Νίκος Ι. Τζώρτζης, Αστοχία Υλικού – Αναψηλάφηση, Γ’ ―κυκλοφορεί

Από τις εκδόσεις Κέδρος

ΤΑ ΒΟΤΣΑΛΑ ΜΑΣ

Έβλεπα τα δικά μου
να παραμένουν πέτρες,
ενώ τα δικά σου να γίνονται πηλός,

που του άλλαζες
σχήμα και χρώμα.

Τότε δεν ήξερα ακόμη
πώς να ξεχωρίζω τους ποιητές
απ’ όσους απλώς μαζεύουν βότσαλα.

✳︎

 

Μαίρη Γουέμπ, Νοέμβρης ―μετάφραση Ασημίνα Λαμπράκου

Μαίρη Γουέμπ, Νοέμβρης

Στη φίλη Γεωργία Νόνα η μετάφραση
Ότι εκείνη με συνέδεσε με το έργο της Mary Webb

Όταν ψυχρές ομίχλες στον χαρωπό μου τον κήπο ευδοκιμούν
Κι άνθη από τούτα τα δέντρα πέφτουν, τα χρυσά·
Όταν στους ψεύτικα χρωματισμένους ουρανούς του πρωινού
Γλυκά πουλιά δεν κελαηδούνε πια·
Όταν πεθαίνει η μουσική, σκοτεινό το χρώμα θολώνει,
Και μ’ έναν λυγμό το γέλιο γλιστρά, αστοχεί·
Όταν όλη των ονείρων μου η παρέα, γαλήνια και ζωηρή, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαίρη Γουέμπ, Νοέμβρης ―μετάφραση Ασημίνα Λαμπράκου»

Κώστας Μόντης, Το φθινόπωρο και το καλοκαίρι

Το καλοκαίρι εκείνο το φοβήθηκε το φθινόπωρο,
το κύτταζε και δίσταζε:
Ν’ αποπειραθεί, να μην αποπειραθή;
Έχουν ένα όνομα, ξέρετε, οι εποχές,
έχουν μια παράδοση,
έχουν μια ιστορία,
έχουν μια αξιοπρέπεια,
είναι επιτέλους ελέω Θεού,
και δεν μπορούν εύκολα να το διακινδυνεύσουν.
Εμείς αφ’ ετέρου, βουτηγμένοι ως τα μπούνια
στη ζέστη του,
το ενθαρρύναμε ανευθύνως.
Εμείς αφ’ ετέρου, βουτηγμένοι ως τα μπούνια
στη ζέστη του,
το ενθαρρύναμε ανευθύνως στην ανυπακοή.
το ενθαρρύναμε ανευθύνως στην ανταρσία.

*

[από «Ως εν κατακλείδι». Λευκωσία 1984

✳︎

 

Μανόλης Aναγνωστάκης, το τελευταίο σου γράμμα

Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατής…

Τώρα εἶναι ἁπλὸς θεατὴς
Ἀσήμαντος ἀνθρωπάκος μέσα στὸ πλῆθος
Τώρα πιὰ δὲ χειροκροτεῖ δὲ χειροκροτεῖται
Ξένος περιφέρεται στῶν ὁδῶν τὸ κάλεσμα-

Ἔρχονται ἀπὸ μακριὰ οἱ νέοι σαλπιγκτὲς
Τῶν ἐπίλεκτων κλάσεων τοῦ μέλλοντος
Οἱ κραυγὲς τοὺς γκρεμίζουν τὰ σαθρὰ τείχη
Τήκουν τὴ λάσπη σὲ φωτεινοὺς ρύακες Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μανόλης Aναγνωστάκης, το τελευταίο σου γράμμα»

William Blake, Ο καπνοδοχοκαθαριστής

Μετάφραση: Γιῶργος Μπλάνας
William Blake (1757-1827)―The Chimney Sweeper: When my mother died I was very young

source: The Institute of Cancer Research

Ὁ καπνοδοχοκαθαριστής

«Ὅταν πέθανε ἡ μαμά μου, ἤμουνα πολὺ μικρὸ
καὶ μὲ πούλησε ὁ μπαμπάς μου, πρὶν ἀρχίσω νὰ τσιρίζω.
Τζάκια τώρα καθαρίζω
καὶ κοιμᾶμαι ὅπου βρῶ
στάχτη, σκόνη καὶ καπνό!»

Τσίριζε ὁ μικρὸς ὁ Δάκρης ποὺ τοῦ κόβαν τὰ μαλλιά.
«Εἶναι ὄμορφα» τοῦ εἶπα, «καὶ σγουρά, μὰ μὴ σὲ νοιάζει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «William Blake, Ο καπνοδοχοκαθαριστής»

Κώστας Δρουγαλάς, 4 πεζά ποιήματα

Οι πεύκες

Όταν πεθάνει ο δασονόμος, ολόγυρα μαζεύονται οι πεύκες και με δάκρυα από ρετσίνι τον κλαίνε ολονυχτίς. Τον μονάκριβο δεν προλαβαίνουν παραπάνω να θρηνήσουν· ευθύς τον αποθέτουν στο νοτισμένο χώμα και στις θέσεις τους επιστρέφουν οι πολύτεκνες. Έτσι, πριν το θαμποχάραμα, τον γνώριμό τους ρόλο επιτελούν στη θέα των κυνηγών· τ’ αδέσποτα αγριμάκια κρύβουν όπως όπως πίσω απ’ τα λιανά κορμιά τους, προστάτιδες μάνες καθώς είναι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κώστας Δρουγαλάς, 4 πεζά ποιήματα»

Σωτήρης Κακίσης, σπρώχνουμε τις γριές και μετά γελάμε

Sigmar Polke, Porträt Lee Harvey Oswald (Raster Drawing ), 1963

Βαμμένα μαλλιά

είναι ωραία αυτά τα κόμικς με τις γυμνές· γιατι μιλάνε για έρωτα, ύστερα είναι ωραία ρομάντσα, γιατί αυτός τους σκοτώνει χωρίς να τους σκοτώσει· δεν μ’ αρέσει που νικάει πάντα ο Κίλινγκ, αλλά έχουνε και βεντέτες, τον χτυπάνε άμα τους πάει στην αστυνομία

εγώ ξύρισα τα μαλλιά μου γιατι τα’χα βάψει με οξυζενέ Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σωτήρης Κακίσης, σπρώχνουμε τις γριές και μετά γελάμε»

Ζωή Καρέλλη, του ονείρου μου τη μυστική μεγαλοπρέπεια

Tου Σεληνιαζόμενου

Aκέραια, λαμπρότατη, πλησιφαής!
Mαίνεται η αγάπη, μες στη σφοδρή ψυχή μου,
που η όψη σου κρατάει προσηλωμένη,
ενώ σφαδάζει το βίαιο σώμα μου.
Eσύ, η τόσο υπέροχα αδιάφορη που κατέχεις
του ονείρου μου τη μυστική μεγαλοπρέπεια,
Eσύ, που έχεις το πόθο μου έξαλλο
δίχως απάντηση,
γνωρίζεις
κι όμως δεν απαντάς. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Καρέλλη, του ονείρου μου τη μυστική μεγαλοπρέπεια»