Χάρης Γαντζούδης, Είμαι η Αλίκη

Αρχείο 18/12/2012

Από το βιβλίο του Χάρη Γαντζούδη, “Οι Πρώτες Σελίδες” (*), εκδόσεις Σαΐτα 

Είμαι η Αλίκη 

Ονομάζομαι Αλίκη. Το επίθετό μου δε θα ήθελα να το αναφέρω. Σπίτι μου εδώ και χρόνια είναι αυτή η κουβέρτα που τυλίγει τώρα το κορμί μου, τα λίγα τετραγωνικά του πεζοδρομίου που καλύπτει το σώμα μου. Αποφάσισα να γεμίσω τις λευκές αυτές σελίδες με την ιστορία μου, ώστε όταν το τέλος φανεί και η μυρωδιά του σάπιου κορμιού μου οδηγήσει τα βήματα κάποιου δίπλα μου, να ξέρει ποια ήμουν. 

Γεννήθηκα πριν από πενήντα χρόνια σε ένα μικρό, ορεινό χωριό. Δεν έχει σημασία το όνομά του.   Αιτία της εγκατάλειψής μου στάθηκε η σχέση μου με έναν «Κύριο», λίγα χρόνια μεγαλύτερό μου.    Ήμουν δεκατεσσάρων ετών όταν ο πατέρας μου με πέταξε από τη ζεστασιά της οικογένειας. Την κρυφή μου σχέση έφερε στο φως η θεία Ασπασία, η αδερφή του πατέρα μου, που έτυχε να με δει με τον «Κύριο» στο μικρό δασύλλιο έξω από το χωριό.

«Εγώ δε θέλω πόρνες στο σπίτι μου» ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσα από τον πατέρα μου. Από τότε δεν τους ξαναείδα. Φίλοι, γνωστοί και συγγενείς με εγκατέλειψαν στον δρόμο.

Συνάντησα τον «Κύριο» λίγες ώρες μετά, στον σταθμό των τρένων. Μου έβαλε λίγα χρήματα στην τσέπη και με αποχαιρέτησε με την υπόσχεση πως θα έρθει να με βρει στην Αθήνα. Εκείνη ήταν και η τελευταία φορά που τον είδα. Αργότερα έμαθα τυχαία ότι παντρεύτηκε και περίμενε και το πρώτο του παιδί. Ας είναι καλά…

Φτάνοντας στην Αθήνα δεν ήξερα κανέναν. Ώρες-ώρες ένιωθα να με πνίγει αυτή η πόλη. Τις πρώτες μέρες έμεινα σε ένα μικρό ξενοδοχείο του κέντρου. Τα χρήματα όμως τελείωναν. Το κορμί μου άρχιζε να αδυνατίζει από την πείνα. Άρχισα να γυρνάω στους δρόμους και να παρακαλάω για μια δουλειά. Κανένας δε φάνηκε πρόθυμος να με βοηθήσει. Μόνο εκείνος…

Ήταν μια βραδιά του Φλεβάρη. Τα χρήματα μου είχαν τελειώσει. Καθόμουν σε ένα παγκάκι της πλατείας Βικτωρίας. Το κρύο τρυπούσε το σώμα μου. Με πλησίασε ένας νεαρός. Καλοντυμένος με ωραία χαρακτηριστικά. Με ρώτησε το όνομά μου. Φοβήθηκα και δεν του απάντησα.

«Το παίζεις δύσκολη;» με ρώτησε με έναν ειρωνικό τόνο στη φωνή. Σηκώθηκα να φύγω, με έπιασε από το χέρι και άρχισε να μου μιλάει γλυκά. Μου ζήτησε συγνώμη και μου πρόσφερε τσιγάρο. Του είπα πως δεν καπνίζω.

«Λοιπόν, θα μου πεις τι σου συμβαίνει;». Όσο περνούσε η ώρα ένιωθα όμορφα μαζί του. Του είπα την ιστορία μου χωρίς δισταγμό. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έδειξε κάποιο ενδιαφέρον για μένα.   Μου είπε να μη φοβάμαι. Πως τώρα είχα εκείνον.

Με οδήγησε σε ένα μικρό δωμάτιο με λιγοστά έπιπλα. Μου είπε πως αυτό θα είναι το σπίτι μου από εδώ και μπρος. Ήμουν αμήχανη μα μέσα μου ευχαριστούσα τον Θεό για την τύχη μου. Ύστερα από λίγο εκείνος έφυγε. Έμεινα μόνη μου στο μικρό δωμάτιο. Ήμουν πολύ κουρασμένη και ταλαιπωρημένη που με πήρε αμέσως ο ύπνος.

Νωρίς, το επόμενο πρωί, βρισκόταν και πάλι κοντά μου. Μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας δύο σακούλες. Στη μία, που ήταν πιο μικρή, είχε φαγητό.

«Σκέφτηκα θα πεινάς» μου είπε. Όταν τον ρώτησα για το περιεχόμενο της άλλης σακούλας μου απάντησε πως βιάζομαι. Μου ζητούσε να του μιλάω συνέχεια. Κάποια στιγμή με πλησίασε και μου έδωσε ένα φιλί. Τραβήχτηκα.

«Άκου να δεις, αν θέλεις να επιβιώσεις πρέπει να κάνεις ό,τι σου λέω. Μόνο εμένα έχεις τώρα» είπε με τόνο αυστηρό. Με πλησίασε ξανά. Άρχισε να μου σκίζει τα ρούχα. Τον παρακαλούσα να σταματήσει μα δε με άκουγε. Όρμησε πάνω μου σαν λυσσασμένο σκυλί. Η αντίστασή μου τον εκνεύρισε και άρχισε να με κτυπάει και να με βρίζει. Τρόμαξα τόσο πολύ που αφέθηκα στη μοίρα μου. Όταν τελείωσε, αφού ετοιμάστηκε να φύγει, μου είπε:

«Το μεσημέρι θα περάσει μια κοπέλα από εδώ. Εκείνη θα σου πει τι πρέπει να κάνεις και φρόντισε να την ακούσεις αν θες να τα πάμε καλά. Και μη σκεφτείς να φύγεις γιατί την έχεις βάψει».

Βρόντηξε δυνατά την πόρτα βγαίνοντας. Εγώ βρισκόμουν ακόμα στο κρεβάτι γυμνή και έκλαιγα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι γινόταν.

Το μεσημέρι ένας ήχος ακούστηκε στην πόρτα. Άνοιξα. Ήταν η κοπέλα που περίμενα. Το πρόσωπό της ήταν έντονα βαμμένο και τα ρούχα της δήλωναν αμέσως την ιδιότητά της. Έμοιαζε με τις κοπέλες που έκαναν πιάτσα στην πλατεία Βικτωρίας τα βράδια. Τις παρακολουθούσα εκείνες τις μέρες που βρισκόμουν στο δρόμο. Όλα είχαν ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου.

Η κοπέλα πέρασε και κάθισε στον πάτο του κρεβατιού. Μου είπε πως δεν είχαμε χρόνο. Τα μάτια μου άρχισαν να τρέχουν δάκρυα.

«Άστα αυτά τώρα. Με τον καιρό θα συνηθίσεις. Ο Στράτος μου είπε πως σου έφερε μια τσάντα με τα πράγματα της δουλειάς. Πού είναι;».

Εννοούσε τη μεγάλη σακούλα, την ύπαρξη της οποίας είχα ξεχάσει. Δίχως να χάσει χρόνο, η κοπέλα άρχισε να με βάφει. Το πρόσωπό μου καλύφθηκε από αρκετές στρώσεις λευκής πούδρας και τα χείλη μου με κόκκινο κραγιόν. Το σώμα μου έντυσαν προκλητικά ρούχα.

«Γύρω στις έντεκα θα βγούμε στην πιάτσα. Όταν βλέπεις κάποιο αυτοκίνητο, θα πλησιάζεις την πόρτα του συνοδηγού. Εκείνος θα κατεβάσει το τζάμι και θα σε ρωτήσει την τιμή. Θα στήνεις το σώμα σου προκλητικά και θα του μιλάς με αυτοπεποίθηση για να τον ανάψεις. Θα μπεις στο αυτοκίνητο και όλα τα άλλα άστα σε εκείνον».

Αυτά ήταν τα λόγια της «δασκάλας μου». Όταν πήγα να τη ρωτήσω κάποια πράγματα για εκείνη με σταμάτησε.

«Δεν έχουν σημασία αυτά. Πρέπει να μάθεις τη δουλειά αν θες να γλυτώσεις το τομάρι σου» ήταν η απάντησή της και συνέχισε «ο Στράτος δεν αστειεύεται, είναι ικανός για όλα».

Εκείνη τη νύχτα είχα τον πρώτο μου πελάτη. Πλησίασε με το αυτοκίνητό του και από το παράθυρο με κάλεσε να μπω μέσα. Με είδε που δίσταζα και για να με δελεάσει μου διπλασίασε την αμοιβή. Λίγο αργότερα βρέθηκα γυμνή σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. Όταν τελείωσε η πράξη, ένιωθα τη βρωμιά του στο σώμα μα και στην ψυχή μου. Η ρετσινιά της πόρνης είχε πλέον χαραχτεί πάνω μου. Και έγιναν όλα τόσο γρήγορα. Μέσα σε μία νύχτα η ζωή μου άλλαξε.

