Αλέξανδρος Ζεν, Νύχτα φόνου

Ω ναι, τη θυμάμαι σα χτες εκείνη την ημέρα… Θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία: Δεκαπέντε Οκτωβρίου. Θυμάμαι τι ρούχα φορούσα, θυμάμαι πόσα τσιγάρα είχα καπνίσει, τι καφέ είχα πιει, που είχα παρκάρει τ’ αμάξι, θυμάμαι ακόμα και πόσο γεμάτο ήταν το φεγγάρι – ακριβώς μέχρι τη μέση. Θυμάμαι και το νεκρό βλέμμα των ματιών του… Αυτό καλύτερα απ’ όλα…
   Είχα ξυπνήσει πολύ νωρίς εκείνο το πρωί, δεν είχε καν ξημερώσει. Είχε ζέστη, ζέστη ασυνήθιστα γλυκιά για πρωινό του Οκτώβρη. Το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας είχε κάνει το κεφάλι μου βαρύ σαν μολύβι και είχε εξασθενίσει το ήδη αδύναμο στομάχι μου. Ήμουν ένα ζωντανό πτώμα που περιφερόταν άσκοπα απ’ το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα, από κει στην τουαλέτα, κι απ’ την τουαλέτα στο υπνοδωμάτιο. Δεν τα άντεχα καθόλου τα μεθύσια, ούτε τα ξενύχτια γενικά. Με θυμάμαι από έφηβο ακόμα να στριφογυρίζω για το πολύ δυο ώρες στο κρεβάτι μου και να σηκώνομαι γεμάτος τσίμπλες στα μάτια, πόνους στα πόδια και αλκοόλ στο αίμα για να συρθώ μέχρι τη λεκάνη. Τις άλλες νύχτες βέβαια έκανα υπέροχους ύπνους. Μέχρι εκείνο το βράδυ της δεκάτης πέμπτης δεν ήξερα καν τι θα πει η λέξη ‘αϋπνία’. Κοιμόμουνα βαριά και ήσυχα για τουλάχιστον οχτώ ώρες – απολάμβανα ύπνο! Εκείνο το πρωινό πάντως, για να επιστρέψω και στο θέμα, το πρώτο πράγμα που έκανα όταν σηκώθηκα δεν ήταν να συρθώ μέχρι την τουαλέτα, αλλά να συρθώ μέχρι την κουζίνα, όπου θα έφτιαχνα το μόνο πράγμα που θα μπορούσε κάπως να με ζωντανέψει: έναν διπλό ελληνικό καφέ, μαζί με ένα φτηνό παλ μαλ τσιγάρο. Και όντως, με την πρώτη κιόλας γουλιά ένιωσα το σώμα μου να συνέρχεται. Το μυαλό μου πάλι, όχι και τόσο…
Πέρασα τις ώρες της ημέρας συμπληρώνοντας έγγραφα για τη δουλειά και διαβάζοντας το βιβλίο που είχα αφήσει από καιρό στη μέση: τον Ξένο του Καμύ. Ποτέ δε μπόρεσα να καταλάβω τι το τόσο σπουδαίο έβλεπε ο κόσμος σ’ αυτό το βιβλίο. Εμένα πολλές φορές με κούραζε… Το μεσημέρι δεν είχα καθόλου όρεξη για μαγείρεμα, οπότε παρήγγειλα μια πίτσα απ’ έξω. Και κατά τις έξι το απόγευμα είχα ραντεβού για καφέ με την Μαρία στο κέντρο.
   Θυμάμαι συζητούσαμε για το γάμο – κάναμε τις πρώτες προετοιμασίες. Είχε φέρει δείγματα από προσκλητήρια για να διαλέξουμε μαζί. Της είπα ότι δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου το προσκλητήριο, δε μ’ ενδιαφέρει τίποτα εκτός απ’ το να είμαι μαζί της. Μου χαμογέλασε. Τίποτα δε μπορούσε να μου φτιάξει περισσότερο τη διάθεση από ένα χαμόγελό της. Ολόκληρο το πρόσωπο της φωτιζόταν κάθε φορά που τα λεπτά της χείλη κοιτούσαν προς τα πάνω. Πλησίασα αργά και τη φίλησα για ώρα, παθιασμένα, μέχρι να μας επαναφέρει τελικά ο εκνευριστικός σερβιτόρος που κουβαλούσε τους καφέδες μας. Τελικά δεν αποφασίσαμε ποτέ το προσκλητήριο, το άφησα πάνω της, κι όταν πια ο ήλιος είχε πέσει και το σκοτάδι είχε αρχίσει να απλώνεται πάνω απ’ τη μεγάλη πόλη, φιληθήκαμε ξανά, αποχαιρετιστήκαμε και τραβήξαμε ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του… Ποτέ μου δε θα πίστευα ότι εκείνη η φορά θα ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπα το πρόσωπο της, που θα άκουγα τη φωνή της, που θα κοίταγα στα μάτια της, που θα άγγιζα τα χείλη της…
   Είχα παρκάρει το αμάξι πολύ μακριά απ’ το καφέ που είχαμε καθίσει, τουλάχιστον είκοσι λεπτά περπάτημα. Φυσικά τέτοια ώρα στο κέντρο θα έπρεπε να νιώθω τυχερός μόνο και μόνο που είχα καταφέρει να βρω θέση, μα το περπάτημα δεν το άντεχα καθόλου, και πάντα παραπονιόμουν αν είχα πάνω από ένα χιλιόμετρο να διανύσω με τα πόδια. Γι’ αυτό και όταν έφτασα στο κακόφημο στενό της οδού Αλεξάνδρου, δεν το σκέφτηκα καθόλου πριν μπω και κόψω δρόμο. Θα γλίτωνα περίπου τριακόσια μέτρα. Χα, το σκέφτομαι σήμερα ότι όλα αυτά έγιναν για τριακόσια μέτρα και μου φαίνομαι τόσο γελοίος…
   Καθόταν στα σκαλιά, ακριβώς έξω απ’ το μισογκρεμισμένο και ερειπωμένο αρχοντικό με τον αριθμό επτά, δίπλα στην ανοιγμένη χαρτόκουτα που χρησιμοποιούσε για κρεβάτι. Φορούσε ένα παλιό, ξεσκισμένο μπλουτζιν κι ένα λεπτό, μπεζ πουκάμισο, απ’ το οποίο έλειπαν δυο κουμπιά στο ύψος του στομαχιού. Το πρόσωπό του ήταν τρομακτικό, απόκοσμο, τα μάγουλα του έμοιαζαν φαγωμένα, τα μικρά του μάτια πρησμένα και ρυτιδιασμένα, γεμάτα μαύρους κύκλους, το στόμα του ξερό. Μόνο το μακρύ, γκρίζο του μούσι είχε κάτι το μεγαλοπρεπές, έμοιαζε λες και ήταν βγαλμένο από τη Βίβλο. Ήταν λεπτός και αδύναμος, με το ζόρι φαινόταν να κρατάει το κεφάλι του όρθιο. Θα ήταν το πολύ εξήντα χρονών, μα έμοιαζε τουλάχιστον ενενήντα. Δεν το κρύβω πως το όλο θέαμα του μου προκάλεσε αηδία… Τον κοίταξα και με κοίταξε πίσω. Τα μάτια του ήταν άδεια, κενά, λες και ήταν ήδη νεκρός…
   Σηκώθηκε απ’ τη θέση του με δυσκολία και με βιαστικές κινήσεις άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος μου. Άνοιξα το βήμα μου. Δεν ήταν ότι τον φοβήθηκα, απλά ήθελα να τον αποφύγω… Άκουσα τη λεπτή και κουρασμένη φωνή του πίσω από την πλάτη μου: «Γεια σου φίλε, μήπως έχεις μερικά ψιλά;» Συνέχισα να περπατάω χωρίς να απαντήσω. Με ακολουθούσε κατά πόδας. Ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις έναν τέτοιο άνθρωπο να περπατάει τόσο γρήγορα, ήταν άξιον απορίας πως τον κρατούσαν ακόμα τα πόδια του. Έφτασε ακόμα πιο κοντά μου. «Συγγνώμη, φίλε…» «Όχι, τον διέκοψα απότομα, χωρίς καν να γυρίσω να τον κοιτάξω. Δεν έχω τίποτα.» Πίστεψα ότι θα σταμάταγε, ότι δεν θα έδινε περισσότερη σημασία σε έναν τυχαίο περαστικό που ήθελε απλά να πάει σπίτι του, μα αντιθέτως, με δυο απότομες κινήσεις βρέθηκε μπροστά μου, να μου κλείνει το δρόμο και να με κοιτάει στα μάτια. «Φίλε, μήπως έχεις μερικά ψιλά;» με ξαναρώτησε. «Σου είπα όχι, δεν έχω τίποτα,» απάντησα και προσπάθησα να φύγω, μα έκπληκτος συνειδητοποίησα ότι είχα σχεδόν παραλύσει όρθιος στη μέση του δρόμου. Καθόμουνα για ώρα – ή έστω λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες – και τον κοίταζα βαθιά μέσα στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο μίσος, πρώτη φορά έβλεπα τόσο μίσος μέσα σ’ ένα ζευγάρι ανθρώπινων ματιών. Ένιωθα πως μ’ έπνιγε αυτό το βλέμμα. Κι εκεί ήταν που άρχισα να φοβάμαι…
   «Α… Δεν έχεις τίποτα…» είπε εκείνος, συνεχίζοντας να με κοιτάει με τα απάνθρωπα, ψυχρά του μάτια. «Όχι, τίποτα,» απάντησα χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής μου. Κοιταχτήκαμε για λίγο ακόμα, ώσπου άρπαξε το αριστερό μου χέρι απ’ τον καρπό και με τράβηξε προς τα πίσω. «Έλα λίγο μαζί μου,» μου είπε αδύναμα. «Άσε με ήσυχο,» του απάντησα θυμωμένος και τράβηξα το χέρι μου για να το ελευθερώσω. «Ρε έλα που σου λέω,» συνέχισε ξαναγραπώνοντας με. «Όχι, άσε με,» φώναξα τρομαγμένος προσπαθώντας πάλι να ελευθερώσω το χέρι μου, μα αυτή τη φορά χωρίς αποτέλεσμα. Με είχε σύρει τουλάχιστον δέκα μέτρα πίσω όταν άρχισα να πανικοβάλλομαι. Ξανατράβηξα το χέρι μου με περισσότερη δύναμη, το ελευθέρωσα, και του έριξα μια δυνατή σπρωξιά. Ο γέρος έπεσε κάτω στην άσφαλτο, μα, για κάποιο λόγο που ακόμα δε μπορώ να εξηγήσω, δεν το έβαλα στα πόδια, έμεινα εκεί, στο ίδιο σημείο, σχεδόν πετρωμένος… «Άσε με ήσυχο!» του φώναξα. Εκείνος σηκώθηκε με δυσκολία και έτρεξε – όσο μπορούσε να τρέξει – κατά πάνω μου. Τον ξαναέσπρωξα και ξαναέπεσε κάτω. «Τι θέλεις από μένα;» τον ρώτησα σχεδόν κλαίγοντας. Ο γέρος, χωρίς να δώσει καμία σημασία στα λόγια μου, ξανασηκώθηκε, μα αυτή τη φορά κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι μπύρας στο δεξί του χέρι, με στόχο να το προσγειώσει στο κεφάλι μου. Φυσικά δεν τα κατάφερε. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής, γράπωσα τον καρπό του χεριού του και με το άλλο μου χέρι του έριξα μια γροθιά στο στομάχι. Άφησε το μπουκάλι μπύρας να πέσει κάτω και να σπάσει σε κομμάτια, και με τις παλάμες του τύλιξε το σημείο που τον είχα χτυπήσει. Ήξερα πως πλέον δε μπορούσε να μου κάνει τίποτα… Του έριξα άλλη μια γροθιά όσο ήταν σκυμμένος πάνω απ’ το στομάχι του, μα αυτή τη φορά στη μύτη. Την έσπασα… Κύλησε αίμα πηχτό και σκούρο, ποτισμένο με ουσίες. Ο γέρος έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με βουβούς λυγμούς. Τον ξαναχτύπησα στο πίσω μέρος του κεφαλιού και τον σώριασα κάτω. «Βρωμοπρέζακα!» φώναξα και του έριξα μια δυνατή κλωτσιά στα πλευρά. Εκείνος έσκουξε φωναχτά. «Πουτάνας γιε!» ξαναφώναξα και ξανακλώτσησα. Ο γέρος ήταν αναίσθητος. «Άσε με ήσυχο καριόλη!» φώναξα για μια τελευταία φορά, πριν αρπάξω ένα άλλο μπουκάλι μπύρας που ήταν πεταμένο δίπλα του και του το φέρω στο κεφάλι, όχι μια, αλλά τουλάχιστον τρεις φορές. Το κρανίο του άνοιξε στα δυο σαν όστρακο. «Άσε με ήσυχο,» ψέλλισα πριν ακόμα καταλάβω τι είχε γίνει – τι είχα κάνει…
   Έμεινα πάνω απ’ το σώμα του για ώρα, μαρμαρωμένος και θολωμένος. Ο γέρος δεν κουνιότανε καθόλου. Έσκυψα προσεκτικά κάτω στο δρόμο και γύρισα το γεμάτο αίματα κορμί του ανάσκελα. Τα μάτια του ήταν ακόμα ανοιχτά και με κοιτούσαν, μα πλέον δεν υπήρχε ούτε μίσος, ούτε κακία μέσα τους. Πλέον δεν υπήρχε τίποτα… Προσπάθησα να καταλάβω αν είχε σφυγμό. Δεν είχε…
Ναι, θυμάμαι ακόμα πολύ καλά τον ψυχρό αέρα που φύσηξε εκείνη τη στιγμή στην οδό Αλεξάνδρου. Θυμάμαι και το φως του μισογεμάτου φεγγαριού που έπεφτε στα άδεια μάτια του. Θυμάμαι και τις κηλίδες μαύρου αίματος στην άσφαλτο… Το άψυχο του πτώμα… Το μόνο που δε θυμάμαι… είναι τι έκανα μετά…
©Αλέξανδρος Ζεν
Image Source: Chase Bickel 

