Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»

Την είδα που έφευγε μες στη νύχτα. Πέρασε τα ερρειπωμένα εργοστάσια, με την καφετιά της φορεσιά, τις νευρώδεις πτυχώσεις. Τη φώτισαν οι δημοτικοί στύλοι στην είσοδο του «Τιτάνα», τσιμέντο και κλεισμένες υψικάμινοι σ΄ολόκληρο τον ορίζοντα. Η κόρη τρομαγμένη πέρασε εμπρός από το χώρο του τελεστηρίου. Στάθηκε, τη φυσούσε ο ζεστός, νότιος άνεμος του καλοκαιριού. Εκείνοι που φυλούν τα μνημεία, είχαν αποκοιμηθεί μεθυσμένοι, κανείς δεν φυλά την όμορφη Περσεφόνη, κανείς δεν την προσμένει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, «Η Φεύγουσα κόρη»»

Μαρία Πετρίτση, Τα ξένα σπίτια

Θυμάμαι μια παλιά συνέντευξη του Βασίλη Αλεξάκη που περιέγραφε το σπίτι του στην Αθήνα. Ένα μικρό ισόγειο είναι, έλεγε, που όμως το αγαπά επειδή στην αυλή του υπάρχει μια λεμονιά, και αυτό του φαίνεται σπουδαίο. Και μια άλλη, της Φρανσουάζ Σαγκάν, που μιλούσε για το διαμέρισμά της στο Παρίσι όπου είχε περάσει τα νεανικά της χρόνια. Έλεγε πως ήταν λιλιπούτειο και με εκθαμβωτική θέα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Τα ξένα σπίτια»

Τζούτζη Μαντζουράνη –παρουσίαση της ποιητικής συλλογής ‘Καφές και τσιγάρα’

Τη Δευτέρα 14 Οκτωβρίου:
Οι εκδόσεις Φίλντισι σας προσκαλούν στην παρουσίαση της νέας ποιητικής συλλογής τη Τζούτζης Μαντζουράνης «Καφές και τσιγάρα».

Στο Sq. Café Bar 
Πραξιτέλους 43 και Αγίου Μάρκου. 

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν:

Η συγγραφέας και κριτικός Ελένη Γκίκα και ο ποιητής και κριτικός Κώστας Παπαθανασίου.
Θα προβληθεί η μικρού μήκους ταινία τουΆκανθου ‘Τζούτζη Μαντζουράνη, παρατηρήσεις στη ζωής μιας ποιήτριας-παιδιού-γυναίκας

Από τη συλλογή –επιλογή τυχαία 

*

«Μεγάλο δρόμο θα διαβείς,
χιόνι παλιό και νέο φορτωμένο.

Θα λιώνει όμως στο διάβα σου.
Γιατί καυτές είναι οι πατημασιές σου
και ζεστή η ανάσα σου
καθώς με τη δική της σμίγει.
Και η φωτιά στα μάτια σας,
το χιόνι θα λειώνει.»

-Ήρεμος δεν θα ‘ναι ο δρόμος μας,
γιατί σαν λιώνει το χιόνι,
πέτρες έχει πολλές
κι ανηφόρα.
Αγάπη μου…

Μα σαν φτάσουμε στην κορυφή,
η θέα είναι πανέμορφη.
Και ‘κει θα ξαποστάσουμε.

Και μαζί θα καπνίσουμε
το πρώτο μας τσιγάρο…

*
«ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ»…

Οι Λέξεις πρώτα,
τα Μάτια ύστερα
μετά, τα Χείλια…
όλα ένα μεγάλο χαμόγελο.
Και τέλος,
το Άγγιγμα.
Ενός κορμιού,
που είχε ήδη παραδώσει τη ψυχή του….

*
«ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ»…
 

«Σε φιλάω και νομίζω ότι είναι Άνοιξη», της είπε
χαϊδεύοντας την απαλά στην κοιλιά …
«Τον Μάρτη να φοβάσαι»,
του απάντησε εκείνη…
Και τον φίλησε τρυφερά ανάμεσα στα μάτια…
Μετά κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του,
για να ξορκίσει το κρύο του Φλεβάρη
που λυσσομανούσε έξω από το παράθυρό τους
και αποκοιμήθηκε .
Έτσι, εκεί,
γυμνή,
στην αγκαλιά του.

*
«ΠΕΡΠΑΤΗΣΑ»…

Περπάτησα,
όλα τα δρομάκια που είχαμε μαζί περπατήσει…
Πήγα,
σε όλα τα μπαρ που είχαμε πιεί από το ίδιο ποτήρι…
Χόρεψα,
όλους τους χορούς που είχαμε αγκαλιασμένοι χορέψει…
Κοίταξα,
τον ίδιο ουρανό, και το ίδιο ολοστρόγγυλο φεγγάρι.

Με κάποιον άλλον…
Ξανά.

Και ήταν διαφορετικοί οι δρόμοι,
άλλες οι γεύσεις των ποτών,
άλλοι οι ρυθμοί των σωμάτων μας,
άλλο το σχήμα του φεγγαριού,
διαφορετικοί οι αστερισμοί.

Άλλος ο πόνος,
Ίδια η Αγάπη….

*
ΜΕΤΑ ΤΗ ΒΡΟΧΗ…

Σκορπισμένα παντού στο βρεγμένο πλακόστρωτο
Τα άνθη της νεραντζιάς,
μύριζαν ακόμα τόσο έντονα.
Και η μυρωδιά τους ανακατωμένη με το μουσκεμένο χώμα
με πλάκωνε στο στήθος και έκανε την απουσία σου
γι’ ακόμα μια μέρα, πιο δύσκολη.
Δεν είναι που βρέχει και όλα είναι μουντά.
Είναι που στη βροχή ,
τα δάκρυα μου δεν φαίνονται πια,
δεν ξεχωρίζουν,
δεν έχουν σημασία…
Σβήνουν και χάνονται μαζί με το νερό
Και μένει μόνο η μουτζούρα της πληγής
που άφησαν πίσω, τα λόγια σου
Όταν ακόμα πονούσες τόσο,
που, το μόνο που ήθελες,
ήταν να με πονέσεις…

*
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΣΙΓΑΡΟ

Να σε καπνίσω θέλω,
σαν το τελευταίο μου τσιγάρο.
Και να μην σε σβήσω
στην τελευταία ρουφηξιά .
Κι ας καούν τα δάχτυλα μου!
Να αφήσει η καύτρα πάνω τους
το σημάδι σου…

*
©Τζούτζη Μαντζουράνη

Τέος Ρόμβος, «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου»

(Απόσπασμα)

Κάθε νέα ημέρα, πρωί-πρωί, κατεβαίνω τα 752 σκαλοπάτια από τη μεσαιωνική Απάνω Χώρα μέχρι κάτω στη νέα πόλη και πηγαίνω στο Ιστορικό Αρχείο. Περνάω όλο το πρωινό μου εκεί.

  Ανασκαλεύω χαρτιά, αναφορές του 19ου αιώνα, διαθήκες, νο- σοκομειακά αρχεία, κιτρινισμένα έγγραφα με άπειρα σχεδιά- σματα, άλλα καλλιγραφημένα από επιδέξιους γραφείς κι άλλα καμωμένα με δυσνόητες γραφές και στριφογυριστές ουρίτσες, φαντάζομαι ακροβασίες με τον κοντυλοφόρο πάνω στο χαρτί, πιρουέτες και σπαγγάτο για να γραφούν τα σχεδιάσματα-κείμενα, σαν να χορεύει ένα επιδέξιο ζευγάρι χορευτών ταγκό, απόλυτος συγχρονισμός κινήσεων του ενός κολλημένου πάνω στον άλλο, σαν τα δάχτυλα που τυλίγουν την πένα μέχρι την τελική φιγούρα, το τίναγμα στον αέρα και το βύθισμα στο μελανοδοχείο. Χαϊδεύω τα γράμματα από ξεθυμασμένα μελάνια που θρίφουν στο άγγιγμά μου κι αφήνουν σημάδια στις ρώγες των δαχτύλων και μια αίσθηση παλιών ιστοριών αναδύεται μέσα από δικόγραφα γεμάτα πάθη, ακόλαστους, απονενοημένους, φανερωμένους έρωτες, μοιχείες και μοιχαλίδες, σφαξίματα και ιστορίες με νεαρούς Υδραίους που έβραζε το αίμα τους και χειρίζονταν επιδέξια το λάζο και με τα δύο χέρια. Διαβάζω παλιά έντυπα και πολυκαιρισμένες εφημερίδες των πρώτων χρόνων της εγκατάστασης των προσφύγων στο νησί, εκείνων που δημιούργησαν το θαύμα της Ερμούπολης, μιας ολόκληρης πόλης που ξεφύτρωσε μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Ανοίγω βαριά βιβλία με ξεχαρβαλωμένα εξώφυλλα, ξεφυλλίζω σελίδες με μουτζουρώματα από μολύβι και άπειρες σημειώσεις στις άκριες, παλιές μνήμες, κιτρινισμένο χαρτομάνι.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τέος Ρόμβος, «Γεώργιος Νέγρος, ο τίγρης του Αιγαίου»»

Ζηνοβία Αντιδώρου, Τούρτα στο ποτάμι

Το ποτάμι που έγινε σκέπη της λαιμαργίας μου τρέχει και κυλά. Το λένε ποτάμι όλο το χρόνο, αλλά στην πραγματικότητα το μόνο ποταμίσιο που έχει είναι μια κατάξερη κοίτη που σκονίζεται και περιμένει επί οκτώ συνεχόμενους μήνες. Περιμένει υπομονετικά, δέχεται αγόγγυχτα τα σκουπίδια που το ταίζουν οι περαστικοί, χαίρεται με τα παιδιά που κάνουν σκέιτ μέσα στον μπετόν-αρμέ βυθό του. Μέχρι που ο καιρός αλλάζει και το ποτάμι νιώθει καλύτερα που μπορεί να γίνει επιτέλους λειτουργικό, περήφανο που ονομάζεται ξανά ποτάμι, όχι από συνήθεια, αλλά με την αξία του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζηνοβία Αντιδώρου, Τούρτα στο ποτάμι»

Κλασικά Κυριακής: Ἄρης Δικταῖος, “τῆς ἁμαρτίας τὰ τέκνα, οἱ ὠχροί, οἱ ξένοι ἄλλης πολιτείας”


Η ΠΟΙΗΣΗ

Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ ἔντυνες μία φορὰ τὴ γυμνὴ μέθη μας
ὅταν κρυώναμε καὶ δὲν εἴχαμε ροῦχο νὰ ντυθοῦμε
ὅταν ὀνειρευόμαστε, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ζωὴ νὰ ζήσουμε
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σύννεφα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὴ ρέμβη μας;
δὲ θὰ ὑπάρξουν πιὰ σώματα γιὰ νὰ ταξιδέψουμε τὸν ἔρωτά μας;
Μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲν μπορεῖς νὰ κλειστεῖς μέσα σὲ σχήματα
μὰ ἐσὺ Ποίηση
ποὺ δὲ μποροῦμε νὰ σ᾿ ἀγγίξουμε μὲ τὸ λόγο Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κλασικά Κυριακής: Ἄρης Δικταῖος, “τῆς ἁμαρτίας τὰ τέκνα, οἱ ὠχροί, οἱ ξένοι ἄλλης πολιτείας”»

Larry Cool, Ἡ Παναγία ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει κορίτσι

 
Ἡ Παναγία ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει κορίτσι

Ὁ οὐρανὸς ἀντανακλᾶ ἀνάποδα τὴν πόλη
Τρελὴ ἡ Παναγία σαλαγεῖ τὰ φεγγάρια της
Ἀπ’ τὶς τρύπες π’ ἀφήνουν τὰ πέλματά της στὴν ἄσφαλτο,
Εἰσδύει ἀπόκοσμο φῶς.
-«Θέλω μιὰ κόρη ἀπὸ σένα,» μοῦ λέει
Γαμιόμαστε στὰ ὄρθια σὲ μιὰ οἰκοδομὴ
Μέσα στὴ διάφανη κοιλιά της,
Ἥλιοι κι ἀστέρες περιστρέφονται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Larry Cool, Ἡ Παναγία ἔπρεπε νὰ εἶχε κάνει κορίτσι»

Δημήτρης Μποσκαΐνος, «… Χέρι… χέρι»

Το λεπτό και κοκκαλιάρικο χέρι της τον γράπωσε με δύναμη.
  Από κάτω το χάος.
  Εκείνος έσφιξε το δικό του, τεράστιο, βρώμικο και δυνατό σε μια σωτήρια λαβή. Ήταν ανάλαφρη. Περίμενε να την τραβήξει γρήγορα επάνω. Αντ’ αυτού άρχισε να τη λικνίζει σαν εκκρεμές. Έβαλε δύναμη και πάνω στη μεγαλύτερη ταλάντωση έδωσε μια και την ανέβασε πάνω. Την πέταξε κατά γης.
  Εκείνη ένοιωσε να πέφτει στα μαλακά.
  Οι πέτρες και το κακοτράχαλο έδαφος στο χείλος του γκρεμού της φάνηκαν ένα μαλακό στρώμα σε σχέση με το χαώδες άνοιγμα στο οποίο κρεμόταν ένα λεπτό πριν. Λύτρωση.
 Δευτερόλεπτα πριν κλείσει τα μάτια της από ένα κοκτέιλ εξάντλησης κι ανακούφισης, το μεσημεριανή ηλιόφως πήρε να σκοτεινιάζει ξαφνικά. Πρόλαβε να δει την τεράστια αρβύλα του να προσγειώνεται σαν αμόνι στον δεξί της ώμο. Την πίεζε σταθερά στο χώμα μην έχοντας αφήσει ακόμη την παλάμη της από τη δική του. Έπιασε και με το άλλο του χέρι κάπου στον αγκώνα της.
  Και τότε ξαφνικά κι απροειδοποίητα… τράβηξε.
  Γρήγορα και δυνατά.
 Ένοιωσε να της βγαίνει η ψυχή από το στόμα. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και κόντεψαν να πεταχτούν έξω από το κρανίο της. Γύρισαν αμέσως ανάποδα κι έμεινε να τον κοιτάει άψυχα με μάτια μπαλάκια του πινγκ πονγκ. Τόσο πόνο αισθάνθηκε καθώς εκατομμύρια βελόνες εξαπλώνονταν από τον ώμο της σε όλο της το κορμί.
  Λιποθύμησε κι άρχισε ν αλλάζει χρώμα από το τραυματικό σοκ.
  Δεν πρόλαβε να δει το δεξί της χέρι να αποκολλάται από το υπόλοιπο σώμα της.
Έβαλε το χέρι σε ένα σακί που είχε κρεμασμένο στην πλάτη του και με περισσή ευκολία σήκωσε το σώμα που αιμορραγούσε στην πλάτη. Δεν ένοιωθε σχεδόν καθόλου το βάρος του.
  Μπροστά στο γιγάντιο σώμα του ήταν σα να κουβαλάει ένα θήραμα κυνηγιού, ένα σφάγιο μετρίου μεγέθους.
  Η σπηλιά – κρυψώνα του ήταν κοντά. Θα ασχολιόταν αύριο, να κρύψει τα αίματα.
  Μέσα στη σπηλιά το σκοτάδι ήταν απόλυτο. Την άφησε κάτω κι άναψε ένα δαδί. Τρεμάμενοι τοίχοι άρχισαν να φεγγοβολούν απειλητικά τριγύρω. Την έσυρε ανάμεσα σε δαιδάλους και σκοτεινούς διαδρόμους μέχρι που έφτασε σε ένα πλάτωμα με μια μεγάλη πέτρα στη μέση , μια πέτρα μα σχήμα σφαίρας. Μετακίνησε με κόπο την πέτρα στο πλάι.
  Αποφορά κι αποσύνθεση πλημμύρισαν το χώρο, κι αυτός μονάχα γρύλλισε σα ζώο. Κοίταξε την τρύπα που έχασκε αβυσσαλέα κάτω από την πέτρα. Έσυρε το κορμί της και την πέταξε μέσα, ξανακλείνοντας το φυσικό πηγάδι. Ένα πηγάδι γιομάτο Θάνατο.
  Προσπερνώντας την μεγάλη αίθουσα μπήκε δεξιά σ ένα στενό πέρασμα και βγήκε στο χώρο του. Ένα αποστεωμένο τσοπανόσκυλο φύλακας τον περίμενε στο σκοτάδι κουνώντας χαρούμενο την ουρά του, τον είχε μυρίσει από ώρα γι αυτό δε γαύγισε καθόλου. Το χάιδεψε άγρια και του πρότεινε πρωτόγονα το άψυχο χέρι της κοπέλας. Ο σκύλος τρομαγμένος το μύρισε κι οπισθοχώρησε μυξοκλαίγοντας μην αφήνοντας καθόλου από τα μάτια του εκείνον.
Το αφεντικό
Το γιατάκι του ήταν σε ένα μακρύ και σχετικά στενό διάδρομο πολλών μέτρων. Ένα πρόχειρο κρεβάτι με ξύλο κι άχυρα, με μια βρώμικη και ξηλωμένη κουβέρτα από πάνω. Παραδίπλα είχε ένα μικρό τραπέζι με κάτι μικρά σαπισμένα ξύλινα κιβώτια επάνω και δυο στάμνες. Η μεγάλη είχε μέσα νερό. Στη μικρή με το πώμα φύλαγε λίγο κρασί. Πέταξε στο σκύλο ένα ξεροκόμματο μπαγιάτικο ψωμί και ρούφηξε λαίμαργα από το κανάτι με το κρασί χύνοντας λίγο στο λερό πουκάμισό του.
  Άναψε με το δαδί του τρία μικρά λαδοκάντηλα που είχε τοποθετημένα σε εσοχές του τοίχου. Καθώς ο χώρος φωτίστηκε τρεμάμενα αλλά επαρκώς για εκείνον, έσβησε το δαδί σε μια μικρή φυσική λεκάνη με άμμο.
  Περπάτησε στο ζόφο του ημισκότεινου διαδρόμου. Το μεγαλύτερο μέρος του ήταν επενδεδυμένο με πέτρα. Μεγάλες ακατέργαστες πέτρες σε γκρι καφέ απόχρωση που ήταν χτισμένες με το βάρος τους χωρίς λάσπη. Η μια πάνω στην άλλη. Προσπάθησε να κουνήσει κάποιες. Έψαξε για την πιο χαλαρή και τη βρήκε. Την κούνησε με τέτοια μανία που την ξεκόλλησε με μιας από τον τοίχο. Χαμογέλασε. Σήκωσε το χέρι από το πάτωμα της σπηλιάς και το στρίμωξε στην οπή που άφησε η βγαλμένη πέτρα. Έπιασε μικρότερες πέτρες που ‘τανε διάσπαρτες στο πάτωμα και τις στρίμωξε όπως – όπως γύρω από τα κενά που άφηνε ο απάνθρωπα ξεριζωμένος βραχίονας στον τοίχο. Όταν σταθεροποίησε το χέρι έπιασε να το χαζεύει. Ντελικάτο παρά το θαμπό υπόλευκο χρώμα του. Τα νύχια είχαν σπάσει από την πτώση της κοπέλας καθώς την κυνηγούσε λίγο πριν το γκρεμό. Φορούσε ένα δαχτυλίδι αρραβώνων. Δεν το πείραξε. Έκανε το χέρι ομορφότερο. Το πλησίασε κι άρχισε να το μυρίζει. Κοκκίνισε. Έπεσε στο ένα γόνατο κι έβαλε το κεφάλι του κάτω από την γυμνή παλάμη σε ένα παρανοϊκό μα συνάμα, στοργικό κι ανάποδο χάδι. Σηκώθηκε όρθιος κι άνοιξε το πουκάμισο του. Πλησίασε το χέρι που παγωμένο τον άγγιξε στο στήθος. Ένοιωσε να καίει από μέσα του παρά την παγωνιά της νεκρής σάρκας. Φούντωσε ολόκληρος κι ένοιωσε να χτυπάνε τα μηλίγγια του σα ταμπούρλο. Καύλωσε.
  Κοίταξε δεξιά και χαμογέλασε λυκίσια με τα σάλια του να τρέχουν.
  Το θέμα ήταν μακάβριο. Μια εικόνα βγαλμένη από τους πιο τρομερούς εφιάλτες.
  Μια στιγμή σταλμένη από τα βάθη της Κόλασης.
  Το πέτρινο τείχος δεξιά του ήταν γεμάτο γυναικεία δεξιά χέρια που έχασκαν στο διάδρομο.
  Xέρια μικρά και λεπτά, άλλα μακριά και ψωμωμένα. Χέρια από κοπέλες αλλά κι από μεσήλικες γυναίκες. Χέρια με μακριά νύχια κι άλλα με φαγωμένα, εφηβικά. Κάποια φορούσαν κοσμήματα, βραχιόλια ή δαχτυλίδια. Χέρια με τεντωμένες παλάμες και χέρια όπου τα δάχτυλα συστρέφονταν ελαφρώς.
  Δεκάδες χέρια, όπου έφτανε το μάτι …κι όλα δεξιά. Σαν πολλές γυναίκες μαζί να προσπαθούσαν ν αρπάξουν κάτι διερχόμενο από το σκοτεινό σπηλαιώδη διάδρομο.
  Όσο προχωρούσε σε μήκος αυτή η τραγελαφική παρωδία, τα χέρια μαραίνονταν από την παλαιότητα και την αποσάθρωση. Τα τελευταία, μέχρι εκεί που έβλεπε, ήταν σκέτοι λευκοί σκελετοί με σάπιες πέτσες να σκεπάζουν κάποια σημεία τους σα βρώμικες λινάτσες.
  Συσπάστηκε στο υπογάστριο κι έχυσε μέσα στο παντελόνι του με τα σάλια του να τρέχουν ακόμα καταγής. Πίσω του ο σκύλος χόρευε δεμένος με την αλυσίδα του κουνώντας ασταμάτητα την ουρά του.
  Έπιασε το πουλί του πάνω από το παντελόνι και το μετακίνησε να τον βολεύει καλύτερα.
  Ήταν μούσκεμα.
  Βούτηξε το κανάτι με το κρασί. Έκατσε στο αχυρένιο κρεβάτι κι άρχισε να ρουφάει λαίμαργα.
  Κοιμήθηκε σχεδόν αμέσως. Ένα ύπνο βαθύ δίχως όνειρα.
  Τι να έβλεπε άλλωστε όταν οι μύχιοι φόβοι στο υποσυνείδητο των ανθρώπων ήταν η δική του καθημερινότητα. Μόνο παραμίλαγε καμιά φορά και ξύπναγε το γκέκα του ψιθυρίζοντας, «… χέρι… χέρι… ΧΕΡΙ».
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Photo: Author unknown