Πέτρος Κυρίμης, Τα τσικό

Δεν ξέρω από που προέρχεται αυτή η λέξη κι ούτε έχω σκοπό να ψάξω στα λεξικά να βρω άκρη. Θα την κρατήσω στη μνήμη με τη σημασία που είχε όταν την αναφέραμε μεταξύ μας στην ηλικία των δώδεκα – δεκατριών χρόνων, στην δεκαετία του ΄60. Τίτλος αδιαφιλονίκητης αξίας ανάμεσα μας. Όποιος κάτεχε αυτόν τον τίτλο είχε μια υπεροχή που κανένα άλλο παιδί στη γειτονιά δεν μπορούσε να αμφισβητήσει.
   Όταν ξεκινούσαν το δίτερμα σε αλάνα ή πάνω σε φαρδύ ασφάλτινο δρόμο, εκείνοι έφτιαχναν τις ομάδες κι από εκείνους ξεκίναγαν. Σε σχέση με τον Πειραιά που μεγάλωσα τα δυο μεγάλα ποδοσφαιρικά σωματεία ήταν ο Ολυμπιακός και ο Εθνικός.
Υπήρχαν και τα μικρότερα στις γύρω περιοχές, Προοδευτική, Ατρόμητος, Αργοναύτης και κάποια ακόμα σε μικρότερες κατηγορίες.
     Ο Πειραιάς!.. Όποιος δεν τον έζησε εκείνη την εποχή δεν θα μπορέσει να καταλάβει.
   Η μυρωδιά από τα λιπάσματα του Αι Γιώργη εκεί δίπλα στο λιμάνι μόνιμο πέπλο και σεντόνι καλοκαιρινό πάνω στα φτωχικά προάστια, από Κερατσίνι και Δραπετσώνα, μέχρι τα Καμίνια και το Ρέντη.
   Οι καπνοβιομηχανίες του Παπαστράτου και του Κεράνη, να διαχωρίζουν τον άλλο Πειραιά, της Καστέλας, του Πασαλιμανιού, της Φρεαττύδας, της Πειραϊκής.
   Οι δυο γραμμές των τραμ ξεκινούσαν από τον Άγιο Βασίλη πάνω από την Φρεαττύδα και η μια του Παλαμηδίου με τον αριθμό 21 κατέληγε στην Άγια Σοφία κάτω από τα Μανιάτικα και η άλλη με τον αριθμό 17 στο Νέο Φάληρο λίγο πιο δω από το γήπεδο Καραϊσκάκη. Και τα δυο ήταν συνδεμένα μέσα μου με τον Ολυμπιακό γιατί το ένα έβγαζε στο τέρμα του ακριβώς έξω από το γαλατάδικο που είχε ο πατέρας του Ηλία Υφαντή και το άλλο στην έδρα του Ολυμπιακού.
   Ο πατέρας μου προσπαθώντας εκείνα τα χρόνια να βρει κατάλληλο σπίτι που θα μας χώραγε όλους, αλλά και πιο φτηνό συνάμα, άλλαζε πολύ συχνά σπίτια και περιοχές.
   Καμίνια, Νέο Φάληρο, Πασαλιμάνι, Πειραϊκή, βάλτε και μερικές που δεν θυμάμαι τώρα μπορείτε να καταλάβετε ότι σχεδόν στα παιδικά μου χρόνια γύρισα όλες σχεδόν τις γειτονιές. Η πρώτη αλάνα που κλώτσησα μπάλα ήτανε στα Καμίνια πίσω από το μπακάλικο του Μπαταγιάνη, ένας από τους συμπαίκτες μου εκεί ήταν και ο Κώστας Μάνος. Κοντός στο ανάστημα αλλά ιδιοφυής με την μπάλα στα πόδια δεν παραξενευτήκαμε που κάποια μέρα μάθαμε ότι υπέγραψε δελτίο στον Ολυμπιακό.
Ξεκίνησε από τα τσικό και μαζί με Μπαρμπαλιά, Καπατσώρη, Καμπουρόπουλο, Πλέσσα, Χτενά και άλλους που αργότερα έπαιξαν και στην πρώτη ομάδα, έφτιαξαν με προπονητή τον Μπούκοβι την περίφημη ομάδα «των Μπέμπηδων.»
   Στο Νέο Φάληρο δεν είχαμε αλάνες, ήτανε πιο «sic» περιοχή, αλλά παίζαμε στο τσιμέντο επάνω, μπροστά στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου και τα καλοκαίρια με τα μαγιό κάναμε τις φιγούρες μας πάνω στην φαρδιά αμμουδιά της παραλίας.
   Εκείνη την εποχή ήταν που υπέγραψα κι εγώ δελτίο στον Εθνικό.
  Ο «τίτλος» εκείνου που έπαιζε στα τσικό του Εθνικού με ακολούθησε και στις άλλες γειτονιές και στάθηκε η αιτία να μην έχω κανένα πρόβλημα προσαρμογής ανάμεσα στα παιδιά της ηλικίας μου.
Μα αυτό που στάθηκε κάτι σαν «Ιερό Τέμενος» στην μνήμη μου από εκείνα τα χρόνια ήταν η Λέσχη του Ολυμπιακού ακριβώς κάτω από το Ναυτικό Νοσοκομείο και σχεδόν κρυμμένη από τα αδιάκριτα βλέμματα των αμύητων γιατί ήταν κτισμένη πάνω στα βράχια με την σκεπή της σε ίσια γραμμή με τον δρόμο, έτσι που να σχηματίζει μια τεράστια ταράτσα, πρώτη θέση θεωρείο για μας τα παιδιά και τους περαστικούς κάθε φορά που στο ταπεινό γήπεδο με το φαγωμένο τσιμεντένιο δάπεδο, έδινε τους αγώνες μπάσκετ ή βάζοντας στη μέση ένα ρινγκ παρακολουθούσαμε με κομμένη ανάσα εκείνους τους ανεπανάληπτους αγώνες πάλης ή πυγμαχίας.
   Καρπόζηλος, Καμπαφλής, Παπαλαζάρου, Ναθαναήλ, Μαντούβαλος, ο φοβερός κι ανίκητος Γρυμπίρης και τόσοι άλλοι ακόμα ήρωες της παιδικής μας ηλικίας προτού μας «καπελώσουν» με τους διάφορους χρωματιστούς Σούπερμαν.
   Σήμερα τα «τσικό» λέγονται «Ακαδημίες ποδοσφαίρου» βαρύγδουπη ονομασία όμως οι γειτονιές δεν υπάρχουν πια για να το διαλαλούν τα παιδιά με καμάρι. Ίσως μόνο μέσα από το facebook…
*
Copyright©Πέτρος Κυρίμης

Γαβριήλ Ναχμίας, “Όφης και Λύγκας”

Εκδόσεις Ενδυμίων 2010

– Εμπρός Λύγκα, μέτρησε τη δύναμή σου! Ή μήπως θαρρείς πως είναι δα αμέτρητη;
Τέσσερις άκρες έχει η γη, κι οι τέσσερις στριμώχνονται τώρα εδώ πέρα, τόσο πολύ η μια πάνω στην άλλη, που γη δε μοιάζει να υπάρχει, άλλη απ’ αυτή που πατούμε εγώ κι ο Λύγκας· και τούτη η γη που ’ναι για δυο, δε θέλει πια να ’ναι κανενός.
– Έλα λοιπόν Λύγκα, αδερφέ μου! Τι καρτεράς; Αλλού να πας δεν έχει, αφού τόση είν’ η γη που απόμεινε, ίσα να χωρίζει τα πέλματά μας.
Στο πουθενά ριγμένοι εγώ κι ο Λύγκας, πατάει ο καθένας μας στο πέλμα τ’ αλλουνού, σα στη σκιά του.
– Όφη, το λόγο σου τον ξέρω, κι είναι γνωστή η αγάπη που ’χεις για το μέτρημα. Κι ένα ’χεις μέτρο, όχι πολλά, για να ’σ’ ακριβοδίκαιος – καθώς λες. Μα πώς το λέν’ αυτό το μέτρο το βαρύ, που όποτε θέλει γίνετ’ ελαφρύ, κι ενώ τη μια είναι φτηνό, την άλλη αντάλλαγμα ζητά τη γη και τ’ άστρα;
– Λύγκα, μιας και γραφτό δεν είναι να σμίξουμε στη ζήση, γιατί ν’ αφήσουμε να χαθεί κι ο ένας κι ο άλλος; Λιγόστεψ’ η γη κάτω απ’ τα πόδια μας, κι ο χρόνος στέρεψε κι αυτός. Να το ξίφος μου, μέτρα τη δύναμή σου!
– Σου ’μαθα τι ’ν’ η σκέψη, αδερφέ Όφη, κι εσύ μου ’μαθες τις λέξεις· μα…
– Να το ξίφος μου, Λύγκα, πέσε, μέτρα…
– …μα θέλω να σε μάθω και ν’ ακούς. Όποιος μετράει είναι γραφτό να μετρηθεί, κι ό,τι μετράμε μας μετράει. Η δύναμή μου είναι αμέτρητη, και την αγάπη μου για σένα δεν τη λογαριάζω, μήτε με λέξεις τη μετρώ, να μην τη λιγοστέψω. Κι αν δε μετρούσες γη και χρόνο, δε θα στέρευαν· μα αν θες στο ξίφος σου να πέσω, να ’μαι, πέφτω!

* * *

Λύγκα, αδερφέ μου
θρήνος δεν πρέπει σου, ακριβέ,
κι ούτ’ ένα δάκρυ απελπισιάς
– μόνο τραγούδια.
Άλλωστ’ η μοίρα
δεν είναι δίκη, να μετρά.
Χαμός κι ο άδικος κι ο δίκιος.
Μα η αξία
είναι σ’ εκείνον
που ξέρει πότε να χαθεί
και που ο χαμός του φέρν’ ειρήνη
στην αντάρα.
Λύγκα, αδερφέ μου,
σπαθί στα χέρια μου κρατώ
τ’ άγιο το σώμα σου.
Η φωνή σου όμως με σφάζει
μες στο μυαλό μου:
μπας και γινότανε κι αλλιώς
κι έπρεπ’ εμένα να κρατάς
τώρα στα χέρια…

Πρόλογος
(Αντί επιλόγου)
Αν η αλήθεια αρχίζει με Δύο, είναι γιατί αρχίζει να μετρά. Κι όταν τα Δύο γίνουν Ένα, εκεί τελειώνει· γιατί το Ένα δεν έχει τι να μετρήσει, ούτε με τι να μετρηθεί. Κι εκεί που τελειώνει η αλήθεια, αρχίζει το παραμύθι.
   Μετά την ένωσή τους, ο Όφης κι ο Λύγκας ξεφορτώθηκαν τα ονόματά τους. Ύστερα πέταξαν από πάνω τους μάτια, αυτιά, πόδια και χέρια που περίσσευαν: δυο απ’ το καθένα τούς ήταν αρκετά. Αυτά, μαζί με ό,τι άλλο περιττό, τ’ άφησαν στην ακρολιμνιά κι έπεσαν στο νερό. Κανείς δεν τους ξανάδε από τότε – κι όσους κι αν έχω ρωτήσει, ορκίζονται πως δεν τους ξέρουν.
   Χρόνια μετά, στην όχθη αυτής της λίμνης, όπου βρέθηκα ακολουθώντας τη μνήμη του νερού (αναπολώντας, ως συνήθως, άλλες όχθες), βρήκα τα άχρηστα μέλη – τυχαία, είναι η αλήθεια, όπως τυχαία βρίσκεται κάποιος εκεί που πρέπει, ή που δεν πρέπει, κι όπως τυχαία βρίσκει κάτι που έχασε ή πέταξε κάποιος άλλος, κι όπως τυχαίο είναι αν αυτό που βρήκε είναι άχρηστο, χρήσιμο ή πολύτιμο.   Κι όπως κάνει αυθόρμητα καθένας, όταν βρίσκει τα κατάλληλα υλικά, έβαλα τα μέλη σε τάξη: τα μάτια και τ’ αυτιά, τα χέρια αντικριστά στους ώμους, την καρδιά και το συκώτι μέσα στον κορμό, κι έστησα τον κορμό πάνω στα πόδια. Και μόλις στερέωσα πάνω στους ώμους το κεφάλι, το πλάσμα άνοιξε τα μάτια, με κοίταξε και χαμογέλασε. Άπλωσε τα χέρια και μου χάιδεψε το μέτωπο, πέρασε τα δάχτυλά του μέσα απ’ τα μαλλιά μου και είπε: «Στο εξής, θα σε λένε Γαβριήλ».
   Έτσι γνώρισα τον Όφη κι έμαθα την ιστορία του.
***
copyright© Γαβριήλ Ναχμίας
 

Χάρης Γαντζούδης, Το θαύμα των γενεθλίων…

Η Ειρήνη διέσχιζε την Ερμού προσπαθώντας να τσεκάρει τη λίστα που είχε φτιάξει στο μυαλό της, ώστε να μην ξεχάσει τίποτα. Ήθελε το αποψινό πάρτι να μείνει αξέχαστο τόσο στην ίδια όσο και στους καλεσμένους της. Ο βροχερός καιρός τη δυσκόλευε με τα ψώνια αλλά είχε αποφασίσει να μην αφήσει τίποτα να της χαλάσει τη διάθεση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χάρης Γαντζούδης, Το θαύμα των γενεθλίων…»

Στρατής Τσίρκας, Ο ύπνος του θεριστή

Mπήκε πρώτη, μα τα μάτια της, γεμάτα από τον ήλιο του δρόμου, δε βλέπαν τίποτα. Μια μυρωδιά ζυμαριού και μαραμένων τριαντάφυλλων την έκανε να σκεφτεί πως το σπίτι δε θ΄ αεριζόταν συχνά.

