Ιωάννα Ροδάνθη Σκουνάκη, του Σεπτεμβρίου φέτος

Αρχείο 29/09/2016

fav-3

τα παραμύθια μέσαστο γιατάκι ανάσαιναν πορτοκαλιές ηλιοβασιλέματος πέρα η φαντασία όλα τα κατέλυε όλα τα λοιδορούσε μικρό τρίκυκλο η κλίνη προς διήγηση και χοντρό παιχνίδι στο τραπέζι με ωραία γεύματα τα κλεμμένα ρύζια από γάμους και τα περήφανα κρασιά νυχιές στις πλάτες της ισορροπίας στράγγιζαν τα ποτήρια στου αλκοολισμού το ψεύδισμα γράμμα το γράμμα χάνονταν η επιστολή απ΄τα δεκατρία της προσμονής ως τα δεκαεφτά τόσα όλα μακριά της αγάπης μικρά μυαλά σε μια χούφτα ταβάνι τόσα άστρα
θύμωναν

fav-3

κάθε φορά που λειτουργούμε για τις ψυχές σε επέτειους ανασηκώνονται τρία μέτρα απ΄το λιβάδι της λήθης κι αναγνωρίζονται σε ομάδες στο χρόνο που ο ιερέας τραγουδά τα ονόματα τους τα κοσμικά και μακαρίζει την ησυχία τους στο σκοτάδι παντού αυτοφωτίζονται σταυροκοπιούνται αγκαλιάζονται λουσμένες στη γλύκα της χούφτας του κόλλυβου που σκορπιέται κι αντανακλά ρόδια σουσάμια στάρια κι ίσως μουρμουρίζουν τ΄αντίτιμα στις ευχές περί δικαίας ανάπαυσης κι έπειτα πάλι ουράνια ή υπόγεια ευδαιμονία, ποιός να ξέρει; τους ταράζουμε ίσως πιο συχνά στα παιχνίδια της μνήμης ή στους κήπους των όνειρων με τ΄άναμα του κεριού του καντηλιού στο λιβάνι κι είναι πολλοί πια ο πατέρας η μάνα η θειά οι γιαγιάδες παππούδες φίλοι που φύγαν νωρίς οι τεθνεώτες

(αφορμή να γραφεί τα τρίμηνα της Ελένης κι ένα διήγημα του Αργύρη Χιόνη, τα Κόλλυβα )

fav-3

εκεί στη δανεική εξοχή σου μιλάνε τα φύλλα η αγωνία που δεν κατανοείς τη γλώσσα τους μετριάζεται από διερχόμενο αυτοκίνητο που ξέρει τη διαδρομή της ανηφόρας ξανά ένας αέρας τα παρακινεί ακούς μόνο σύμφωνα συμφωνίες νωπών αριθμών κάτω από ηλεκτρικές γραμμές
ποιός πολιτισμός; στην αναρχία του πράσινου χώρεσαν εφτά αναμνήσεις τα χάδια και τα παιχνίδια του σκύλου ένα όνειρο σε μπισκότα σοκολάτας εφτά μύγδαλα μια εξομολόγηση και μιά άρνηση σα “ναι”

fav-3

κει δα που τελειώνει ο Αύγουστος το μικρό προσευχητάρι στου Δημήτρη το δωμάτιο δυό και κάτι χρόνια ανενεργό κατοικήθηκε πάλι τα λιβάνια και τις λυγαριές όπως περνούσε παιδί και χάΙδευε τις κορυφές τους πυκνές και μοσχοβολούσε ο τόπος της θείας Δημητρούλας με τη συκιά στο κέντρο το μποστάνι και το μικρό καμαράκι πρωτύτερα ολόασπρο έξω μέσα τα μαύρα τηγάνια τη γκαζιέρα της γάτας “Σεβλέπω” τη φώναζε που έκλεβε ό,τι νά ΄ναι
αχ μωρέ το χωριό τους μεστό στα χρόνια μας και τις αναμνήσεις

(στα ξαδέλφια μου)

fav-3

η λάμπα φεγγάρι όταν γύρισε να δει πως καθόμασταν στο δωμάτιο και γελούσαμε τα ρούχα σε ταινίες του ΄70
“απόψε φίλα με..”
η βρύση τραβούσε τα χρόνια στα πηγάδια που σκύψαμε να γευτούμε τη δροσιά των σπλάγχνων το σπιτάκι τη σκάφη το σταθμό ενός κουτιού λουκουμιών με γεύση μαστίχα λιγνό ποτήρι
“απόψε φίλα με να με χορτάσεις..”
ξαφνικά πήραν εξοχές και άκρες του χάρτη σε φυλάκια ν΄αναβοσβύνουν γρύλοι τριξίματα βαμβακερά με ιώδιο οι κλειδαριές που πονούσαμε
“απόψε φίλα με να με χορτάσεις, αύριο φεύγω και θα με χάσεις..”

 

*
©Ιωάννα Ροδάνθη Σκουνάκη
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Ρόδος -παλαιά πόλη, 2015

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε