Βασίλης Λαλιώτης, Μάσενκα

Αρχείο 17/12/2012

Για ένα βιβλίο που το λένε Μάσενκα

Μάσενκα είναι το όνομα μιας γης που δεν γνωρίζει θάλασσα. Το νερό είναι γλυκό. Υπάρχει μια λίμνη. Ένα ποτάμι. Ένα αγρόκτημα. Κι ένας σιδηροδρομικός σταθμός. Τις παρουσίες όλες τις διαποτίζει μια αναπόφευκτη μελλοντική απουσία. Είναι όλοι απόντες εντός του μέλλοντός τους. Έχει αέρα στα χόρτα και φιλιά. Η Μάσενκα είναι φτιαγμένη από ύπνο. Κι από ανάγνωση Ρωσικού μυθιστορήματος. Είναι μια αναπαυτική καρέκλα σε αγρό με πεσμένο δίπλα της ένα βιβλίο. Είναι ο έρωτας ημερών με τη βαθειά συναίσθηση πως θα τελειώσουν για να δώσουν μιαν ανάμνηση. Υπάρχει ένα εγώ που ακούει στο όνομα Βάσιας. Θέλει και δεν θέλει το όνομα ποιητής. Ακολουθεί τη Μάσενκα κατά πόδας σε σιωπηλούς περιπάτους. Ονόματα δέντρων, ανθισμένες πλαγιές, ταπεινά χόρτα πατημένα από τα πόδια του γίνονται εκφράσεις χλοερές για έναν έρωτα. Που διατάζει ανάμεσα στη γυναίκα τη γη και τη γλώσσα. Υπάρχει ακόμα το τρένο. Με μια σκηνή αποχαιρετισμού που αναβάλλεται σε επάλληλες σκηνές αποχαιρετισμού. Από εκεί έρχεται ο μακρινός χρόνος των πόλεων. Και ο ατμός από το τέλος των παιδικών χρόνων. Μάσενκα είναι ένα όνομα. Η σκηνή με το χυμένο γάλα στο τραπέζι. Τα σταματημένα σκυλιά και τα άδεια χέρια τα σταυρωμένα για κείνον που φεύγει. Μάσενκα είναι μια τουφεκιά στο δάσος. Ένα πέταγμα πουλιών που ακολουθεί το βλέμμα μας. Με λίγο άγραφο ανοιχτό στην τελική εκδοχή των κειμένων. Μάσενκα είναι η εκτύλιξη ενός κόσμου μοναχά για να μιλήσω πάλι για σένα.

 

***

Μάσενκα, ένα

Μάσενκα, οι τροχοί του τρένου, Μάσενκα
αν φεύγω ή γυρίζω δεν ξέρω
το φως μονάχα από το αναμμένο τζάκι
γυμνή σε δείχνει όπως την τελευταία
φορά που γύρισα το βλέμμα
κι έξω ένα φτερούγισμα πουλιού στο χιόνι.
Είχαμε κοιμηθεί αγκαλιά
και δοκίμαζα στίχους, Μάσενκα
στην ἀκρη της φωνής σου η σιωπή του κόσμου
ή στην άκρη της σιωπής σου η φωνή του κόσμου

Μάσενκα, οι τροχοί του τρένου, Μάσενκα
αν φεύγω ή γυρίζω δεν ξέρω
μα σε πάω γυμνή ζέστα και φως.

***

Μάσενκα, έξη

Ανάμεσα στον ύπνο και σε σένα μια γεύση πικρό
από μικρού παιδιού που ξύπνησε όλο το ερώτημα
του κόσμου και το κρατάει σαν χάδι μια μητέρα…
Πόσο από το σώμα σου άγραφο χαρτί και πόσο
αντίγραφο απόντος πρωτοτύπου θα πενθούν
τα λόγια που θα δοκιμάσω να σου γράψω.
Θέλω καινούριες λέξεις που να αφήνουν κάτι
από σκόνη πεταλούδας για τα δάχτυλα
συριστικά και ένρινα και υγρά και χειλικά
που τους πήρε ο αέρας τα φωνήεντα και πάει.
Το σίγμα πί από παλιά σ’ αγαπώ όλο διάψευση
ψιθυρισμένα κιόλας στο αυτί σου από ποιήματα
που οι λέξεις τους σε περιείχαν πριν υπάρξεις.

Από κοντά είσαι γυναίκα που μυρίζεις ύπνο
κι από μακριά απλώς εκπλήρωσις ποιήματος.

***

Μάσενκα, εφτά

Όσο αγάπησα απ΄τη γη τόσο από σένα.

Τα λυγισμένα κλαδιά από το χέρι σου
για να κόψεις ένα φύλλο ή το άνθος
που θα σε κάνει αρχαία κόρη σε αμφορέα
που έφυγε ταξίδι κι απ’ την απουσία της
βρήκε τις πρώτες λέξεις του ο λυρισμός.
Έχεις μια λεπτότητα από αντίο και γη
το πέρασμά σου από τη χλόη το παίρνει
μάθημα ο αέρας και το πάει στις καλαμιές
με χάρη από στιγμιαίες νίκες στη βαρύτητα.
Όπου πέφτει το βλέμμα σου γίνεται ένα φως
που βάζει λάμψη μεταφυσικής στα χόρτα
και το έλα σου είναι το νεύμα ενός άλλου κόσμου
που όσο αγάπησα απ’ τη γη τόσο από σένα.

***

Μάσενκα, δώδεκα

Διαβάζω Βέρθερο και νιώθω η Καρλόττα
πως απ΄το χέρι σου μοιράζει ψωμί στα παιδιά.
Όλη τη μέρα σε περιμένω να σου πω: μοιράζει
το χάδι σαν ψωμί και το ψωμί σαν χάδι…
Είναι η ανάγνωση που με έκανε παιδί
της απουσίας σου είναι αυτό που λεν του έρωτα
να βγάζει νόημα διαρκώς κι απ’ το ελάχιστο
μα εγώ γυρίζω κάπου ανάμεσα σ’ εσένα και βιβλίο
με μια φέτα ψωμί κομμένο από τα χέρια σου
λάδι και ζάχαρη πριν φύγω για να παίξω
κάποιο απόγευμα πριν απ’ το σώμα σου
κάτω από ένα αίνιγμα βλέμμα της μητέρας μου.

***

Μάσενκα, δεκατρία

Οι λύκοι είναι μόνο ζώα που πεινάνε
το χιόνι που τα φέρνει στους ανθρώπους
μα οι άνθρωποι από ομορφιά διωγμένοι
άλλο το χιόνι που τους πάει λύκους της φήμης…

Από δικά μου έξοδα του έρωτα σου ότι είναι
από αέρα χιόνι κι από αέρα νύχτα
είναι το χέρι που τα χείλη σου αγγίζει
μικρό ανάγλυφο σιωπής για όλες τις λέξεις

Μόνος πηγαίνω και γεμάτος τόσο
απ’ όλα εκείνα που γεμίζει η απουσία
θέλω να κλαίω και να μην το δεις που κλαίω
και μη νομίσεις καν για κάποια θλίψη…

Του παραδείσου είναι που έπεσε στον κόσμο
κι εκεί γεννιέσαι με καινούριο κλάμα.

***

Copyright©Βασίλης Λαλιώτης


Κυκλοφορεί ψηφιακά και μπορείτε να το
κατεβάσετε από τη σελίδα του Ενδυμίωνα στο LULU
κάνοντας κλικ εδώ