Μέσα στη βρωμιά στην οποία ζούσα και στους σκοτεινούς δρόμους γνώρισα τον έρωτα. Το όνομά του: Παύλος, ένας πλανόδιος μουσικός. Τριάντα χρονών, ψηλός με σκούρα μαλλιά και καθαρό βλέμμα. Μου φερόταν τρυφερά. Ερχόταν σ’ εμένα τις πρώτες πρωινές ώρες γιατί δεν ήθελε να νοιώθει την μυρωδιά κάποιου άλλου στο κορμί μου. Ναι τον ερωτεύτηκα μα δεν του το είπα ποτέ. Τι θα έβγαινε; Ποιός θα ήθελε για σύντροφο, γυναίκα, μάνα των παιδιών του, μια γυναίκα του δρόμου; Συχνά σκεφτόμουν πως αν τον είχα γνωρίσει πιο νωρίς, η ζωή μου θα ήταν διαφορετική. Δε θα πούλαγα το κορμί μου για λίγη επιβίωση, δε θα σερνόμουν στους δρόμους τώρα ψάχνοντας μια ήσυχη γωνιά για να περάσει και άλλη μια μέρα.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια ήμουν μία από τις πόρνες του Στράτου. Μια μέρα, αφού πέρασε να του δώσω τα χρήματα που είχα πιάσει την προηγούμενη νύχτα, με το που έφυγε, μάζεψα λίγα ρούχα σε μια βαλίτσα και εξαφανίστηκα. Άλλαξα περιοχή και δεν τον ξαναείδα από τότε.

Συνέχισα το πεζοδρόμιο για άλλα είκοσι χρόνια. Όμως ο χρόνος με γέρασε. Δεν περνούσε άλλο πια η μπογιά μου. Κι ας λένε πως η γριά κότα έχει το ζουμί…

Αυτά τα είκοσι χρόνια δούλευα μόνη μου. Δεν έβαλα κανέναν νταβατζή στο κεφάλι μου. Για αρκετό καιρό ζούσα καλά. Είχα νοικιάσει ένα δυάρι και το είχα κάνει κούκλα. Δε λυπόμουνα τα χρήματα. Τα ξόδευα όλα για ακριβά έπιπλα, ακριβά χαλιά και κουρτίνες. Έτσι δημιουργούσα την ψευδαίσθηση μιας κανονικής ζωής. Όπως όμως προανέφερα, η δουλειά τα τελευταία χρόνια δεν πήγαινε καλά. Οι άντρες προτιμούσαν τις νεαρές κοπέλες αλλοδαπής προέλευσης για να τους σβήσουν την κάψα που είχαν ανάμεσα στα σκέλια τους και, σαν να μην έφτανε αυτό, ξεκίνησαν και τα προβλήματα με την υγεία μου.

Πάνε πέντε χρόνια που ο γιατρός μου διέγνωσε καρκίνο στους πνεύμονες. Έκοψα το τσιγάρο και έκανα τις χημειοθεραπείες. Το σώμα μου στρογγύλεψε και τα μακριά, μαύρα μαλλιά μου έπεφταν στο μαξιλάρι. Άρχισα να αντιμετωπίζω οικονομικά προβλήματα. Δεν μπορούσα να κρατήσω πια το διαμέρισμα. Τα πούλησα όλα για να καλύψω τα έξοδά μου. Γλίτωσα από τον καρκίνο μα βρέθηκα ξανά στον δρόμο.

Την ημέρα γυρνάω από εκκλησία σε εκκλησία και ζητιανεύω. Παρακαλάω για λίγα χρήματα που θα μου εξασφαλίσουν άλλη μία μέρα την επιβίωση.

Όλα μου τα χρόνια τα πέρασα στους δρόμους. Δρόμοι δίχως φώτα. Στους δρόμους αυτούς πούλησα το κορμί μου για να επιβιώσω, σε αυτούς τους δρόμους είδα νέους ανθρώπους πεθαμένους στα πεζοδρόμια με μια σύριγγα καρφωμένη στο μπράτσο. Σε αυτούς τους δρόμους τριγυρνώ ακόμα μα τώρα είναι πλημμυρισμένοι από το φως της μέρας που με κάνει να βλέπω σε κάθε μου βήμα την κατάντια μου.

Είμαι η Αλίκη και αυτή είναι με δυο λόγια η ιστορία μου. Τώρα που νιώθω το τέλος να πλησιάζει, ένιωσα την ανάγκη να τη γράψω. Θα μπορούσα να γράψω πολλές σελίδες μα δεν πειράζει. Φτάνει που αυτός που θα με βρει, όταν η μυρωδιά από το σάπιο μου κουφάρι τον οδηγήσει εδώ, θα μάθει το όνομά μου και έτσι δε θα μείνω άγνωστη στη μνήμη κάποιου.

Είμαι η Αλίκη, η Αλίκη του δρόμου και έτσι θέλω να με θυμάσαι εσύ που θα σκύψεις με λύπη από πάνω μου μια μέρα ή μια νύχτα.

***

Creative Commons Χάρης Γαντζούδης – Μη εμπορική χρήση – Όχι παράγωγα έργα 3.0 Ελλάδα Εκδόσεις Σαΐτα

photo© DrtikolFrantišek and The Baruch Foundation