Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «ΗΛΙ»

Σκοτεινές οι γυναίκες της Ελευσίνας προχωρούν προς το ναό του προφήτη. Κρατούν σπονδές, φορούν τα κατάμαυρα, λαδωμένα φορέματα και ανέχονται με υπομονή το σκληρό μεσημέρι. Στο βάθος ο μαύρος ήλιος της Μεσογείου που είναι θάνατος και ευθύνη μαζί. Καμιά τους δεν γελά, μόνο σκοτεινές, μαινάδες ενός άλλου καιρού οι γυναίκες ανέρχονται την αρχαία κλίμακα και στο βάθος ο προφήτης, γέρος και ειρηνικός, καθισμένος στον παχύ ίσκιο του πεύκου τους γνέφει να φτάσουν κοντά του. Εκείνες δίχως δισταγμό, τραβούν τη σκληρή τους πορεία. Σέρνουν τα σάβανα, σφιγμένα στόματα, απελπισμένα και όλα τούτα για τη μνήμη του αγίου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: «ΗΛΙ»»

Μαρία Πετρίτση, Τι παράξενη κοπέλα είσαι συ;

Αρχείο 22/07/2013

Τις νύχτες έβλεπε όνειρα με σημεία στίξης και σύνθετες δασυνόμενες λέξεις. Νωρίς το πρωί προσπαθούσε να τα ερμηνεύσει όλα αυτά, γερμένη στο τελευταίο κάθισμα του αστικού λεωφορείου που την πήγαινε στη δουλειά της.

   Τα μεσημέρια, γύρω στις δώδεκα ή και λίγο πιο μετά, σχεδίαζε θερινά ταξίδια στο Νείλο ή στο Μισισιπή με ένα ποταμόπλοιο που έτριζε, και έγερνε κάπως, κι έτσι τρόμαζε τις ηλικιωμένες κυρίες που ζητούσαν κι άλλο, κι άλλο τζιν στο μαυριδερό καμαρότο, κι ύστερα γελούσαν δυνατά και ξεχνούσαν το φόβο.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Τι παράξενη κοπέλα είσαι συ;»

Ρωξάνη Π. Νικολάου, τέσσερα ποιήματα

Αρχείο 08/07/2013

ο σπίτι μου
είναι γη των δέντρων.
Ανοίγουν τη φωνή τους αν ακούς
βλέπεις
πέφτουν οι καρποί τα φύλλα
τα ονόματα


Σκαλίζω μ’ ένα καρφί
σε μια αίθουσα αναμονής
πόρτα που δεν ανοίγει.

Φτιάχνω ένα άγαλμα
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ρωξάνη Π. Νικολάου, τέσσερα ποιήματα»

Μανόλης Αναγνωστάκης, «Μὲς στὴν ψυχή μου σκιρτᾶ τὸ ἐναγώνιο Γιατί»

 
~~ * ~~
 
13.12.43

Θυμᾶσαι ποὺ σοῦ ῾λεγα
Ὅταν σφυρίζουν τὰ πλοῖα μὴν εἶσαι στὸ λιμάνι.
Μὰ ἡ μέρα ποὺ ἔφευγε ἤτανε δικιά μας
καὶ δὲ θὰ θέλαμε ποτὲ νὰ τὴν ἀφήσουμε
Ἕνα μαντήλι πικρὸ θὰ χαιρετᾶ τὴν ἀνίατου γυρισμοῦ
Κι ἔβρεχε ἀλήθεια πολὺ κι ἤτανε ἔρημοι οἱ δρόμοι
Μὲ μιὰ λεπτὴν ἀκαθόριστη χινοπωριάτικη γεύση
Κλεισμένα παράθυρα κι οἱ ἄνθρωποι τόσο λησμονημένοι –
Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι; Γιατί μᾶς ἄφησαν ὅλοι;
Κι ἕσφιγγα τὰ χέρια σου Δὲν εἶχε τίποτα τ᾿ ἀλλόκοτο ἡ κραυγή μου.

Θὰ φύγουμε κάποτε ἀθόρυβα καὶ θὰ πλανηθοῦμε
Μὲς στὶς πολύβοες πολιτεῖες καὶ στὶς ἔρημες θάλασσες
Μὲ μιὰν ἐπιθυμία φλογισμένη στὰ χείλια μας
Εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ γυρέψαμε καὶ μᾶς τὴν ἀρνήθηκαν
Ξεχνοῦσες τὰ δάκρυα, τὴ χαρὰ καὶ τὴ μνήμη μας
Χαιρετώντας λευκὰ πανιὰ π᾿ ἀνεμίζονται.
Ἴσως δὲ μένει τίποτ᾿ ἄλλο παρὰ αὐτὸ νὰ θυμόμαστε.
Μὲς στὴν ψυχή μου σκιρτᾶ τὸ ἐναγώνιο Γιατί,
Ρουφῶ τὸν ἀγέρα τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἐγκατάλειψης
Χτυπῶ τοὺς τοίχους τῆς ὑγρῆς φυλακῆς μου
————–καὶ δὲν προσμένω ἀπάντηση
Κανεὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς
————–καὶ τῆς θλίψης μου.
Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.

Ποιητική
 

-Προδίδετε πάλι τὴν Ποίηση, θὰ μοῦ πεῖς,
Τὴν ἱερότερη ἐκδήλωση τοῦ Ἀνθρώπου
Τὴ χρησιμοποιεῖτε πάλι ὡς μέσον, ὑποζύγιον
Τῶν σκοτεινῶν ἐπιδιώξεών σας
Ἐν πλήρει γνώσει τῆς ζημιᾶς ποὺ προκαλεῖτε
Μὲ τὸ παράδειγμά σας στοὺς νεωτέρους.

