Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’

«Μας βλέπει κανείς;»
«Ποιος μπορεί να μας δει εδώ μέσα;»
«Σ’ ακούω.»
σιωπή
*
©Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’
φωτο© Στράτος Φουντούλης, «La solitude du dimanche» Bruxelles, 2008.

«Μας βλέπει κανείς;»
«Ποιος μπορεί να μας δει εδώ μέσα;»
«Σ’ ακούω.»
σιωπή
*
©Τάμμυ Τσέκου, ‘Σιωπή’
φωτο© Στράτος Φουντούλης, «La solitude du dimanche» Bruxelles, 2008.
Αρχείο 03/10/2013
«Μας βλέπει κανείς;»
«Ποιος μπορεί να μας δει εδώ μέσα;»

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα προς έκδοση
ε

© Ελένη Κοφτερού
φωτο© Στράτος Φουντούλης 2012
*
Η Ελένη Κοφτερού είναι γεωπόνος. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη ενώ τώρα ζει και εργάζεται στην Καλαμάτα. Κείμενα και ποιήματά της βρίσκοντια δημοσιευμένα στο διαδίκτυο όπως και η πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Περί Άνοιξης και άλλων εμμονών» που διατίθεται ελεύθερα σε μορφή e-book από τις ηλεκτρονικές εκδόσεις 24 grammata. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και η έντυπη συλλογή της με τίτλο «Γράμμα σε γενέθλια πόλη» από τις εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ.

Ήταν εκεί. Στο δεξί μέρος της ντουλάπας, πάνω στο πρώτο ράφι. Πάντα εκεί· από την πρώτη μέρα που της το είχε χαρίσει ο μπαμπάς. Όταν δεν κοιμόταν μαζί στο μαξιλάρι, ήταν εκεί. Το έβλεπε από το κρεβάτι της. Η ίδια ηλιαχτίδα το φώτιζε κάθε πρωί. Το αρκουδέλι. Καφετί. Γυαλιστερό. Με δυο μικρές μαύρες χάντρες που σε κοιτούσαν πεινασμένα. Τρυφερά. Χαϊδευτικό. Χνουδωτό. Μπορεί να ’ταν και σκίουρος· ίσως και κάστορας -σπάνιο· της είχανε μάθει όμως και γι’ αυτά- ρακούν, ασβός, πιθηκάκι. Εκείνη μέσα της το ’λεγε «αυτό». Το. Τοτό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, ‘Αυτό’»

Momentum ~ η διάσωση
Μπαίνοντας στο σπίτι βλέπω – σε ξένη κλίμακα –
έχει τεράστιο μεγαλώσει
λιάζεται όμως γνώριμα χωρίς να ξεθωριάζει˙
ήχοι φωνές και νανουρίσματα σε καρεδάκια
χαρωπά κι ανάλαφρα
πινακοθήκη βιολετί και φούξια
αλλά και ασπρόμαυρα πλακάκια στην κουζίνα.
Γυρίζει απότομα η μαμά να δει ποιος ήρθε ακάλεστος
ή κάποιο γράμμα απ’ το μέλλον
– ολοφώτεινη και με κοιτάζει γέλιο˙
έχω καιρό αμνημόνευτο να λούσω
τα μαλλιά μου σε τόσες ηλιαχτίδες.
Μου κάνει νόημα να πετάω
να μην πατήσω το που μόλις έστρωσε
στ’ αρχαία σανίδια φευγάτο σκηνικό από ινδικό μετάξι
στους δρόμους του Καΐρου˙
δυο δρασκελιές ολόκληρη η ζωή της
μύριες σκηνές φωτοχυσίας και λίγες
– αναπόδραστες – του ερέβους˙
τα πιο πολλά απ’ τα πρόσωπα δεν τα αναγνωρίζω
– οδεύουν κι άλλα θαύματα εκτός απ’ τα σωσμένα –
είναι φορές που στέκονται σε πλήρη ακινησία
και με διάθεση παιδιού κλονίζουν τους ανθρώπους.
Ταβάνια διάσπαρτα εσώτατα σύμπαντα
που αναζητούν ψυχής καθρέφτες
ως τη ζώνη του Ωρίωνα περίτρανα κιονόκρανα
αχναγγίζουν αχειροποίητες ζωγραφιές
και το διάστημα ανάμεσα στα δέντρα
ως άυλες μορφές Δομήνικου στα γαλανά του Βερονέζε˙
φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα σημαίες φύλλα λεβάντας
αρώματα απαράλλαχτα, συν η “Σανέλ” της μάνας
και χρώματα αδιάρρηκτα από Μονέ και πέρα
ως πέρα η ορατότητα γυμνή και αστραποβόλος˙
κάτω απ’ την στέγη μας που δείχνει κατευθείαν ουρανό
χαζεύουνε στην ετοιμόρροπη σκαλωσιά του αιώνα
πουλιά χρωματιστά – εκείνα που δραπέτευσαν
κι έμειναν τα ποιήματα άδεια
ως χάθηκε η γενναιότητα απ’ τον κόσμο.
Ζαλίζομαι ώσπου να συνηθίσω
ή να πιαστώ από γνώριμη αρτηρία –
α! να ο Φειδίας, πνιγμένος ως συνήθως στη δουλειά
– Αγνώριστη η πόλη μου! θέλω να του φωνάξω –
με χαιρετά από άλλο ποίημα ξετυλίγοντας
διπλώματα ευρεσιτεχνίας ως την ανακτημένη
όραση του Ομήρου
του Αισχύλου οι στίχοι δέντρα πια θεόρατα
ο Βράχος, αν προσέξεις, έλιωσε – μου λέει με νοήματα –
εκεί που οργιώδεις αναβλύζουν˙
να κι η αναφορά της μέλισσας με υπογραφή Καβάφη
κι ο σκύλος που συνόδευσε την εξόδιο του Μότσαρτ
υπό βροχήν και κάτω από τις αστραπές του Λούντβιχ˙
άρθρα ανάγλυφα του Καστοριάδη
με λίγο αίμα απ’ του Πουλαντζά την πτήση˙
πιο δω, προσγειωμένος ο πατέρας μου
ζωή που ξεχειλίζει – και μια βροχή:
λουλούδια, φρούτα, ψάρια στον αέρα
όπως συμβαίνει πριν τελειώσει ο Μάης.
Και η άλλη που με γνώρισε – η τελευταία, θυμάμαι –
η Αριγνώ, κατέβηκε από την ράχη της Σφίγγας
έλυσε το φουλάρι της πάνω απ’ τις Πυραμίδες
και ήρθε και με ξύπνησε με χίλια μετρημένα ροδοπέταλα
– με γεύση κερασιού στην μνήμη
και έναν πόνο ελαφρύ στον δεξιό μου κρόταφο
– μάλλον νοτιοανατολικά της τύρβης.
Άνθρωποι! δεν θα δύσουμε!
φώναζε ο τελάλης σαν κατάρα.
Momentum ~ η παραπομπή
Λίγο πριν επιστρέψουν οι ρακένδυτες ανάγκες
ραγδαίως σαρκοβόρες όμως
παρατηρώ τον βαριεστημένο θόλο˙
ξαφνικά αποκαλύπτεται η ηλικία του
στην μεσημβρινή αχλύ του αρχαίου απογεύματος
– ακόμη αφανή τ’ αστέρια.
Χρειάζεται να μετατοπισθούν
αγάπες πολυσύλλαβες για να συλλάβεις
το αίνιγμα
– το νιώθεις από την αγριότητα
της βλάστησης που το καλύπτει.
Λύσεις αργόπλοες εμφανίζονται στον ορίζοντα
σε σχήμα βιολετί και ρόδες ρόδα
επάνω, στην αριστερή γωνία του πίνακα
ως να προφέρεις υπερσυντέλικο τετέλεσται
ξυπνά από το όνειρο η Κοιμωμένη του Πικάσο
απ’ την αφέλεια του κυκλάμινου
κερνά την αντοχή του
και παίρνουν τα νοήματα σειρά
– αρχή για τον Αρχίλοχο στεφάνι
από την σύρραξη των Παρο–Ναξίων
ως τις σφαγές στο Μογκαντίσου˙
αμέσως μετά, Οδύσσεια ο δρόμος του ανθρώπου
στις στριμωγμένες ώρες οι θάλασσες
αόρατες μέχρι να καταφθάσει η γαλήνη.
Προς το παρόν, ανάβεις το Ανεκπλήρωτο
μήπως ντραπεί το επερχόμενο σκοτάδι.
Λιγοθυμούν τα αρώματα με την ησυχία τους
στο δικό σου βιβλίο η ανησυχία του έρωτα
δεν λέει να ξεθυμάνει στον παρακείμενο
καθώς τεμπέλες νότες στην ατμόσφαιρα
και τα πουλιά απουσιάζουν ως συνήθως
στα όνειρα.
Λίγο τα νέφη πολύ οι σκέψεις
νωρίς κιόλας βραδιάζει
– ανάμεσα μυρτιά και αγριοκέρασο
οι σφριγηλές ανάσες της μνήμης
ω, θέρος των σωμάτων –
να χαριζόταν λίγη ταραχή μακριά του
άγαλμα λευκό και με σβησμένα μάτια
να γινόταν ο έρωτας
ή χαλασμένο ρολόι
δίκιο να έχει
μόνο δυο φορές τη μέρα.
Momentum ~ η επικράτηση
Τα χρόνια που περάσανε σαν στιγμιαίο φύσημα
σαν αστραπή πιο άγουρη απ’ τη λάμψη
πιάνουν χώρο πελώριο εκεί που δεν τα βλέπεις
– έχεις τη θέα τους στο πιάτο
μόνο από τους εξώστες της ψυχής
που ξέρει από πέταγμα σε αχανή πελάγη.
Ακόμα και παρά τη θέλησή σου
πάντα ένα Κάτι αόρατο, μυστήριο και βραδυφλεγές
θα σε ανυψώνει πιο πολύ κι από το χνούδι της λεύκας
θα σε γυρίζει πιο βαθιά στην ουσία τού μη όντος
ψηλά πάνω απ’ τη θέα της ομορφιάς μονάχα
του υλικού κόσμου – εκεί που γεννιέται
η ανεπιστρεπτί νοσταλγία.
Από θαλασσινό νερό κι από κεράσι χείλι
άλλο τίποτα δεν θα σου λείψει
ανάμεσα στην ταραχή των άστρων
και του Σαγκάλ τα μούσμουλα φεγγάρια.
Πετάω από τώρα πετραδάκια
στη λίμνη του εφησυχασμού τους
για να συνηθίσω στα άσφαιρα και αχρεία(στα).
Χόρτα, κρασί, χαρτί, ροδάκινα, τυρί και σοκολάτες
βγαίνω πάλι για ψώνια στην επικράτεια
των ανιάτων
σήμερα όμως σ’ έναν ανεξήγητα ανυψωτικό
ρυθμό απειθαρχίας
με βηματάκια ωστόσο χαλαρά – κόντρα στο ρεύμα.
Η ορατότητα γυμνή τού “πώς περνά η ώρα”
πεθαίνει χωρίς αίμα ο θάνατος
στο άκουσμα και μόνον ενός φλοίσβου.
© Νανά Τσόγκα τρίπτυχο από το βιβλίο ‘σημειΟμματα’, εκδόσεις Δωδώνη, 2010
photo © Stratos Fountoulis, « Sur les rives de la Seine », Paris 2012

-Τα έπιπλα είναι ζωντανά, είπε ο ξεναγός,
με το παραμικρό νεύμα βαδίζουν.
Το τραπέζι προχωρά,
στέκεται στο κέντρο της αίθουσας,
γύρω παίρνουν θέση καθρέφτες,
καρέκλες, πολυθρόνες, καναπέδες,
ο πολυέλαιος κατεβαίνει απ’ το ταβάνι
με την ψυχή ανάποδα.
Ανάμεσα στα τέρατα έπιπλα
ανοίγω δρόμο με το ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:
«Το όνομά μου Λεγεών…
Δεν θέλω να με προσκαλέσουν ποτέ!»
Στο καφενείο «ΟΙ ΑΝΔΕΙΣ» έρχεται κάθε πρωινό
ο μελαγχολικός Ινδιάνος, ανοίγει την εφημερίδα,
διατρέχει τις ειδήσεις, διαβάζει, συλλαβίζει:
Οι ιεραπόστολοι δεν κάνουν τατουάζ. Δεν χαράζουν
βαθιά το δέρμα τους. Βάφουν το πρόσωπό τους
όταν πάνε να ευλογήσουν τους πιστούς ιθαγενείς.
Επιστρέφουν, ξεβάφονται, βγάζουν τα άμφια,
φοράνε σμόκιν, εισπνέουν αιθέρα,
ζαλίζονται, την ιεραποστολή ξεχνούν.
Τις Άνδεις βλαστημάνε που τους πλάνεψαν,
λάγνες-εξωτικές, που αγάπησαν και μίσησαν…
Τα εκτοπλάσματα έφαγαν τους τοίχους,
τρώνε τις πόρτες του σπιτιού,
τα πατώματα, νευρικά με μακρύ τρίχωμα,
πορφυρά μάτια, τεράστια δόντια.
Έντρομοι έφυγαν οι αγαπημένοι φίλοι,
έμειναν τ’ αποφόρια τους, κρύβονται σε απόμερες
γωνιές, μέσα στις ετοιμόρροπες ντουλάπες,
κάτω από τα ράφια δίχως κορμιά.
Την ίδια ώρα στα διπλανά νοικοκυρεμένα σπίτια
εισβάλλουν αόρατα, άυλα, νέα φαντάσματα
καραδοκούν, ξένοι άγνωστοι λοιδορούν:
-Οι παραβάτες στην επίορκη πόλη!
Στους δρόμους της πόλης εμφανίστηκε
ωραία, τολμηρή, ουράνια,
λεπτή μια ρέγκα Πολωνέζικη.
Πούλησε το βαρέλι της αγόρασε στολή
κάθεται στο καφενείο Άστυ,
στην μπυραρία των καταθλιπτικών πίνει αντισηπτικό.
Το πλήθος την περίμενε στην αίθουσα οδύνης.
Οι νεόνυμφοι είχαν χάσει έναν γάμο,
ο βαπτισμένος την κηδεία,
ο τελώνης μετράει τα χρυσά του
κι οι καλεσμένοι -δούκες, βασιλιάδες,
παλλακίδες- εμπορεύονται
δαντέλες, δαχτυλίδια, βελούδα …
Η μαρκησία-Αυτόματο ουρλιάζει:
-Τράβηξε Δήμιε, την αγχόνη-αλεξικέραυνο!
Στο Πάνθεον των ηρώων, η ρέγκα-κυβερνήτης
με γαλόνια σέρνει την Δόξα απ’ το λουρί.
Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε
τράκα ένα τσιγαράκι.
Οι αστοί -πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν-
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά
και τα χρυσά αυγά τους.
Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.
Άκουσε τους μουσικούς να παίζουν, έκαναν πρόβα:
«Μην ερωτευτείτε κοσμικές, τρελές, γαλάζιες οπτασίες,
μην κινήσετε μονάχος σε πόλεμο εναντίων λεγεώνων,
μην παλεύετε με ανεμόπτερα…».
Οι συνοδοί φώναζαν, ούρλιαζαν, σφύριζαν…
τα βαμμένα χείλη τους ψέλλιζαν λόγια ανώφελα,
μάταιες παραινέσεις: «Σηκώστε τον ποδόγυρο, Κυρίες!».
Ο ιμπρεσάριος κτυπάει τα τύμπανα:
«Καμπαρέ μόνο γιρλάντες κι αστραγάλους!».
Στο παλκοσένικο η Αρτίστα θωπεύει, απειλεί, ερεθίζει:
«Πόσα γκρέμισε τείχη! Πόσες άλωσε πόλεις;
Μις Υφήλιος, ερωμένη βασιλέων!».
Όταν τελειώσουν οι ηδονές και σβήσουνε οι πόθοι, η αμοιβή
κρεμιέται στο καρφί, σημειωμένα: Αριθμός, Ημερομηνία, Τιμή:
«Δύο κίβδηλα νομίσματα. Ατιμασμένο τ’ όνομά Της…»
Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία.
Πελάτες χορεύουν, τραγουδούν, γλεντούν και ξεφαντώνουν,
κι άλλοι αναστενάζουν, δεν τρώνε, δεν πίνουν, μαραζώνουν…
Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος», καταραμένη εποχή:
«Ελπίζετε οι δυστυχείς-Προσεύχεσθε οι ευτυχείς!».
*
© Γιώργος Κοζίας
φωτο © Στράτος Φουντούλης, Στοά του Βιβλίου, Αθήνα 2011.
*
Γιώργος Κοζίας
41ος Παράλληλος
εικονογράφηση: Εύη Τσακνιά
Στιγμή, 2012
Σαράντα μία συν μία ποιητικές αφηγήσεις χαρτογραφούν τον έρωτα, την μοναξιά, την αναζήτηση της ευτυχίας, την απόλαυση για τη Δεύτερη Ζωή ή τη χαρά για την Πέμπτη Διάσταση.
Εικόνες-ποιήματα, μουσικές-ποιήματα καταθέτουν ιστορίες για αθώους, ταπεινούς, δειλούς, ενόχους που αγαπιούνται, λατρεύονται, προδίδονται και προδίδουν ανάμεσα από χίμαιρες και ευκαιρίες, από ήττες και λιτανείες:
Στον 41ο Παράλληλο γίνεται λιτανεία
με τα κεριά όλων των προδομένων.
*

Τα ναυάγια μου στο βυθό
κι οι κούρσαροί μου
παλικάρια αμούσκευτα
στου πελάγου την αύρα.
Πόση δόξα άδολη
στης ακτής το μυχό.
Εγώ που σε πόθησα
πόσο λάθος είχα! Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Βλαχάκης, ποίηση»
Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.