Έκτωρ Πανταζής, Ώστε

Αρχείο 03/12/2012

“Η ύπαρξη είναι άγνωστη, εκτός κι αν αποκτήσει εμφάνιση, και η εμφάνιση
είναι αδύναμη, εκτός κι αν αποκτήσει ύπαρξη”(Γοργίεια σχήματα).
______

ώστε αυτή η προσωπίδα είναι ο ήλιος

ώ Άμλετ
έλα να πεθάνουμε στο ρώτημα
-ξίφος φαρμακωμένο η ζωή
παίζεται με μάτια ανύστακτα
φάντασμα σε πλανεύει κορφή πάτο ,
μεσάνυχτα μεσημέρι.

O χρόνος εξαρθρώθηκε.

Σκιές ήχων
μελέτησα αργά αργά
το ποιητικό συλλείτουργο

ώ τοπίο δώσε μου το χρόνο που σε
κυλά
να γλιστράει στη γλώσσα ο κόσμος,
η ρευστότητά του, σταματημό να μην έχει
μέσα στο καθημερινό ασήμι κι η αλκυόνα
να το διασχίζει γαλαζοπράσινη πορφυροκόκκινη των εκβολών

Είναι σαν να χαρίζεις θάλασσα στην Ενδοχώρα ,και μάλιστα
μια θάλασσα με ιδιαίτερο γαλάζιο, με άχνες γαλάζιο-
η θέρμη ο πυρετός το μέτωπο

τα κοψοκέφαλά μας αρτυμένα από το κύμα βράχια
παραμονεύουν το πέραν παραμονεύουν τίποτα

περπατώντας καλοκαιριάτικα χιόνια
τρίζει παγωμένο φως

Καντιανά προλεγόμενα

«η φυσική ιστορία της ψυχής» στο
κείμενο αυτό όπως σε κάθε του άλλο, ο Μπ.
μας δίνει ως παράπλευρο δόσιμο και το βαθμό της
νωχέλειάς μας όσο και νωθρότητάς μας,

Η λέξη λέει το ψωμί αλλά η λέξη δεν είναι
στο ράφι και το
ψωμί δε γράφει

Ένα συν γίνεται πρόθεμα με νέες
γνωριμιές, είναι η θέση αλλού κι αλλιώς

απρόσιτα κείμενα είναι εκείνα που τα εγγίζεις λίγο
και κινείται όλη τους η περιφέρεια σαν σε μαγεία
Το ερμηνευόμενο γίνεται κρύφιο φανέρωμα

Γιατί για να συλλάβουν το νόημα και να το συλλαβίσουν
όλες οι γλώσσες μαζί, και καθεμιά, θα είναι σαν να
αποζητούν το μοναδικό τους έργο ,που είναι να μάς
μοιάσουν και να πουν το ένα. Τότε ποιο θα ‘ταν το έργο
τους
Αν όχι το συμβεβηκώς;

Μέσα στη λέξη σκιρτά ο πεύκος
από κενά φυσά άνεμος επάλξεων
εισερχόμενος στις σκοτεινές στοές δροσίζεται
καθώς απομακρύνει τη μούχλα και το στάσιμο,
η ελευθερία είναι το ψηλά που εισβάλλει
στα χαμηλά και μας ανυψώνει

*
ΜΗΧΑΝΗ ΜΥΛΛΕΡ

Κόκκινο είναι μόνο το σαπούνι
της κάθαρσης

Το βάδισμα του Οιδίποδα
και πρησμένα πόδια
ηδυσμένω λόγω

Βήματα πάνω σε γυαλιά, καθρέφτες
Με λέει αυτό που πάσχω
η υποσυνείδησή μου
-ξύλιασα σε τούτη
την ορφάνεια
Δόξα μου το ξύλινο ποδάρι
πόδι μου εσύ
ξύλινο
περηφάνεια μου
καταφρόνεια

Κεκαυμένη

«Όταν πιά έφυγε
ο καλός μου
άδειασε
το μέσα μου ποτάμι
δεν ρέω πιά, καταρρέω»

πεθαμένο ποτάμι, βασσάρες,
πεθαμένο νερό
τούμπα της Θράκης
Άς μείνει αυτός ο τόπος όπως έχει. Άς μείνει τόπος
Όπως

—-

Οριό

Ένα κατασυντριμμένο κέρμα
στην πλάτη της σκοτεινής ηπείρου

Κίτρινος πυρετός
στο αίμα στα μάτια

Βαθύ στο χώμα βαθιά στην ψυχή
πουγκί το φιλάργυρο

—-

Κώνειο και «κόνις κεισόμεθα»

Κόρδοβα μακρινή
χορτάρι μαύρο
ανεβαίνει τα μάτια
λιθοβολημένο μεσημέρι
ο κόσμος πίσω

Η ύπαρξη γεμάτη
αυταρέσκεια Γλεντάει το μη όν
στην πλάτη της
αργυρόσυρτο χορευτικό θανάτου
Τίποτε ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο
μαύρη ταινία στην ανέμη
ποιος κόσμος ποιο περίγραμμα
ξένο το ανθρώπινο Τίποτε

Σκότος το Νοέμβριο

κατρακυλά μια σφαίρα

Πένα στο χώμα
σαλεύουν μελάνια
ξεφυλλίζω στάχτη

παίζει εδώ κανένας
στην κερκίδα μόνο θάνατος
γνέθει με ανύπαρκτο

στάχτη το καλάμι

ο θάνατος είναι μπαγάσας
δε δέχεται ρώτημα
Τρίζει στις ρίζες του χιονιού
(μάτια περίστροφα) θάνατος είναι η άλλη μεριά.

***
copyright©Έκτωρ Πανταζής

photo©Washburn,W.R, 1996