Χρύσα Αλεξίου, όλες οι κραυγές άχνιζαν δίπλα μου -ποίηση

ο πλάτανος
είχε φωνή
δεν ήξερα τη γλώσσα του
ούτε εκείνος τη δική μου
μόνο ο ίσκιος έπαιζε
μαζί μας
να βρω τη θέση
που αγαπάς
για να μιλήσω
να σκύψεις κι άλλο
πάνω μου
να δροσιστώ
να γαληνέψω

*

το θαύμα
έγινε
πέτυχαν οι συρραφές
χώρεσε το κεφάλι
στο κρανίο
τέσσερα χέρια
κρέμονται
κάτω απ΄το κρεβάτι
ελεύθερα

*

εγώ
ο οβολός
με τα μάτια κλειστά
έχω καινούργιους δρόμους
ένα σοκάκι
τη μουσική του ονείρου
το νερό
το ποίημα
τη διγλωσσία

*

υπάρχω
σε κάθε σταγόνα
νερού
που θυσιάζεται
για μένα

*

δεν θυμάμαι
τα χέρια σου
καθόλου
κάτι σαξόφωνα βραχνά
περίεργα σονάτα
τρυπούσαν
το κορμί
όλες οι κραυγές
είχαν σχέση
με το φεγγάρι
όλες
άχνιζαν δίπλα μου

*
©Χρύσα Αλεξίου
φωτο©Στράτος Φουντούλης, «Χριστούγεννα στο Ζάππειο», Αθήνα 2005

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’

Τις Κυριακές τ΄απογεύματα κρύβεται στο δωμάτιο υπηρεσίας. Το διαμέρισμα είναι παλιό. Ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές γραμμές του παλιού και μολύβδινου Παρισιού. Την κοιτάζει καθώς φροντίζει τα σκεύη. Φορά τα καθημερινά της ρούχα. Μ΄αυτά θα φύγει κάποτε. Θα φορέσει το παλτό της και θα αποχωρήσει διακριτικά τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Πριν βαθύνουν πράγματα και φορτωθούμε τη μέρα, όπως θεός που επωμίζεται τα τρομερά παιδιά του Άργους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’

Αρχείο 29/10/2013

Τις Κυριακές τ΄απογεύματα κρύβεται στο δωμάτιο υπηρεσίας. Το διαμέρισμα είναι παλιό. Ακολουθεί τις αρχιτεκτονικές γραμμές του παλιού και μολύβδινου Παρισιού. Την κοιτάζει καθώς φροντίζει τα σκεύη. Φορά τα καθημερινά της ρούχα. Μ΄αυτά θα φύγει κάποτε. Θα φορέσει το παλτό της και θα αποχωρήσει διακριτικά τις πρώτες νυχτερινές ώρες. Πριν βαθύνουν πράγματα και φορτωθούμε τη μέρα, όπως θεός που επωμίζεται τα τρομερά παιδιά του Άργους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, ‘Δωμάτιο υπηρεσίας’»

Αχιλλέας Κυριακίδης, Υπέρ της λήθης

Καθώς συνέθετα ένα κείμενο που μου είχε ζητηθεί ως συμμετοχή μου στον εορταστικό τόμο για τα 70 χρόνια των Εκδόσεων «Ικαρος», θυμήθηκα κάποια βιβλία ή κείμενα που είχα πολύ αγαπήσει κάποτε, που, ως φαίνεται, δεν τα κατάφερα ούτε πάσχισα καλά καλά να μην ξεχάσω να τα θυμάμαι, και που η ανάδυσή τους στην κατάκοπη μνήμη μου μ’ έκανε γι’ άλλη μία φορά να εκτιμήσω την ουσιώδη συμβολή της λήθης στην εντρύφηση της τέχνης.

Μόνο στην εντρύφηση, όμως;
Ολόκληρη η λογοτεχνία (θα μπορούσε να έχει πει ο Μπόρχες) είναι έργο μιας αδιάκοπης και ακάματης λήθης. Σήμερα πια δεν είναι δύσκολο να συναγάγουμε με σχεδόν ακλόνητη βεβαιότητα τι ακριβώς ξέχασε ο Ντίκενς πριν γράψει την «Ιστορία δύο πόλεων», ή τι είχε δραπετεύσει απ’ το διάτρητο μνημονικό του Μπαλζάκ πριν αυτός χυθεί στη θάλασσα της ανθρώπινης κωμωδίας. Ο,τι απομένει στη δημιουργικότητα, δεν έχει να κάνει τόσο με την επινόηση όσο με την τεχνική διαχείρισης αυτής της λήθης, δεδομένου μάλιστα ότι οι επινοήσεις (και οι συνδυασμοί τους) μπορεί να φαίνεται πως τείνουν προς το άπειρο, αλλά δεν παύουν να είναι πεπερασμένες. Αυτή η σχεδόν αυταπόδεικτη βεβαιότητα οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην επανάληψη και, ασφαλώς, στη μίμηση. Πολύ λίγα χρόνια πριν κατοχυρωθεί και ληξιαρχικά η γέννηση του μοντερνισμού, ο κυρ Μπουβάρ και ο κυρ Πεκισέ εγκαταλείπουν τα εγκόσμια, ασκούνται στη γνώση και, αφού εξαντλήσουν κυριολεκτικά το επιστητό, επιστρέφουν στην ασφάλεια της αντιγραφής και της μίμησης.
Λένε ότι ο Γκέτε έκλαψε όταν είδε για πρώτη φορά το Παρίσι, ακριβώς γιατί δεν θα το ξανάβλεπε ποτέ για πρώτη φορά, ενώ ξέρω από πρώτο δάκρυ ότι και ο υπογράφων έκλαψε όταν τελείωσε την ανάγνωση του «Εκατό χρόνια μοναξιά», ακριβώς γιατί δεν θα το ξαναδιάβαζε ποτέ για πρώτη φορά. Πολύ πολύ πρόσφατα ανακάλυψα ένα άρθρο του Χέμινγκουεϊ, γραμμένο τη δεκαετία του 1930, όπου παραθέτει τίτλους βιβλίων τα οποία «ευχαρίστως θα ξαναδιάβαζε για πρώτη φορά»! Το παράδοξο της διατύπωσης εξορθολογίζεται από (ποιον άλλον;) τον Μπόρχες, κατά τον οποίο, κάθε φορά που ξαναδιαβάζουμε ένα βιβλίο, είναι σαν να το διαβάζουμε για πρώτη φορά, αφού ναι μεν το βιβλίο παραμένει το ίδιο, αλλά έχουμε αλλάξει εμείς: έχουν μεσολαβήσει εμπειρίες, γνώσεις και, βέβαια, η λήθη…
Στην οποία και επιστρέφω, κλείνοντας: αυτές τις μέρες, χάρη σε μια μερική αλλά ικανής εκτάσεως λήθη, μπόρεσα να παρασυρθώ ξανά, να μαγευτώ ξανά και να γλεντήσω ξανά το θεοπάλαβο αριστούργημα «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκοφ.
©Αχιλλέας Κυριακίδης
Πρώτη δημοσίευση:© Εφημερίδα των Συντακτών 20.10.13
Φωτο©Στράτος Φουντούλης 2008

“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Τα σκυλιά του δρόμου

Αρχείο 28/10/2013

Η μέρα του Πολυτεχνείου κι ο Ουρανός ή γιατί πενθούσε για τα θύματα εκείνης της μακρινής ημέρας ή γιατί ο ίδιος είχε τα σεκλέτια του για δικούς του λόγους από το πρωί ήτανε κατάμαυρος σαν καλιακούδα. Μεσημέρι λοιπόν που έμοιαζε σαν μεσάνυχτα εγώ πήρα ένα ταξί από την Αλεξάνδρας για να πάω Σύνταγμα. Μόλις άρχιζε να ψιχαλίζει κι όταν ανηφορίζαμε την Ακαδημίας άρχισε να ρίχνει καρεκλοπόδαρα και τότε διαπιστώνουμε ότι οι δρόμοι που οδηγούσαν προς τα κάτω ήτανε όλοι κλεισμένοι γιατί σε λίγο θα άρχιζε η πορεία. Τελικά με αφήνει τέρμα Ακαδημίας την ώρα που ο Ουρανός έβγαζε για καλά το άχτι του. Αστραπές και βροντές έτσι όπως φανταζόμουν την Αποκάλυψη του Ιωάννη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «“Μνήσθητί μου Κύριε” του Πέτρου Κυρίμη, Τα σκυλιά του δρόμου»

Νανά Τσόγκα, Οι αθόρυβοι θάνατοι –Put the blame… και σ’ εσένα, μωρό μου


StoneKing

Η Ρίτα τού πέταξε κατάμουτρα τα μακριά της γάντια, μάζεψε το μεταξωτό της φόρεμα και τα μαύρα λουστρίνια, κι έκλεισε πίσω της την πόρτα με εκκωφαντικό πάταγο.

  Εκείνος, μετά από ενάμιση μπουκάλι bourbon, κατέληξε στην κουζίνα. Έβαλε νερό να βράζει, κάπνισε και το υπόλοιπο από το τρίτο πακέτο, σιχτίρισε την ατυχία του να μην μπορέσει να την σταματήσει, κι έριξε στην κατσαρόλα τα μακαρονάκια ‘κοχύλια’ που είχε φέρει εκείνη χθες.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νανά Τσόγκα, Οι αθόρυβοι θάνατοι –Put the blame… και σ’ εσένα, μωρό μου»

Κώστας Ριτσώνης, «Στον Άδη» και άλλα ποιήματα

Ένα φιλόξενο κουτούκι
με νόστιμο χύμα κρασί
ψάχνει να βρει ο τροβαδούρος
για να πει τα τραγούδια του

Κουράστηκε να περιμένει
έξω από την πόρτα της
με το μελαγχολικό του μπουζούκι
κρεμασμένο στην πλάτη Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κώστας Ριτσώνης, «Στον Άδη» και άλλα ποιήματα»

Τζούλια Φορτούνη, «Φυσικό Αντίδοτο» -προδημοσίευση τριών ποιημάτων


κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι 

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
σε τόπους μέσα στην ομίχλη
όλες οι λέξεις του είν’ αποσκευές
μέσα τους ακονισμένες καλά οι σκέψεις
οι κραυγές και οι σιωπές τους

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
ένα παλιό ξεχαρβαλωμένο λεωφορείο
που ξέμεινε στην εξοχή
ή καραβάνι στη μέση της ερήμου
τρένο που μόλις βγαίνει από τούνελ
ή έγκλημα ανεξιχνίαστο σε ποταμόπλοιο

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
με συναντήσεις αναπάντεχες
και δεν έχει μονοπάτι να ξεφύγεις
όσο κι αν θέλεις να γυρίσεις

κάθε ποίημα είναι ένα ταξίδι
προορισμός
η αμφίσημη ενδοχώρα του

Η ποιητική συλλογή κυκλοφορεί σε λίγες μέρες

***

παιδική ηλικία 

πάντα εκεί γυρίζω
κλειδωμένη στην υγρή αποθήκη
με μια επίκληση πολυσύλλαβη
ν’ ανοίγω ρωγμές στο σκοτάδι
γράφοντας ποιήματα

πάντα εκεί γυρίζω
παγιδευμένη στο άβατο μιας ενοχής
συλλέκτρια στιγμών
σε γκρίζα αναμονή
να προκαλώ πλημμυρίδα λέξεων
άμπωτη αποσιωπητικών

πάντα εκεί γυρίζω
με μια αρμαθιά δισταγμών
να στέκομαι δακρυσμένη
στη σκουριασμένη πόρτα της μνήμης

αναζητώ ένα στίχο
ένα φως
-ένα μονόξυλο-
να με ταξιδέψει
πέρα από την άνυδρη σιωπή
στα ανθισμένα λιβάδια του μέλλοντος

***

ό,τι έμεινε 

Είναι φως
Μια στιγμιαία φωτογραφία
Στην κορνίζα της απουσίας

Ότι έμεινε είναι φως
Παγιδευμένο
Στο κεχριμπάρι του χρόνου
Ήχος χαρτιού που σκίζεται
Ποίημα ημιτελές

Ό,τι έμεινε
Είναι μόνο το φως
Που αναθρώσκει

Τα άλλα συνθέτουν το κενό

***

Τζούλια Φορτούνη
Φυσικό Αντίδοτο
Εκδόσεις Μανδραγόρας



Ζωγραφική εξωφύλλου: Σωτήρης Σόρογκας