Μαρία Πανούτσου, άμπωτις


το λεωφορείο ξεκινά
ένα κάθισμα σε περιμένει
μασουλάς ένα ψίχουλο
αναβολή στην συνάντηση
ίσιωσε τα σώμα πλησίασε
αντέχεις αντέχεις
θαύμα

πήδησε στο κρεβάτι
το τοπίο κέρδισε
ωραία
κλείσε την πόρτα
χαμήλωσε τα φώτα
οι σκιές εκεί
καθαρίζω
νοσταλγώ
αράχνη πηχτή
φυρονεριά παντού

σε διαφορετικά
σπίτια καλεσμένη
ανεβαίνω κατεβαίνω
τα σκαλιά
δεν είναι όλα του κόσμου
πιο δυνατά
από μας

ονομάζομαι Διοτίμα
κατοικώ στις παρυφής των πόλεων
μελετώ τα χαμόγελα των ανθρώπων
την γωνία του βλήματος
ξεγέννησα την γυναίκα tης διπλανής πόρτας
έσωσα ένα ερίφιο για σφαγή
και είμαι εγώ που άνοιξα το κουτί της Πανδώρας
ελευθέρωσα όλα τα του κόσμου αυτού
ύψωσα την σημαία της ομοζυγίας
και ανάθρεψα στο κόρφο μου φίδια και λύκους
αγαπημένα ζωντανά με θώπευαν και αυτά

είμαι γένους ουδετέρου με ουρά
και μια μικρή ελιά στο μέτωπο
το μυαλό μου κατρακυλάει
σε κάθε σημείο της γης
και συνθέτει ανθρώπους της στιγμής
που λιώνουν σαν παγωτό μήνα ζεστό Ιούλιο

*

©Μαρία Πανούτσου
16/12/18

φωτο: Στράτος Φουντούλης