Σωτήρης Παστάκας -Αποκαΐδια, Μία μοναχική αγριόχηνα: Ρένος Αποστολίδης

Αρχείο 30/09/2016

fav_separator

Στην ιστορία της λογοτεχνίας υπάρχουν κάτι μοναχικές αγριόχηνες που ζουν πάνω σε δυσθεώρητα ύψη. Μακριά από συντεταγμένες ομάδες, από κλίκες, από παρεϊτσες… που δεν έχουν παραταξιακή συνείδηση…που δεν ανήκουν στα κόμματα, την εκκλησία, τις ομάδες. Μοναχές τους τραγουδούν και σπάνια η φωνή τους πλησιάζει την χλαλοή του πλήθους. Όταν όμως οι μάζες ακούσουν το τραγούδι τους ξαφνιάζονται. Είναι ένα «τραγούδι» που δεν τραγουδούν οι μύστες της εξουσίας. Είναι ένα τραγούδι ανατρεπτικό της εξουσίας των λίγων πάνω στους πολλούς.

Στις ισοπεδωτικές μας μέρες όπου οι πολιτικοί ψάχνουν για το κατάλληλο σύνθημα που θα τους προωθήσει στην εξουσία, κι όλοι μας γινόμαστε κοινωνοί της ρηχότητας του μεταμοντέρνου, (με όλες τις αξίες να ρίχνονται στην ίδια πλάστιγγα, χωρίς καμία ιεράρχηση)-το μοναχικό «τραγούδι» κάθε μακρινής αγριόχηνας ξελογιάζει με την παραφροσύνη μιας άκρως περίτεχνης ορολογίας-τόσο σχολαστικής όσο κι εκείνης του ύστερου μεσαίωνα-και κλονίζει την ομαδική και παραταξιακή συνείδηση όπου το «Αγαπάτε αλλήλους» και το «Γνώθι σ’ εαυτόν» εξισώνονται με το «Διαλέγουμε πριν από σας για σας» και το «ΚΚΕ αλλαγή, δεύτερη κατανομή».

Έτσι, στα συνθήματα εκείνα όπως «Ελευθερία-Ισότητα-Αδελφοσύνη», σκέψεις που ανταποκρίνονται στη βαθύτατη ύπαρξή μας σαν άνθρωποι, σε έναν ουμανισμό- καθρέφτη των κοινών ιδεών, όλοι μας  αναγνωρίζουμε τις αξίες εκείνες που μας έρχονται σε μία ευθεία γραμμή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Στην παραταξιακή συνείδηση όπως μας την παρέδωσε η αριστερά μέχρι τις μέρες μας, ο καθένας έχει τη θέση του στην ιεραρχία της «μεγάλης σοσιαλιστικής οικογένειας». Ταυτόχρονα ο καθένας έχει μία ριζοσπαστικοποιημένη στάση απέναντι στην κοινωνία, μία άποψη της vie tragique, δηλαδή της τραγικότητας της ζωής, μία συναισθηματική φόρτιση, μία τέτοια élan vital που σπρώχνει τα άτομα και τις μάζες σε κατακτήσεις, στην άλωση των Σούσων και της Περσέπολης. Ο Αλέξανδρος ξεκινά κάθε φορά, όταν τα άτομα και οι μάζες θαμπώνονται από μία μεγάλη ιδέα, φορτίζονται συναισθηματικά, αψηφούν κάθε κίνδυνο, «ή ταν ή επί τας», κι ορμούν για να τελειώσουν αυτό που ονομάζουμε «παραδεδομένη Ιστορία». Είναι φυσικό τα άτομα αυτά να νοιώθουν ότι είναι απόλυτοι κάτοχοι της αλήθειας γι αυτό και με σιδερένιο χέρι λιώνουν κάθε σκουλήκι που φέρνει εμπόδια στο δρόμο τους.

Για να μπούμε λοιπόν, λίγο και στο θέμα αυτού του μικρού πονήματος, ο Ρένος Αποστολίδης παίζει ακριβώς σε αυτή την ιστορική στιγμή το ρόλο του ρήτορα Δημοσθένη. Ο αγωνιστής Δημοσθένης που μάχεται τη μεγάλη απέλπιδα μάχη της Ελευθερίας ενάντια σε μία σχεδόν Μακεδονίζουσα Αθήνα του Αισχίνη: τα κάστρα δεν παίρνονται με την έφοδο αλλά με τον έσωθεν εκμαυλισμό εκ μέρους του Εχθρού!

Όταν ο Αριστοτέλης και ο μαθητής του Αλέξανδρος μιλούν με το στόμα του Περσία «είπατε τοις φίλοις ότι ουδέν ανάξιον έπραξα αυτών ή της φιλοσοφίας», όταν ο Μέγας Βασιλεύς του ζητά να εκφράσει την τελευταία του επιθυμία πριν τον θανατώσει, οι μάζες έχουν ήδη αρχίσει να κινούνται από την Δύση προς την Ανατολή. Φαντάζομαι, πόσο σαρκαστικά θα γέλασε ο Δημοσθένης, όταν ο Αλέξανδρος επί κεφαλής μιας ύλης ιππικού χωμένης μέσα στο νερό του ποταμού ως το στήθος, ανέκραξε: «Δεν φαντάζεστε Αθηναίοι τι υποφέρω για τον δικό σας έπαινο!».

Βέβαια, και η ζωτική αυτή ορμή κάποτε τελειώνει: το τοίχος του Βερολίνου πέφτει, επέρχεται η ήττα στα Λεύκτρα, ο Αλέξανδρος αναγκάζεται να σταματήσει την προέλασή του…Αλλά αυτά για την Ιστορία. Είναι ο Δημοσθένης που άλλη μια φορά θα γελάσει και θα τορπιλίσει το «ευ ζην» του Μακεδονικού ολοκληρωτισμού.

Στη διαμάχη του με την αριστερά ο Ρένος, συχνά είχε αυτή τη διαφωνία που αναφέρεται σε ριζικά αντίθετες πεποιθήσεις. Ο Ρένος σαν μοναχική αγριόχηνα, δεν συστρατεύεται, δεν συναγελάζει. Μοναχική συνείδηση, είναι ένας φάρος που φωτίζει γύρω-γύρω. Δεν δέχεται όμως να κάνει οπαδούς. Ο καθένας μόνος του. Ο κάθε φωτισμένος αυτόφωτος.

Στη Νιτσεϊκή κοσμοθεώρηση όπου η σκέψη ορμά από κορυφή σε κορυφή, ο νιτσεϊκός Ρένος συμφωνεί: «όσο πιο ψηλά πετώ τόσο πιο μικρός φαίνομαι σε αυτούς που δεν μπορούν να πετάξουν μαζί μου».

Από την άλλη μεριά, έχουμε την Δεξιά με την πίστη της στον εξ αίματος Αρχηγό, όπου η κεντρική εξουσία αντικατοπτρίζεται σε μικρότερες εξουσίες μέχρι την βάση, την Άγια οικογένεια με αρχηγό τον Πατέρα. Σε μία παρόμοια κοινωνία, (κοινωνία του τσοπάνη με τα τσοπανόσκυλα και την αγέλη των προβάτων να οδηγείται με γιουχαΐσματα στο πεπρωμένο της), ο Ρένος αντιτάσσει τις ισχυρές προσωπικότητες των ευγενών πνευμάτων. Αυτοί οι ισχυροί άντρες και γυναίκες δεν χρειάζονται εξουσιαστές, μπορούν μόνοι τους να αποφασίζουν για τα κοινά. Τις πύλες της Πόλης δεν τις υπερασπίζονται οι μηχανές και τα όπλα, αλλά οι καρδιές και τα μπράτσα αυτών που είναι αποφασισμένοι για ζωή ή για θάνατο.

Είναι μία παρόμοια κοινωνία των ευγενών πνευμάτων, των φιλοσόφων-βασιλέων της Ρώμης,  όπου τον τελευταίον από αυτούς, τον Μάρκο Αυρήλιο τόσο θαυμάζει ο Ρένος, και σιγανά μας εξομολογείται τα «εις εμαυτόν». Είναι το αυτοκρατορικό εγώ της περίπτωσης  Ρένου, που από την μία φιλόσοφος από την άλλη στρατηγός, διαβλέπει την αναγκαιότητα του πολέμου και την φιλοσοφική θωράκιση ενάντια στο συρμό των ιδεών.