Γιώργος Μαραζάκης, Τριπλό άξελ

Mυρτώ την είχανε βγάλει, όπως τη μακαρίτισσα τη γιαγιά της. Μυρτούλα την φώναζε η Κυρία Ευανθία, η μάνα της. «Έλα Μυρτούλα μου, ξύπνα θα αργήσεις» της έλεγε τα πρωινά. Όταν την βαφτίζανε, οχτώ μηνών μωράκι κοιτούσε την κόρη της και έβλεπε ένα ηλιοκαμένο αδύνατο κορίτσι να τρέχει ξυπόλυτο στην αμμουδιά. Μα η Μυρτούλα μεγάλωσε κι έγινε το αντίθετο, χλωμή και παχουλή. Ένα νωθρό μελαγχολικό κορίτσι. Μόνο δυο στρογγυλές πιτσιλιές κόκκινο χρωμάτιζαν τα φουσκωτά της μάγουλα.

 

Καθόταν στο θρανίο σκυφτή με το μολύβι στο χέρι. Η δασκάλα μιλούσε και αυτή ζωγράφιζε καρδούλες στην λευκή πρώτη σελίδα του βιβλίου χωρίς να την ακούει.
Όλα της τα βιβλία ήταν νοικοκυρεμένα, και προστατευμένα με διάφανο ντύμα. Είχαν πολύχρωμα αυτοκόλλητα με στρασάκια στο εξώφυλλο και μια ροζ ετικέτα στην γωνία. «Μυρτώ Λαμπροπούλου, μαθήτρια της πέμπτης δημοτικού.» Δεν ήταν τσαλακωμένα στις γωνίες. Μέσα όμως ήταν γεμάτα ζωγραφισμένες καρδούλες. Καρδούλες και το όνομα Γιάννης. «Μυρτώ τι λέγαμε τώρα;» συνήθιζε να την ρωτάει η δασκάλα κι αυτή ποτέ δεν ήξερε τι να απαντήσει. Άκουγε την μονότονη φωνή που αντηχούσε στην τάξη χωρίς ποτέ να προσέχει τα λόγια. Οι κόκκινες πινελιές απλώνονταν τότε σε όλο της το πρόσωπο και τα άλλα παιδιά κρυφογελούσανε. Δεν την ένοιαζε όμως. Το είχε συνηθίσει. Μόνο το τραγουδάκι την πείραζε. Το ξεκινούσε ένα από τα παιδιά και το συνεχίζανε όλοι χορωδία∙ και ο Γιάννης μαζί. Ένα στιχάκι ήταν όλο κι όλο μα όποτε τους κολλούσε μπορούσαν να το επαναλαμβάνουν για ολόκληρο το διάλειμμα.
Έρχεται η Μυρτώ
κρύψτε το φαγητό
Έρχεται η Μυρτώ
κρύψτε το φαγητό.