– Έχουν και κουρτίνες, είπε. Βαριές κουρτίνες. Κατά πού πέφτει το μπαλκόνι άραγε;
Προχώρησε ψηλαφώντας τον τοίχο. Σκόνταψε πάνω στο κρεβάτι που της έκοβε το δρόμο και στάθηκε. Τότε κείνος, τελειώνοντας με τα διπλοκλειδώματα της ξώπορτας, πάτησε το κουμπί του ηλεκτρικού και το δωμάτιο φωτίστηκε.
– Δηλαδή, μίλησε πάλι εκείνη, όλο το σπίτι είναι τούτο δω; Το κρεβάτι μόνο του πιάνει όλο το χώρο.
Ο άντρας αποκρίθηκε με μια κίνηση του κεφαλιού, σα να της έλεγε: «Για τη δουλειά που το θένε…». Αμέσως όμως κοκκίνισε και κοίταξε αλλού, ενώ τα χείλη εκεινής παίρναν την έκφραση μιας εύθυμης τρυφερότητας. Διασκέδαζε με τη στεναχώρια του. «Αγόρι μου», του είπε με τα μάτια της. Ύστερα πήγε στις κουρτίνες και με δυο κινήσεις τις τράβηξε. Άνοιξε την τζαμόπορτα και μπήκε ένα δροσερό βουητό. Διαπλάτωσε τα πατζούρια και φάνηκε η θάλασσα, ολοφώτεινη! Ξαφνιάστηκε που τη βρήκε τόσο κοντά, να τους χωρίζει μονάχα η άσφαλτο του δρόμου.
– Τι ωραία που είναι, είπε.
Ήταν μια θάλασσα ρηχή με πυκνά κυματάκια. Ο πρωινός ήλιος τη χρωμάτιζε πράσινη και πάνω της, κάτι γλάροι που λικνίζονταν, μοιάζαν με νούφαρα. «Τόσο κοντά μας… Προσιτή όπως την ευτυχία…» σκέφτηκε και γύρισε να του το πει.
Αυτός στεκόταν πάντα στην ίδια θέση, με το κουρεμένο του κεφάλι, το στρογγυλό και στέρεο και με κείνη τη διπλή χαρακιά στο κούτελο, που ’φερε μαζί του γυρίζοντας. Ήταν σα βράχος μαυρισμένος από τον ήλιο, γυαλιστερός και ρυτιδωμένος.
– Κώστα, του λέει. Να ’ξερες πόσο μετάνιωσα που τότε…
Πέντε χρόνια… «Αν δε σκοτωθεί» έλεγε στην αρχή. Αργότερα: «Αν δεν τον σκοτώσουν». Και στα δύο τελευταία: «Αν δε μου τον πεθάνουν…».
Και να τον σήμερα! Μ’ ακόμα δεν τον είχε φιλήσει.
Μάζεψε τα λουλούδια που ξεραίνονταν πάνω στο μάρμαρο του κομοδίνου και τα πέταξε έξω. Ύστερα έπιασε τα σεντόνια. Ήταν καθαρά, μα πόσο μεγάλα…
– Γιατί δε μου λες τίνος είναι;
– Σου είπα. Ενός φίλου που δεν τον ξέρεις.
– Και μπορούμε να μείνουμε όσο θέμε;
Ο Κώστας με το κεφάλι έκανε νόημα πως «ναι, ό σ ο θέμε».
– Θα πεινάσουμε.
Της έδειξε το πακέτο που βαστούσε.
– Είσαι φοβερός! Τι σ’ έκανε τόσο σίγουρο πως θα ’ρχόμουν; Γιατί να σε περίμενα; Τα χρόνια περνούν…
Το ύφος της, το τάχατε θυμωμένο στην αρχή γίνηκε μελαγχολικό καθώς ζητούσε με τα μάτια έναν καθρέφτη για να κοιταχτεί. Αρκέστηκε ν’ ακουμπήσει τα χέρια της ανάστροφα στους κροτάφους. Έσμιξε τα δάχτυλα πίσω κι ανασήκωσε λίγο τα μαλλιά, σα ν’ αέριζε το σβέρκο της.
– Τα γράμματά σου, της είπε αυτός.
– Α, ναι. Και δε μπορούσα να λέω ψέματα;
– Θα το καταλάβαινα.
Μερικοί γλάροι σηκώθηκαν και πετούσαν όλοι μαζί πάνω απ’ το ίδιο σημείο. Ένας τους όμως τέντωσε τις φτερούγες και γλίστρησε πέρα.
– Είσαι φοβερός, του ξανάπε. Έχεις μιαν ήσυχη δύναμη που δεν την είχες.
– Έζησα, είδα πολλά.
– Μα είσαι ντροπαλός, ενώ δεν ήσουν.
– Σ’ αγαπώ.
Ο γλάρος, που είχε χαθεί, ξαναφάνηκε. Βούτηξε το κεφάλι του με ορμή μες στο νερό, χτύπησε τα φτερά του κι ύστερα υψώθηκε πάλι. Οι άλλοι γλάροι άρχισαν να ξανακαθίζουν.
– Αγόρι μου, είπε η γυναίκα παίρνοντας το κεφάλι του μέσα στις δυο της παλάμες.
Ο Κώστας άνοιξε τα μάτια του και τα ξανάκλεισε μονομιάς γιατί τον θάμπωνε το ηλεκτρικό. Εκείνη, γερμένη από πάνω του, προσπαθούσε με το δάχτυλο να σβήσει τις δυο ρυτίδες που ’χε στο κούτελό του, σα να μπορούσαν να σβήσουν μαζί κι όλα τα δύσκολα χρόνια.
Της το ’πε. Τότε κείνη τον άφησε, πήδηξε χάμω και με γυμνά πόδια πήγε στην μπαλκονόπορτα και μισάνοιξε τα πατζούρια. Ο φωτισμός της κάμαρας άλλαξε.
– Ρίξε πάνω σου κάτι. Σε χτυπά κατάστηθα, της είπε.
Μα δεν ήταν αυτό. Ένας φόβος τον έπιασε, όπως όταν έβλεπε τους εγχειρισμένους συντρόφους να σηκώνονται και να περπατούν μέσα στο θάλαμο κι όλο έτρεμε η ψυχή του μήπως ανοίξει η πληγή τους από κάποιαν απότομη κίνηση.
– Κώστα, είπε εκείνη ξανακλείνοντας τα πατζούρια. Θυμάσαι την ολονυχτία μας του Φλεβάρη;
Έσβησε το ηλεκτρικό και πλάγιασε δίπλα του. Το δωμάτιο φωτιζόταν τώρα μονάχα απέξω, μ’ όσο θαλασσινό φως περνούσε μεσ’ απ’ τις γρίλιες, ασημοπράσινο.
– Θυμάσαι, ξανάπε, το παιχνίδι που παίζαμε για να νικήσουμε τον ύπνο;
– Θυμάμαι την ολονυχτία, της είπε. Και θυμάμαι πως εγώ δε νύσταζα καθόλου. Βασανιζόμουν. Για ποιο παιχνίδι λες;
– Το ξέχασες… Δε θυμάσαι που πιάσαμε να μιλάμε όπως μιλούν οι ήρωες μεσ’ από τα βιβλία; Αν ξαναδοκιμάζαμε, Κώστα;
Παύση.
– Ποια βιβλία, ποια λόγια μπορούν να σε ζωγραφίσουν, όπως σε σήκωνα μέσα μου, πέντε χρόνια, σφιγμένη σα γροθιά, μονάκριβή μου αγάπη; Να σ’ αποδιώχνω και να σε νιώθω πάντα εκεί, σα μια κρυφή πληγή, αξεδίψαστη… Φέρτε μου κείνον τον πολεμιστή, που ντύθηκε την πιο βαριά του αρματωσιά και κίνησε με το μεγάλο του σπαθί να βρει την κόρη π’ αγαπούσε. Και την έσφαξε! Για να μη συνεπαίρνει τα λογικά του, για να μην του θολώνει το βλέμμα. Φέρτε τον και να γονατίσω, να φιλήσω τη σκόνη των ποδημάτων του και να του πω: «Αδελφέ μου, εμαρτύρησες». Να μη γυρίζεις να κοιτάξεις τα τριαντάφυλλα. Να διώχνεις απ’ το νου σου τις μηλιές, μπας και σου ξαναφέρουν πίσω τα χιόνια, τα μονοπάτια του βουνού, τον τάφο του πατέρα και κλάψεις και θυμηθείς τα δάκρυά της. Εσένα, λυγμέ μου κρυστάλλινε, ω Ελένη!
Και κείνη είπε:
– Δεν είναι πιο μεγάλο μαρτύριο από το να ’χεις τάξει το κορμί σου σ’ ένα μελλοθάνατο. Κάθε στιγμή, την κάθε μέρα, να ποθείς τ’ αγκάλιασμά του, να λαχταράς τον πόνο απ’ το δικό του το κορμί, την τρυφερότη του. Αχ, να λες, αυτός ο κόσμος είναι μισερός, τούτη η ζωή θε να ’ναι μια μεγάλη αποτυχία, και το γάλα της μάνας κι οι κούκλες, οι φιλενάδες του σκολειού και τα κρυφομιλήματα, τα καθαρά πρωινά και το νερό το κρύο, η Μυρτιώτισσα, η μουσική, η πλούσια, η κεμπάρικη ψυχή του Μπετόβεν, τα λουλούδια κι η θάλασσα, ω η θάλασσα… Όλα ταύτα θα πάνε χαμένα αν δε γεννήσω ένα παιδί δικό του. Και να μην ξέρεις αν έχει πεθάνει και πότε θα το μάθεις, από γράμμα, από δυο λέξεις στην εφημερίδα ή απ’ το ραδιόφωνο.
Εκείνος τη φίλησε και είπε:
– Δεν είναι πιο μεγάλη ευτυχία από το χωρισμό. Τότε μονάχα καταχτιέται ολάκερη η αγαπημένη. Μαζεύεις, μαζεύεις ό,τι βρίσκεται δικό της στον κόσμο, ακόμα και μια λάμψη απ’ το νυχάκι της. Μαζεύεις τους ανασασμούς, τα παραμιλητά της, και χτίζεις. Τι τέχνη χρειάζεται για να βρεις το χρώμα, το ψηφίδι που θ’ αποτελειώσει μια λεπτομέρεια. Μες στο στρατόπεδο είχαμε κάποιον. Στάθηκες η πρώτη του αγάπη. Ω, δεν τον ξέρεις. Ήταν τόσο άτολμος. Ποτέ δε σου μίλησε. Αν τύχαινε να περιμένετε το ίδιο τραμ, αυτός τ’ άφηνε κι έπαιρνε το επόμενο. Τώρα είναι παντρεμένος, με παιδιά. Και μόλο που με περνούσε στα χρόνια, ήταν αδύνατος άνθρωπος, είχε ανάγκη ν’ ακουμπάει πάνω σε κάποιον. Καθόμαστε τα βράδια, έξω έξω, τάχατε πως δεν υπάρχουν συρματοπλέγματα, και μιλούσαμε για σένα.
Και κείνη είπε:
– Τι παράξενο, εκείνος ο πολεμιστής να σφάξει την αγαπημένη του για να μπορεί να πολεμά καλύτερα και κατόπι να παρακαλά να του την ξαναζωντανέψει ένας ξένος, και να μη ζηλεύει.
Και κείνος είπε:
– Δεν είναι μια φορά που την έσφαξε ο πολεμιστής, την Ελένη. Τη σκότωνε κάθε μέρα και κείνη ανασταινόταν μεσ’ από της καρδιάς του το δάκρυ. Κάθε ώρα, κάθε στιγμή. Αυτό ήτανε το μαρτύριο, αυτός ήτανε ο παράδεισός του. Όχι, δε ζήλευε.
Και κείνη είπε:
– Είναι φριχτό να νιώθεις ξένη ανάμεσα στους δικούς του. Ν’ αποζητάς τη συντροφιά τους, να πηγαίνεις στο λυπημένο σπίτι τους και να ’σαι σα ζητιάνα, απροσκάλεστη. Και κείνοι να μη σε διώχνουν, να σου χαμογελάνε κιόλας, με κείνο το χαμόγελο που δεν το ξέραν οι άνθρωποι πριν από τούτο τον πόλεμο, τόσο σοφό, τόσο γλυκό και τόσο πικραμένο. Κι όμως να ’ναι σα να σου λεν: Τ’ είναι ο δικός σου ο καημός για μια ψυχή, για έναν άνθρωπο. Αυτοί καήκανε για ένα λαό, για μια πατρίδα.
Και κείνος είπε:
– Στην κορυφή του χειμώνα και της ερημιάς σε βρήκα πάντα να στέκεσαι ολόρθη, μονάκριβή μου Άνοιξη. Είδα να φυτρώνουν στις πετραδιασμένες αμμουδιές της Λιβύης οι ανεμώνες του Απρίλη, κόκκινες, κίτρινες, μαβιές. Ήσουν εσύ ντυμένη με βαλκανικό κεντηδιασμένο πουκαμισάκι και κόκκινη φούστα. Κι είδα τους δεσμοφύλακές μας να ραντίζουν τα λουλούδια με πετρέλαιο και να τα καίνε. Είδα τη νοσταλγία της πατρίδας να σαλεύει τα λογικά των ανθρώπων κι άκουσα με τούτα μου τ’ αυτιά, μια νύχτα στο τσαντήρι μας, το παραμιλητό δυο συντρόφων, που μέσα στον ύπνο τους συζητούσαν πώς να πάνε πέρα κολυμπώντας, ως έξω απ’ το Τομπρούκ, και να βουτήξουν, λέει, και με τις πλάτες τους να βγάλουν πάνω στα κύματα το βουλιαγμένο θωρηχτό το «Μπάρχαμ», να τ’ αρματώσουν κι από κει να τραβήξουν γραμμή να λευτερώσουν τον Περαί-… Όχι, το Θιάκι πρώτα, του ’λεγε ο άλλος. Άκουσα χιλιάδες ανθρώπους να ξορκίζουν την τρέλα τραγουδώντας λόγια που μιλούσαν για κόκαλα.
Και κείνη είπε:
– Ω, σώπα, με πονά η καρδιά μου. Στη μέρα τη σημερινή ταιριάζουν τέτοια επιθαλάμια;…
Και κείνος είπε:
– Είδα την άκαρδη φυλή να ξεγυμνώνεται κι ήπια ποτήρι πάνω στο ποτήρι το πιοτό της γνώσης, όλο πίκρα, όλο φωτιά, όλο λύπηση. Είδα τους δεσμοφύλακές μας να σκοτώνουν με μια σφαίρα τον Νταβέλη, το μόνο σκυλί που απόμενε μέσα στο σύρμα, για να φάει σαν ψώρα τις παλάμες μας η δίψα του χαδιού.
Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
μεσ’ απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές,
σμίγοντας θύμηση κι επιθυμία…
Έτσι τραγούδησε ο Έλιοτ. Μα έρημη Χώρα είναι η καρδιά κάθε δυνάστη. Σ΄ όλα τα σταυροδρόμια της Μέσης Ανατολής, σ’ όλα τα μονοπάτια της Ερήμου, είχανε στήσει πινακίδες: «Μη σπαταλάτε – Dont Waste». Κι η κρύα φυλή έσβηνε παντού τις μισές, για να παίξει: Waste… Waste… Waste… The Waste Land! Είδα τη μάσκα της ανήμπορης λύσσας όταν εκδικιέται με τη σπατάλη… Είδα να σκάβουν μικρούς λάκκους στην άμμο, ν’ αδειάζουν μέσα τα δοχεία της μπενζίνας και να βάζουν φωτιά για να ψήσουν το τσάι τους. Κι αφήναν τα δοχεία γερμένα ν’ αδειάζουν, να πίνει η άμμο την υγρή δύναμη. Είδα την άμμο να πίνει τον ιδρώτα που έτρεχε από τα κορμιά των συντρόφων μου όταν κουβαλούσαν πέτρες από τον ένα σωρό στον άλλο κι ύστερα τις ξανακουβαλούσαν πίσω. Και την είδα να πίνει με την ίδια δίψα, την αντρίκεια τρυφερότη τους, όταν τρελοί από μοναξιά, ξεσηκωμένοι ενάντια στο σκληρό γραμμένο, τη σπέρναν κρυφά και φοβισμένα, προσφορά σε κάποια γυναίκα που μπορεί και να μην τους γνώριζε. Τόση δύναμη, τόση δουλειά, τόσος έρωτας…
– Σώπα, σώπα, Κώστα. Φτάνει, του λέει και του κλείνει το στόμα με το χέρι της.
– Γιατί;
– Γιατί δε μιλάς πια όπως τα βιβλία. Μιλάς σαν τις εφημερίδες.
Και κείνος είπε:
– Είναι χρόνια τώρα που θέλω να γράψω ένα ωραίο βιβλίο. Ένα βιβλίο με δέντρα, μ’ ένα ψαράδικο λιμανάκι κι ένα μεγάλο έρωτα. Να ’ναι μια κόρη που να τη φωνάζουν ’Ιγγεμποργκ κι άλλη μια, η Μονάκριβη. Τα λόγια, γεμάτα και ήρεμα σαν ποτάμι, να φεγγίζουν μεσ’ από τις γραμμές του χρυσαφένια, όπως το ηλιοβασίλεμα πίσω απ’ τα λιόδεντρα και τα πεύκα. Να τελειώσω το βιβλίο και να μη μου κάνει καρδιά να τ’ αφήσω, μόνο να κάθομαι να γράφω άλλες δυο σελίδες, μ ε κ υ ρ τ ά τ ω ν δ έ κ α, λ ε υ- κ ά, έτσι για να μείνω ακόμα λίγο με τη συντροφιά των ηρώων μου. Θέλω να γράψω ένα βιβλίο λυπητερό που να κάνει ευτυχισμένους όσους το διαβάζουν. Μα είναι τούτη η κατάρα της εποχής μας, που μου πατάει το σβέρκο και μου κολλά το πρόσωπο πάνω στη δυστυχία των ανθρώπων, πάνω στις ανοιχτές πληγές, στη λάσπη και τον κοριό. Και σκληράθηκαν όλα: η φωνή, τα δάχτυλα κι η καρδιά μου. Κι ο Απρίλης με τις πασχαλιές, γίνηκε ο μήνας ο σκληρός. Τον βλέπω σαν ξερή πέτρα να βουλιάζει σε μιαν άγονη και πυρωμένη αμμοθάλασσα. Και γύρω από την πέτρα είναι τσακάλια κι ακρίδες και σκορπιοί και σκολόπεντρες και φίδια και γεράκια. Είναι και τα κίτρινα κόκαλα της εξορίας και της μοναξιάς. Τον Απρίλη γευτήκαμε το φαρμάκι της προδομένης φιλίας. Γι’ αυτό είναι και πιο σκληρός.
Ξύπνησε απ’ το θόρυβο που ’κανε η Ελένη καθώς ξανάκλεινε τη μπαλκονόπορτα.
– Μου φάνηκε πως κάποιος φώναζε «Κώστα, Κώστα», του λέει. Μα δεν ήταν κανείς. Μόνο το σκοτάδι. Θα ’ταν η θάλασσα.
Ο Κώστας της χαμογέλασε.
– Τον πήρα λιγάκι, είπε. Είδα και όνειρο. Ήταν σαν ένα λυρικό παραλήρημα, σα να ονειροπολούσα μέσα στ’ όνειρό μου. Έτσι που είμαστε πλαγιασμένοι στα σεντόνια, έλεγα, να ’ταν, ψυχή μου, αμπελόφυλλα, να μας τύλιγαν· κάποιος να μας κρεμούσε στην κληματαριά της θάλασσας και να μας έψηνε το φως του φεγγαριού· να γινόμαστε κρασί γαλάζιο, να το ’πινες, να μεθούσες και να θυμόσουν την αγάπη σου και να ’κλαιγες· να ’κλαιγες μαργαριτάρια, να τα μάζευα, να τα πουλούσα στην αγορά, για να σε τρέφω!
– Ωχώ, να με τρέφεις ε; Λύθηκε επιτέλους η γλώσσα σου, αγάπη μου.
– Είναι η ποίηση. Όλα τα χρόνια του πολέμου την έπνιγα μέσα μου.
Δαμάζομουν. Με το γόνατο
πατούσα το λαρύγγι της ποίησής μου
σαν το Μαγιακόφσκι. Σήμερα στ’ αλήθεια νιώθω πως είναι η πρώτη μέρα που αποστρατεύθηκα. Ω, θα σε κάνω ευτυχισμένη.
Η Ελένη ανατρίχιασε:
– Φοβάμαι, του λέει. Φοβάμαι τον άνθρωπο που ήσουν αυτά τα πέντε χρόνια. Φοβάμαι πως ποτέ δε θα μπορέσω να τα ζήσω από μέσα σου. Πώς να περάσω τόσες ερημιές, τόσες πικρίες. Είναι πέντε χρόνια που μου λείπουν από τη ζωή σου. Εσύ ψηνόσουν στο λιοπύρι της ερήμου και μένα με πασπάλιζε η ασημόσκονη του φεγγαριού. Πε μου, μπορείς να μου ξηγήσεις τι γίνηκε κει πέρα; Την ουσία θέλω, τι κέρδισαν οι άνθρωποι;
– Θα σου πω για τον Αντώνη, το «σύνδεσμο»: Ύστερ’ απ’ το Λίβανο, έπρεπε κάποιος να μας φέρει την «καινούρια γραμμή» σε μας που βρισκόμασταν απομονωμένοι μεσα στα σύρματα. «Θα πάω εγώ», είπε ο Αντώνης. Ήταν ένα Καριωτάκι, είκοσι πέντε χρονώ. Είχε εφτά πληγές από τ’ Αλβανικό και μάτια γαλανά που σε σφάζανε. Κι έκανε το δρόμο ίσαμε το Γιαντζούρ, πέρασε όλη την έρημο, με τα πόδια. Όλη τη Λιβυκή και τη μισή Κυρηναϊκή. Τρεις μήνες περπατούσε κι όταν έφτασε, κανένας από μας δεν ήθελε να τον πιστέψει. Και το χειρότερο: τη γραμμή την είχαμε βρει μονάχοι μας ακούοντας ραδιόφωνο. Τότε όμως είχε αλλάξει η κατάσταση και χρειαζόταν πάλι σύνδεση. Ο Αντώνης σηκώθηκε: «Θα πάω εγώ» είπε κι έφυγε. Και πια δεν ξαναφάνηκε. Πουθενά. Μπορεί να τον σκότωσαν, μπορεί να πέθανε απ’ τη δίψα, μπορεί να ξύλιασε απ’ το κρύο και να τον φάγαν τα τσακάλια.
– Τον φαντάζομαι, λέει η Ελένη, ολομόναχο να περνά τη Λιβυκή. Χωρίς καμιά συντροφιά να τον εμψυχώνει, μόνο εκείνος κι η σκιά του, κι η δίψα του. Να κρύβεται από τους ανθρώπους. Να περνά μεσ’ από τ’ αγγλικά φυλάκια, τα στρατόπεδα των αιχμαλώτων, τα ναρκοπέδια, τρεις μήνες! Η πίστη που οδηγούσε τα βήματά του έχει κάτι το φοβερό. Πώς θα μπορούσε ο άνθρωπος αυτός να χωρέσει ξανά μέσα σ΄ ένα σπίτι, ν’ ανοίξει τη βρύση, να καθίσει στο τραπέζι και να κόψει ψωμί;
– Μπορούσε. Όχι μονάχα αυτός μα και όλοι τους. Όμως τώρα που γύρισαν θαρρείς πως τους χωρά κανένα σπίτι; Είναι σαν τον Αντώνη, το «σύνδεσμο». «Θα πάω εγώ» λένε και θέλουν να παλέψουν με τη Μοίρα για δεύτερη φορά. Το χρέος τους το κάμανε, μόνο να, η δουλειά δεν τελειώνει, κατάλαβες; Πρέπει να ξαναπεράσουν την έρημο.
– Μα τότες εγώ έχω δίκιο. Το σπίτι δεν τους χωρά.
– Τους χωρά, τους χωρούσε και τότε ακόμα, κάθε μέρα. Είχα ένα φίλο, Μιχάλη. Έτυχε να μας παν έξω από τη Μπεγκάζη, τότε που μας δώσαν να φυλάγουμε αιχμαλώτους. Στη Μπεγκάζη, πρέπει να σου πω, κατοικούσαν καμιά τριανταριά ελληνικές οικογένειες. Ένα μεσημέρι, σ’ ένα πάρκο, ο Μιχάλης έπιασε παρέα μ’ ένα παιδάκι ως πέντε χρονώ, που μιλούσε ελληνικά. Πιο κάτω καθόταν η μάνα του. Κάποτε τέντωσε τέντωσε τ’ αυτί της και πήρε τα ρωμέικά τους. Χίμηξε πάνω στο παιδί της να το φάει: «Δε σου ’πα να μη μιλάς μ’ α υ τ ο ύ ς ; » . Το ’δειρε κι ύστερα το φυλάκισε μέσα στα σκέλια της. «Σηκώθηκα κι έφυγα», μου ’λεγε ο Μιχάλης μ’ ένα πικραμένο χαμόγελο, «και το βράδυ, στη φρουρά, μου ξανάρθανε όλα τούτα στο νου. Κοίταξε, λέω, ποιος ξέρει τι να λένε των παιδιών για μας. Μα τι, ψωριάρικα σκυλιά είμαστε πια για να μη μας ζυγώνουν; Και κει στα σκοτεινά, που δε μ’ έβλεπε κανείς, άφησα τα δάκρυά μου και τρέχαν».
– Ω, ναι. Όταν εύρεις το δρόμο των δακρύων τότε το σπίτι δεν είναι πολύ μακριά.
– Μα και τ’ αντίστροφο. Πρέπει να βγεις από το σπίτι σου για να βρεις το δρόμο των δακρύων. Και δεν είναι όλοι οι δρόμοι τόσο απλοί. Είναι δρόμοι που απ’ αλλού ξεκινούν κι αλλού σε βγάζουν. Όταν μας αναγκάσανε ν’ αφήσουμε το καράβι μας, ο Πλαούδας, ο παλαιοημερολογίτης, πήγε και ξεκάρφωσε το κόνισμα τ’ Αι-Νικόλα και το ’βαλε στο σάκο του. Για να μας φυλάει, λέει, εκεί που πηγαίναμε. Στο σύρμα πια, ένα πρωί, τον είδα καθισμένο κατάχαμα σταυροπόδι και κάτι μαστόρευε. – Κώστα, για κοίτα, μου λέει και μου κλείνει το μάτι. – Τι είναι, μωρέ Πλαούδα, τον ρωτώ. – Να, κοίτα μονάχος σου, μου λέει κι ήταν όλο καμάρι. Σκύβω: Έίχε κόψει λουρίδες λουρίδες το κόνισμα τ’ Αι-Νικόλα και το ’φτιαχνε χάρακες. Ήταν λίγες μέρες που στον κλωβό μας είχαμε αρχίσει μαθήματα Γεωμετρίας και δεν είχαμε χάρακες.
– Τι έξυπνα που κάνεις τη δουλειά σου. Να σε παρομοιάσω με το Χριστό και τις παραβολές του ή με τη Χαλιμά και τα παραμύθια της; – Αχ, αλήθεια, θα ’χουμε και μεις ακόμα χίλιες νύχτες ολοδικές μας; – Μα ξέρεις, πιο πολύ μου θυμίζεις τους ναυτικούς που σταμπάρουν πάνω στο πετσί τους κι από μια γοργόνα, ένα λουλούδι, ένα όνομα σε κάθε λιμάνι που…
Ο Κώστας πήγε ν’ απαντήσει μα η Ελένη του ’κλεισε το στόμα. Τέντωσε τ’ αυτί της:
– Ακούω πατήματα στη σκάλα, να, βάζουν το κλειδί στην ξώπορτα. Τώρα;
Ο Κώστας σηκώθηκε μονομιάς, έριξε κάτι πάνω του.
– Σκεπάσου, της είπε. Πάω να δω.
Ακούστηκε η πόρτα ν’ ανοίγει, κάποιος μπήκε και την ξανασφάλιξε πίσω του.
– Γεια σου, τι τρέχει; του είπε ο Κώστας.
Ύστερα συνεχίσανε ψιθυριστά. Σε λίγο ο άλλος έφυγε. Ο Κώστας φάνηκε ξανά, ήρεμος μα κλειστός. Σα βράχος γυαλιστερός και ρυτιδωμένος.
– Πρέπει να φύγω αμέσως, της είπε κι έπιασε να ντύνεται γρήγορα.
– Μα ποιος ήταν; Δε μπορούσαν να περιμένουν ίσαμε αύριο;
– Κάποιος που δεν ξέρεις. Ευτυχώς που με βρήκαν εύκολα. Δεν έχω καιρό να σε περιμένω. Θα γυρίσεις μόνη σου. Ντύσου, σβήσε το φως και σύρε πίσω σου την ξώπορτα. Δε χρειάζεται κλείδωμα. Αν κάνεις γρήγορα, ίσως προφτάσεις το τελευταίο λεωφορείο.
– That’ s the way the world ends… είπε κείνη ειρωνικά. Καβαλιέρος να σου πετύχει… Τι ώρα θα σε δω αύριο;
Ο Κώστας έβαζε τη γραβάτα του. Ήρθε κοντά της και την κοίταξε μέσα στα μάτια, ήσυχα, μ’ ένα φως παράξενο που ερχόταν από μέσα βαθιά.
– Δε θα με δεις αύριο, ούτε μεθαύριο, Ελένη, κατάλαβέ με: Π ρ έ π ε ι ν α ξ α ν α π ε ρ ά σ ω τ η ν έ ρ η μ ο .
– Κώστα, είπε κείνη και με μια κίνηση έκανε τα μαλλιά της πίσω, στη γυμνή πλάτη. Ύστερα σάμπως ξαφνικά να κατάλαβε, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, το κορμί της ζάρωσε. Τα μάτια της άνοιξαν γεμάτα τρόμο.
– Κώστα, ξανάπε. Άλλα πέντε χρόνια; Μα τώρα…
Το χέρι με τα βαμμένα νύχια πίεζε τη γυμνή κοιλιά, σα να σκιρτούσε κιόλας εκεί μέσα η νέα ζωή.
– Γιατί το λες αυτό; Δεν ξέρω πόσο θα λείψω, όμως…
– Πάρε με μαζί σου, λοιπόν.
– Αδύνατο!
Με τον τρόπο που το ’πε, η Ελένη κατάλαβε πόση απόσταση τους χώριζε ακόμη. Είχε πάλι φύγει από κοντά της. Είχε ξανασφαλίσει ολόκληρος. Τα μάτια του κοιτούσαν μακριά, εξιχνιάζαν τον ορίζοντα της ερήμου.
– Κώστα, αχ Κώστα, δεν έπρεπε να με σφάξεις! Έπρεπε να με βαφτίσεις στα δικά σου νερά. Τώρα, ξέρω πως δε μπορείς να κάνεις αλλιώς, όμως δε σε καταλαβαίνω, δεν καταλαβαίνω τίποτα.
– Το ξέρω. Φταίω κι εγώ, μα ήρθαν όλα τόσο βιαστικά. Ποτέ μου δεν πίστευα…
– Κι εγώ που έλεγα πως η ευτυχία γίνηκε προσιτή, σαν τη θάλασσα. Ναι, σαν τη θάλασσα: έρχεται και φεύγει.
Ελύγισε στα δυο, έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες της και ξέσπασε σε λυγμούς.
Ο Κώστας στάθηκε από πάνω της μια στιγμή. «Αγάπη μου» της είπε. Άπλωσε το χέρι, μα πριν την αγγίξει το τράβηξε πίσω, έκανε μεταβολή κι έφυγε.
Όσο κατέβαινε τη σκάλα άκουε τους λυγμούς. Όταν βγήκε από το σπίτι οι φωνές της θάλασσας τα σκέπασαν όλα.
– Πάμε, είπε στον άλλο που περίμενε.
Περπατούσε και μπροστά του ήταν το σκοτάδι. Μα πέρα απ’ το σκοτάδι η ματιά του έψαχνε κι αναμετρούσε το σκληρό, το μακρύ μόχθο που τους περίμενε. Θυμήθηκε ένα συνάδελφό του, αγρότη από τον κάμπο της Θράκης: «’Οταν είναι θέρος, του έλεγε, κι οι θεριστάδες, κοντά στο μεσημέρι, είναι αποσταμένοι πια από τον κάματο και τη ζέστη, στήνουν δυο δεμάτια εκεί που δουλεύουν, ξαπλώνουν και, στη μικρή τους σκιά, βάζουν το κεφάλι τους. Παίρνουν ένα υπνάκο για δυο τρία λεπτά κι ύστερα πάλι σηκώνονται και ρίχνονται στη δουλειά. Έχουν να πουν πως αυτός ο ύπνος, ο τόσο σύντομος, είναι κι ο πιο γλυκός. Είναι ο ύπνος του θεριστή…». Κι εγώ που θάρρεψα πως «αποστρατεύτηκα»! Καημένη Ελένη… Μήτε μια μέρα καλά καλά. Έντεκα ώρες για τα πέντε χρόνια της αγωνίας. Κι άλλα πόσα ίσαμε να τελειώσει το θέρισμα;
Σα να ’ταν ο κάμπος μπροστά του, ο Κώστας στήλωνε τα μάτια μες στο σκοτάδι για να δει την άκρη του. Ο άλλος άρχισε επιτέλους να του μιλά. Η Ελένη και το δωμάτιο με το μεγάλο κρεβάτι και τη μυρωδιά των μαραμένων τριαντάφυλλων, μείναν πίσω πολύ, στα πόδια της θάλασσας. Τώρα οι δυο άντρες βάδιζαν μέσα στον κάμπο με τα τραχιά χώματα και τον αδυσώπητο ήλιο.

(1947)
Στρατής Τσίρκας : «Ο ύπνος του θεριστή» από τις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου
[σταχτες]

Πέτρος Κυρίμης, H Θρησκεία

Το χίλια εννιακόσα ογδόντα ο Κοσμάς ήτανε δώδεκα χρονών.

Ο πατέρας του σαράντα και ο θείος του – ο αδελφός του πατέρα του – θα πλησίαζε τα πενήντα.
Το χίλια εννιακόσα ογδόντα ο Κοσμάς πήγαινε στην έκτη δημοτικού, ο πατέρας του δούλευε την πέτρα στις οικοδομές και ο θείος του πάνω σε μια άλλη πέτρα προσπαθούσε να οικοδομήσει την εκκλησία κατά την εντολή του Θεού.
   Την προηγούμενη χρονιά ο Ολυμπιακός είχε πάρει το πέμπτο στη σειρά πρωτάθλημα και πήγαινε φουλ για το έκτο.
   Ο πατέρας του δεν είχε χάσει αγώνα. Ο Κοσμάς κυριακάτικη λειτουργία.
   Το χίλια εννιακόσα ογδόντα μια Κυριακή πρωί, όπως όλες τις Κυριακές, η μάνα του τον έντυνε με τα καλά του για να πάει στην εκκλησία του Άγιου Σπυρίδωνα, να βοηθήσει στη λειτουργία το θείο του που ήτανε παπάς εκεί.
   Ο πατέρας του βγαίνοντας από την τουαλέτα με τα σώβρακα και συνεχίζοντας να διαβάζει το «Φως των σπoρ», περνώντας δίπλα είπε σιγά, «από σήμερα εκκλησία τέρμα». Η μάνα του έμεινε με τα χέρια μετέωρα και το στόμα ανοιχτό.
   Μετά επιστρατεύοντας όλο το θάρρος της τόλμησε για δεύτερη φορά να εναντιωθεί. Η πρώτη ήταν πριν μερικά χρόνια όταν είχε μείνει πάλι έγκυος και ήθελε να κρατήσει το παιδί. Τότε είχε τολμήσει να πει το μεγάλο «Ναι» και είχε εισπράξει ένα μεγάλο «Όχι». Τώρα τόλμησε να πει εκείνη το « Όχι» και εισέπραξε ένα μεγάλο «Ναι».
   Ο πατέρας του δίνοντας στην εφημερίδα μια στράκα για να ισιώσει είπε ξανά «Ναι» και έτσι πήρανε τέλος εκείνες οι Κυριακές με τα θυμιατά και τις αγιαστούρες και αρχίσανε κάτι άλλες με κασκόλ κόκκινα του Θρύλου γύρω στο λαιμό του, καπέλα και φανέλες και γήπεδο Καραϊσκάκη και μετά τα εκτός έδρας, από Γιάννενα μέχρι Λάρισα κι από Πάτρα μέχρι Καλαμάτα.
   «Θρησκεία ήθελε η μάνα σου, θρησκεία σου έδωσα», του έλεγε κάθε φορά που στριμωγμένοι μαζί με χιλιάδες άλλους πάνω στις εξέδρες κοινωνούσαν κάποιο παιχνίδι του Θρύλου.
   Με το θείο του η τελευταία φάση έγινε ένα μεσημέρι Κυριακής μετά τη λειτουργία την ώρα που τρώγανε βιαστικά για να προφτάσουν να ανέβουν στη Λεωφόρο. Ήτανε το παιχνίδι του δεύτερου γύρου και οι Βαζέλες όλη την εβδομάδα απειλούσαν εκδίκηση του πρώτου γύρου που είχανε χάσει δυο – μηδέν.
   Ο θείος του μπήκε ξαφνικά με όλα του τα άμφια σε συναγερμό και άρχισε να κάνει κήρυγμα πάνω από το κεφάλι του πατέρα του που εκείνη την ώρα κάθε μπουκιά που έβαζε στο στόμα του ήτανε και ένα γκολ του Αναστόπουλου.
   «… τον έβγαλες από τον δρόμο του θεού και τον έβαλες στον δρόμο της αλητείας» κατέληξε.
   Ο πατέρας του σκούπισε το στόμα του με την πετσέτα και είπε σοβαρά.
   « Του πήρα έναν θεό και του έδωσα έντεκα».
   Και ίσως να είχε σταματήσει εκεί το θέμα ανάμεσα στα δυο αδέλφια, αν ο παπάς απάνω στη φούντωση από το άδικο, δε βλαστημούσε βλασφημία τρομερή.
   «Στο πυρ το εξώτερον και οι έντεκα θεοί σου…μπάλα να μη σταυρώσουν στα πόδια τους σήμερα…»
   Και η κατάρα έπιασε και οι έντεκα θεοί λίγο αργότερα μέσα στο γήπεδο είχανε γίνει μπαλαρίνες της κακιάς ώρας και μπάλα δε σταυρώσανε στα πόδια τους και έξι γκολ φάγανε κι ο πατέρας του μέχρι που φτάσανε στο σπίτι όλο «πούστη τραγόπαπα» έφτυνε και κάνανε πολλά χρόνια από τότε να μιλήσουν κι ο Κοσμάς σπούδασε πολιτικός μηχανικός, αφού πρώτα τέλειωσε το νυχτερινό Γυμνάσιο και Λύκειο κάνοντας όλες τις δουλειές που ο πατέρας του έβρισκε, μέχρι βρεγμένα αμύγδαλα πούλαγε στον ιππόδρομο και στο γήπεδο μαζί με τον πατέρα του σταμάτησε να πηγαίνει, παρά μόνο κρυφά στη Λεωφόρο πήγαινε και στον ένα θεό ξαναγύρισε, μόνο που τον λέγανε Βαζέχα και όταν πια ο πατέρας του το έμαθε, «πούστη τραγόπαπα» ξανά έφτυσε και θα τον αφήσουμε τώρα στον πόνο του, για να πάμε να δούμε τι είναι αυτή η βεράντα με θέα ξαφνικά στη ζωή του Κοσμά και τι σημασία έχει στην ιστορία μας, γιατί τα χρόνια περνάγανε κι ο Κοσμάς στον Πειραιά δεν ήθελε να πατάει το πόδι του πια, ούτε κόκκινο χρώμα δεν ήθελε να βλέπει παρά μόνο εκείνο το απαλό πράσινο, το ευγενικό, της ελπίδας και του τριφυλλιού, του κοσμοπολίτικου της Αθήνας, των ρετιρέ του περιφερειακού και του Κολωνακίου. Δεν ήθελε να θυμάται τη γούβα του Βάβουλα, τα Καρβουνιάρικα, την Πηγάδα και το Χατζηκυριάκιο. Και πάνω από όλα δεν ήθελε να τον λένε «γαύρο».
   Το δύο χιλιάδες δύο βρίσκει τον Κοσμά τριάντα τεσσάρων χρονών, ψηλό μελαχρινό κι ωραίο, με μια ελαφριά μαγκιά Πειραιώτικη απάνω του και έναν αέρα κοσμοπολίτικο ίδιο με το μπαρ που σύχναζε σχεδόν νύχτα παρά νύχτα, εκεί πίσω από το Χίλτον με τα δερμάτινα καθίσματα και τη βαριά δρύινη μπάρα. Είχε το όνομα του γνωστού μεγάλου φωτογράφου Νιούτον και στον έναν τοίχο τιμής ένεκεν πόζαραν δέκα γιγαντογραφίες με τα πιο γνωστά γυμνά μοντέλα του.
    Δέκα πανέμορφες γυμνές γυναίκες που η μόνη διαφορά τους ήταν το χνούδι της ήβης τους. Μαύρο, καστανό, ξανθό και καστανόξανθο.
   Ο Κοσμάς είχε ξεχωρίσει μία που αντί για ήβη είχε θαρρείς το ουράνιο τόξο σε μια απίστευτη μικρογραφία. Ο Μισέλ ο μπάρμαν κάθε φορά που τον έβλεπε να την κοιτάει δεν έχανε την ευκαιρία μες τη ζήλια του να του πετάει μελιστάλακτα: « Τα γνήσια, έχουν ένα χρώμα μωρό μου… αυτό είναι απλώς μπογιά.»
   Ο Κοσμάς κάθε φορά γύρναγε αργά την πλάτη στο ουράνιο τόξο και του έλεγε περιπαιχτικά ότι αφού είναι έτσι απλά τα πράγματα, βάφτο κι εσύ και ο Μισέλ τσαντιζότανε και πήγαινε επιδειχτικά στον δίπλα να ρωτήσει πώς λένε το άρωμα που φορούσε και πόσο ερεθιστικό ήτανε.
   Το μπαρ «Νιούτον» ήταν το στέκι «επιτυχημένων» ανθρώπων και κατά συνέπεια δεν άκουγες μέσα εκεί συζητήσεις ούτε για τον Μαρξ, ούτε για τον Νίτσε, ούτε καν για συγγραφείς και βιβλία και γενικά για τέχνη. Τα θέματα που τους ενδιέφεραν εκεί ήταν κατά σειρά ποδόσφαιρο, γυναίκες, επιχειρήσεις, ανέκδοτα. Και για τα τέσσερα δίνονταν μάχες κάθε φορά.
   Ο Κοσμάς μπήκε με τα τέσσερα και στα τέσσερα.
   Του άρεσε αυτή η ζωή, ήταν στην καλύτερη του φάση. Είχε φίλους πλούσιους και ασφαλείς. Του ενός ο πατέρας ήτανε υπουργός, του άλλου γνωστός δικηγόρος, του τρίτου εφοπλιστής με γραφεία κάτω στην ακτή Μιαούλη και βίλα στην Εκάλη και λίγο πολύ όλοι οι φίλοι και γνωστοί είχανε έναν πατέρα. Στην αρχή του είχε κάνει εντύπωση καθώς άκουγε να του συστήνουν κάποιον και μετά να συμπληρώνουν πως ο πατέρας του είναι ο τάδε ή ο δείνα. Ευτυχώς σε κείνον δεν χρειάστηκε, γιατί μάλλον θα το θεώρησαν αυτονόητο μιας και ο Κοσμάς έντεχνα δεν αναφερόταν σε στοιχεία της καταγωγής του.
   Είχε αγοράσει ένα μικρό ρετιρέ μερικούς δρόμους κάτω από τον περιφερειακό του Λυκαβηττού, πάνω ακριβώς από το γήπεδο της Λεωφόρου που η μια βεράντα έβλεπε «πιάτο» όλο τον αγωνιστικό χώρο και από την άλλη πλευρά μια πιο μεγάλη βεράντα που έβλεπε όλη την Αθήνα μέχρι κάτω Φάληρο και Καστέλα. Τη γειτονιά του δεν την έβλεπε γιατί ήτανε γούβα. Άλλωστε σε κείνη τη βεράντα δεν καθότανε ποτέ σχεδόν και είχε μόνο τα απαραίτητα έπιπλα.
   Την άλλη βεράντα όμως από την άλλη πλευρά την είχε διαμορφώσει σαν τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας.
   Στους τοίχους βοκαμβίλιες και αγιοκλήματα και μέσα σε περίτεχνες γλάστρες που κρέμονταν από ψηλά είχε βάλει γιασεμιά, γαριφαλιές, φυτά και λουλούδια διάφορα. Τα καθίσματα ήτανε ψηλά, έτσι που το καθένα έμοιαζε με θεωρείο. Έξι τον αριθμό. Τόσοι ήτανε και οι φίλοι που καλούσε κάθε φορά που είχε αγώνα στη Λεωφόρο.
   Στα ντέρμπι νοίκιαζε μιαν οικιακή βοηθό για όλο το απόγευμα να φτιάχνει καφέδες και ποτά έτσι που να μην χρειάζεται να μετακινούνται και να χάνουν φάσεις και κλείνανε τα κινητά τους και κάθε επαφή με τον έξω κόσμο.
   Γυναίκες άλλες απαγορευότανε να έρθουν. Το είχανε συμφωνήσει όλοι.
   Αυτές τις Κυριακές ο Κοσμάς τις χαιρότανε σαν παιδάκι, μόνο που δεν φορούσε κόκκινο κασκόλ όπως τότε με τον πατέρα του αλλά ούτε και πράσινο.
   Το σύμβολο των φιλάθλων του Παναθηναϊκού στον κύκλο του ήτανε το μπλέιζερ.
   Έτσι είχανε λοιπόν τα πράγματα και ο Βαζέχα ήτανε σαράντα δύο χρονών και πια έμπαινε στο παιχνίδι σαν αλλαγή τα τελευταία δέκα λεπτά.
   Ο θεός του Κοσμά λεγότανε «Λίμπε» τώρα.
   Ο πατέρας του εξακολουθούσε να πηγαίνει κάθε Κυριακή στον Ολυμπιακό και όπως του είχε πει τελευταία η μάνα του, είχε καταφέρει και το θείο του που είχε βγει στη σύνταξη να γίνει φανατικός οπαδός του Θρύλου. Δεν έχανε παιχνίδι. Μάλιστα πολλές φορές πριν τον αγώνα στο μεσημεριανό έκανε κάτι σαν δοξολογία υπέρ της νίκης.
   Η βεράντα με θέα είχε γίνει γνωστή στη μισή Αθήνα.
   Σάββατο βράδυ λοιπόν ο Κοσμάς ανοίγει την πόρτα του «Νιούτον». Οι φίλοι του τον περιμένανε.  Αύριο Κυριακή ο τίτλος παιζότανε στη Λεωφόρο μεταξύ του Πειραιά και της Αθήνας, χαράς ευαγγέλια στο μπαρ και ο Κοσμάς μπαίνοντας πάει όπως πάντα στον Μισέλ, που του είχε κι όλας ετοιμάσει το ποτό του.
   « Όλη η χαρά δική μου» του κάνει με σκέρτσο καθώς του βάζει στο χέρι το ποτήρι.
   Είχε ένα περίεργο χαμόγελο, όμως δεν έδωσε σημασία. «Πούστης είναι μπορεί να παίρνει ότι ύφος θέλει» σκέφτηκε.
   «Εμένα η δική μου ξέρεις πια είναι» λέει ο Κοσμάς και γυρνάει με το ποτήρι στο χέρι την πλάτη στο Μισέλ αρχίζοντας να ρεμβάζει το ουράνιο τόξο.
   «Το πραγματικό έχει άλλη χάρη όμως». Ο Κοσμάς δεν πρόλαβε να απορήσει που στο διάβολο ο Μισέλ ήξερε τη διαφορά, γιατί ένας φίλος του ήρθε κοντά και άρχισε να του λέει ότι ο τίτλος αύριο είναι δικός τους.
   Ο Κοσμάς χωρίς να πάρει τα μάτια του από τη φωτογραφία στον τοίχο, απάντησε ότι ο «θεός» θα βάλει δυο γκολάκια αύριο.
   Καθώς το είπε δεν μπόρεσε να μην κάνει τη σκέψη ότι για τον ίδιο λόγο, όμως για έναν άλλο «θεό» που είχε έρθει από την Βραζιλία στον Πειραιά, ο θείος του μαζί με τον πατέρα του αύριο πριν τον αγώνα, θα έκαναν την καθιερωμένη τους μεσημεριανή δοξολογία.
   Κι άλλοι φίλοι και γνωστοί πλησίασαν κι ο ένας έλεγε το μακρύ του κι ο άλλος το κοντό του γύρω από το αυριανό παιχνίδι και ένας τους ξάφνιασε γιατί ρώτησε αν μπορεί να φέρει στη βεράντα και τη φίλη του που το ήθελε πολύ.
   Ήτανε πλουσιόπαιδο κι ο καλαμπουρτζής της παρέας.
   Οι άλλοι τον αποπήραν με φωνές κι ο Κοσμάς του θύμισε τη συμφωνία που είχανε κάνει. Εκείνος έκανε πως θύμωσε, αλλά είπε στον Μισέλ να κεράσει όλη την παρέα και το θέμα έκλεισε εκεί. Μόνο που ο Κοσμάς είχε μια περίεργη αίσθηση σαν να παιζότανε κάποιο θέατρο και πρωταγωνιστής ήτανε ο ίδιος.
   Πήγε κάτι να προσθέσει όμως καθώς έπαιρνε αργά το βλέμμα του από τη φωτογραφία, εκείνο πήγε και συνάντησε μια γυναίκα μόνη, καθισμένη σχεδόν από κάτω, έτσι που ο Κοσμάς έκανε αμέσως τη σκέψη ότι η γυναίκα της φωτογραφίας, το μοντέλο με το ουράνιο τόξο στην ήβη, είχε πάρει σάρκα και οστά για χάρη του. Το ίδιο κόψιμο μαλλιών, το ίδιο χρώμα και καθώς συνέχιζε τις σκέψεις του πιο κάτω, φαντάστηκε μέσα από ένα μικρό αραχνοΰφαντο εσώρουχο να λαγοκοιμάται ένα απαράλλαχτο μικροσκοπικό ουράνιο τόξο.
   Μέσα στην ταραχή του γύρισε να ρωτήσει το Μισέλ και είχε ξεχάσει το αυριανό παιχνίδι – κάτι που καμιά γυναίκα μέχρι σήμερα δεν το είχε καταφέρει – και ο Μισέλ είχε ένα περίεργο ύφος και οι άλλοι φίλοι και γνωστοί σαν να είχανε αραιώσει γύρω του κι όταν γύρισε ξανά να κοιτάξει τη γυναίκα, ήρθανε πρόσωπο με πρόσωπο, γιατί εκείνη είχε σηκωθεί και είχε έρθει δίπλα του και ο Κοσμάς άκουσε να του λέει κάτι, αλλά δεν κατάλαβε με την πρώτη, γιατί ήτανε σίγουρος ότι θα άκουγε μια ξένη γλώσσα και αυτό που άκουσε ήτανε στα ελληνικά και όταν συνειδητοποίησε και την ερώτηση ξαφνιάστηκε πιο πολύ.
   «Είσαι ο Κοσμάς;»
   Η φωνή της είχε την μουσικότητα που είχανε όλες μαζί οι Σειρήνες του Οδυσσέα. Ο Κοσμάς αφέθηκε.
   «Ναι» μπόρεσε να πει.
   «Ήθελα πολύ να σε γνωρίσω».
   Ο Κοσμάς κοίταξε τη φωτογραφία και πήγε να πει «κι εγώ» αλλά συνήλθε.
   «Γιατί;» είπε μόνο.
   «Με λένε Ηλέκτρα,» είπε εκείνη «είναι απαραίτητο να στο εξηγήσω αυτή την στιγμή;»
   «Όχι,» πρόλαβε να πει ο Κοσμάς «απλώς εγώ είναι σα να σε ξέρω…»
   Εκείνη με άνεση πέρασε ανάμεσα σε δυο σκαμπό και στριμώχτηκε κοντά του.
   «Και πως αυτό;» γέλασε.
   Ο Κοσμάς της έδειξε με το βλέμμα τη φωτογραφία. Εκείνη γύρισε και το πρόσωπο της δεν έδειξε έκπληξη.
   «Δεν καταλαβαίνω» είπε.
   «Δεν πειράζει» είπε ο Κοσμάς «θα σου εξηγήσω κι εγώ αργότερα.»
   Είχε βρει πάλι τη ψυχραιμία του.
   «Τι θα πιεις;» ρώτησε καθώς ανέπνεε όλο το άρωμα της.
   «Μαρτίνι» είπε πάλι με άνεση εκείνη.
   Ο Κοσμάς έκανε νόημα στον Μισέλ που είχε στήσει αυτί τόση ώρα και μετά
κοίταξε ολόγυρα στο μπαρ. Μερικοί φίλοι και γνωστοί του φάνηκε ότι κρυφοκοίταζαν. Το απέδωσε στη ζήλια τους.
   Δίχως να το καταλάβουν είχαν κολλήσει ο ένας πάνω στον άλλον και το χέρι του Κοσμά είχε περάσει γύρω από τη μέση της.
   Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στη φωτογραφία καθώς ένιωσε τη λεκάνη της να πιέζει τη δική του και δεν μπόρεσε να μην κάνει τη σκέψη ότι σε λίγο θα έλυνε το μυστήριο του ουράνιου τόξου.
   Ήπιαν κι άλλο και μετά κι άλλο κι αυτό που έκανε τον Μισέλ να πετάξει το καρφί του με παράπονο «κι άλλοι αγαπήσανε, μα δεν έκαναν έτσι!», ήτανε τη στιγμή που ο Κοσμάς άγγιξε ελαφρά με τα χείλη του τα δικά της.
   Περασμένες τρεις έμπαιναν στο ασανσέρ με το μυαλό θολωμένο από το πιοτό και τον έρωτα. Ο Κοσμάς πάτησε το κουμπί για το ρετιρέ. Το ασανσέρ τους έβγαλε μέσα στο διαμέρισμα. Η Ηλέκτρα είχε ήδη μείνει γυμνή μέσα στα χέρια του Κοσμά. Τα ρούχα της μαύρα μετάξια στο σκούρο παρκέ.
   Η μουσική με αναστεναγμούς.
   Ο Κοσμάς άθελα του έκανε πάλι το συσχετισμό με τον Νιούτον και βρήκε ότι πάλι τον ξεπέρασε. Εκείνος μόνο τις φωτογράφιζε. Η Ηλέκτρα όρθια με τα δυο χέρια ψηλά πίσω στο σβέρκο της λικνιζότανε με τα πόδια ακούνητα.
    Ο Κοσμάς γονάτισε πίσω της γυμνός κι αυτός. Άρχισε να φιλάει αργά και απαλά τις φτέρνες της, ανέβηκε πίσω από τα γόνατα στις μικρές μυρωδάτες λακκούβες. Η Ηλέκτρα γύρισε κι ο Κοσμάς δίχως να σταματήσει να σέρνει απαλά τα χείλη του σήκωσε τα μάτια προς τα πάνω με την αγωνία να ξεδιαλύνει το μυστήριο του ουράνιου τόξου. Και είδε και θαύμασε. Όλα τα χρώματα ήταν εκεί, ήλιος και βροχή κι ουράνιο τόξο. Και όπως μετά βγαίνουν τα σαλιγκάρια, η γλώσσα του έγινε σαλιγκάρι διψασμένο και έβαλε ρώτα προς τα εκεί αργά και βασανιστικά και η Ηλέκτρα άρχισε να περνάει με μικρά βογκητά από το ένα χρώμα στο άλλο κι όταν ο Κοσμάς έφτασε στην κορυφή, εκείνη πέρασε σε ένα βαθύ κόκκινο το έβδομο χρώμα της ίριδας και από κάπου έξω ακουστήκανε σειρήνες περιπολικών ή ασθενοφόρων και έτσι σκέπασαν την κραυγή της λύτρωσης που έβγαλε η Ηλέκτρα και οι άνθρωποι δεν ξύπνησαν τρομαγμένοι ξημερώματα να αναρωτιούνται τι συμβαίνει.
   Το απόγευμα της Κυριακής τους βρήκε να κοιμούνται αγκαλιά τον ύπνο του μωρού που χόρτασε το γάλα της μάνας του.
   Τον ξύπνησε η δυνατή μυρωδιά του καφέ. Άνοιξε τα μάτια και είδε την Ηλέκτρα που φορούσε μόνο το πουκάμισο του να έρχεται κρατώντας έναν δίσκο στα χέρια της. Είδε τον καφέ του να αχνίζει. Μια γλυκιά αίσθηση τον συνεπήρε και δεν ήθελε να τελειώσει.
   «Καφές, τοστ και πορτοκαλάδα», είπε εκείνη καθώς άφηνε το δίσκο πάνω στα γόνατα του, «σου έφερα και τα τσιγάρα σου».
   Έσκυψε και τον φίλησε, μετά πήρε ένα τσιγάρο, το άναψε και ανέβηκε όρθια στο κρεβάτι. Πριν καθίσει δίπλα του οκλαδόν, ο Κοσμάς πρόλαβε να δει για άλλη μια φορά το ουράνιο τόξο της.
   «Είναι μια μόδα;» την ρώτησε καθώς έπινε μια γουλιά καφέ.
   Εκείνη δεν κατάλαβε και ο Κοσμάς της έδειξε με το βλέμμα προς τα κάτω. Εκείνη γέλασε.
   «Ήτανε μόδα στην Νέα Υόρκη πριν ένα χρόνο –είπε μετά- είμαι αεροσυνοδός και πάω κι έρχομαι συχνά, ήταν ιδέα ενός φωτογράφου νομίζω να ζωγραφίζει έτσι τα μοντέλα του…».
   «Ξέρω, του Νιούτον – είπε ο Κοσμάς- μια τέτοια φωτογραφία είναι και στο μπαρ …της μοιάζεις».
   «Ο Μισέλ είναι φίλος μου – συνέχισε εκείνη – παλιά ήτανε φροντιστής δουλεύαμε στην ίδια εταιρεία, εκείνος μου μίλησε πολύ για σένα, σε περιέγραφε έτσι που μου κίνησε την περιέργεια…μάλλον πρέπει να είναι λίγο ερωτευμένος μαζί σου» γέλασε.
   Ο Κοσμάς έσκυψε και τη φίλησε. Εκείνη κόλλησε απάνω του.
   Όπως ήτανε ξαπλωμένος ακούμπησε στα τυφλά τον δίσκο κάτω στο πάτωμα.
   Οι κλειστές κουρτίνες άφηναν να περνάει μέσα διακριτικά το φως του απογεύματος. Το γυμνό κορμί της είχε πάρει το χρώμα του χαλκού.
   «Είναι πολύ όμορφη» συλλογίστηκε. Έκανε να την σκεπάσει με το σώμα του και τότε ήταν που έφτασαν στο ρετιρέ οι πρώτες ιαχές των φιλάθλων που έφταναν στο γήπεδο. Ο Κοσμάς τινάχτηκε απάνω τη στιγμή που χτύπαγε επιτακτικά του κουδούνι της εξώπορτας.
   «Γαμώτο – βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του- ο αγώνας! ξεχάστηκα!»
   Πάτησε το κουμπί που άνοιγε την πόρτα κάτω και άρχισε να ντύνεται πυρετωδώς.
   Εκείνη τον κοίταγε κατάπληκτη. Δεν μπορούσε να καταλάβει.
   Άκουσε τον Κοσμά να ανοίγει τη πόρτα, φωνές και γέλια που έσβησαν από την άλλη μεριά του διαμερίσματος. Το κουδούνι ξανακτύπησε. Κάποιος αργοπορημένος σκέφτηκε. Σηκώθηκε κι άρχισε να μαζεύει τα ρούχα της από το πάτωμα αργά και συλλογισμένα. Ο Κοσμάς μπήκε. Είχε πάνω του μια έξαψη ίδια με εκείνη της προηγούμενης νύχτας καθώς σεργιανούσε πάνω στο σώμα της.
   «Σε ένα τέταρτο αρχίζει το παιχνίδι…» είπε και σταμάτησε καθώς την είδε ντυμένη «Μα τι κάνεις; Θα φύγεις;»
   «Τι θα ήθελες εσύ;»
   «Θα ήθελα να μείνεις. Σε δυο ώρες θα έχει τελειώσει και θα «είμαστε πάλι μαζί.»
   «Αν θέλεις να μείνουμε μαζί, τότε μείνε εδώ. Ξέχασε το ποδόσφαιρο, τουλάχιστον για σήμερα.»
   Ο Κοσμάς έκατσε στην άκρη του κρεβατιού. Στα αυτιά του έφταναν τα μεγάφωνα του γηπέδου, σε λίγο οι ομάδες θα έμπαιναν στο γήπεδο και κάτι που του άρεσε πάρα πολύ και δεν ήθελε να το χάνει, ήτανε αυτή η είσοδος καθώς οι δυο ομάδες σε παράταξη δίπλα-δίπλα έφταναν στη σέντρα και εκεί οι δυο αρχηγοί αντάλλαζαν αναμνηστικά σημαιάκια κι ο διαιτητής έστριβε το νόμισμα.
   Άκουγε τα σχόλια από τους φίλους της βεράντας σαν μακρινή μουσική.
   Από το μυαλό του πέρασε ο πατέρας του κι ο θείος του καθισμένοι στις θέσεις τους κάπου στις κερκίδες σίγουροι για τη νίκη της ομάδας τους. Αναρωτήθηκε τι έκανε τον πατέρα του πάνω από τριάντα χρόνια τώρα να μην χάνει παιχνίδι κάθε Κυριακή. Θυμήθηκε τα λόγια του την πρώτη φορά που τον πήρε μαζί του στο γήπεδο. «Θρησκεία ήθελε η μάνα σου, θρησκεία σου έδωσα.»
   «Όχι και θρησκεία, ρε πατέρα» σκέφτηκε «παιχνίδι είναι, κάποιοι παίζουνε και εμείς τους κοιτάμε, θεατές και μάλιστα από τη βεράντα. Το ποδόσφαιρο είναι το χόμπι μας.»
    Σήκωσε τα μάτια να πει στην Ηλέκτρα ότι ένα χόμπι είναι, μην τα μπερδεύει, αλλά η Ηλέκτρα είχε φύγει μέσα από το δωμάτιο.
   Βγήκε έξω καθώς στον αγωνιστικό χώρο έμπαιναν ο διαιτητής και οι δυο λάινσμαν. Το γήπεδο κατάμεστο από ένα πολύχρωμο πλήθος, οι φίλοι του καθισμένοι άνετα πάνω στα καθίσματα- θεωρεία κάπνιζαν και έλεγαν ανέκδοτα.
   Ο Κοσμάς θυμήθηκε πάλι τον πατέρα του που όταν του είχε μιλήσει για την βεράντα του και πως από  εκεί κάθε Κυριακή βλέπανε τον αγώνα, εκείνος είχε γελάσει και το μόνο που είχε πει ήτανε ότι, όπως υπάρχουνε καπετάνιοι του γλυκού νερού έτσι υπήρχαν και φίλαθλοι της βεράντας.
   Κοίταξε τις χιλιάδες το κόσμο μέσα στο γήπεδο. Όλοι αυτοί, σκέφτηκε, είχανε έρθει από παντού άλλος με αυτοκίνητο, άλλος με συγκοινωνία, άλλος με μηχανάκι και με τον ίδιο τρόπο θα γυρίζανε μετά. Από το πουθενά στο πουθενά. Σαν τις συναθροίσεις των χριστιανών παλιά, σα θρησκεία. Ξανακοίταξε τους φίλους του γύρω. Ένας είχε κάτι μικρά κιάλια στα χέρια του και προσπαθούσε να δει κάτι. Του θύμισε κάτι κυρίες στον ιππόδρομο.
   « Άλλο χόμπι κι άλλο θρησκεία» είπε δυνατά κι όλοι γυρίσανε με απορία.
   Μπήκε μέσα και πήρε το ασανσέρ. Πάτησε το ισόγειο και σε λίγο έξω από το γήπεδο αγόραζε ένα εισιτήριο στη «μαύρη» ανέβηκε στην εξέδρα με τα κόκκινα κασκόλ. Δε δυσκολεύτηκε να βρει τους δικούς του γιατί ο θείος του φορούσε τα παπαδίστικα. Ο πατέρας του χωρίς να τον κοιτάξει του έδωσε ένα μαξιλαράκι από αφρολέξ που λες και το κρατούσε μόνο γι αυτή την περίπτωση.
   Ο θείος του σηκώθηκε όρθιος κι άρχισε να φυσάει δυνατά μια χάρτινη καραμούζα.
   Ο Τζιοβάνι πήρε τη μπάλα στα πόδια του. Μια τρομπέτα έδωσε το σύνθημα «για τα «παιδιά του Πειραιά», ο Κοσμάς ένοιωσε σα να είχε πέσει με τα ρούχα στη θάλασσα και τώρα ήταν έξω στα βράχια να στεγνώνει.

*
Copyright©Πέτρος Κυρίμης

Μαρία Πετρίτση, “Το τρακ” -προδημοσίευση

Αρχείο 25/12/2012

[…]

Την Οφηλία την είδα για πρώτη φορά στην Αθήνα, στο καφενείο που κουβεντιάζαμε τα της προβολής. Όμορφη, απόμακρη και διστακτική. Φαινόταν αγχωμένη, παρόλο που εκείνο το βράδυ εμφανής λόγος άγχους δεν υπήρχε. Εκεί μέσα, τουλάχιστον.

Συζητούσα με τους φίλους της για το σύγχρονο θέατρο και για τις παραστάσεις μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, “Το τρακ” -προδημοσίευση»

Χάρης Γαντζούδης, Είμαι η Αλίκη

Αρχείο 18/12/2012

Από το βιβλίο του Χάρη Γαντζούδη, “Οι Πρώτες Σελίδες” (*), εκδόσεις Σαΐτα 

Είμαι η Αλίκη 

Ονομάζομαι Αλίκη. Το επίθετό μου δε θα ήθελα να το αναφέρω. Σπίτι μου εδώ και χρόνια είναι αυτή η κουβέρτα που τυλίγει τώρα το κορμί μου, τα λίγα τετραγωνικά του πεζοδρομίου που καλύπτει το σώμα μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χάρης Γαντζούδης, Είμαι η Αλίκη»

Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Πρώτη Ἀγάπη

Αρχείο 15/12/2012

Διήγημα ἀπὸ τὴ συλλογὴ ῾Νησιώτικες Ἰστορίες᾿

Πρέπει νὰ ἤμουν ὡς δώδεκα χρονῶν καὶ πρέπει νὰ ἦταν ἐκείνη ὡς ἕντεκα. Δὲ τὴν ἔβλεπα μήτε στὴν ἐκκλησιά, μήτε στὸν κλήδωνα, μήτε στὴ βρύση, μήτε στὸ παράθυρι. Ἡ μάνα της κι ἡ μάνα μου δὲν εἴχανε πολλὲς φιλίες.

Ἐκεῖ ποὺ τὴν ἔβλεπα δὲν εἴμαστε οἱ δυὸ μοναχοί. Εἴμαστε ὀχτὼ-δέκα ἀγόρια τῆς προκοπῆς, ἀποφασισμένα νὰ μάθουμε τί θὰ πεῖ παρέμφατο καὶ νὰ φέρουμε τὸν πολιτισμὸ στὸ χωριό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Πρώτη Ἀγάπη»