Ο Ρένος με την αριστοτελική του λογική πειθαρχία και την ημιστρατιωτική του αγωγή, είναι ο μεγάλος παιδαγωγός της ράτσας. Επιμένει να αποκρούει τις επιθέσεις της τεχνοκρατίας, της παγκοσμιοποίησης, του φιλοσοφικού ευτελισμού.

Ο Ρένος σαν παιδαγωγός είναι και αναμορφωτής: πιστεύει στην παιδεία, στην δύναμη του ουμανισμού. Οι αναμορφωτές ανά τους αιώνες έπαιξαν έναν περίεργο ρόλο. Ένας από αυτούς ο Χριστός αναφωνεί: «Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί». Αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι όμως, που ο Χριστός κατηγορεί για υποκρισία πολεμούν μέχρι τον τελευταίο στην πολιορκία της Ιερουσαλήμ από τον Τίτο το 70 μ.Χ. Τρώγουν τις σάρκες των νεκρών συντρόφων για να αντέξουν στην πείνα και πεθαίνουν με το σπαθί στο χέρι. Δεν πρόκειται λοιπόν, για υποκριτές αφού για την πίστη τους προτάσσουν την ύψιστη απόδειξη: την θυσία της ζωής τους. Η «υποκρισία» για την οποία τους κατηγορεί ο Χριστός έχει σαν σκοπό την εδραίωση του δικού του δόγματος. Έτσι, ο νεωτερισμός τις περισσότερες φορές, είναι ένα χρήσιμο όπλο για την εδραίωση μίας νέας εξουσίας. Ο Ρένος όμως, αυτό ακριβώς αρνείται: «Όλοι μαζί κι ο καθένας μόνος του».

Παιδαγωγός, λοιπόν, αναμορφωτής ο Ρένος και γεωγράφος αναπαριστά το Αττικό πεδίο με τα δέντρα του τις παραλίες του τα σπίτια και τους ανθρώπους του. Μέγας γνώστης της ανθρώπινης ψυχολογίας κινεί τους ήρωές του σε ένα χρονικό πλαίσιο που αγκαλιάζει τον αιώνα. Στην «Ουλάν Μπατόρ» η εισβολή του εικοστού αιώνα στην Ελλάδα γίνεται κάποιο πρωινό του 1941 με τις κάθετες εφορμήσεις των γερμανικών στούκας στον Πειραιά, και τελειώνει με την 592η σελίδα του βιβλίου που εκδόθηκε στα τέλη του 1999: κλείνοντας σαν αναγνώστες και την τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος, έχουμε έντονη την αίσθηση πως αποχαιρετούμε έναν ολόκληρο αιώνα.

Το σύγχρονο Μυθιστόρημα έχει ως σκοπό του να αποδώσει κάποιο νόημα σε έναν κόσμο που δεν έχει κανέναν, να βάλλει σε τάξη τις τυχαίες συμπτώσεις της καθημερινής ζωής, να τους αποδώσει λογική συνέπεια και προοπτική: αυτή είναι και μόνον η φιλοσοφία της παρηγορητικής λογοτεχνίας που καταναλώνεται σωρηδόν στις μέρες μας. Αν το Μυθιστόρημα λοιπόν, είναι απαραίτητο στον σύγχρονο κόσμο και διαβάζεται γι’ αυτήν του την θεραπευτική ιδιότητα, ο Ρένος αρνείται την ιδιότητα του μυθιστορήματος σε αυτό το βιβλίο: η «Ουλάν Μπατόρ» δεν μας παρηγορεί, δεν είναι καν αντι-μυθιστόρημα,(σαν τα «Χειρόγραφα του Μax Tod», π.χ.) αλλά όπως λεει κι ο ίδιος «είναι η πραγματικότητα δύο φορές».

Ο θυμός, το κυρίαρχο συναίσθημα του Ρένου σε όλο το έργο του, τον κατατάσσει στους μεγάλους «θυμωμένους» του αιώνα: τον Κάφκα, τον Σελίν, τον Μπέκετ, για να αναφέρουμε ενδεικτικώς κάποια ονόματα…Στην «Ουλάν Μπατόρ», ωστόσο, ο στόχος του θυμού του είναι κάθε φορά κι ανάλογα με την περίπτωση συγκεκριμένος: με όνομα, επώνυμο και υποκοριστικά ακόμη, κι όχι μετουσιωμένος όπως –ίσως- στα παλιότερα έργα του.