Δεν το άκουγε πάνω από δύο τρεις φορές. Κρυβόταν σε κάποια ευχάριστη σκέψη και οι φωνές τους γινόντουσαν μακρινοί υπόκωφοι ήχοι. Χανόταν σε μακρινούς κόσμους με ξωτικά και νεράιδες. Όλο και κάποια καλόκαρδο Τζίνι που έδινε τρεις ευχές σύχναζε εκεί. Με την πρώτη ευχή γινότανε όμορφη και με την δεύτερη τα έφτιαχνε με τον Γιάννη. Φορούσε ένα ροζ φόρεμα και καθόντουσαν μαζί στο παγκάκι της πίσω αυλής. Η Τρίτη ευχή άλλαζε κάθε φορά.
Τα απογεύματα τα περνούσε μπροστά στην τηλεόραση. Περίμενε όλη τη βδομάδα με λαχτάρα τη μέρα που έπαιζε candy candy. Έπαιρνε κρυφά τρεις τέσσερις χούφτες σοκολατάκια και στηνόταν μπροστά στην ασπρόμαυρη συσκευή. Όταν ο Antony έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε η Μυρτώ οριστικοποίησε την τρίτη της ευχή. Θα τον ανάσταινε για να παντρευτεί την Candy.
Τα χρόνια περνούσαν και η Μυρτούλα μεγάλωνε. Όχι μόνο στα χρόνια αλλά και στις διαστάσεις. Γύριζε από το σχόλιο και κλεινόταν στο δωμάτιο της. Της είχε κάνει δώρο η θεία της μια φορητή τηλεόραση και την είχε στο κοριτσίστικο δωμάτιο ανάμεσα σε αρκουδάκια και κούκλες. Την εποχή που έδειχνε καλλιτεχνικό πατινάζ έβγαινε από το δωμάτιο μόνο για να πάει στο περίπτερο να αγοράσει σοκολάτες και πατατάκια. Παρακολουθούσε εκστασιασμένη, με το στόμα μπουκωμένο. Φανταζόταν τον εαυτό της να γλιστράει στο πάγο. Αδύνατη και όμορφη ελίσσεται με μπρίο ενώ το δαντελένιο της φόρεμα ανεμίζει στον ρυθμό της μουσικής.
Βραδιά καλλιτεχνικού πατινάζ ήταν και όταν έφυγε ο πατέρας της από το σπίτι. Είχε χαμηλώσει τον ήχο και κρυφάκουγε. Είχε σταματήσει να αναπνέει για να κάνει ησυχία. Δεν τα άκουγε όλα. Μόνο σκόρπιες λέξεις, πνιχτά κλάματα, τον μεταλλικό ήχο από το κούμπωμα της μεγάλης βαλίτσας, κάτι μισοτελειωμένες προτάσεις, η πόρτα που κλείνει. «Την κόρη σου δεν την σκέφτεσαι;» Όταν η Ευανθία άρχισε να κλαίει με λυγμούς η Μυρτώ σταμάτησε να ακούει. Κρύφτηκε πάλι σε κάποιον από τους κόσμους της. Ήταν μεγάλη και όμορφη εκεί. Ένα πρώην ασχημόπαπο. Είχε τρία παιδιά και ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι με κεραμίδια στην εξοχή. Είχε μια στρογγυλή πέργκολα στην αυλή και μια λιμνούλα με χρυσόψαρα στον κήπο.
«Διάβαζε Μυτούλα μου» της έλεγε η μάνα της πριν τις μεγάλες εξετάσεις. «Διάβαζε να ξεφύγεις εσύ τουλάχιστον». Και η Μυρτούλα που είχε μεγαλώσει σε όλες τις διαστάσεις ήξερε πως αυτό έπρεπε να κάνει. Έπαιρνε το βιβλίο και μερικά κομμάτια από τον κορμό σοκολάτα, που έφτιαχνε η Ευανθία για να την καλοπιάνει και διάβαζε. Διάβαζε μα από τα μισά της πρώτης σελίδας σταματούσε να αποτυπώνει τα γράμματα στο μυαλό της. Χανόταν σε φοιτητόσπιτα και χαρούμενες παρέες. Έβλεπε τον εαυτό της αδύνατο στην νοικοκυρεμένη γκαρσονιερούλα με τις σιέλ κουρτίνες. Στον καναπέ ένας νέος με καστανό μαλλί άκουγε μουσική. Άλλες φορές τον λέγανε Μπράντον κι άλλες Ντύλαν. Όταν βγήκε η βαθμολογία δεν έκλαψε. Ήταν Πέμπτη, είχε τα χτυποκάρδια στο Μπέβερλυ χιλς το βράδυ. Τα είδε στην μικρή της τηλεόραση συντροφιά με τρία πακέτα σοκολατένια μπισκότα και πατατάκια.
Τα μάτια της ίσα που φαινότανε από το φουσκωμένο πρόσωπο της. Το κόκκινο στα μάγουλα της είχε πάλι απλωθεί. «Μάλιστα κύριε Γεωργίου» ψέλλιζε στις παύσεις της φωνής του.
«Θα περίμενα περισσότερη υπευθυνότητα Δεσποινίς Μυρτώ»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
«Η καλή από την κακή δουλειά διαφέρει μόνο στις λεπτομέρειες»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
«Τα λάθη είναι ανθρώπινα αρκεί να μην επαναλαμβάνονται»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
Αυτός μιλούσε μα η Μυρτώ δεν άκουγε. Είχε ήδη χαθεί στην χαρούμενη σκέψη της. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν νεράιδα μα άνθρωπος κανονικός. Τον λέγανε Φάνη. Το βράδυ θα πηγαίνανε σινεμά. Προτιμούσαν τον κινηματογράφο γιατί ήταν και οι δυο ντροπαλοί. Ο κινηματογράφος έδινε μια λύση στις αμήχανες σιωπές τους. Πριν πάνε, συζητούσαν για το έργο που θα δουν και μετά που φεύγανε για αυτό που είδαν. Βγαίνανε εδώ και τρεις μήνες. Περπατούσανε δίπλα δίπλα και ο κόσμος τους κοιτούσε. Ο Φάνης ήταν πολύ αδύνατος, καμπούριζε και λίγο. Είχε πατήσει τα εικοσιτέσσερα μα η ακμή δεν είχε φύγει από το πρόσωπο του. Φορούσε και κάτι χοντρά γυαλιά μυωπίας. Τις πρώτες φορές που βγήκαν, η Μυρτώ προσπαθούσε να οδηγεί τις συζητήσεις. Αυτός απαντούσε μονολεκτικά με μια μονότονη φωνή που έβγαζε από τη μύτη. Η κατάσταση βελτιώθηκε λίγο με τον κινηματογράφο. Μετά τα πρώτα δέκα – δεκαπέντε ραντεβού ολοκλήρωσαν και την σχέση τους. Οι γονείς του Φάνη λείπανε στο χωριό και την κάλεσε σπίτι. Ήταν και για τους δύο η πρώτη φορά. Νευρική και αγχωμένη. Ρούχα που δεν βγαίνανε εύκολα, παράξενα κουμπώματα σουτιέν, φακελάκια προφυλακτικών που δεν άνοιγαν, αγωνιώδεις ανιχνεύσεις ανατομικής φύσεως, σουμιέδες που τρίζανε επικίνδυνα. Πάντα είναι η δύσκολη η πρώτη φορά. Μια από τις επόμενες μέρες θα ερχόταν και η δεύτερη, αυτή θα ήταν καλύτερη έλεγε η Μυρτώ. Μετά φανταζόταν τον γάμο και το σπιτικό τους. Πηγαίνουν βόλτα στην παιδική χαρά και ο Φάνης κρατάει από το χέρι την κόρη τους, ένα ηλιοκαμένο αδύνατο κοριτσάκι.
«Λίγη περισσότερη προσοχή σε παρακαλώ»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου».
Όταν της είπε να χωρίσουν ήταν η πρώτη φορά που μίλησε τόσο πολύ. Η Μυρτώ είχε καρφώσει το βλέμμα στο πάτωμα. Της έλεγε ότι είναι ακόμα νέος για σοβαρή σχέση και ότι θέλει να ασχοληθεί εντατικότερα με τις σπουδές του. Ήδη είχε σταματήσει να τον προσέχει. Άκουγε μόνο τον ήχο της φωνής να βγαίνει από την μύτη του. Φανταζόταν το γιατρό με την πειραματική μέθοδο. Χρειαζόταν μια εθελόντρια να δοκιμάσει την νέα θεραπεία. Σε τρεις μήνες θα ήταν αδύνατη και όμορφη με τα νέα επαναστατικά χάπια. Θα είχε οποίον ήθελε στα ποδιά της. Θα την έβλεπε ο Φάνης στην καφετέρια αγκαλιά με εκείνο το ψηλό παιδί από το τμήμα προμηθειών και θα έβαζε τα κλάματα. Ας πρόσεχε, ας πρόσεχε.
Την άλλη μέρα ήταν η πρώτη φορά που δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήρε τηλέφωνο στη δουλειά και είπε ότι είναι άρρωστη. Έμεινε όλη μέρα στο δωμάτιο να βλέπει τηλεόραση. Κάθε λίγες ώρες έπαιρνε τηλέφωνο να παραγγείλει φαγητό. Πίτσα, σουβλάκια, κρέπες. «Τι έχεις Μυρτούλα μου» την ρωτούσε η μάνα της. «Γιατί δε μου λες;»
Ο καιρός περνούσε και η Μυρτούλα μεγάλωνε. Μεγάλωνε σε όλες τις διαστάσεις. Είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που βγήκε από το διαμέρισμα. Δεν την κρατούσαν πια τα γόνατα της. Είχε πάψει να σηκώνεται από το κρεβάτι. «Δυστυχώς πρέπει να λάβετε δραστικά μέτρα» είπε ο γιατρός «Διατρέχετε άμεσο κίνδυνο» . Η Ευανθία προσπάθησε να την βοηθήσει. Δοκίμασε να μαγειρεύει υγιεινά και δεν πήγαινε να της αγοράσει γλυκά από το περίπτερο. Μα η Μυρτώ έκλαιγε και ούρλιαζε. Έκανε σαν θηρίο στο κλουβί. Πετούσε τα πιάτα και τα ποτήρια στον τοίχο. Μόνο το τηλεκοντρόλ πρόσεχε σαν τα μάτια της. Στο τέλος η Ευανθία υπέκυπτε. Πήγαινε στο ψιλικατζίδικο και γέμιζε μια νάιλον σακούλα με τις αγαπημένες λιχουδιές της κόρης της. Όλη σχεδόν τη σύνταξη την ξόδευε σε σοκολάτες, πατατάκια και πίτσες. «Αν πάθω κάτι τι θα απογίνεις;» μονολογούσε κάθε τόσο κλαίγοντας.
Η Μυρτώ δεν μπορούσε να πάει ούτε στην τουαλέτα. Της πήγαινε την πάπια η μάνα της. Κάθε δυο μέρες την έπλενε με μια βρεγμένη πετσέτα. Έβαζε όλη της την δύναμη και την βοηθούσε να γυρίσει στο πλάι για να καθαρίζει το δέρμα της που σάπιζε κολλημένο στα σεντόνια.
Ένα πρωί η Ευανθία πήρε τηλέφωνο στο νούμερο που δίνανε στην αγαπημένη της εκπομπή. Από το κανάλι είπαν πως θα βοηθούσαν. Θα έπαιρναν μια συνέντευξη από την Μυρτώ και μετά θα την κατέβαζαν από το μπαλκόνι με τη βοήθεια κάποιου γερανοφόρου οχήματος. Θα αναλαμβάνανε τα έξοδα για την νοσηλεία της σε ιδιωτική κλινική και την επέμβαση στο στομάχι. Η Μυρτώ όμως είχε άλλα σχέδια.
«Πως νιώθεις Μυρτώ καθηλωμένη τόσο καιρό στο κρεβάτι;» Ρώτησε η καλοχτενισμένη κοπέλα προτείνοντας της το μικρόφωνο. Αυτή δε μίλησε. Ανασηκώθηκε με κόπο, γύρισε το σβέρκο στο πλάι και ξέρασε πάνω στο μανίκι της αποσβολωμένης δημοσιογράφου. Η εκπομπή δεν έγινε ποτέ.
Η Μυρτώ είχε πάψει ακόμα και να μιλάει. Έτρωγε μόνο και άλλαζε κανάλια. Τίποτα άλλο δεν έκανε. Είχε έρθει πάλι η εποχή του πατινάζ. Παρακολουθούσε με γεμάτο το στόμα, δακρυσμένη από χαρά. Στο διάλειμμα για τις διαφημίσεις έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Όταν τα ξανάνοιξε δεν ήταν πια στο δωμάτιο. Το κρεβάτι της βρισκόταν στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας. Έξω ακούγονταν μακρινές μουσικές και χειροκροτήματα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα εκείνος. Ψηλός και ξανθός. Ισορροπώντας στα παγοπέδιλα προχώρησε προς το μέρος της. Η εφαρμοστή φορεσιά του την θάμπωνε. Ήταν γεμάτη στρας και στολίδια. Δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του. Αυτός την κοίταξε με απέχθεια όπως ήταν ασάλευτη και ανήμπορη πάνω στο κρεβάτι . Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του μπολερό ένα γυριστό μαχαίρι, Αραβικό. Της το κάρφωσε λίγο πια χαμηλά από το λαιμό και το τράβηξε με δύναμη μέχρι τον αφαλό. Έσκυψε και έχωσε το χέρι του μέσα στην κοιλιά της. Ψαχούλεψε ανάμεσα στα λίπη και τα αίματα μέχρι που βρήκε το χέρι της. Το έπιασε δυνατά και με μια απότομη κίνηση την τράβηξε έξω. Αυτή στάθηκε μπροστά του χαμογελώντας. Αδύνατη και μικροκαμωμένη. Φορούσε ένα ροζ κορμάκι στολισμένο με δαντέλες. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και φτάνανε μέχρι την μέση της πλάτης. Την πήρε από το χέρι και προχωρήσανε προς την πόρτα. Μόλις μπήκαν στο παγοδρόμιο το κοινό ξέσπασε σε κραυγές κα χειροκροτήματα. Τα φώτα σβήσανε. Το πλήθος κράτησε τους αναπτήρες ψηλά. Προχώρησαν στον πάγο και στάθηκαν στην μέση της πίστας. Η μουσική ξεκίνησε. Χόρευαν στους ρυθμούς της. Ελίσσονταν αγκαλιασμένοι. Την στροβίλιζε, την σήκωνε ψηλά, έκαναν πιρουέτες και το φως του προβολέα τους ακολουθούσε. Το κοινό είχε εκστασιαστεί. Με έναν απότομο ελιγμό βρέθηκαν σταματημένοι στην γωνία της πίστας. Ξεκίνησαν να πατινάρουν με όλη τους την δύναμη. Ανέπτυξαν ταχύτητα. Θαρρείς πω σταμάτησαν όλοι να αναπνέουν. Τα μαλλιά της κυμάτιζαν παράλληλα στον πάγο. Κάπου στα μισά την έπιασε από την μέση. Λυγίσανε τα γόνατα τους. Έβαλε όλη του την δύναμη και την εκτόξευσε ψηλά. Στροβιλίστηκε τρεις φορές στο αέρα και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο έδαφος.
Copyright©Γιώργος Μαραζάκης

[στάχτες αρχειο]

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο πορθμός*

 
Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλο
 
Η πόλη του πορθμού εκτείνεται κατά μήκος του ποταμού Ντιτρόιτ. Γρήγορα αυτοκίνητα, ωραία, αστραφτερά χρώματα χυμένα στους δρόμους, η σπουδαία, μπρούτζινη γροθιά του θρυλικού πυγμάχου Σούγκαρ Ρέι Ρόμπινσον, οι καρτ ποστάλ που δείχνουν την πόλη καθρεφτισμένη μες στα νερά, η γέφυρα Αμπάσαντορ με το ελλειπτικό, μεταλλικό κιγκλίδωμα στον ορίζοντα. Έπειτα, τα σκοτεινά σπίτια των εκατομυρίων δολλαρίων με το χρώμα του χώματος, οι αντιλόπες με το αργό περπάτημα του νερού και υδράργυρος, το χαμηλό βαρομετρικό της πόλης και οι πάνθηρες με τις ευωδιαστές ανάσες. Οι λέοντες μες στα ψηλά κτίρια, αγάλματα νυχτερινά και ο άνθρωπος του πορτραίτου καθισμένος εμπρός από το αρχαιοπρεπές κτίσμα του θρυλικού μουσείου. Έχουμε πια χάσει ολότελα την επαφή με την ξεχασμένη φρουρά της πόλης και εκείνοι που θα την ανακαλύψουν έπειτα από αιώνες, άναυδοι εμπρός στα απολιθωμένα ζώα, τα ρημαγμένα σπίτια, τις σπηλιές μες στους δρόμους, τις περιστρεφόμενες, διαφημιστικές πινακίδες των εταιρειών πετρελαιοειδών. Μες στις κωμικές, θηλαστικές κοιλότητες της γης τα παλαιά μνημεία, οι σκοτεινές γειτονιές και οι άγνωστοι μάρτυρες της προόδου θαμένοι μες στα πελώρια, ερημικά μαυσωλεία της πόλης Ντιτρόιτ, συντρίμμια από θρυμματισμένα πιάτα, η μητέρα του καιρού μες στους δρόμους, με γυμνά τα πόδια, σαν νύχτα, στην αγκαλιά της η αγωνία και ο παραδαρμός από τα σαπισμένα κόκκαλα και τα ρεζιλεμένα εντόσθια της πραγματικότητας, όπως επισήμανε μες σε δράματα και οραματισμούς ο άνθρωπος Γουίλιαμ, πνιγμένος μες στην αγκαλιά του γέρικου ποταμού. Μες σε τούτες τις τοπογραφικές λεπτομέρειες της πόλης πορθμού πάντα το σπαραχτικό και το απέραστο, όπως οι νύχτες μας, όπως οι νύχτες μας. Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλλο, οι χρωματογραφίες του Δον Κιχώτη, νεαροί Ισπανοί και κοπέλλες με εσάρπες ή άλλες αφάνταστα ερωτικές, σπαρμένοι μες στην πόλη, ένας ωραίος νέος και οι ηρωικοί φορτοεκφορτωτές της πάλαι ποτέ κραταιάς βιομηχανίας, τα οικογενειακά κειμήλια και τα εραλδικά σύμβολα, ο Ιντυμπόϋ με το φεγγάρι αγκαλιά στους δρόμους της πόλης πορθμού, ξεριζωμένα δέντρα, σωριασμένες επαύλεις, οξειδωμένες σιδεριές, άγνωστα φυτά μες στους κήπους, σκόνη στα έπιπλα και οι λησμονημένοι, αρχιτεκτονικοί ρυθμοί. Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλλο αιχμή και ελπίδα μες στους απελπισμένους καιρούς, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα μάτια πληγές, τώρα κανείς δεν μπορεί να μας οδηγήσει στις νέες ηπείρους, εκείνες γλιστρούν μες στα νερά, νεκρή η ρίζα και το όνειρο μες στην πόλη πορθμό, έτσι όπως απλώνεται, σκοτωμένο φίδι κατά μήκος του σπουδαίου ποταμού.
Σε λίγο καιρό τα στρατιωτικά φορτηγά θα φτάσουν από όλες τις πλευρές της πόλης, θα έχουν εξαντληθεί όλες οι πιθανότητες και όλοι οι καιροί και ο άνδρας με το ψάθινο καπέλλο, μια αγροτική προσωπογραφία, μορφές που ακολουθούν την τεχνοτροπία των εξαρθρωμένων γλυπτών του Τζιακομέτι, οι τραγικοί διασκεδαστές των προηγούμενων αιώνων, όλοι θα επιβιβαστούν στα στρατιωτικά οχήματα και ο ποταμός που ξερνά νέους ανθρώπους, ολόκληρα κοπάδια από γυναίκες και παιδιά. Θα ανοίξουν τα σπίτια, λοιπόν, θα ξεκαρφώσουν τα ξύλα από τα παράθυρα, θα σκάψουν το χώμα, θα θάψουν, λοιπόν τους νεκρούς ως τα μεσάνυχτα και περπατώντας μες στην πόλη θα σημάνουν τις νέες μέρες. Τα πρώτα νερά μες στου πάγους και τα ασανσέρ τύπου πλέξιγκλας που ανέρχονται ψηλά στους ουρανούς και ξανά ο καρκίνος και το ντελίριο του πολιτισμού. Με παιάνες και στίχους φτιαγμένους μες στη στιγμή ο Ολλανδός άνδρας με το ψάθινο καπέλλο επιβιβάζεται τώρα στα στρατιωτικά φορτηγά. Στους τοίχους γραμμένα τα συνθήματα ενός τυφλού σοφού, ενός ολότελα φανταστικού όντος.
    Η δυνατή και αποδιαρθρωμένη τέχνη γεννιέται από την προσωπική μας διάλυση και τούτη οφείλει να παρηγορεί, όταν δοθεί κάποτε η ευκαιρία.
   Το μέλλον του πορθμού, ο άνθρωπος που πάντα καραδοκεί, οι αντιλόπες που τρέχουν προς τα δάση, τα αγάλματα που ακουμπούν στη γρανιτένια λύπη τους, οι εποχές μας δίχως φως, δίχως διάρκεια και αέρα. Η κλαγγή των όπλων θα ακουστεί κάποτε ξανά, υπόκωφη, άγρια, μέσα από τα βάθη των καθρεφτών μας. Όπως στις καρτ ποστάλ της θρυλικής πόλης πορθμού στην αμερικανική ενδοχώρα που βυθίζεται πάντα μες στα νερά.

________________________
* Το όνομα της πόλης Ντιτρόιτ προήλθε από τον ομώνυμο ποταμό, που με τη σειρά του ονομάστηκε από τους Γάλλους Rivière du Détroit ήτοι «Το ποτάμι του Πορθμού». Το όνομα αυτό προέκυψε πιθανότατα από το γεγονός ότι ο ποταμός συνδέει τη λίμνη Σαιν Κλαιρ (St. Clair) με τη λίμνη Ήρι (Erie).

*

©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία Detroit -τέλη 19ου αι. 

Ασημίνα Ξηρογιάννη, οκτώ χαϊκού

1.
Μέσα στους «-ισμούς»
Του κόσμου ξαναγράφεις
Την Ιστορία.

2.
Ξεβόλεψέ τους
με τους στίχους, ποιητή!
Βάλε τους φωτιά!

3.
Τραγουδάς Λόρκα.
Τραγουδάς το φεγγάρι.
Ποίημα κεντάς! Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Ξηρογιάννη, οκτώ χαϊκού»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τ΄ ανυπόταχτο βήμα


Αγαπημένε Μπέρτολντ από τα μαύρα δάση

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ μοιάζει να επιβεβαιώνει πρόθυμα εκείνη τη διαπίστωση που θέλει την τέχνη να στέκει στο πλευρό της Εύας. Η έννοια της δημιουργίας, η θηλυκή προοπτική, η μήτρα της ανθρώπινης δραστηριότητας που γεννά και γεννιέται μες στην πιο βαθιά και τρυφερή έκφανση της ανθρωπιάς μας. Ο Μπρεχτ, τιμημένος με την πίκρα της εξορίας και την πολιτική εκείνη αγωνία που σε λίγους μονάχα κυριαρχεί και ορίζει τη ζωή τους, αντικρίζει στον ίδιο τον κόσμο το μητρικό εκείνο υλικό από το οποίο τρέφονται οι κοινωνίες και οι εξελίξεις. Διακριτικός στον πυρήνα της συλλογιστικής του, διατυπώνει μες στο ποιητικό σώμα, σε επίπεδα πολλαπλά τις ανθρώπινες, τις αιώνια δικαιωμένες αξίες του. Στην ποιητική δειγματοληψία του Μάριου Πλωρίτη, πέρα από τις μεταφραστικές απόπειρες, οι οποίες διαθέτουν με διαύγεια αμείωτο το στοιχείο της κοινωνικής ευαισθησίας, διαπιστώνονται η κριτική στάση του ποιητή για την αστική πραγματικότητα που αναγεννιέται τη νέα χιλιετία. Και έτσι αναγνωρίζει μες στην πικρή ιστορία της παιδοκτόνου Μαρία Φεράρ που με τόση ένταση και απανθρωπιά δολοφόνησε το δυο μηνών παιδί της, την απελπισία, την αμείωτη αγωνία του ανθρώπου, τη μοναξιά του σύγχρονου εργάτη που δίχως καμιά προοπτική εξαντλεί τη δυστυχισμένη ζωή του. Ο Μπρεχτ αναγνωρίζει στην περσόνα της Φεράρ μια αφορμή για να αξιολογηθεί η εποχή μας, ένας καιρός δίχως τρυφερότητα, μια εποχή ανύπαρκτων ευκαιριών, η αστάθμητη εποχή που πλησίαζε και ήταν στα μάτια και την ψυχή μονάχα λίγων ριζωμένος ο φόβος της αδικίας. Στη μορφή της παιδοκτόνου, στην αγαπημένη όψη της νεκρής μητέρας που στοιχειώνει τη μνήμη του ποιητή, σε τέτοιες γωνιές υφίσταται η μυστική λύπη, ένα υπόστρωμα κάτω και πέρα από τον ανυπότακτο κυνισμό των ποιητικών σωμάτων. Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, αναγνωρίζει στο μέλλον την όψη του ανθρώπου που καραδοκεί, κατώτεροι οι θεοί και τα οράματα, υπαίτιοι μονάχα εκείνοι για τις αδυναμίες και τις απρέπειες του καιρού μας, φοβεροί θεοί που απέμειναν υψηλά σύμβολα μες στα ρωμαϊκά μνημεία, στις ιουδαϊκές συναγωγές, στα επιβλητικά ρύγχη των αναγεννησιακών ναών. Οι θαλασσινές πολιτείες, τα χιόνια στη σκεπή, οι γυναίκες, το άρωμα των ώριμων μήλων στο κελάρι, οι αναγεννημένες αισθήσεις, όλα τούτα πράγματα και ονειροπολήσεις καταργημένες στα καινούρια, ασφάλτινα χρόνια, με τη μαιναδική επιστημοσύνη να φλέγει τις άπειρες στις νέες τοπογραφίες ζωές. Οι αιώνες πριν την ποιητική διατύπωση του Μπρεχτ, με τις ανακατατάξεις, τις αγωνίες και τους σχεδιασμούς τους τίποτε δεν δίδαξαν τον άνθρωπο, μήτε την ιερογλυφική ιερότητα της ύπαρξής του, την έννοια του δίκαιου και την υποχρέωση ενός απαραβίαστου αγώνα. Όλες οι ελπίδες μορφές ριγμένες, ο Αχιλλέας, η μυθική Μέδουσα, η όψη του Πρωτέα, παλλαϊκοί πια χαρακτήρες στις καινούριες μας ασπίδες. Δεν θα μπορούσε παρά να αποδοθεί η ιδιότητα του ενδεικτικού στις ποιητικές κρίσεις του Μπρεχτ, μια κρίση ευθεία και περιεκτική της ιστορικής αγωνίας.

 

   Αγαπημένε φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, εσύ ανήκεις πια στους ρομαντικούς, με οράματα αρχαία και φόβους αδύναμους, το ιερό βάρος που σήκωσες μονάχος, τόσους αιώνες σε εξορίες, όπως τα πολωνικά παιδιά της ποίησής σου που τραβώντας κατά το νότο θα βρουν το θάνατο. Αγαπημένη φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, μαρμαρωμένος σαν νεκρός, με την ιδεολογία της ανθρωπιάς ριγμένα φύλλα στους ενταφιασμούς σου, νεκρός στη Ζυρίχη, στο Λονδίνο, στο Εκουαδόρ, με την Ρόζα ο ποιητής αγκαλιασμένοι στις μεγάλες λεωφόρους, προτού χαθεί το ανυπόταχτο κορμί της, ο Μπέρτολντ ανασαίνοντας κρύο άνεμο στα πιο σκοτεινά δάση, οιωνοσκόπος, μες στους κατάλληλους φωτισμούς των παγκόσμιων θεάτρων. Αγαπημένε Μπέρτολντ, απελπισμένος μες στους κύκλους, κιμωλία στα αυλακωμένα μάτια σου, μάτια καλού στρατιώτη, χιόνια στο Μανχάταν και ο σοσιαλισμός που πνίγεται μες στα φώτα νέον και τις τυχοδιωκτικές μαρκίζες. Αγαπημένε Μπρεχτ, φίλε παλιέ και τίμιε ξοδεμένε στις χιλιόχρονες εξορίες στα αποστολικά σου κηρύγματα, αχνό φως μες στα τρομερά σκοτάδια, μοιάζει πως έληξε πια η εποχή σου. Και όμως, εσύ με μια από εκείνες τις θολές όψεις καταφτάνεις μέσα από τα συντρίμμια του παλιού μας κόσμου, οπλισμένος με στίχους λεπίδες, φυτεμένα στο στόμα σου και μες στα χέρια που φλέγονται, φλέγονται τα χέρια σου φίλε Μπέρτολντ, ένας άγιος των ορθόδοξων εργατών, ένας προφήτης με τα γυμνά του πόδια και τα στρατιωτικά αμπέχονα  όλο χιόνι στις πλάτες του ο Μπέρτολντ, παράξενες οδοσημάνσεις, ακατανόητες πια Μπέρτολντ, μα καθώς φτάνεις, πελώριος με την αλήθεια σου στα χέρια, μικρό, ελπιδοφόρο παιδί και εμείς κοιτούμε πίσω μας τα αγαπημένα ηρωικά κοπάδια των εργατών, νεαροί αγρότες με χώμα μες στα νύχια και μες στα στόματα, εσύ Μπέρτολντ πελώριος, ασύρματος να πιάνεις επαφή με τις δικές μας, ακραίες στιγμογραφίες, γνωρίζοντας σε βάθος και σε ουσία την ανθρώπινη γεωγραφία. Μπέρτολντ Μπρεχτ, χαραγμένη πάνω στη γλώσσα σου και αληθινά πορφυρό, κόκκινο αγκάθι, αδίσταχτο μες στα μάτια σου και τα δικά μας μάτια, η όψη σου με το κεραμίδι στα χέρια, να δείχνεις συγκινημένος πώς ήταν κάποτε τα σπίτια μας.

Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά

 
Όπου η δύσκολη ενηλικίωση ενός κοριτσιού στη  μεταπολεμική Αθήνα. 

«Η μάνα μας, σκληρή και πρωτόγονη γυναίκα από τα ορεινά της κεντρικής Εύβοιας έκανε στην αρχή, πολύ νέα, τη Μαρία και την Ελπίδα. Η Ελπίδα πεθαίνει εννιά  χρονώ και στο καπάκι η μάνα  κάνει κι άλλο κοριτσάκι. Εμένα, που με βγάλανε πάλι Ελπίδα λόγω της πεθαμένης –λευχαιμία. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Τον άλλο χρόνο, η μάνα έκανε τέταρτο και τελευταίο κοριτσάκι, τη Σταυρούλα. Την πέρναγα μόνο δεκατρείς μήνες. Δύο σετ κοριτσιών δηλαδή, για να μη μπερδεύεσαι. Δε δούλευε φυσικά η μάνα, με τα παιδιά και με το σπίτι ασχολιότανε. Και τα παιδιά εμείς, κλεισμένες μέσα συνέχεια. Στρατιωτική πειθαρχία. Καθένα που μεγάλωνε, έπαιρνε δουλειές στο σπίτι, και μεγάλωνε και το μικρότερό του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά»

Κώστας Κουτσουρέλης, Η αποικιοποίηση της γλώσσας

Γράφει μια επαρχιώτικη διαφήμιση
(για την προσέλκυση όχι ξένων μα Ρωμιών
στο κέντρο λέει –στ’ αγγλικά– «Το μπλε πετράδι»)
Sirtaki night κι εξηγεί Συρτάκι βράδυ.
Θαυμάστε γλωσσικό κι ανθρώπινο ποιόν
ιδιαίτερα στο δεύτερό της ήμισυ!
ΝΙΚΟΣ ΦΩΚΑΣ

ΔΕΝ ΠΑΕΙ ΠΟΛΥΣ ΚΑΙΡΟΣ από τότε που υπήρχε ένα ελληνικό πιστωτικό ίδρυμα με όνομα κοινότοπο ίσως, αλλά πάντως ταιριαστό: «Εμπορική Τράπεζα». Πλέον δεν υφίσταται. Η εταιρεία που πήρε τη θέση του αποκαλεί τον εαυτό της «Emporiki Bank». Αυτό το όνομα φροντίζουν να επαναλαμβάνουν όλο και συχνότερα, καλώντας κι εμάς να το εμπεδώσουμε, τα μεγάφωνα των Μέσων και της Διαφήμισης. Προσώρας το πράγμα μοιάζει δύσκολο. Πώς ξεγράφει κανείς μια επωνυμία ταυτισμένη με εκατοντάδες τοπόσημα ανά την Ελλάδα, δεμένη με την βιοτική καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων; Και ακόμη, πώς πιάνει κανείς στο στόμα του ένα τέτοιο γελοίο υβρίδιο χωρίς να αισθανθεί αν μη τι άλλο άβολα; Ωστόσο, οι αρμόδιοι δεν ανησυχούν. Σε αντίθεση με τους δημοτικούς μας άρχοντες που απέτυχαν εδώ και δεκαετίες να πείσουν τους Αθηναίους να ξεχάσουν την οδό Πανεπιστημίου ή την οδό Πατησίων, τα δικά τους τα μέσα αποδεικνύονται ώς τώρα παντοδύναμα.

 

Ήδη οι περισσότερες από τις πάλαι ποτέ ελληνότιτλες τράπεζες, αγγλοφωνούν – κι ας κρατούν δίκην ενθυμίου κάτι από το παρελθόν τους στον τίτλο. Alpha Bank έγινε η Τράπεζα Πίστεως, αφού προηγουμένως πέρασε από το μεταβατικό «Alpha Τράπεζα Πίστεως». Η Eurobank κατάπιε και γλωσσικά την Ιονική Τράπεζα και την Τράπεζα Εργασίας. Η ATE-Βank φροντίζει ακόμη να μας θυμίζει –για πόσο ακόμη;– στα ψιλά τον αληθή της τίτλο: Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος. Όσο για την αλλοτινή «τραπεζα των στρατιωτικών», απαλλαγμένη επιτέλους από την κεφαλή του Αλέξανδρου που είχε έμβλημά της, καμαρώνει νέο κοσμοπολίτικο όνομα: Geniki Bank.
Παντού γύρω μας διευθύνοντες, διαφημιστές και δημοσιογράφοι ξαναβαπτίζουν κάθε μέρα τον κόσμο – τον κόσμο μας. Μέγαρα και στάδια, κοινωφελή ιδρύματα και αθλητικά σωματεία, περιοδικά έντυπα και εμπορικά κέντρα, τα πάντα «εκσυγχρονίζονται» γλωσσικά απηνώς. Ό,τι καινούργιο φτιάχνεται, ξενίζει υποχρεωτικά ή, έστω, λατινογραφείται. City Link καλείται πλέον το κτήριο του ΜΤΣ στην καρδιά της Αθήνας. Herakleidon ονομάζουν το νέο μουσείο επί της ομώνυμης οδού οι ιδρυτές του. Ως Ianos μάς συστήνεται Βορειοελλαδίτης βιβλιέμπορος, γνωστός μεταξύ άλλων για την φιλεργατική του ευαισθησία. Το Megaron Plus αναλαμβάνει με τις διαλέξεις του να λύσει τις απορίες μας για τη γλώσσα, και η κρατική τηλεόραση μέσω του Prisma Plus να μας εξοικειώσει με την ψηφιακή εποχή. Pantheon Airways και Super League: οι μέλλουσες επωνυμίες της Ολυμπιακής Αεροπορίας και του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος της Πρώτης Εθνικής αντίστοιχα.
Σ’ όλον τον κόσμο, τα πράγματα ακολουθούν παρόμοια τροχιά. Στην Γερμανία, λ.χ., τα ιστορικά γήπεδα που ετοιμάζονται να υποδεχθούν τους ποδοσφαιρόφιλους το καλοκαίρι, ακούνε πλέον σε ονόματα όπως AOL Arena, Signal Iduna Park, Commerzbank Arena. Οι άνεργοι εξυπηρετούνται στα JobCenter. Και οι πολιτικοί ζητούν ενίοτε την ψήφο του λαού με κεντρικά συνθήματα του τύπου «Let’s work together». (Η περίπτωση του Γκέρχαρτ Σραίντερ, στις τοπικές εκλογές της Κάτω Σαξωνίας το 1993…). Αληθινοί πρωτοπόροι είναι όμως και εδώ οι Αμερικανοί. Dish Network, Half.com., Secretsanta.com. Έτσι μετονομάστηκαν πέρυσι μια σειρά δήμοι στο Τέξας και το ‘Αινταχο – ας είναι καλά οι μεγαλόδωροι σπόνσορες.
Πολλοί κάνουν λόγο για εργαλειοποίηση και εμπορευματοποίηση της γλώσσας. Πρόκειται όμως για κάτι πολύ περισσότερο. Σε πείσμα όσων δεν κουράζονται να μας δασκαλεύουν ότι η γλώσσα είναι κάτι ουδέτερο, μια απλή φθογγική επιφάνεια χωρίς άλλη συμβολική ή εμπράγματη αξία, ο αγώνας για τις λέξεις υπήρξε πάντοτε αγώνας για τα ίδια τα πράγματα – τουτέστιν αγώνας πολιτικός. Όποιος ελέγχει τις λέξεις, ελέγχει τα πράγματα. Και η επέλαση των business english ισοδυναμεί με ένα τέτοιο ιδεολογικό πρόγραμμα κυριαρχίας, κρυμμένο πίσω από ωραία λόγια περί διαλόγου και αμοιβαίου πλουτισμού των πολιτισμών. Όμως καμιά γλώσσα δεν «εμπλουτίστηκε» ποτέ, εξοβελιζόμενη από την δημόσια σφαίρα. Δεν υπάρχει τίποτε το «αμοιβαίο» στην επιβολή της αγγλικής μονοφωνίας. Και κανένα οικουμενιστικό ιδεώδες δεν θα μπορέσει να αντισταθμίσει ποτέ την ανυπολόγιστη καταστροφή που συνεπάγεται η υποχώρηση των εθνικών γλωσσών.
Ώστε αντί για εργαλειοποίηση, πρέπει να μιλάμε ευθέως για ιδιωτικοποίηση της γλώσσας. Αντί για την εμπορευματοποίηση, για την αποικιοποίηση των λέξεων. Για μια νέα «κοινή» ιδιόλεκτο, που καταπνίγει συστηματικά ό,τι αντιπολιτεύεται την κυρίαρχη εικόνα του κόσμου. Και που, επιχωματώνοντας με αρρωστημένη επιμέλεια τους γλωσσικούς μας πόρους, μας αποκόπτει όλο και περισσότερο από την μόνη πρόσβαση που διαθέτουμε προς την ιστορία, την ποίηση και την σκέψη.
*

©Κώστας Κουτσουρέλης  -Πρώτη δημοσίευση: εφ. Η ΑΥΓΗ, Κυριακή, 26 Μαρτίου 2006, και δεύτερη στις «παλαιές» Στάχτες το 2007 

Φωτογραφία, χειρόγραφο του Νεύτωνα στα Ελληνικά του «Principia Mathematica»

Δημήτρης Μποσκαΐνος, Τρεις ματιές στο μέλλον


Αθήνα 2028… Ο γιατρός μου το ξεκαθάρισε…
Η τεχνική βρίσκεται ακόμα σε πειραματικό στάδιο.
Περισσότερες από 3ις φορές δεν είναι ασφαλές να κοιτάς στο μέλλον
Σε κοντινά ταξίδια ελάχιστα πράγματα θα έχουν αλλάξει…έτσι …»καις».. τη μια από τις τρεις ματιές σου ανούσια.
Στα μακρινά πάλι οι αλλαγές μπορεί να είναι τόσο μεγάλες όπου να μην μπορείς να προσαρμοστείς και να αναγνωρίσεις πράγματα και καταστάσεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μποσκαΐνος, Τρεις ματιές στο μέλλον»