-Τὸ τί δ ὲ ν  π ρ ό δ ω σ ε ς  ἐ σ ὺ νὰ μοῦ πεῖς
Ἐσὺ κι οἱ ὅμοιοί σου, χρόνια καὶ χρόνια,
Ἕνα πρὸς ἕνα τὰ ὑπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στὶς διεθνεῖς ἀγορὲς καὶ τὰ λαϊκὰ παζάρια
Καὶ μείνατε χωρὶς μάτια γιὰ νὰ βλέπετε, χωρὶς ἀφτιὰ
Ν᾿ ἀκοῦτε, μὲ σφραγισμένα στόματα καὶ δὲ μιλᾶτε.
Γιὰ ποιὰ ἀνθρώπινα ἱερὰ μᾶς ἐγκαλεῖτε;

Ξέρω: κηρύγματα καὶ ρητορεῖες πάλι, θὰ πεῖς.
Ἔ ναὶ λοιπόν! Κηρύγματα καὶ ρητορεῖες.

Σὰν πρόκες πρέπει νὰ καρφώνονται οἱ λέξεις

Νὰ μὴν τὶς παίρνει ὁ ἄνεμος.

 
Χάρης 1944
 

Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ καὶ ξεδιπλώναμε ἀκούραστα τὶς ὧρες μας
Τραγουδούσαμε σιγὰ γιὰ τὶς μέρες ποὺ θὰ ῾ρχόντανε
————–φορτωμένες πολύχρωμα ὁράματα
Αὐτὸς τραγουδοῦσε, σωπαίναμε, ἡ φωνή του
————–ξυπνοῦσε μικρὲς πυρκαγιὲς
Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦσαν τὴ νιότη μας
Μερόνυχτα ἔπαιζε τὸ κρυφτὸ μὲ τὸ θάνατο
————–σὲ κάθε γωνιὰ καὶ σοκάκι
Λαχταροῦσε ξεχνώντας τὸ δικό του κορμὶ νὰ χαρίσει
————–στοὺς ἄλλους μίαν Ἄνοιξη.

Ἤμασταν ὅλοι μαζὶ μὰ θαρρεῖς πῶς αὐτὸς ἦταν ὅλοι.

Μιὰ μέρα μᾶς σφύριξε κάποιος στ᾿ ἀφτί: «Πέθανε ὁ Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ἢ κάτι τέτοιο. Λέξεις ποὺ τὶς ἀκοῦμε κάθε μέρα.
Κανεὶς δὲν τὸν εἶδε. Ἦταν σούρουπο.
Θά ῾χε σφιγμένα τὰ χέρια ὅπως πάντα
Στὰ μάτια του χαράχτηκεν ἄσβηστα ἡ χαρὰ
————–τῆς καινούριας ζωῆς μας
Μὰ ὅλα αὐτὰ ἦταν ἁπλὰ κι ὁ καιρὸς εἶναι λίγος.
————–Κανεὶς δὲν προφταίνει.

…Δὲν εἴμαστε ὅλοι μαζί. Δυὸ τρεῖς ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ὁ ἄλλος μακριὰ μ᾿ ἕνα φέρσιμο ἀόριστο
————–κι ὁ Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι ἄλλοι, μᾶς ᾖρθαν καινούριοι, γεμίσαν οἱ δρόμοι
Τὸ πλῆθος ξεχύνεται ἀβάσταχτο, ἀνεμίζουνε πάλι σημαῖες
Μαστιγώνει ὁ ἀγέρας τὰ λάβαρα.
————–Μὲς στὸ χάος κυματίζουν τραγούδια.

Ἂν μὲς στὶς φωνὲς ποὺ τὰ βράδια τρυποῦνε ἀνελέητα τὰ τείχη
Ξεχώρισες μία: Εἶν᾿ ἡ δική του. Ἀνάβει μικρὲς πυρκαγιὲς
Χιλιάδες μικρὲς πυρκαγιὲς ποὺ πυρπολοῦν
————–τὴν ἀτίθαση νιότη μας
Εἶν᾿ ἡ δική του φωνὴ ποὺ βουίζει στὸ πλῆθος
————–τριγύρω σὰν ἥλιος
Π᾿ ἀγκαλιάζει τὸν κόσμο σὰν ἥλιος
————–ποὺ σπαθίζει τὶς πίκρες σὰν ἥλιος
Ποὺ μᾶς δείχνει σὰν ἥλιος λαμπρὸς τὶς χρυσὲς πολιτεῖες
Ποὺ ξανοίγονται μπρός μας λουσμένες
————–στὴν Ἀλήθεια καὶ στὸ αἴθριο τὸ φῶς.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Το καρπούζι

Ο Τζέρυ έχει χέρια, κεφάλι και πόδια. Πάνω στο σώμα όλ’ αυτά βαλμένα. Ευτυχώς! Τα χέρια του είναι μακριά με λίγες τρίχες, τα πόδια του είναι μακριά με πολλές τρίχες, και έχει και μια ουλή στη γάμπα. Δυστυχώς! Ο Τζέρυ φοράει μία γραβάτα πράσινη, γιατί είναι οικολόγος, κι έχει κεφάλι, όπως είπα. Το κεφάλι του είναι γουλί, γιατί κάνει ζέστη στην πόλη, έχει και μία τρύπα, για να ζουλιούνται η αύρα και οι σκέψεις. Δόξα σοι ο Θεός! Η τρύπα είναι όπως όλες οι τρύπες, μικρή και ανοιχτή. Αν βάλεις το χέρι σου, το νιώθεις. Πολλοί άνθρωποι βάζουν το χέρι τους στις μύτες, δεν είναι ευγενικό αυτό. Μέσα στο κεφάλι του Τζέρυ, που έχει μία τρύπα, όπως όλες οι τρύπες, μικρή και ανοιχτή, όπως είπα, υπάρχει ένα καρπούζι. Το καρπούζι είναι μεγάλο, κατακόκκινο, ζαχαρωμένο και με μαύρα κουκούτσια σαν μυρμήγκια με γύψο κολλημένα. Το καρπούζι μπήκε στο κεφάλι του Τζέρυ μια μέρα που ο πατέρας έδερνε τη μητέρα. Ο πατέρας του Τζέρυ είναι κακός, και βάζει γύψο στο κεφάλι του Τζέρυ, γιατί είναι οικοδόμος παιδικών οστών. Η μητέρα του Τζέρυ είναι καλή και φτιάχνει ωραία τα φασόλια και έχει και μία φίλη που κάνει τα στραβά μάτια και δε βλέπει το καρπούζι στο κεφάλι του Τζέρυ και δε σχολιάζει τίποτε, μόνον γεια του κάνει ταπ ταπ με γυρισμένη την πλάτη και πεταμένη την παλάμη προς τα πίσω, αλλά η μητέρα του Τζέρυ θα πεθάνει, δυστυχώς, από αρρώστια. Μέσα στο καρπούζι μεγαλώνει ένα μικρό σκουλήκι, που μπήκε από την τρύπα που χώνονται οι σκέψεις, ένα βράδυ που ο Τζέρυ ονειρευόταν κι εκσπερμάτωνε. Το σκουλήκι, αφού ανενόχλητο ρούφηξε όλο το σπέρμα του Τζέρυ, μπήκε στο κεφάλι του Τζέρυ πολύ προσεκτικά, χωρίς να τον γαργαλήσει ή να του προκαλέσει φαγουρίτσα, κάθισε και ξάπλωσε σε μία μεγάλη πολυθρόνα μέσα στο καρπούζι, που ο Τζέρυ την είχε βάλει να αναπαυτεί από τους πισινούς που έχουν στο σαλόνι. Το σκουλήκι, που έφαγε και με το παραπάνω σπέρμα, διότι το αποθήκευσε σε μία σέλα που έχει στην κοιλιά του, όλο παχαίνει στο κεφάλι του Τζέρυ, και τώρα είναι πάρα πάρα πολύ μεγάλο, και έχει γίνει όπως το καρπούζι. Αυτό είναι πολύ ωραίο, γιατί το σκουλήκι εκστασιάζεται στη ζάχαρη, κι έγινε καρπούζι.

     Ο μικρός Ρα είναι φτωχός και πεινασμένος, βλέπει τον Τζέρυ, δος μου καρπούζι, λέει, αλλά ο Τζέρυ θέλει το καρπούζι στο κεφάλι του, γιατί το σκουλήκι που έφαγε σπέρμα, όταν ο Τζέρυ εκσπερμάτωνε, και μπήκε από την τρύπα που γύρω γύρω έχει γύψο επειδή, όπως είπα, ο πατέρας του Τζέρυ είναι κακός, το σκουλήκι, λοιπόν, που είναι, όπως είπα, μεγάλο, όπως ακριβώς και το καρπούζι, αποχαυνώνεται στην έκσταση, κι επίσης ο Τζέρυ φοβάται και το γύψινο πατέρα, γιατί έχει και μια ουλή στη γάμπα, που σκέφτεται, επειδή είναι κόκκινη, πως κάποια μέρα θα εξελιχθεί και αυτή σε δεύτερο καρπούζι. Ο Τζέρυ δεν είναι πλεονέκτης, του αρκεί μόνον το καρπούζι που έχει στο κεφάλι, και δεν επιθυμεί να φάει το σπέρμα του κανένα άλλο σιχαμερό σκουλήκι, μια και η μητέρα θα πεθάνει. Εάν τα σκουλήκια τρώνε συνέχεια το σπέρμα του πώς ο Τζέρυ θα αντιμετωπίσει τον πατέρα με δύο τόσο μεγάλους όγκους στο δικό του σώμα, που θα τον κάνουνε δυσκίνητο και θα τον εμποδίζουν να τρέξει μακριά, όταν εκείνος θα θέλει να τον δείρει; Ήδη η οικολογική γραβάτα τον βαραίνει με όλα τα λαχανικά που έχει για διάκοσμο.
     Ο Τζέρυ θα μπορούσε να είναι και γυναίκα, που θα τη λέγανε Η Τζέρυ και θα φορούσε τότε ένα πράσινο φόρεμα μακρύ με λαχανικά επίσης για διακόσμηση. Και το σκουλήκι θα είχε μεγαλώσει στο κεφάλι της Τζέρυ, επειδή ένα βράδυ, ενώ εκείνη, στον ύπνο της, θα είχε έναν οργασμό με τον κακό αλλά ωραίο πατέρα της, για να την τιμωρήσει το σκουλήκι, θα ορμούσε το σκουλήκι και θα ξεπάστρευε, για να τραφεί, ένα χαριτωμένο ωάριο που θα ροχάλιζε βαριά στις ωοθήκες της. Σ’ αυτήν όμως την περίπτωση, ο πατέρας της Τζέρυ θα ήταν, στο καρπουζένιο της κεφάλι, μία κακός και μια καλός. Μπερδεμένος σαν να λέμε. Το ίδιο θα συνέβαινε και με τη μητέρα της Τζέρυ, που είναι ετοιμοθάνατη. Μία θα ήταν καλή και δύστυχη, γιατί όπου νά ’ναι θα πεθάνει, διότι η Τζέρυ σκέφτεται πως ο πατέρας είναι αφενός υπεύθυνος τόσο για το καρπούζι που μεγαλώνει στο δικό της το κεφάλι, επειδή έτσι ξαφνικά, χωρίς καμία πρόσκληση, εμφανίστηκε στον ύπνο της, όσο και για την αρρώστια της μητέρας. Ο πατέρας υπήρξε πολύ βάναυσος με τη μητέρα. Αυτό να λέγεται! Από την άλλη όμως, επειδή η Τζέρυ είδε αυτό το πολύ τρομαχτικό όνειρο με τον πατέρα, μπορεί και έχει το δικαίωμα τη μια να λέει πως είναι άνθρωπος κακός, την άλλη όμως να ισχυρίζεται πως είναι άνθρωπος υπέροχος και να αλλάζει το σενάριο. Στο δεύτερο σενάριο, το σκουλήκι στο καρπούζι μεγαλώνει όλο και πιο πολύ και η μητέρα σηκώνεται λίγο από το νεκροκρέβατό της, και πρέπει να τιμωρηθεί και πρέπει να πεθάνει. Μαμά, είσαι πουτάνα! Ο λόγος είναι πως, σε αυτή την εκδοχή, δεν είναι ο πατέρας αλλά είναι η μητέρα που γεμίζει με γύψινα σπόρια ενοχών το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ. Η μητέρα ξέρει τι έγινε στον ύπνο της Τζέρυ και είναι πολύ επιθετική μαζί της. Πρέπει να πεθάνει! Αλλά σε ένα σπίτι, δεν μπορεί να είναι όλοι κακοί, και πρέπει να έχεις συμμαχίες. Επομένως, η κακή μητέρα να πάει στα τσακίδια, η Τζέρυ αγαπάει τώρα πολύ τον καλό πατέρα και δείχνει ζήλο υπερβάλλοντα και τον υπερασπίζεται ακόμη και όταν κάνει πράγματα κακά. Αυτό είναι ένα κόλπο, για να κρύβονται οι αλήθειες. Γυρνάς τα έξω μέσα για να κρυφτείς στο ενδιάμεσο. Το ενδιάμεσο είναι ευρύχωρο για να χωράει το καρπουζοκέφαλο της Τζέρυ.
     Αυτά τα ολίγα για όλα τα σενάρια. Θα γίνω λίγο πιο περιγραφικός τώρα, μου αρέσει πολύ να ζωγραφίζω : το Τζέρυ οφείλει να είναι προσεκτικό σε όλες τις κινήσεις του και επιφυλακτικό με τους ανθρώπους, διότι το γύψινο κεφάλι του είναι βαρύ και το σκουλήκι του πρέπει να μένει ξαπλωμένο μέρα νύχτα. Το Τζέρυ δεν έχει χρόνο ούτε για να ακούει τους ανθρώπους, ούτε κυρίως για να ακούει και να καταλαβαίνει τι λέει στους ανθρώπους. Το Τζέρυ είναι επιθετικό και επικριτικό με όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους, διότι έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, και θεωρεί ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν το ίδιο ακαταμάχητο καρπούζι που έχει και αυτό μες στο κεφάλι και ότι όλοι έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, ακόμη και όταν έχουνε μικρό κεφάλι. Το Τζέρυ λέει ψέματα συχνά και θεωρεί ότι και οι άλλοι κάνουνε το ίδιο και, επομένως, είναι πολύ καχύποπτο ακόμη και με το ίδιο το καρπούζι στο κεφάλι του. Ο γύψος, επίσης, που έχει στο κεφάλι, στεριώνει το Τζέρυ μια χαρά και δεν διακινδυνεύει απότομες κινήσεις προς άλλες κατευθύνσεις. Του είναι αρκετός ο δρόμος προς την εργασία και το μικρό τραγούδι που τραγουδάει το σκουλήκι μέσα στο κεφάλι του και ξαπλωμένο στην ωραία πολυθρόνα: ντοντό μπουλό μετρό παραπαπά μπουλό μετρό ντοντό λαλά. Είμαι διακριτικός και δεν θα πω τι ακριβώς δουλειά κάνει το Τζέρυ, αλλά μπορεί να κάνει οποιαδήποτε που να περνιέται για σπουδαία. Δεν θα αναφέρω ούτε σε ποιο κρεβάτι μπορεί να ρίχνει το Τζέρυ ύπνους, μπορεί να κοιμάται σε οποιοδήποτε, ακόμη και σε στρώμα. Δε θα μαρτυρήσω ποιο είναι το μετρό που χρησιμοποιεί το Τζέρυ, μπορεί να παίρνει λεωφορείο, το δικό του αυτοκίνητο ή να χρησιμοποιεί τα πόδια του για μέσο. Εκείνο που θέλω να υποστηρίξω με ακρίβεια και με όλες τις αρνήσεις είναι ότι το Τζέρυ μπορεί να είναι οτιδήποτε, γνωστό ή άγνωστο, που έχει ένα σπουδαίο καρπούζι στο κεφάλι. Ένα πολύ απλό πράγμα δηλαδή. Εγώ δεν είμαι φιλόσοφος καθόλου.
     Ο μικρός Ρα, που λέει στο Τζέρυ δος μου καρπούζι, δεν ξέρει ακόμη ότι στο κεφάλι του έχει κι αυτός ένα ολόιδιο καρπούζι. Μπορεί ν’ απλώσει το χέρι του, να κόψει μία φέτα. Είναι θέμα χρόνου να νιώσεις πως όταν σου αρνούνται ένα γύψινο καρπούζι, δεν είναι επειδή οι άνθρωποι είναι σκατάδες και αχάριστοι, είναι επειδή βλέπουν πως έχεις κι εσύ ένα ολόιδιο μέσα στο κεφάλι σου και, από μεγάλη αβροφροσύνη, δεν σου επιτρέπουν να βαρύνεις τη συνείδηση. Συμπέρασμα: όταν ζητάς, όπως ο μικρός Ρα, γύψινα καρπούζια και σου αρνούνται, έστω κι ένα κομματάκι, δεν έχεις και πολλές επιλογές. Δύο μόνον: ή συνεχίζεις να αποζητάς στο Τζέρυ ένα μερίδιο που θεωρείς ότι αντικατοπτρίζει το έλλειμμα που έχεις στο κεφάλι σου, αλλά αυτό σημαίνει ότι είσαι και συ καρπουζομένος γύψος, για να επιθυμείς να το συμπληρώσεις με όμοιο υλικό και, μάλιστα, όταν έχεις δει μια φίλη, για παράδειγμα, όπως αυτή της μαμάς του Τζέρυ, να κάνει ταπ ταπ πάνω στο κεφάλι του. Ή τους αφήνεις να χαίρονται το βάρος που έχουν στο κεφάλι και σιωπάς. Το τελευταίο σημαίνει πως έχεις μεγαλώσει πια και πως γνωρίζεις ότι ένα γύψινο καρπούζι παράγει γύψινα κουκούτσια, που οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι τις ονομάζουν σκέψεις, και που αυτές οι σκέψεις τρώγονται αυτοστιγμεί απ’ το σκουλήκι, γιατί αυτές δεν είναι ευέλικτες για να προκόψουν και το σκουλήκι έχει ταινία και πεινάει.
Κουράστηκα, σας χαιρετώ, πάω να ψάξω για να τσιμπήσω κάτι τώρα. Φούλιξ (ένα σκυλί της γειτονιάς, που έχει μείνει νηστικό εδώ και πέντε μέρες).

*

© Ιφιγένεια Σιαφάκα
Φωτογραφία: Vintage Ad for Morton Salt «When it rains it pours», 1961

Larry Cool: “Ὁ ὀργασμὸς μιᾶς γυναίκας μπορεῖ νὰ σώσῃ τὸν κόσμο” κ.α.

Ξυπνῶ ἀπότομα
Μιὰ ἄγνωστη ἀνεβοκατεβαίνει στὸ πέος μου!
-«Σστ, τὸ χρῆμα ἐξουσιάζει μυαλὰ καὶ σώματα,»
ψιθυρίζει δείχνοντας ἔξω ἀπὸ τὸ παράθυρο:
Ἕνας ὑπερφυσικὸς ἐγκέφαλος,
Μαρμαίρει πάνω ἀπὸ τὴν σκοτεινὴ μητρόπολη
Ἀλλεπάλληλες ἀστραπές,
Μεταδίδουν ἐντολὲς σὲ μαγευμένα σώματα.

Ἡ Ἄγνωστος λύνει τὰ μάγια ξεσπῶντας σὲ ὀργασμὸ
Τὸ κορμί της διασπᾶται σὲ χίλια κολιμπρὶ
Διαφεύγουν ἀπ’ τὸν φωταγωγὸ
Συναθροίζονται ἀλλοῦ δομῶντας τὸ σῶμα ἐκ νέου.

Τὴν αὐγὴ διέρχεται ὁ σιτευτὸς τραπεζίτης,
καθισμένος στοὺς ὤμους τοῦ πρωθυπουργοῦ
Καθὼς ἀνάβει τὸ ποῦρο στὸν ἥλιο,
Ἀπανθρακώνονται ἀμφότεροι.

***
Ἡ σιωπὴ εἶναι ἀπαρχὴ ἑνὸς καινούργιου κόσμου

Χράπ! ἐξαφανίζεται τὸ μισὸ δωμάτιο
Ἀδηφάγο κενὸ καταβροχθίζει τὴν πόλη
Οἱ δρόμοι κόβονται ἀπὸ ἀβυσσαλέους κρημνοὺς
Κολοβωμένα κορμιὰ πασχίζουν νὰ διαφύγουν
Τρώγει ὁ Θεὸς τὸν κόσμο!

Στὸ Σύνταγμα χιλιάδες σώματα παραληροῦν
Ὅλες οἱ λέξεις ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ Γενέσεως,
Ἐπιστρέφουν στὰ στόματα τώρα
Ἄκρα σιωπή• ποτέ, τίποτε δὲν ἐλέχθη!

Βρίσκομαι στὴ λεηλατημένη Βουλὴ
Μιὰ νεαρὰ μοναχή,
Οὐρεῖ ὄρθια παραμερίζοντας τὸ ἐσώρουχο
-«Ὦ Κύριε, γάμησόν με, γάμησόν με..,» προσεύχεται
Τὴν ἀγκαλιάζω
Καὶ μὲ τὰ στήθη της, -δυὸ κεφαλὲς παρδάλεων,
Μὲ κατασπαράσσει.

*
© Larry Cool

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Υποθέσεις, κύριε Μπόρχες

Διατηρούσε μια αισιοδοξία, πως ίσως ετούτη η λογοτεχνική διατύπωση θα μπορούσε να αποδώσει το θεμελιακό νόημα του μύθου. Εξαντλούταν μες στο σκιερό δωμάτιο, συχνά τον επισκέπτονταν γνωστοί και φίλοι και έπειτα αποχωρούσαν λυπημένοι, λέγοντας ετούτος ο άνθρωπος μπορεί να θεωρηθεί ήδη νεκρός. Ο συγγραφέας στεκόταν μες στις σκιές, σπανίως εξέφραζε μια απαίτηση, ενώ είχε κατορθώσει μες στην τόση περισυλλογή του να ατονήσει στο έπακρο την ανθρώπινη βιολογία του. Μόνο τα απογεύματα ανέβαλλε το σκεπτικισμό του και εγκατέλειπε το σπίτι για έναν από εκείνους τους μακριούς περιπάτους ως το λιμάνι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Υποθέσεις, κύριε Μπόρχες»

Πέτρος Κυρίμης,Το όνειρο του Ζήση

Άμα δεις Έλληνα μετανάστη της Γερμανίας, κρύψου. Ο χαρακτήρας του είναι ίδιος με του Προκρούστη. Μέσα στο μυαλό του κουβαλάει το κρεβάτι του. Νοερά σε τοποθετεί απάνω. Σε ταιριάζει στα μέτρα του κρεβατιού. Στα μέτρα τα δικά του. Αν του φανείς μακρύς σου κόβει τα πόδια. Αν του φανείς κοντός σε τραβάει να μακρύνεις.

 

   Ακατέργαστη φωνή. Βάναυση. Ακόμη και σιγανά να έρθει στα αυτιά σου.
   «Έλληνας είσαι πατριώτη;»
   «Όχι, Αλβανός, Γιουγκοσλάβος, Ρουμάνος, Τούρκος, Αυγανιστανός, πήγαινε πιο πέρα…»
   «Χα, πλάκα με κάνεις πατριώτη, αφού ελληνικά μιλάς…»
   «Ότι θέλω μιλάω, παράτα με…»
   «Καλά ρε πατριώτη, δεν σε είπαμε και… καμπούρη…»
   «Όχι, δεν με είπες, αλλά καμπούρη θες να με κάνεις…»
   «Εγώ, ρε πατριώτη; Εγώ είπα μπας και είσαι από τα μέρη μου… εδώ που τα λέμε από πού είσαι;
   Τον πρώτο καιρό που είχα έρθει στη Γερμανία μόλις τους έλεγα ότι είμαι από την Αθήνα με κοιτούσαν σαν να έβλεπαν διαστημάνθρωπο ή στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορα. Σήκωναν τους ώμους σα να λέγανε «Τι να σου κάνουμε αφού δεν είσαι ούτε από τα Τρίκαλα, ούτε από τη Δράμα, ούτε από τα μέρη του Εύρου… εσύ φταις» και έφευγαν.
   Και πέρασα μαζί τους είκοσι χρόνια. Τα καλύτερα του ανθρώπου και τα χειρότερα της ζωής μου.
   Άμα δεις Έλληνα μετανάστη της Γερμανίας, κρύψου.
   Έρχονται πάντα δώρα φέροντες. Στην αρχή. Γιατί μετά στα ζητάνε πίσω. Με τόκο.
  Κουτοπόνηροι και καχύποπτοι. Ζαγάρια. Κατευθείαν από το σκοτάδι της ελληνικής επαρχίας του ΄60.
   Την ημέρα που γνώρισα τον Ζήση, ήταν μια Κυριακή του 2001. Ο Ζήσης ήτανε από την Καλαμπάκα. Μόνο αυτό ξέρανε όλοι στο Ντίσελντορφ και κανείς δεν είχε ρωτήσει πότε είχε έρθει, πια χρονιά και πως. Έδινε την εντύπωση παρ όλο ότι μίλαγε πολύ λίγα Γερμανικά ότι προϋπήρχε όλων. Ακόμα και της ίδιας της Γερμανίας. Είχε εμφανιστεί από το πουθενά. Ψηλός και γεροδεμένος, λίγο μετά τα σαράντα, πάντα σχεδόν ευδιάθετος αλλά ταυτόχρονα και μοναχικός.
    Το αγαπημένο του αστείο που το επαναλάμβανε σε κάθε ευκαιρία ήτανε «Αν θες να επιζήσεις – κάτσε να σε γαμήσει ο Ζήσης.» Εμφανιζότανε ξαφνικά και το ίδιο ξαφνικά έφευγε. Κανείς δεν ήξερε που έμενε. Αν τον ρωτούσαν στις αρχές έδειχνε κατά κάπου με το κεφάλι κι αυτό ήτανε όλο. Υπήρχε όμως μια φήμη που τον ήθελε να έχει σχέση με μια Γερμανίδα που την λέγανε Πέτρα.
   Κι αυτό πρέπει να είχε μια αλήθεια γιατί έτσι καθαρό και καλοζωισμένο μόνο μια γυναίκα θα μπορούσε να τον φροντίσει έτσι. Και μάλιστα μια Γερμανίδα. Γιατί οι Ελληνίδες γυρεύουνε κάποιον να φροντίζει αυτές.
   Τώρα θα μου πείτε τι σχέση έχει ο Ζήσης με τα πάθη μου που περιγράφω εδώ μέσα σαν εξομολόγηση εκ βαθέων. Έχει και παραέχει. Κι ο Θωμάς ο ψυχοθεραπευτής. Κι ο Τάκης ο ραδιοφωνιάς και ο Μήτσος ο Τρικαλινός με τη ταβέρνα που ήθελε να γίνει εκδότης, η Νικολέτα η καθηγήτρια που έκανε πάρτι κάθε πανσέληνο και ντυνότανε Σελήνη, ο Τζουνάκος ο νταβατζής, ο Λουκάς ο χαρτοπαίχτης, ο Στέφανος με τα δερμάτινα, ο Θανάσης με τα καζίνο που έγινε συγγραφέας και αρκετοί άλλοι που ίσως κάποτε γράψω γι αυτούς. Πέρασα τη ζωή μου ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κίτρινα δέντρα. Όλοι τους αθώοι. Απαλλασσόμενοι από κάθε ενοχή λόγο ανύπαρκτου προτέρου βίου.
Το Ζήση τον γνώρισα ένα ανοιξιάτικο μεσημέρι σε ένα καφέ από αυτά με τα τραπεζάκια έξω. Είχα πάρει μια αθλητική εφημερίδα που βρισκότανε πάνω στο διπλανό τραπέζι και διάβαζα ανόρεχτα όταν ένοιωσα κάποιον να κάθεται βαριά στην διπλανή καρέκλα ακριβώς δίπλα μου. Σήκωσα το κεφάλι και είδα όλα τα τραπεζάκια ελεύθερα. Δεν πρόλαβα να απορήσω όταν άκουσα μια βραχνή αντιπαθητική φωνή από την άλλη πλευρά να μου λέει «Φίλε, σκάσαμε δυόμιση μάρκα για να την πάρουμε, άμα θες να διαβάσεις να πας στο σταθμό να αγοράσεις…»
    Γύρισα και είδα έναν κοντό μουστακαλή να το παίζει αγριεμένος.
  Εγώ ξέροντας ότι ο Ολυμπιακός ήτανε η πιο γνωστή ομάδα στην Ελλάδα πήγα να το παίξω ομοϊδεάτης για να τον καλμάρω και τα έκανα χειρότερα.
   «Ήθελα μόνο να δω κάτι για τον Ολυμπιακό…
   Σαν να τον πάτησα στον κάλο. Γυρνάει προς τα μέσα του μαγαζιού.
  «Ρε Φάνη πιάσε ρε έναν σκέτο… θα τρελαθώ πρωί, πρωί… μου μαγάρισες την εφημερίδα ρε… άκου Ολυμπιακός!.. Μία είναι η ομάδα ρε, ΠΑΟΚΑΡΑ!..
   Εμένα δεν με ένοιαζε ούτε ο Ολυμπιακός, ούτε η ΠΑΟΚΑΡΑ. Με είχε πειράξει όμως το ρε. Πολύ με είχε πειράξει. Δεν πρόλαβα όμως να σηκωθώ από την καρέκλα γιατί άκουσα από δίπλα μου μια φωνή σε πολύ ήσυχο τόνο, σχεδόν σα να μονολογούσε.
   «Στέλιο, πάρε τον καφέ σου και πήγαινε να τον πιείς πιο πέρα… για καλύτερα πήγαινε κει κάτω στο ακριανό…
   Και τότε ήτανε που πρωτάκουσα το όνομα του.
   «Ρε Ζήση, με μένα τα βάζεις; Αυτός πήρε την εφημ…
   «Άλλαξα γνώμη. Πήγαινε να πιείς τον καφέ σου σε άλλο καφενείο… άντε δε θέλω πολλά λόγια…
  Τα έλεγε όσα έλεγε και δεν είχε σηκώσει κεφάλι. Κοιτούσε όλη την ώρα με προσήλωση τα παπούτσια του, λες και μιλούσε με κείνα. Ο άλλος έφυγε μουρμουρίζοντας πέφτοντας πάνω στο γκαρσόν που κρατούσε το δίσκο με τον καφέ.
   «Ο καφές σου κυρ Στέλιο…
  Ο άλλος ούτε που απάντησε. Σίγουρα με τη φαντασία του με είχε μέσα στη Τούμπα ξεμοναχιασμένο κι αυτός μαζί με άλλους τραμπούκους οπαδούς προσπαθούσαν να με βάλουνε γκολ από την εξέδρα.
Η σιωπή που έπεσε για λίγο μου φάνηκε δύσκολη. Μπορεί να απαλλάχτηκα από τον ηλίθιο αλλά έμπλεξα με τον διπλανό μου που το μόνο που ήξερα γι αυτόν ήτανε πως τον λέγανε Ζήση και πως κατά κάποιο τρόπο προκαλούσε τον σεβασμό ή τον φόβο. Σαν ένα είδος Ντον Κορλεόνε.
   Έκλεινα μισό χρόνο στο Ντίσελντορφ. Εκτός από τους ανθρώπους του ραδιοφώνου δεν ήξερα κανέναν άλλο. Προσπαθούσα να ισορροπήσω μέσα μου τον πόνο για το χάσιμο της γυναίκας μου, τους φόβους για τα παιδιά, τα οικονομικά που δεν φτάνανε, τη μοναξιά μου. Είχα ένα μικρό δωμάτιο που μαζευόμουνα νωρίς τα βράδια και πότε γράφοντας, πότε με ένα βιβλίο στο χέρι περίμενα να νυστάξω να με πάρει ο ύπνος στη ζεστή αγκαλιά του και ανέπαφο να με βγάλει στην άλλη μέρα. Μέχρι τότε δεν μου είχε κάνει το χατίρι. Κάθε πρωί ξύπναγα αλλοπαρμένος από τους εφιάλτες. Το μόνο καλό ήτανε πως ενώ τα μάτια μου κάθε πρωί ήτανε κόκκινα και πρησμένα δεν είχα την αίσθηση ότι όλη τη νύχτα έκλαιγα.
   Τίποτα άλλο σημαντικό στην γνωριμία μου με τον Ζήση δεν συνέβη. Δεν ξέρω από τη μεριά του τους λόγους που τον έκαναν να θέλει να κάνουμε παρέα. Ποτέ δεν μου είπε. Πάντως τις φορές που συναντιόμασταν – συνήθως σε κάποιο από τα ελληνικά καφέ – ήτανε διακριτικός και λιγόλογος και ίσως να μην τον ανέφερα στην ιστορία μου καθόλου αν δεν είχε συμβεί αυτό με το όνειρο που είχε δει ένα βράδυ. Με είχε πάρει τηλέφωνο να συναντηθούμε και ήρθε ευδιάθετος. «Είδα ένα όνειρο χτες και ήθελα να στο πω» μου λέει.
   «Και τι είμαι εγώ, ονειροκρίτης;
   «Όχι, αλλά είδα εσένα…
   Εγώ δεν πίστευα σε όνειρα και τέτοια, εδώ που τα λέμε δεν πίστευα σε τίποτα πια.
   «Για λέγε» του λέω αδιάφορα.
   «Κοίτα – λέει – εσύ δεν γελάς ποτέ…
   «Δεν βρίσκω τους λόγους που πρέπει να γελάσω» λέω εγώ.
   «Ε! αυτό ακριβώς… σε είδα να γελάς… να ξεκαρδίζεσαι…
   «Για πες και το λόγο που γέλαγα»
   «Θα σου πω… γέλαγες δυνατά… χαρούμενα… και μια γυναίκα που δεν φαινότανε το πρόσωπο της ερχότανε προς το μέρος σου… εγώ σου μίλαγα, ήθελα κάτι δεν θυμάμαι τώρα, αλλά εσύ δεν με άκουγες… κοιτούσες τη γυναίκα που πλησίαζε και γέλαγες ένα γέλιο χαρούμενο και… και… πως το λένε… ξέγνοιαστο… ναι, ξέγνοιαστο… σαν παιδί…
   «Καλό ακούγεται, αλλά εγώ δεν περιμένω καμιά γυναίκα και ούτε πρόκειται να ξαναγίνω παιδί…
   Ο Ζήσης τσαντίστηκε. Είχε φαίνεται βαρεθεί να με βλέπει πάντα κατσούφη και μες στη στενοχώρια.
   «Αφού είναι φως φανάρι. Η ζωή σου θα αλλάξει… θα γίνει καλύτερη… μια γυναίκα νέα και όμορφη έρχεται κατά πάνω σου…
   «Α, είναι νέα κι όμορφη κι όλας… ρε Ζήση ξεχνάς ότι κλείνω τα πενήντα τέσσερα εφέτος; Με δυο παιδιά και δυο χιλιάδες προβλήματα;
   «Ούτε για σαράντα δεν φαίνεσαι… τέλος πάντων, εγώ το όνειρο ήθελα να σου πω…
   Τα πίστευε αυτά που έλεγε κι εγώ δεν ήθελα να τον κακοκαρδίσω.
   «Και μέχρι πότε θα ξέρω αν θα μου βγει το όνειρο;»
   «Μέσα σε τρεις μήνες λένε… ή σε τρία χρόνια.»
   Δεν χρειάστηκε να περάσουν τρεις μήνες, ούτε τρία χρόνια. Πάνω σε δυο βδομάδες πήρα μια πρόσκληση από ένα σχολείο μιας κοντινής πόλης, να διαβάσω στα παιδιά. Θα πήγαινα με το τρένο και εκεί θα με περίμενε κάποιος να με οδηγήσει στο σχολείο. Ήτανε κάτι που το έκανα συχνά εκείνη την εποχή γιατί ήτανε και μια ευκαιρία πουλώντας μερικά βιβλία μου να αυξάνω το πάντα ανεπαρκές μου εισόδημα.
   Είχα να δώσω οποιασδήποτε μορφής ραντεβού με γυναίκα πάρα πολύ καιρό, γι αυτό ένοιωσα παράξενα όταν μια γυναικεία φωνή στο τηλέφωνο μου είπε πως θα με περιμένει στο σταθμό στις πέντε το απόγευμα να με μεταφέρει στο σχολείο. Η φωνή της είχε μια ευχάριστη ζεστή χροιά.
   Όταν βγήκα από την κεντρική είσοδο του σταθμού, ακριβώς απέναντι μέσα από ένα σκούρο τζιπ ένα μελαχρινό πρόσωπο μου χαμογελούσε. Τα μαλλιά της μαύρα μακριά πλαισίωναν δυο μεγάλα καστανά μάτια. Σκέφτηκα πόσο ανόητες σκέψεις έκανα καθώς κατευθύνθηκα στο αυτοκίνητο.
   Εξ άλλου ούτε που ήξερα αν ήταν παντρεμένη, αν είχε οικογένεια ή δεσμό. Από την άλλη η μοναξιά φίδι κολοβό στον κόρφο μου.
   Άνοιξα την πόρτα και κάθισα δίπλα της.
   «Γεια σας» είπε μόνο και έβαλε εμπρός.
   Την κοίταζα κρυφά από το πλάι. Δεν ήταν ψηλή. Μέτριο ανάστημα, γύρω στα τριάντα πέντε. Το ντύσιμο της προσεγμένο. Μου άρεσε.
   «Λες να βγει το όνειρο του Ζήση;» αναρωτήθηκα καθώς παρατηρούσα τα λεπτά δάχτυλα της πάνω στο τιμόνι. Οδηγούσε με άνεση και δεν μιλούσε παρά μόνο αν την ρωτούσα κάτι εγώ. Ήταν τόσο τυπικά ευγενική που σε λίγο ήμουνα σίγουρος ότι το όνειρο του Ζήση κάποια άλλη εξήγηση θα είχε.
   Φτάσαμε στο σχολείο και καθώς διάβαζα την έβλεπα στα πίσω καθίσματα να παρακολουθεί με ενδιαφέρον. Είχα ένα ένστικτο σα να υπήρχε μια μυστική επικοινωνία μεταξύ μας. Αυτή η μυστική επικοινωνία κράτησε και σε όλο το διάστημα του φαγητού μετά, καθώς και στην ώρα που την αποχαιρετούσα στο σταθμό.
   «Αντίο – είπε και μου έδωσε το χέρι της – ευχαριστούμε που ήλθατε κοντά μας, τα παιδιά το χάρηκαν…
   «Εσείς; Το χαρήκατε;» ριψοκινδύνεψα εγώ.
   Το μελαχρινό της χρώμα έκρυψε το κόκκινο από τα μαγουλά της.
   Ο χαρακτήρας της – που αργότερα ανακάλυψα- έκρυψε τις σκέψεις της.
   Χαμογέλασε. «Ναι, ωραία ήτανε» είπε αόριστα.
  Έφυγα και την κράτησα αρκετές μέρες στο μυαλό μου όμως οι ελπίδες μου λιγόστεψαν πολύ, ώσπου ακόμα κι ο Ζήσης που είχε δει το όνειρο αυτοπροσώπως παραδέχτηκε ότι μάλλον δεν επρόκειτο για την γυναίκα του ονείρου. Για την γυναίκα που θα άλλαζε προς το καλύτερο τη ζωή μου.
   «Αφού μου λες πως είχε μέτριο ανάστημα… ξέρω γω; Εμένα σαν ψηλή μου είχε φανεί…
   Πέρασαν τρεις εβδομάδες, πέρασε μήνας κι εκεί που άρχιζαν να ξεθωριάζουν όλα μέσα μου, χτύπησε το τηλέφωνο στο γραφείο και ήταν εκείνη.
    «Θέλω να σας στείλω τις φωτογραφίες που βγάλαμε… αν έχετε ένα email…
    «Θα ήσαστε και εσείς μέσα στις φωτογραφίες;
    «Νομίζω σε κάνα δυο…»
    «Τότε στείλτε μου μόνο αυτές τις δυο»
    Γέλασε. Και αντί να μου στείλει τις φωτογραφίες ήρθε η ίδια μετά από μερικές μέρες και μετά ήρθε και ξαναήρθε μέχρι που κι ο Ζήσης όταν την είδε είπε πως δεν ήτανε σίγουρος, αλλά η γυναίκα στο όνειρο μάλλον είχε το ίδιο χρώμα μαλλιά με τα δικά της και σε μια ώρα που έκατσε μαζί μας, φεύγοντας μου είπε σιγά ότι ήτανε σίγουρος πια πως ήτανε αυτή στο όνειρο.
*
©Πέτρος Κυρίμης
Φωτογραφία: Στράτος Φουντούλης, Αμβέρσα, Βέλγιο 2009