Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Δειλίες

φοῦ χάραξε τὴ σύντομη πορεία του μέσα στὴ μέρα, κατρακύλησε πρὸς τὸ δείλι. Ἔπειτα ἀπὸ λίγο οἱ τελευταῖες του ρανίδες φωτὸς ἔπεφταν στὴ νύχτα κι ἔσβηναν· καὶ βρέθηκε ξανὰ στὸν τόπο ποὺ στριφογύριζε πρὶν ἀπ’ τὴν πρώτη χαραυγή του. Ἐκεῖ ὅπου οἱ μᾶζες σκοταδιοῦ εἶναι τόσο πηχτὲς ποὺ ἂν χύνονταν στὰ πράγματα τοῦ κόσμου θὰ τὰ στεροῦσαν ἀπ’ τὸ σχῆμα τους κι ἀπ’ τὸ χρῶμα τους· ἐκεῖ ὅπου τὰ πράγματα τοῦ κόσμου συνωστίζονται ἀσφυκτικά, μαγκωμένα ἀπ’ τὸ σκοτάδι καὶ στερημένα ἀπ’ τὴν ἀνακούφιση τῆς μέρας.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Δειλίες»

Τάσος Λειβαδίτης, Σήμα Κινδύνου

Άξαφνα είδα τον Ιάκωβο να μπαίνει στην κάμαρα μές απ’ τον καθρέπτη. Ταράχτηκα, «πως γίνεται;» του λέω «μα δε βλέπεις, μου λέει ― χάθηκαν όλα», έτσι προσπάθησα να σώσω την ψυχή μου ή έστω λίγον ύπνο, γιατί ούτε μια μέρα δεν άνοιξα τα μάτια χωρίς να μεγαλώσει ποιο πολύ το μυστήριο ― κι όταν βράδιαζε οι κήποι γέμιζαν μητέρες κι οι στέρνες πρώιμα φύλλα για να κρύβομαι καλύτερα κι αργά τη νύχτα κλείδωνα κι άκουγα να γυρίζουν λες στον ύπνο τους τ’ άρρωστα παιδιά.

…….Αν ρίχναν ένα καράβι μες στο μυαλό μου θα ναυαγούσε.

Λεωνίδας Καζάσης, Εκ του παρελθόντος τα πρώτα

Πάντα ήθελε να περάσει από το μέρος όπου είχε συλλάβει τις πρώτες παραστάσεις, οι οποίες μετετράπησαν σε πρώτες αναμνήσεις. Πρόκειται για ένα ρετιρέ γωνιακό με μεγάλη βεράντα, επί των οδών Αριστοτέλους και Χέϋδεν, πάνω στην πλατεία Βικτωρίας.

Εκεί μετακόμησαν οι θεσσαλονικείς γονείς του, λίγους μήνες αφού εγεννήθη, αφήνοντας το κοντινό διαμέρισμα επί της Τρίτης Σεπτεμβρίου. Στην πλατεία Βικτωρίας έζησε τα πρώτα τρία χρόνια του βίου του, ώσπου μετακόμησαν στην Φιλοθέη, προς μεγάλη λύπη του.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Εκ του παρελθόντος τα πρώτα»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μπορώ να μείνω λίγο ακόμη;

Σύνοψη έργου θεατρικού
Έκτακτου
Και
Εκτενούς,
Που διεσώθη
Μονάχα μερικώς

Ένας άνδρας με επίσημη περιβολή, κάπως φθαρμένη φωνάζει γαντζωμένος πίσω από την πόρτα ενός σφραγισμένου δωματίου. Και τι δεν υπάρχει σε εκείνον εκεί τον κόσμο. Πλούσιες διακοσμήσεις, ερωτιδείς στο μέγεθος του ανθρώπινου χεριού, Αφροδίτες, άλλες σαν την Ολυμπία και άλλες πικρές και μεγαλειώδεις, όπως η Μαγδαληνή. Μικρές κόρες από λαζουρίτη με μάτια οπάλινα, χρυσοί κηροστάτες, ταπισερί από σκηνές του κυνηγιού στολίζουν την γωνιά που ονομάζουν στόφα. Ταφταδένιες κουρτίνες που τις συγκρατούν μορφές αγγελικές, γλυπτές στο ξύλο με επίχρυσες πανοπλίες, δουλεμένες για χρόνια από το θαυματουργό υλικό που γεννά ο λόφος Αμιάτα και τα τρομερά του καμίνια. Εκείνες οι μορφές πνίγουν με ένα όχι τον ήλιο που σκύβει νικημένος στο βάθος του στενού.  Το φως γδέρνει τους τοίχους, οι μορφές προσπαθούν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Μπορώ να μείνω λίγο ακόμη;»

Πέτρος Μαρτινίδης, Μαίνομαι σπίτι

©Ian Strange, landed house in Adelaide.

Όλοι οι πόλεμοι αποτέλεσαν ακολουθίες φόνων, με συνέπεια να ζουν οι πατεράδες περισσότερο από τους γιους τους. Με τον «πόλεμο» κατά του κορωνοϊού συμβαίνει συστηματικά το αντίθετο, για πρώτη φορά. Ποιητική δικαιοσύνη θα λέγαμε, αν επρόκειτο για μυθοπλασία και όχι για καθημερινές, συγκλονιστικές στατιστικές με πραγματικά θύματα.

Εκεί όπου από την ποιητική δικαιοσύνη περνάμε στην τραγική ειρωνεία είναι ο εμφύλιος σπαραγμός που προαναγγέλλουν κάποιοι, μετά το τέλος αυτού του «πολέμου». Όπως κάναμε στην Ελλάδα και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο. Για να μην ξεχνάμε ηρωικές παραδόσεις. «Τσακίστε τους υπεύθυνους που δεν μας προφύλαξαν, τσακίστε αυτούς που μας σκότωσαν» είναι το κάλεσμα διαφόρων μελών του ΑΠΘ στον πανεπιστημιακό «διάλογο», ενόψει του τέλους της δοκιμασίας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Μαρτινίδης, Μαίνομαι σπίτι»

Νόπη Χατζηιγνατιάδου, Μια νύχτα με πανσέληνο παρέα με τον Σκούρτη

Mέρες ενδοστρεφείς, κλειστές, στενές. Κι όμως, μέρες βαθιές για το συλλογιστικό εγώ, για κείνο το άλλοτε διάσπαρτο εγώ, μέσα στης καθημερινότητας τις ρεαλιστικές ή και τις άλλες πλασματικές ανάγκες. Κάπου χαθήκαμε. Χανόμαστε, μα με έναν χαμό ολόγιομο με δέλεαρ. Ο Λειβαδίτης το ‘χει πει

ίσως θα πρέπει να χαθείς ολότελα
για να μάθεις κάποτε ποιος είσαι

Μοιάζει με μυστική συνομωσία. Όλα επιτελούνται για έναν σκοπό. Για το αντάμωμα. Για τη συνάντηση. Με το πρόσωπο που χάθηκε μέσα στης πόλης την σκόνη ή μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Ο σκοπός, η συνάντηση. Με σένα. Να ανταμώσεις εσένα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νόπη Χατζηιγνατιάδου, Μια νύχτα με πανσέληνο παρέα με τον Σκούρτη»

Περικλής Κοροβέσης, 50 χρόνια «Ανθρωποφύλακες»

Περικλής Κοροβέσης (1941-σήμερα 11 Απριλίου 2020)

Περικλής Κοροβέσης, Ανθρωποφύλακες, Επετειακή ένατη έκδοση (1969-2009), με Εισαγωγές των Πιέρ Βιντάλ Νακέ και Δημήτρη Ραυτόπουλου και νέα Επίμετρα των Γιάνη Γιανουλόπουλου, Δημήτρη Ψαρρά και Περικλή Κοροβέση. Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, Αθήνα 2019, σελ. 141 (συν φωτογραφικό παράρτημα)

Ευγενική παραχώρηση της Athens Review of Books Tεύχος 113 – ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ

Το αριστούργημα (και από λογοτεχνικής απόψεως) του Περικλή Κοροβέση Ανθρωποφύλακες δεν είναι απλώς μια πολύ καλογραμμένη μαρτυρία από έναν ταλαντούχο συγγραφέα, ούτε αφορά μόνο τους έλληνες που υπέστησαν βασανιστήρια επί χούντας· είναι τόσο πυκνό, βαθύ και ανθρώπινο, που μένει χαραγμένο στο μυαλό του αναγνώστη, όπως το Αν αυτό είναι ο άνθρωπος του Πρίμο Λέβι ή το Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς του Σολζενίτσιν. Επειδή η ύλη του τεύχους της ARB είχε ουσιαστικά κλείσει, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το επίμετρο του Δημήτρη Ψαρρά. Θα μας δοθεί όμως η ευκαιρία να μιλήσουμε αναλυτικότερα γι’ αυτό το οδυνηρά απολαυστικό έργο σε επόμενο τεύχος.

Δύο βιβλία σφράγισαν τη δικτατορία της 21ης Απριλίου. Το πρώτο ήταν το πολύτομο Πιστεύω μαςτου Γεωργίου Παπαδόπουλου, ένα «Μάιν Καμπφ» αλά ελληνικά, με τη συμπυκνωμένη σοφία του δικτάτορα. Το δεύτερο ήταν οι Ανθρωποφύλακες, η προσωπική μαρτυρία του Περικλή Κοροβέση για το απάνθρωπο εκείνο καθεστώς, βασισμένη σε όσα κατέθεσε στο Συμβούλιο της Ευρώπης για τα βασανιστήρια που υπέστη. Το πρώτο εκδόθηκε με χρήματα του δημοσίου και διανεμήθηκε με το ζόρι σε σχολεία και κρατικές υπηρεσίες. Το δεύτερο εκδόθηκε σε 25 πολυγραφημένα αντίτυπα, από τον ίδιο τον συγγραφέα, που το χτύπησε στο στένσιλ και το τύπωσε στον πολύγραφο (παρανόμως) στο φουαγιέ του «Τζον Νοξ» στη Γενεύη με δικά του έξοδα ελλείψει χορηγού. Το βιβλίο ακολούθησε την αυτόνομη πορεία του και κυκλοφόρησε παράνομα ‒τυπωμένο πια‒ στην Ελλάδα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Περικλής Κοροβέσης, 50 χρόνια «Ανθρωποφύλακες»»