Ο θυμός αυτός, μέσα από ένα πυκνό, προσωπικό και ανεπανάληπτο ύφος, δεν αφήνει τον αναγνώστη να εφησυχάσει, δημιουργεί έναν ίλιγγο όπου η πραγματικότητα αναπαρίσταται μπροστά μας ως πραγματικότητα εκ νέου, χωρίς κανείς να μπορεί πλέον να της κρυφθεί ή έστω να την αγνοήσει. Η ενστικτώδης αντίδραση να κλείνουμε τα μάτια εμπρός στα δυσάρεστα, δεν μας επιτρέπεται πλέον: όσοι κράτησαν σφαλιστά τα μάτια τους σε όλα τα συνταρακτικά του αιώνα, υποκύπτοντας στον πρωτόγονο ψυχαναλυτικό μηχανισμό αμύνης του εγώ, την άρνηση, δεν έχουν πλέον που να κρυφθούν. Η πραγματικότητα επανέρχεται για δεύτερη φορά…Γεωγράφος συνειδήσεων, ο Ρένος, στο τελευταίο του βιβλίο (κι όχι μόνον των αλλαγών και των απαλλοτριώσεων του λεκανοπεδίου, την αττική γη της έκπτωσης, του ξεπουλήματος, της αρπαγής), φωτίζει, καυτηριάζει και καταγγέλλει το γενικό πλιάτσικο αγαθών και συνειδήσεων, στο όποίο συμμετέχουμε όλοι, μηδενός εξαιρουμένου…

Η οργή του φαίνεται στα σημεία στίξης, τα εισαγωγικά, τις παρενθέσεις, τα πλάγια γράμματα, και στις ίδιες τις λέξεις που αν και δίπλα-δίπλα βρίσκονται σε πόλεμο μεταξύ τους, έτοιμες να αρπάξουν φωτιά: είτε μας καταθέτει το απόσταγμα της πολιτικής του σκέψης και δράσης, διπλά αμετανόητος, είτε όταν εξιστορεί την μεγάλη «θυμωμένη» του αγάπη. Εδώ παραμερίζεται η γιγάντια σκιά του Ρένου, και την σκηνή καταλαμβάνει εξ’ ολοκλήρου το πρόσωπο της Ουλάν Μπατόρ. Ο ίδιος εξαϋλώνεται, για να παραχωρήσει τη θέση του σε εκείνη: μία από τις ηρωίδες πλέον, της λογοτεχνίας μας, καθώς ζωντανεύει ως αυθύπαρκτη προσωπικότητα: κινείται δίπλα μας, αισθάνεται, πεινάει, κρυώνει, νυστάζει, αγαπάει και αγαπιέται παράφορα, μένει αμίλητη κι όλα τα υπομένει.

Σε τελευταία ανάλυση, ποίος θυμός; Ποία οργή;

Ένας ύμνος στην γυναίκα είναι η Ουλάν Μπατόρ, όπου η ερωτευμένη ματιά καταδικάζει κάθε περιττό και άσχημο. Ένας μακρύς επιθαλάμιος ύμνος, όπου η γυναίκα-είδωλο βρίσκει την ολοκλήρωσή της στην αγκαλιά του αρσενικού. Είναι ένας πλατωνικός θαυμασμός κι αισθησιασμός που υποκρύπτεται σε όλο το έργο του Ρένου, κι αποτελεί την αιτία της οργής του. Πώς να μην οργίζεται κανείς όταν ο κόσμος δεν ανταποκρίνεται στον ιδεατό «στολισμό του σύμπαντος», τον κόσμο των ιδεών;

Η πνευματική γαλήνη είναι προσωπική υπόθεση του καθενός, αλλά ας μην ξεχνάμε πως η οργή αποτελεί τον μοχλό για την κίνηση της Ιστορίας.

*
(Ρένος, Ουλάν Μπατόρ, Πατάκης, Αθήνα, 1999, σ.592)
(Γιώργος Δρανδάκης— Σωτήρης Παστάκας, πρώτη δημοσίευση στη «βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας» )

fav_separator

©Σωτήρης Παστάκας

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε