε μια δεκαπενταετία για να ολοκληρωθεί. Μαζί τους, επανεκδόθηκαν τα πάντα δημοφιλή «Τζιτζίκια», αλλά και η φιλόδοξη «Επινόηση της πραγματικότητας». Μέχρι και μια «Αρχαία συνταγή» σε μετάφραση. Ώσπου, έξι χρόνια μετά, έρχεται όχι ένα ντοκιμαντέρ όπως η πρόσφατη «Υψηλή τέχνη της αποτυχίας», αλλά ένα καινούργιο μυθιστόρημά μου, «Η πιο κρυφή πληγή».
Ας μην ξεχνάμε ότι χρειάστηκε, για πρώτη φορά, να κάνω μια μεγάλη έρευνα ως προς το πραγματολογικό υλικό. Παραδόξως, όμως, ενώ το βιβλίο μου σχετίζεται άμεσα με τα Δεκεμβριανά του ’44, δεν είναι κατά καμία έννοια ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η υπόθεσή του εκτυλίσσεται αυστηρά στο παρόν, και αφηγείται μια σύγχρονη ερωτική ιστορία.
***
Τα Δεκεμβριανά του ’44 μού έκαναν βαθιά εντύπωση από την προεφηβεία μου ακόμα. Με άλλα λόγια, στην ηλικία που πρωτομπλέκει μ’ αυτά κι ο ήρωάς μου. Δικαιολογημένα, λοιπόν, θα έλεγε κανείς ότι από τότε, ήδη, ήθελα να γράψω αυτό το βιβλίο. Η ιδέα εδραιώθηκε και για την ακρίβεια άνθισε μέσα μου την άνοιξη του 2011, όταν βγήκαν στους δρόμους οι Αγανακτισμένοι, κάτι που επίσης θυμίζει το μυθιστόρημά μου, αφού και ο Μιχάλης αποφασίζει να γράψει την αφήγησή του τότε. Κατά έναν ανάλογο τρόπο, εμπνεύστηκα ιδίως το πρώτο μέρος της ιστορίας μου από την «Αραβία» του Τζόις, πράγμα το οποίο δηλώνεται και στο βιβλίο μου, μολονότι εκεί απλώς ο ήρωας εντυπωσιάζεται από την ομοιότητα του διηγήματος των «Δουβλινέζων» με τη ζωή του (βλέπε το κεφαλαιάκι με τον τίτλο «Η ζωή αντιγράφει την τέχνη»).
Βιβλία σχετικά με τις τριάντα τρεις αιματοβαμμένες μέρες του ’44 συγκέντρωνα χρόνια. Τώρα, όμως, προμηθεύτηκα και όσα άλλα έκρινα απαραίτητο, κι έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα. Σε αντίθεση με τον Μιχάλη, όμως, δεν έγραψα γραμμή το καλοκαίρι του ’11, απλώς η μελέτη των Δεκεμβριανών έφτασε εκείνη την εποχή σ’ ένα αποκορύφωμα.
Συνέχεια του σημειώματος στο Protagon 
Copyright©Βαγγέλης Ραπτόπουλος

Γιάννης Παναγιωτάκης, Αυτό το Δηλητήριο η Αγάπη

Πάντοτε ελλοχεύει μια άδεια αγκαλιά στην άκρη του δρόμου. Μια νέκρωση με το πρόσχημα της Αγάπης δοσμένη, και μια πρόσφορη καταφυγή που καταπίνει όσα οι ένοχες σιωπές αρνούνται να αποδεχτούν. Δεν έχω πολλή Αλήθεια μέσα μου, μονάχα μια αλλόκοτη προσήλωση σε καθετί το επισφαλές. Τίποτα για να ραγίσει, τίποτα να σπάσει, και έτσι όλα διατηρούν την εκνευριστική τους ψυχραιμία. Θα ήθελα να ήμουν ένας άγνωμος, ένας μωρός και άβουλος… Αξιοθρήνητος ίσως, για αυτό κι αγαπητός. Αποδεχτός από τους Σταυρωτές μου, με χαμόγελα γεμάτα κρότο και καρφιά έτοιμα να ματώσουν το Σώμα μου! Μα δεν μπόρεσα ποτέ μου να γίνω όσα δεν είμαι γι αυτό ξιπάζομαι μέσα στον φόβο για ότι πρόκειται να ‘ρθεί. Κανείς, μα κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να αποφύγει την μοιραία συνάντηση με την ψυχή του και Κρίμα Ναι. Κρίμα που κάτι τέτοιο πραγματοποιείται λίγο πριν το τέλος του ταξιδιού. Υπάρχουν κι άλλοι, που φοβούνται την ζωή περισσότερο ακόμα και απ’ αυτόν τον Θάνατο, κρυμμένοι σε ψέματα και σε βιβλία, σε μύθους και μεταθανάτιες εξασφαλίσεις, σε καλά κρυμμένες αμαρτίες που με ένδυμα Αγιότητας δημιουργούν την πιο Χυδαία Ψευδαίσθηση, τόσο υγρή και σκοτεινή. Ναι! Τι θα κάνετε αν κάποιος σας αφαιρέσει απ’ τα χέρια το «παιχνίδι»; Θα βρείτε άραγε κάποιον ικανό λόγο να συνεχίσετε την περιφορά αυτής της νέκρωσης , άσκοπα και ενοχλητικά? θα μπορέσετε να αντέξετε τον εαυτό και την θλίψη σας;

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Παναγιωτάκης, Αυτό το Δηλητήριο η Αγάπη»

Σωτήρης Παστάκας, Η Βαλεντίνη

Ήταν δεν ήταν δεκαοκτώ χρόνων, όταν μου την έφεραν οι γονείς της στο ιατρείο. Μελαχρινή, ζουμερή, με δυο βυζιά που μόλις και μετά βίας συγκρατιόνταν στο απύθμενο ντεκολτέ της. Είχε τις μυώδεις γάμπες και τους τορνευτούς γοφούς που χαρακτηρίζουν τα λαϊκά κορίτσια από τις δυτικές συνοικίες –και πράγματι η Βαλεντίνη ζούσε με τους γονείς της στην Αγία Βαρβάρα– τυλιγμένους σε ένα πολύ κοντό φουστανάκι.
   Έπασχε τον τελευταίο χρόνο, αλλά για κακή της τύχη δεν την αναλάμβανε κανένας: οι παιδοψυχίατροι την έδιωχναν γιατί ήταν πάνω από δεκαέξι χρόνων, κι οι ψυχίατροι περίμεναν να γίνει δεκαοκτώ για να ασχοληθούν μαζί της. Μόλις πρόσφατα καλύφθηκε αυτό το κενό με τη δημιουργία Κέντρων Εφήβων. Για πάρα πολλά χρόνια, απ’ τα δεκαεπτά μέχρι τα δεκαοκτώ τα παιδιά έμεναν ακάλυπτα από ψυχιατρική φροντίδα, χάρη σ’ αυτό το κενό του νόμου.
   Η Βαλεντίνη, εντωμεταξύ, δεν είχε αφήσει αγόρι γι’ αγόρι στη γειτονιά. Ο πατέρας της μου την έφερε απελπισμένος, γιατί τώρα τελευταία η Βαλεντίνη επιδιδόταν και σε ελεύθερες σεξουαλικές σχέσεις με πολύ μεγαλύτερους· ως και μ’ έναν πενηντάρη, φίλο του πατέρα της, είχε πάει. Οι γονείς της, γεμάτοι κατανόηση, δε φοβόνταν ούτε τι θα πει η μικρή γειτονιά (που έτσι κι αλλιώς έλεγε), ούτε για την κακή φήμη και την υπόληψη της κόρης τους ανησυχούσαν. Φοβόνταν απλώς για εκείνη, μην τυχόν και μείνει έγκυος ή πέσει θύμα διάφορων καταστάσεων κι απασχολήσει πλέον το αστυνομικό δελτίο.
   Κατά την πρώτη μας εξέταση λοιπόν, η Βαλεντίνη αντέκρουσε πάραυτα τις κατηγορίες των γονέων της: παραδέχθηκε πως πηγαίνει με διάφορους άντρες αλλά δε φταίει αυτή. Φταίει ο Βασίλης, ο σχολικός της έρωτας, ένας συμμαθητής της στην πρώτη λυκείου, ο οποίος για να την εκδικηθεί επειδή «τον παράτησε» παίρνει διάφορες μορφές κι αρέσκεται κάθε τόσο να εμφανίζεται με το παρουσιαστικό άλλων ανδρών, διαφορετικού χρώματος ματιών, ενδυμασίας και ηλικίας. Αλλά εκείνη δεν μπορούσε να την ξεγελάσει: όσα ονόματα κι αν επινοούσε, όσες μεταμφιέσεις κι αν ήταν ικανός να αλλάξει, εκείνη ήξερε βαθιά μέσα της πως «παραδιδόταν στην αγκαλιά κι έκανε έρωτα μόνο με τον Βασίλη».
   Φεύγοντας με εκλιπάρησε να την πιστέψω. Συγκατένευσα. Της είπα πως την πιστεύω απόλυτα, με τον όρο πως κι αυτή θα κάνει κάτι για μένα: θα πάρει τα χάπια που της έγραψα. Δέχθηκε πρόθυμα την ανταλλαγή. Συνεργάστηκε να ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή με αντιψυχωσικά γιατί ήμουν αυτός που συμμερίστηκε τον πόνο της, που παραδέχθηκε μπροστά στους γονείς της πόσο κατεργάρης και καταφερτζής ήταν ο σχολικός της έρωτας, ο Βασίλης.
*
copyright © Σωτήρης Παστάκας
από τον ιστότοπο του φίλου Γιώργου Μίχου

Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου, Αδειανή Στάση Λεωφορείου

Όταν πήρανε το Μίμη φαντάρο, η μάνα του η κυρά-Σοφία, αύξησε τις επισκέψεις της στο σπίτι μας. Ήμουνα τότε δεκατεσσάρων ετών, αλλά κι ο «γραμματιζούμενος» της μικρής μας γειτονιάς κι εκείνη ήθελε να της διαβάζω τα γράμματά του -που δεν έγραφε ο ίδιος φυσικά, μιας κι ήντουσαν αγράμματοι οικογενειακώς, μα προφανώς κάποιος άλλος συνάδελφός του- και να του απαντώ αμέσως. Με πλήρωνε μάλιστα, πότε με κανά δεκαρικάκι ή, στις καλές στιγμές της δουλειάς της, στα καλά μαντάτα, με εικοσαρικάκι. Ήταν καλό χαρτζιλίκι για μένα αυτό το, σημερινά ευτελές ποσόν, αν και το ‘παιρνα με χίλια ζόρια και μόνο γιατί ήξερα πως την ευχαριστούσε πολύ.
   Αρχικά ήτανε κοντά κι έτσι δε με χρειαζότανε συχνά η κυρά-Σοφία. Όταν όμως πήρε μετάθεση για Κιλκίς, πύκνωσεν η αλληλογραφία τους. Έτσι, όχι μόνον ερχόταν, αλλά πολλές φορές χρειάστηκε να πάω κι εγώ σπίτι της, για να διαβάσω γράμμα του και ν’ απαντήσω. Μέχρι κείνη τη χρονιά, το σπίτι κι ο στάβλος τους, ήτανε για μένα ΤΟ ΑΔΥΤΟ, το άγνωστο! Κάνεις από τη γειτονιά, δεν είχε περάσει το κατώφλι τους, εκτός της γιαγιάς μου, αλλά εκεινής -Θεός σ’χωρέσ’ τη τη κακομοίρα, ήταν υπέροχη και με λάτρευε- δε της έπαιρνες κουβέντα. Να όμως που το ‘φερε η θητεία του Μίμη και θα ‘μπαινα επιτέλους εκεί, που μόνο στη φαντασία μου είχα μπει.
   Όλη η οικογένεια ήσανε δουλευτές της γης, σχεδόν ολάκερη τη μέρα. Η κυρά-Σοφία δε, ένα λόγο παραπάνω, γιατί είχε και τις ασχολίες του σπιτιού. Είχανε στάβλο με γελάδια, κοτέτσι με πουλερικά, περιβόλια με ζαρζαβατικά κι απ’ αυτά βιοπορίζονταν. Ήταν έξι άτομα συνολικά: ο κυρ-Θανάσης πάτερ-φαμίλιας, η κυρά-Σοφία μητέρα και τέσσερα αγόρια: ο Γιάννης, μεγαλύτερος γιος, ο Γεράσιμος, ο Μιχάλης και το στερνοπούλι -η αδυναμία τους- ο Μίμης. Ήταν όλοι τους καλοί άνθρωποι, δε πειράζανε κανένα και κοιτάζανε τη δουλειά και το σπίτι τους. Τα δύο μεγαλύτερα αγόρια, είχανε κάπως ασχοληθεί περισσότερο με τα γράμματα, όχι σπουδαία πράματα δηλαδή. Οι δύο τελευταίοι δε, ήσανε λίγο τρελούτσικοι, μιλούσανε γρήγορα, -δε ξεδιάλυνες εύκολα τα λόγια τους- και μιλώντας ανοιγοκλείνανε τα μάτια. Αν προσθέσουμε και το πως ήσαν αντικειμενικά άσχημοι, συμπληρώνεται τέλεια η εικόνα.
   Με το Μίμη είχαμε έξι χρόνια διαφορά και μικρότεροι, καθώς η γειτονιά μας δεν είχε άλλα παιδιά, παίζαμε μαζί. Η συμπάθεια ήταν αμοιβαία κι σα σταματήσαμε πια να παίζουμε. Γινόταν αντιληπτός από μακριά, σα περνούσε, γιατί πάντα τραγουδούσε δυνατά τα σουξέ της εποχής. Μεγάλο «κόλλημα» θυμάμαι, είχε φάει με το: «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι» κι ήτανε το τελευταίο τραγούδι που άκουσα ποτέ από το στόμα του.
   Όταν με κάλεσε η κυρά-Σοφία, πρώτη φορά σπίτι της, ήταν η χρονιά κείνη που βάλαμε τηλέφωνα στη γειτονιά. Ξεκίνησα με δέος κι όταν έφτασα, βρήκα το σπίτι ανοιχτό, αλλά κανείς δεν ήτανε μέσα. Περιεργάστηκα με τα μάτια μου το χώρο, θρέφοντας μελλοντικές φαντασιακές εικόνες και μετά τη φώναξα δυνατά. Εκείνη μ’ απάντησε από το στάβλο κι έτσι κίνησα για να διαβώ κι άλλο μεγάλο κατώφλι. Εκεί είδα και μύρισα πρώτη φορά στη ζωή μου, ένα στάβλο με γελάδες. Δε μπορώ να πω πως με μάγεψεν η μυρωδιά, ωστόσο όταν βρέθηκα στη Γεωπονική, μετά απ’ αρκετά χρόνια κι ο φίλος που με ξεναγούσε κει, με πήγε και στους στάβλους, μυρίζοντας το χώρο ένιωσα να λυγίζω μέσα μου. Είχε μείνει άναυδος, βλέποντας τα δακρυσμένα μάτια μου κι ενώ εκείνος είχε κλείσει τα ρουθούνια του, εγώ ξαναγευόμουνα την οσμή της εφηβείας, μιας εποχής που είχε παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Η κυρά-Σοφία τελείωνε το άρμεγμα κι εγώ κοιτούσα γύρω μαγεμένος, φτιάχνοντας με το μυαλό μου εικόνες. Αυτό το χούϊ το ‘χα από παιδάκι, παρόλο που τα ερεθίσματα ήταν ελάχιστα. Σα τελείωσε κάποια στιγμή, σήκωσε με μεγάλη ευκολία τη μεγάλη καρδάρα με το φρέσκο κι αχνιστό γάλα και με φώναξε να την ακολουθήσω πίσω στο σπίτι. Ήταν εύσωμη και δυνατή γυναίκα, παρόλα τα πενήντα χρονάκια της. Είχε κατάμαυρα και μακριά μαλλιά κι ένα ολοστρόγγυλο πρόσωπο χωρίς ρυτίδες, με ολοκόκκινα μάγουλα. Μέσα στο κουζινάκι, μου ‘βαλε μια μεγάλη κούπα γάλα και μου ‘δωσε το γράμμα του Μίμη, κοιτάζοντάς με, με τόση προσμονή, που ξέχασα τη κούπα που τόσο λαχταρούσα κι άρχισα αμέσως να της διαβάζω αργά και καθαρά.
   Όταν τελείωσα και σήκωσα τα μάτια μου την είδα δακρυσμένη και πίσω της, πάνω στο πετρογκάζι με τα τρία «μάτια», ανάμεσα από δυο κατσαρόλες, στο μεσαίο μικρό «μάτι», που ‘ταν άδειο, είδα -πιστέψτε με-, ένα ποντικό να στέκεται στα πίσω πόδια και να κουνά την ουρά του στο πλάι, κοιτάζοντάς μας και χαϊδεύοντας τα μουστάκια του με τα μπροστινά ποδάρια! Εκείνη, είδε στο βλέμμα μου φόβο κι απορία και γύρισε να κοιτάξει παραξενεμένη. Σχεδόν αμέσως ξαναγύρισε μπροστά, ανασήκωσε τους ώμους και γέλασε με τη καρδιά της. Γέλασα κι εγώ μαζί της αμήχανα και τότε μου ‘πε, γελώντας ακόμα:
   -«Αχ τι να κάνω βρε Πάτουκλε», -δεν έλεγε καλά τ’ όνομά μου- «είναι παντού τα σκασμένα, αλλά να σου ‘πω τι έπαθε ο άντρας μου τις άλλες. Είχε βάλει φάκες, από ‘κείνες με τα δοντάκια, για να τα ξολοθρέψει και του ‘λεγα: πρόσεχε Θανάση μου, ειν’ επικίντυνες αυτές! Μπααα τίποτ’ αυτός. Πάει λοιπόν το ποντίκι, να φάει το τυράκι της φάκας κι εκεί πάνω του χιμά η γάτα μας. Τη πιάνει η φάκα στο στόμα και της σκίζει τα χείλια. Έπειτα από μέρες, όταν είχε ηρεμήσει απ’ τους πόνους, εμφανίζεται ‘μπρος του κι εκείνος βάζει τη φωνή: Γυναικάααα τρέχα, η γάτα με κοιτάει και …γελάει! Ξεράθηκα βρε Πάτουκλε στα γέλια, άσε που λέω πως αυτή η γάτα, δε θα ξαναφάει ποντίκι, σ’ όλη της τη ζήση, έπειτα απ’ αυτό το κάζο»! Γελάσαμε κι οι δυο δυνατά, τέλειωσα το γράμμα της κι έφυγα!
Μέχρι που απολύθηκε ο Μίμης, πήγα πολλές φορές εκεί. Εκτός του χαρτζιλικιού και του δέους, αυτό είχε αποκτήσει ένα πρόσθετο ενδιαφέρον . Μέσα στα γράμματα του Μίμη, έβλεπα κάθε φορά και μια φράση, που αρχικά μου ‘χε φανεί σαν άσχετη. Μου πήρε ελάχιστα να καταλάβω κι έβαζα κι εγώ μια δική μου φράση μέσα. Επικοινωνούσα άτυπα με τον άλλο διαμεσολαβητή και φυσικά αυτές οι μυστικές φράσεις, δε διαβαζόντανε ποτέ στους κυρίως αλληλογραφόμενους.
   Απολύθηκε λοιπόν με λίγη φυλακή ο Μίμης και ξανάρχισε το παλιό βιολί. Μόνο που δεν επέστρεψε πια στη δουλειά της οικογένειας. Έπιασε δουλειά σ’ ένα σιδεράδικο, λίγο πιο κάτω από τη στάση, που ‘παιρνα εγώ το σχολικό μου. Πήγαινα πέμπτη γυμνασίου τότε, -ήμουν η τελευταία φουρνιά του παλιού εξαταξίου- κι επειδή δεν είχαμε στο χωριό μας, πηγαίναμε στο γυμνάσιο της διπλανής κωμόπολης. Έμενα μακριά από το χωριό, έτσι έπαιρνα το σχολικό σε μια στάση μεμονωμένη, ολομόναχος κάθε πρωί. Η μοναξιά μου διακοπτότανε μόνο όταν περνούσε ο Μίμης με τη «φλορέτα» τη «πρα-πρα» που ‘χεν αγοράσει, σταματούσε, καλημεριζόμαστε, ανταλλάσσαμε λίγες φράσεις κι έπειτα γκάζωνε τη «φλορέτα» και μιας και δε τον ικανοποιούσε ο θόρυβος, βοηθούσε με τις …γκαζοκραυγές του και τραβούσε για το σιδεράδικο.
   Ένα πρωινό, μόλις είχα βγει από το σπίτι για να πάω στη στάση, φρενάρει δίπλα μου ένας οικογενειακός φίλος, που πήγαινε στο χωριό και προσφέρθηκε να με πετάξει μέχρι την αφετηρία. Να σημειώσω εδώ μερικά πραγματάκια, που ίσως φανούν -κι ίσως να ‘ναι τελικά- ασήμαντα. Ο δρόμος που περνούσε από το πατρικό μου τότε, ήτανε τόσο κακοτράχαλος, που δε τονε προτιμούσαν οι οδηγοί. Στα έξι χρόνια που ολοκλήρωσα τη μέση εκπαίδευση, μόλις δυο φορές βρέθηκα να παίρνω το σχολικό από την αφετηρία. Η δεύτερη μάλλον δε θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη, γιατί ήταν εξετάσεις κι εκείνη τη μέρα γράφαμε εκτάκτως στις 10.30 π.μ., έτσι το ‘κοψα με το πόδι. Ποτέ δεν έμαθα γιατί ο φίλος μας, προτίμησε ΕΚΕΙΝΟ το δρόμο, ΕΚΕΙΝΟ το πρωΐ και δε θυμάμαι να ρώτησα καν. Ήμουνα τόσο χαρούμενος γιατί επιτέλους θα πήγαινα καθιστός κι ίσως μάλιστα να ‘πιανα θέση, κοντά στο κορίτσι που τότε λαχταρούσα.
   Πράγματι όλα γίναν έτσι και το λεωφορείο ξεκίνησε μ’ αγκομαχητό. Ήταν από ‘κείνα τα παλιά  λεωφορεία, με τη μεγάλη πενταπλή γαλαρία, τα σταχτοδοχεία σ’ όλες τις θέσεις και τα δερμάτινα, μαξιλαρωτά καθίσματα. Μόλις έφτασε στη στροφή, λίγο μετά το σιδεράδικο του Μίμη και λίγο πριν τη στάση μου, σταμάτησε απότομα. Πολύς κόσμος, πολλά σταματημένα αυτοκίνητα και πολύ χλαλοή. Ο οδηγός έδεσε το χειρόφρενο και κατέβηκε να δει, αφού πρώτα μας φοβέρισε να μη κουνήσουμε ρούπι κι όταν γύρισε πάλιν, ήταν πανιασμένος! Μας είπε για κάποιο ατύχημα κι αναφέρθηκε μ’ ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, για κάποιο, πολύ άσχημα τραυματισμένο συνάνθρωπό μας. Εκείνη την ώρα, μιας και καθόμουν κοντά στο παράθυρο κι από την εξωτερική μεριά, είδα το ξεσκέπαστο φορτηγάκι, που στη καρότσα του είχεν έναν άντρα τυλιγμένο σ’ ένα σεντόνι κι ενώ πρέπει να ‘ταν ολόλευκο, είχε βαφτεί κατακόκκινο από το αίμα, να περνά κορνάροντας συνεχώς και δίπλα του το Γιάννη, το μεγάλο αδελφό του Μίμη. Όταν ελευθερώθηκε ο δρόμος και περάσαμε, είδα τη διαλυμένη «φλορέτα» στο πλάι και κατάλαβα ποιος ήταν εκείνος, που ‘τανε τυλιγμένος στο σεντόνι και που δε μπορούσα ν’ αναγνωρίσω!
   Αργότερα έμαθα πως είχε ξεψυχήσει, μόλις εικοσιτριών ετών, πριν καν φτάσει στο νοσοκομείο. Είχε πάρει τη στροφούλα κλειστότερα κι εκείνη τη στιγμή, -εκείνη ακριβώς τη στιγμή-, έτυχε να περνά -παρόλο που δεν ήτανε τόσο πυκνή η κυκλοφορία τότε και μάλιστα τόσο πρωί- έν’ άλλο αυτοκίνητο. Ο Μίμης καρφώθηκε με τη «φλορέτα» του, ακριβώς πάνω στη κόψη της στροφής, στον αριστερό προβολέα του άλλου, πετάχτηκε σκίζοντας υπογάστριο και γεννητικά όργανα, πάνω στο τιμόνι του και καρφώθηκε πάνω στο παρμπρίζ, σπάζοντάς το και σκίζοντας, λίγο-πολύ και το υπόλοιπο κορμί του.
   Αυτή την εικόνα: το Μίμη ξαπλωμένο κι αιμόφυρτο πάνω στο φορτηγάκι, την έβλεπα για πολλές νύχτες στον ύπνο μου. Μια φορά μάλιστα τον είδα να ‘ρχεται, ντυμένος μ’ ένα ολόλευκο σεντόνι, καθαρός κι ακέριος, να σιγοτραγουδά: «Θα πουλήσω το ρολόι και θα πάρω κομπολόι, να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς», να σταματά, να με χαιρετά και να ξαναγκαζώνει τη «φλορέτα» με το δεξί χέρι και τη γκαζοκραυγή του, φεύγοντας.
   Τη κυρά-Σοφία έκανα πάρα πολύ καιρό να τη δω, μα σα την είδα τρόμαξα να τηνε γνωρίσω. Είχαν ασπρίσει τα κατάμαυρα μαλλιά της κι είχε ρυτιδιάσει στο πρόσωπο. Είχεν αδυνατίσει πάρα πολύ…
Αχ κυρά-Σοφία… Συγγνώμη που δεν ήμουνα στη στάση μου κι εκείνο το πρωί, όπως όλα τ’ άλλα. Θα τον είχα καθυστερήσει με τις καλημέρες και με τη μικρή καθημερινή μας κουβεντούλα τόσον, όσο θα χρειαζότανε…
   Λυπάμαι κυρά-Σοφία… Γιατί ‘κει που πήγε, μήτε γράμμα του μπορώ να σου διαβάσω, μήτε και να του γράψουμε μπορούμε…
{+ΝΟΕΜΒΡΗΣ ’77} ΓΕΝΑΡΗΣ 2002
Copyright©Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου –Περί γραφής
 

Ευγενία Ηλιοπούλου: Άτιτλο

ypocrite lecteur, mon semblable, mon frère…
(les fleurs du mal, Baudelaire)

Νύχτα. βραδάκι καλύτερα, δεν είναι ούτε έντεκα.. κι όμως μοιάζει μεσάνυχτα.. βραδινή μοναξιά.. νοσταλγική μοναχική ελευθερία… αυτό το απόβραδο αρχίζω και συνειδητοποιώ κάτι, τι ακριβώς δεν ξέρω ίσως το ότι είμαι εδώ..
το σκοτάδι όλο και πιο βαθύ μου γνέφει πως χωρίς τραγούδι θα με νανουρίζει.
Εδώ, απαλλαγμένη από την ρουτίνα μου ζω χωρίς χρόνο.. χωρίς την αίσθηση του.. και κάθε που νυχτώνει νωρίς είναι δύσκολη και μακρά η καταβύθιση.. στο ξένο.. σε μένα που εδώ έγινα το ξένο..
καθισμένη σε μια καρέκλα που δεν μου ανήκει, περνάω τη νύχτα μου σε ένα προσωρινό κατάλυμα. η βαλίτσα μου με κοιτάζει θλιμμένη.. =παραπονιέται που την σκουντάω συνέχεια όπως περπατάω.. ένα μήνα και δεκαπέντε μέρες δεν την πήρα από τη μέση…

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ευγενία Ηλιοπούλου: Άτιτλο»

Δέσποινα Εμιρζά, Το κρυφό ημερολόγιο του Βίνσεντ

Τρίτη – Τίποτα σπουδαίο, μόνο πολυλογία στο κεφάλι μου:
Σκοτάδι… Σσσστ! ….. Άκου!.. Το τίποτα.. Να μην σκέφτεσαι τιπ…Μη μου μιλάς!.. Σταμάτα να μου μιλάς! ..Θεωρείς τον εαυτό σου έξυπνο? Όλα αυτά που σκέφτεσαι τα ξέρω.. σε βαρέθηκα…σκάσε! Θέλω να ηρεμήσω στο σκοτάδι, σαν τα ψάρια στο βυθό! Σιωπή!…Είδες μια ψαρούκλα που έπιασα σήμερα; Θα τη βράσω με λαχανικά, καροτάκι – δεν σου αρέσει βραστό που γίνεται τόσο γλυκό, αλλά πρέπει να έχει βιταμίνες, να το φας! Πατάτες να βάλω; Δεν μου πολυαρέσουν. .Θα βάλω. Λαχανάκια; Υπερβάλεις, μου φαίνεται.. Αμάν πια! Ολόκληρο θέμα μια σούπα! ΕΛΕΟΣ! Καλά, καλά, σηκώνομαι, αρκετά κάθισα! Με τσίτωσες πάλι! Άντε, και μόλις φάμε, θα με βοηθήσεις να σκαλίσω το δόντι μου. Λέω να φτιάξουμε κάτι απλό, σκέτο, μια οριζόντια γραμμή ίσως.. Το τσουκάλι θα πέσει.. Πρό-σε-χε! είναι λίγο στραβό.. εεντάξει ,…και νεράκι να βάλω… Όρε μια ψαρούκλα! Νάτο και το εργαλείο μου, προσοχή κόβει.. Θα σε ξεκοιλιάσω καλό μου ψαράκι..

Ένα χάδι θα με ευχαριστούσε, από τη μία πλευρά, από την άλλη με εμποδίζουν τα λέπια. Θα το χαϊδέψω κι άλλο, τι λεία επιφάνεια, σαν να χαϊδεύω το βραχάκι εκείνο δίπλα στο γκρεμό, πάνω από την πηγή του Μιμίρ, που ανάθεμα την ώρα που ξάπλωσα πάνω του, χαρούμενος για την δροσερή του γλίτσα στην πλάτη μου! Πού να φανταστώ ότι ήταν το πράσινό του σάλιο παγίδα; Μία που ξάπλωσα, μία που σακατεύτηκα γλιστρώντας και πέφτοντας στο παρακάτω βραχάκι κι από κει, στον πιο κάτω βράχο, ένα βήμα πριν το γκρεμό.. Τώρα θυμήθηκα από πού έχω τις μελανιές στον γοφό μου…
Θα του πάρω το κεφάλι! Καλύτερα έξω, ακόμα φως έχει..
Πρώτα τα λέπια.. πωπω χαα! κομφετί.. κοίτα παντού λέπια.. κοίτα μη σου μπει στο μάτι. Πιάστο από τα βράγχια με το αριστερό και με το δεξί βάλε στο στέρνο του τα δυό σου δάχτυλα, τράβα βάζοντας και τα νύχια σου στα εντοσθιάκια, κρατώντας κόντρα με τον αντίχειρά σου στην κοιλίτσα του. Χλάπ! Χα Βγήκε, στο έλεγα..
(Το κεφάλι θα το δώσω στον Σλοθ, δωράκι.)
Έτοιμο! Είμαι ο Ornie Mouth, είμαι Βίκινγκ και αυτό θα είναι το γεύμα μου!
Τετάρτη – Ο Βίκινγκ μέσα μου:
Ζω πολύ μακριά από οτιδήποτε, από την άκρη της γης σίγουρα! Το χωριό μου είναι βουνίσιο, αλλά φτάνεις και στη θάλασσα κατεβαίνοντας το μονοπάτι της Χούλντρας.
Ο μύθος της Χούλντρας λέει για ένα σαγηνευτικό γυμνό πλάσμα του δάσους, μια γυναίκα λευκή σαν βαμβάκι, με κόκκινα μαλλιά μακριά και ουρά αγελάδας, που αν την δεις από πίσω είναι κούφια, σαν την κουφάλα γέρικου δέντρου..
Για να ψαρέψεις δηλαδή, πρέπει να έχεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου μη στην πέσει από πουθενά η Χούλντρα και σου ζητάει ανταλλάγματα… Κι έχω κι εσένα να σε σέρνω μαζί μου, με τη γκρίνια σου να μου τρυπάει το νου και την μουρμούρα σου να μου γρουσουζιάζει τη μέρα! Βρε, αει στο γκρεμό από ‘δω!
Στο χωριό δε με συμπαθεί κανείς. Με φωνάζουν τρελό! Τι εννοούν; Μου πετάνε λαχανικά, και σάπια κρέατα, μαζί με τις μύγες. Τα κρέατα τα πετάω, τα λαχανικά τα κρύβω στις τσέπες μου. Δεν είμαι και χαζός! Είμαι πιο έξυπνος κι από το μυαλό μου, με το οποίο βρίσκομαι σε πόλεμο και τσακώνομαι κάθε μέρα τα τελευταία κάμποσα χρόνια -από τη γέννησή μου δηλαδή. Δεν είναι ικανό για τίποτα. Φαντάζεται πράγματα που δεν υπάρχουν και αυτό δεν είναι σωστό. Φαντάζεται χρώματα και μουσική, χορό και γέλια πολλά… μήπως γελάνε μαζί μου; Τρυφερές αγκαλιές και αρώματα. Σκέφτεται μπερδεμένα φωτεινά πράγματα και σκοτεινά και νόημα και έκφραση..
Νάτο πάλι! Μα είναι πράγματα αυτά; Άχρηστο μυαλό, που αντί να πας να κυνηγήσεις Κανά δράκο, αντί να θαλασσοδαρθείς σαν πραγματικός Βίκινγκ, εσύ σκέφτεσαι άσπρα πανιά που ανεμίζοντας χρωματίζουν τον ουρανό και πώς να ανακτήσεις τη μυρωδιά του μύρτιλλου όποτε κι αν θελήσεις..και πώς φτιάχνεται το βαθύ μπλε, και πώς το κίτρινο των χρυσανθέμων; Που αντί να πας να φτιάξεις την αχυρένια σκεπή σου να μη σε πάρει και σε σηκώσει καμιά μέρα ο αέρας, μαζί με το σπίτι σου, εσύ φτιάχνεις καταθλιπτικούς ρυθμούς με τις σταγόνες της βροχής, που μπαίνουν από τα περάσματα της σκεπής και στάζουν πάνω στο κούτελό σου. Και κάθεσαι και βασανίζεσαι! Περίεργε! Άχρηστε!
Ε, εντάξει.. δεν είμαι σαν τους άλλους. Συνήθως κυκλοφορώ με ένα ψαθί στο κεφάλι, λες και ήρθα από άλλο κόσμο. Εξάλλου, νομίζω ότι είμαι αλλεργικός στο σίδερο.
Θα έλεγα ότι μοιάζω με ψαρά, μυρίζω κιόλας. Μα εμένα μου αρέσει. Καλύτερα ψαράς παρά γεωργός. Οι ψαράδες είναι μαχητές στα σίγουρα. Θεωρώ τον εαυτό μου πολύ δυνατό μαχητή, και είμαι αλήθεια, αλλά το μυαλό μου είναι ατίθασο.. εε.. στραβό.. και με βομβαρδίζει με σκέψεις που όμοιες δεν έχω ξανακούσει.. μου σπαταλάει το χρόνο μου με φαντασίες και με εμποδίζει να δείξω στο χωριό πόσο τολμηρός είμαι και πως στις μάχες κι εγώ μπορώ να αφήνω κραυγές με σαφές περιεχόμενο: ARGG..OURG…
Μοναδική μου συντροφιά έχω τον Σλοθ. Κι αυτός με παρατάει και φεύγει καμιά φορά, κυρίως όταν του πετάω ό,τι βρω μπροστά μου. Πάντα όμως έχω λόγο, όπως τότε που είχε ρίξει το πιάτο με τα φραγκοστάφυλα ή τότε που έφαγε ένα μικρό γεράκι. Είχα θυμώσει τόσο πολύ! Δεν τρώμε τα πουλιά Σλοθ! Και ειδικά τα γεράκια! Ο Σλοθ είναι χαδιάρης και μου τη βαράει. Δε ξέρω αν μου αρέσει ή όχι. Έρχεται το κωλόγατο όταν βαριέται ή όταν πεινάει. Κατά τα άλλα με έχει χεσμένο.
Πέμπτη – Με ευθυμεί η σκέψη ενός γάτου..
Νιώθω λίγο καλύτερα, μπορώ να κοιμηθώ..:
Το μυαλό μου φαντάζεται να χαϊδεύω ώρες τη λευκή του γούνα, τις ουλές που του έχω προξενήσει με όλα αυτά τα αντικείμενα που του έχω πετάξει, το τραύμα στο τυφλό του μάτι που απέκτησε μετά από γατοκαβγά… Σκέφτομαι να τον χαϊδεύω και να προσέχω την περίεργη γεωμετρία του προσώπου του… τριγωνικά ζυγωματικά, μικροί λοφίσκοι τ’ αυτιά του και μια πεδιάδα ανάμεσά τους από βελούδο.. το κάνεις «έτσι» σκούρο βελούδο, το κάνεις «αλλιώς» ανοιχτό βελούδο.. Κι αυτή η μύτη!.. χάρακας σωστός, με ένα ροζ νεφράκι για ρουθούνια. Είδες τι μου κάνεις; Πάλι τα ίδια.. Πότε θα σκάσεις επιτέλους; Πότε θα γίνεις φυσιολογικός; Θα σταματήσεις; Πρέπει να σταματήσεις! Πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Σε όνειρο; Ξύπνα! Τι να κάνω; Πώς θα βρω τον εαυτό μου; Ποιος θα με βοηθήσει;
Παρασκευή – Μήπως να πήγαινα στο γιατρό;
Μήπως να πήγαινα στο Δρυίδη; Δεν τον πολυσυμπαθώ.. Είναι οστεώδης και κουτσαίνει. Στο χέρι που συνήθως κρύβει πάντα, παίζει δύο σβώλους.. Αν τους πετάξει κάτω, έχω την εντύπωση πως κάτι θα συμβεί απίστευτο. Θα σταματήσει ο χρόνος; Θα πέσει ο ουρανός στη θάλασσα και θα τα κάνει όλα μούσκεμα; Θα λιώσουν οι βράχοι στα βουνά και θα κυλήσουν σαν λάβα και θα μας κάψουν;… αλλά μπορεί και όχι. Μπορεί απλά να είναι το παιδικό του παιχνίδι που δεν μπορεί να αποχωριστεί.. Δε ξέρω, έχει κι ένα βλέμμα πολύ μυστήριο. Το ένα του μάτι έχει ξεφύγει και μπορεί και κοιτάει αλλού όταν το άλλο μάτι κοιτάει εσένα.. Το μάτι αυτό λειτουργεί από μόνο του. Σε κοιτάει ευθεία, μα αν υποψιαστεί πως κάτι κινείται πέρα από το οπτικό του πεδίο, κάνει μια στροφή 92 μοιρών και το καρφώνει χωρίς να το αφήνει. Δύο φορές έχει καρφώσει κι εμένα.
Τη μία ήταν τότε με τη Νέα Σελήνη. Είχα πάρει ένα γουδί και είχα βάλει μέσα 145 μαύρα μούρα, 257 μύρτιλλα, ωραία κυανά ( πιάστηκε η μέση μου να τα μαζεύω). Ήθελα να φτιάξω το χρώμα του ουρανού εκείνη τη βραδιά. Ήθελα να το φυλακίσω πάνω σ’ ένα τίποτα, πάνω σ’ ένα πανί, πάνω μου ίσως; Ήταν ουράνιο βαθύ χρώμα…
Με αστέρια; ναι, ναι με αστέρια στροβιλιστά σαν δίνες νερού.. .
Το φως είχε δύσει και το κρύο μόλις που σε ανατρίχιαζε. Το φεγγάρι έφεγγε σαν θαμπός ήλιος. Κι αυτό το χρώμα του ουρανού δεν ήταν ομοιόμορφο. Με αρρώσταινε.. Το μπλε κυανό, ήθελα να γίνει μωβ κυανό. Γιατί αν μείνει μπλε, μπορεί να γίνει μελανί και μετά μαύρο, όχι γυαλιστερό, μαύρο θαμπό, που σε θολώνει και χάνεσαι τυφλός στη μαυρίλα της ψυχής σου!
Όμως μέσα σου υπάρχει ένας πυρήνας ζεστής ολοζώντανης ενέργειας που θέλει να εκραγεί, να πετάξει ουρλιάζοντας κόντρα στον άνεμο και να δώσει κόκκινο στο μπλε!
Χρειάστηκα 1 παντζάρι, πολύ κόκκινο..
Τα έλιωσα όλα στο γουδί και τα άπλωσα με άγχος στο πρόσωπό μου! Και ιδού! Ευτυχία! Έκρηξη! Ηδονή! Σιντριβάνια αστρικών μωβ στο μεδούλι των οστών μου!
Έτρεξα στο χωριό από φόβο για τη χαρά που ένιωθα, σαν να είχε σημάνει συναγερμός πολέμου! Εκεί ήταν ο Δρυίδης και το περιβόητο μάτι του, που αφού με κάρφωσε, τον ανάγκασε να γυρίσει ολόκληρος προς το μέρος μου.
Σάββατο – Κανείς δε με καταλαβαίνει! Με κοιτάζουν χωρίς να ακούνε αυτά που λέω, με παρατηρούν, με επεξεργάζονται σαν τον τρελό Βικινγκ που κατοικεί στο μυαλό μου:
Την άλλη φορά που με κάρφωσε ο αλλήθωρος, ήταν πάνω στα βράχια. Με κοιτούσε από ψηλά, ενώ ήμουν στο δάσος. Είχα ανέβει σε ένα δέντρο για να ξεριζώσω κάτι σκούρα πράσινα φύλλα που όταν τα κοιτούσες από το έδαφος νόμιζες πως γαργαλούσαν τον ουρανό. Μα δεν είναι δυνατόν να είναι τόσο ψηλά, είχα σκεφτεί όταν τα είδα. Έπρεπε να το διαπιστώσω μόνος μου. Είχα ανέβει τόσο ψηλά που δεν το πίστευα ούτε εγώ ο ίδιος! Ξερίζωσα τα φύλλα και αμέσως η μυρωδιά τους γέμισε τα ρουθούνια μου! Αισθάνθηκα μια νοσταλγία για τα παιδικά μου χρόνια.. Αυτή η ευωδιά ήταν τόσο ζαλιστική που έκλεισα τα μάτια και θυμήθηκα πώς με κουνούσε η μάνα μου στην κούνια.. Χαλάρωσα και παραλίγο να πέσω ο ηλίθιος. Κράτησα στη χούφτα μου τα φύλλα και ενθουσιασμένος κατέβηκα από το δέντρο.
Τα φύλλα σήμαιναν τόσα πολλά μαζί, που δεν μπορούσα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου.. Ήθελα απλά να μπορούσα κι εγώ να ήμουν τόσο ψηλά, σαν κι αυτά, πάνω σ’ ένα δέντρο θεόρατο, να νιώθω ασφάλεια, να αγγίζω και γη και ουρανό..
Τα φόρεσα. Σκέφτηκα πως ίσως τα φύλλα να με προστάτευαν από τη θλίψη, ίσως να με έκαναν να ξεχάσω την τεράστια μοναξιά, να γελάσω με τον εαυτό μου!
Πήρα τα φύλλα, τα έκανα χίλια κομμάτια, ύψωσα τα χέρια μου και άρχισα να τρέχω ανάποδα, δίπλα στο ποτάμι. Τα φύλλα έφευγαν με τον αέρα, ψηλά, στον κίτρινο ουρανό, δίπλα στον ήλιο, τη ζεστασιά, το φως! Ευτυχισμένος πάλι!
Όμως το μάτι του Δρυίδη με είχε καρφώσει σε τέτοιο βαθμό, που σταμάτησα να τρέχω και να γελάω . Το αισθάνθηκα πάνω μου, σαν ψυχρό σταλακτίτη που κάποιος μου τον κάρφωσε στην πλάτη!
Τι ντροπή!.. έχει δίκιο! Τώρα που το σκέφτομαι, έχει απόλυτο δίκιο! Ντρέπομαι τόσο για μένα.. Έχω τόσες τύψεις, μα πώς φέρομαι έτσι; Πόσες φορές δεν προσπάθησα να γίνω μαχητής; Πού είναι το τσεκουράτο αίμα των Βίκινγκ, αυτή η οργή που τεμαχίζει τους κορμούς των δέντρων στο πέρασμά της; ΑΑΑΧΓΚΟΝΓΚΓΚΓΚΑΓρρρρρ!!!
Ο πόνος δεν υπάρχει! Θα τους δείξω εγώ! Η γραμμή στο δόντι μου θα αποδείξει σε όλους και στον Δρυίδη τι θαρραλέος Βίκινγκ που είμαι! Και την τρίτη φορά γεροαλήθωρε δε θα χρειαστεί να με καρφώσεις! Θα σε αιφνιδιάσω! Θα κάνω τόσο βαθιά τη γραμμή στο δόντι μου, σαν άξιος άγριος πολεμιστής που ετοιμάζεται για την μάχη ! Θα τρομάξεις! Θα τρομάξει και το μάτι σου μαζί με σένα! Χα χα, θα πονέσω τόσο πολύ! Μπορεί και να το ευχαριστηθώ!
Είμαι ο Ornie Mouth, και έχω εξαγριωθεί!!
 
Πήρε το εργαλείο του, μύριζε ψάρι με σίδερο! Το σήκωσε ψηλά! Η λάμψη του είχε σκιές από τα εντόσθια και τα λέπια που καθάριζε! Το κοίταξε καλά και το πλησίασε στο στόμα του! Η αντανάκλαση του εαυτού μου τον αναστάτωσε!
Ποιος είναι αυτός που με κοιτάζει; Δεν είμαι εγώ! Τι θέλει από μένα; Κρατάει μαχαίρι και μου επιτίθεται! Προσπαθεί να με κόψει! Βοήθειααα!!
 
Για να με αποφύγει, πέφτει με την πλάτη πάνω στο τραπέζι, εκείνο σπάει και μαζί με τα ψαροαποφάγια σωριάζεται στο πάτωμα! Είμαι πιο δυνατός! Το χέρι μου πλησιάζει τρέμοντας στο μάγουλό του και με μια απότομη αστραπιαία κίνηση… του κόβω το αυτί!!!!……!
χχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχχ
……ξημέρωσε; Ο Σλοθ γουργουρίζει δίπλα στο αυτί μου.. μα τι στο καλό; Έχω γεμίσει αίματα, το ίδιο και ο Σλοθ (το κόκκινο του πάει…κόκκινε Σλοθ, ένας κόκκινος Σλοθ!) Το κόκκινο.. Το άσπρο.. Το ροζ…Το κεφάλι μου!.. Πονάει το κεφάλι μου και μέσα και έξω. Κάθε μου σκέψη με χρώμα με πονάει! Πρέπει να δω το Δρυίδη πάση θυσία!
– Καθαρίζω τα αίματα, τυλίγω το αυτί μου με ένα άσπρο πανί και φεύγω πατώντας κατά λάθος την ουρά του Σλοθ.
***
Copyright©Δέσποινα Εμιρζά
Αθήνα 2011-2012