Αρχείο 27.04.2018
Το πόρισμα
Κι εσύ τι νομίζεις, έτσι δεν είναι;
μπακάλης ο Θεός κυλάει τα βαρέλια
στα καλντερίμια τ’ ουρανού, νεκροταφεία
οι κατοικίες των στρατηγών κι από
τα χέρια μου γκρεμίζω τους κεραυνούς
δράκοντες του αέρα φωτιές στα σύννεφα
είναι τα δέντρα γεμάτα πουλιά πουλιά πουλιά
πουλιά πλια πουλιά πλια πουλιά –
όλα κοράκια.
Κι ο ήλιος στη Δύση πλαστό πεντόλιρο.
[Από τη συλλογή Άλογα στον Ιππόδρομο (1973)]
![]()
Στον ίσκιο της γης (VI)
Γριά κυρα-Λισάβετ θα σε πάω στη Μηχανιώνα
τσίλικο τ’ αμάξι και κρασάκι όπως σ’ αρέσει
μην πονάς θα βρούμε στο φεγγάρι κάποια θέση –
κάντρο των μελλοντικών αντικέρ στον κουφόν αιώνα!
Θα ‘ναι εκεί η Μαρία με τον Σταύρο και τον Τόλη
ούτε γάτα ούτε ζημιά ήσυχα στο περιγιάλι
μοναχά μια νύχτα μακρινά τα φώτα κι η βαβούρα ζάλη –
στο αδειανό κεφάλι μας κολλημένο ένα πιστόλι.
Ζωντανοί νεκροί το χάραμα για τη Σαλονίκη πίσω
μελαγχολικό τραγούδι απ’ τα παλιά λησμονημένο
τα Ντεπώ και τα Κουλέ Καφέ με αεράκι ξένο
και σημερινό –τι λες;– λέω πάλι ν’ αγαπήσω…
[Από τη συλλογή Στον ίσκιο της γης (1986)]
![]()
Στον ίσκιο της γης (IV)
Κοντά στα τελευταία ψάρια και τους όμιλους των ιστιοπλόων
κοντά σ’ ένα γκρίζο χάραμα και στα πέταλα
της εδώ λησμονημένης σελήνης
για την πεντάμορφη πωλήτρια θα σας πω
μέρα-νύχτα τι γινότανε παιδιά μου
πωλήσεις και αγορές υψηλού επιπέδου
μίτρες και στέμματα λαμπτήρες γαλαξίες εκθαμβωτικοί
για κάθε φιλοδοξία για κάθε ψευδαίσθηση φωτιστικά
το μαγαζί φουλ και πεντακάθαρο από τα κρινοδάχτυλα
και το διαβολικό μπλε των οφθαλμών της με τη σαγήνη
της πειθούς
απέριττη και φυσική για τους ξεμωραμένους στρατηγούς
τους α’ διευθυντές και τις γυναίκες με φουρκέτα στο κεφάλι
την πάθαμε φωνάζανε οι διπλανοί και δεν σταυρώνουμε πελάτη
μας κατάστρεψε η πεντάμορφη (λέτε μάγισσα να ‘ναι;)
τι κάθεστε λοιπόν την τούρτα γρήγορα στο αλουμινόχαρτο
με τη στρυχνίνη
μήπως τη φαρμακώσουμε και χαθεί και στο δικό μας κατώφλι
κάποιος σιμώσει∙
έτσι περνούσεν ο καιρός απαράλλαχτα
τα χιλιάρικα μάτσο στη μια πλευρά και η πεντάμορφη γελούσε
αυτή άνοιγε το μαγαζί αυτή το ‘κλεινε
κανείς το αφεντικό δεν το είδε
νύχτα τη σεριάνιζε και την ξευτέλιζε.
[Από τη συλλογή Στον ίσκιο της γης (1986)]
![]()
Μετά τον Εμφύλιο
Καπνός πριν γίνει τ’ όνειρο ας το πω. Στην πλαγιά του βουνού ομάδα χωρικών βαδίζαμε κάτι σαν πανηγύρι επικείμενο∙ είχε χιόνι στο μονοπάτι κρουσταλιασμένο κι εμείς καλό σημάδι προσδοκούσαμε ανάμεσα στον ζεστόν αχό της ομιλίας. Κάποτε φτάσαμε στα πρώτα σπίτια άγραφης κοινότητας κι εκεί στα υπόστεγα περάσαμε∙ στο κιόσκι στη γωνιά προηγούμενη γυναίκα ησύχαζε προς στιγμήν έχοντας φουντώσει στ’ άσπρα ο βασιλικός της∙ και μου ‘λεγε πώς ανέβηκε στο βουνό πώς παντρεύτηκε πριν και πώς έκανε παιδιά μα σκόρπισαν όλοι και τώρα ολομόναχη είναι∙ είχε υγρά μάτια και παρότι στο πρόσωπό της τα πικραχρόνια γλυκά ήταν σπιθίζοντας στο διάστημα η ομορφιά της. Στο κοντινό κατώι μαυροφορεμένος κόσμος άνδρες γυναίκες ελάχιστα παιδιά∙ ετοίμαζαν τραπέζι∙ εκεί στην πόρτα κάποιοι γνωστοί μου και η κυρα-Μάικα που στις μέρες μας πουλάει καρπούς καλούδια στις λαϊκές – θα σου προσφέρω εγώ το φαΐ να δειπνήσεις είπε. Αλλά πριν άλλο χέρι με οδήγησε στη σκοτεινά πλευρά – εσύ μας ξέχασες δεν έρχεσαι πια στα λημέρια μας ποια είσαι πρόλαβα να ρωτήσω ήταν η Ελισάβετ η Σάφκα η αδερφή του Πάσχου μετανάστης στη Γερμανία εκείνη που μετά τη γέννα πέθανε στην εκλαμψία.
[Από τη συλλογή Ελεγείες (2004)]
![]()
[πηγή]
©Μάρκος Μέσκος
Από Φωτογραφία της ©Εφημερίδας “Καθημερινή”, ειδική επεξεργασία Στάχτες


Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.