Αλεξάντρ Μπλοκ, Η αποστολή του ποιητή, μετάφραση Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης [2014]

Αρχείο 2.6.2014

fav-3

Ομιλία για την 84η επέτειο του θανάτου του Α. Σ. Πούσκιν
Οίκος λογοτεχνών, 11 Φεβρουαρίου 1921

Η μνήμη μας φυλάει από τα μικρά μας χρόνια το χαρούμενο όνομα: Πούσκιν. Το όνομα αυτό, ο ήχος αυτός γεμίζει πολλές ημέρες της ζωής μας. Τα σκυθρωπά ονόματα των αυτοκρατόρων, των στρατηλατών, των εφευρετών όπλων θανάτου, των βασανιστών και των μαρτύρων της ζωής. Και μαζί με αυτά, το ανάλαφρο όνομα: Πούσκιν.

Ο Πούσκιν τόσο ανάλαφρα και χαρούμενα κατάφερε να κουβαλήσει το δημιουργικό του φορτίο, ανεξάρτητα από το ότι ο ρόλος του ποιητή δεν είναι ούτε ελαφρύς ούτε χαρούμενος ∙ είναι τραγικός ∙  ο Πούσκιν έπαιξε το ρόλο του με μια πλατιά, γεμάτη αυτοπεποίθηση και ελευθερία κίνηση, σα μεγάλος τεχνίτης ∙ και, παρόλα αυτά, σ’ εμάς πολύ συχνά σφίγγεται η καρδιά αναλογιζόμενοι τον Πούσκιν: η εορταστική και θριαμβευτική πομπή του ποιητή, ο οποίος δεν μπορεί να ενοχλήσει το εξωτερικό, γιατί η δουλειά του είναι το εσωτερικό – ο πολιτισμός – αυτή η πομπή πολύ συχνά διακόπτονταν από την σκυθρωπή ανάμειξη των ανθρώπων, για τους οποίους μια χούφτα στάχτες είναι πιο πολύτιμή από το Θεό.
Γνωρίζουμε τον Πούσκιν άνθρωπο, τον Πούσκιν φίλο της μοναρχίας, τον Πούσκιν φίλο των Δεκεμβριστών. Όλα αυτά χλομιάζουν μπροστά σε ένα άλλο: τον Πούσκιν ποιητή.
Ο ποιητής είναι μέγεθος αναλλοίωτο. Μπορεί να παλιώσει η γλώσσα του, τα τεχνάσματά του ∙ η ουσία του έργου του όμως δεν παλιώνει ποτέ.
Οι άνθρωποι μπορεί να αποστρέφονται τον ποιητή και το έργο του. Σήμερα του φτιάχνουν μνημεία ∙ αύριο θα θελήσουν να τον πετάξουν από το «πλοίο της σύγχρονης εποχής». Και το ένα και το άλλο καθορίζουν μόνο αυτούς τους ανθρώπους, όχι όμως τον ποιητή ∙ η ουσία της ποίησης, όπως και κάθε τέχνης, είναι αναλλοίωτη ∙ και η μία και η άλλη σχέση των ανθρώπων προς την ποίηση είναι, σε τελική ανάλυση, αδιάφορη.
Σήμερα τιμάμε τη μνήμη του μεγαλύτερου Ρώσου ποιητή. Νομίζω πως είναι πρέπον να μιλήσω με αυτή την αφορμή για την αποστολή του ποιητή και να ενισχύσω τα λόγια μου με τις σκέψεις του ίδιου του Πούσκιν.

Τι είναι ο ποιητής; Ένας άνθρωπος που γράφει στίχους; Όχι, φυσικά. Αποκαλείται ποιητής όχι γιατί γράφει στίχους ∙ γράφει, όμως, στίχους, δηλαδή φέρνει σε αρμονία τις λέξεις και τους ήχους, γιατί είναι γιος της αρμονίας, ποιητής.

Τι είναι αρμονία; Αρμονία είναι η συμφωνία των συμπαντικών δυνάμεων, η τάξη της οικουμενικής ζωής. Τάξη είναι ο κόσμος, στην αντίθεση με την αταξία, το χάος. Από το χάος γεννιέται ο κόσμος, ο κόσμος, δίδασκαν οι αρχαίοι. Ο κόσμος είναι συγγενής του χάους, σαν τα διαδοχικά κύματα της θάλασσας που είναι συγγενείς με τα βράχια των γκρεμών των ωκεανών. Ο γιος μπορεί να μη μοιάζει στον πατέρα σε τίποτα, εκτός από ένα μυστικό χαρακτηριστικό ∙ αυτό όμως είναι που κάνει να μοιάζουν ο πατέρας με το γιο.
Το χάος είναι πρωταρχικό, αυθόρμητο άναρχο ∙  ο κόσμος είναι η δομημένη αρμονία, ο πολιτισμός ∙ το στοιχείο κρύβει μέσα του στα σπέρματα του πολιτισμού ∙ από την αναρχία γεννιέται η αρμονία.
Η παγκόσμια ζωή αποτελείται από την αέναη δημιουργία νέων ειδών, νέων ρατσών. Τις νανουρίζει το αρχικό χάος ∙ τις καλλιεργείς, ανάμεσα τους κάνει την επιλογή ο πολιτισμός ∙ η αρμονία τους δίνει μορφές και φόρμες, οι οποίες ξανά διαλύονται στην άναρχη ομίχλη. Το νόημα αυτό δεν μας είναι κατανοητό ∙ η ουσία είναι σκοτεινή ∙  εμείς παρηγορούμαστε με τη σκέψη ότι η νέα ράτσα θα είναι καλύτερη από την παλιά ∙ ο αγέρας όμως σβήνει το μικρό αυτό κεράκι, με το οποίο προσπαθούμε να φωτίσουμε την παγκόσμια νύχτα. Η τάξη του κόσμου είναι ανήσυχη, ο ίδιος είναι παιδί της αταξίας και μπορεί να μην συμπίπτει με τις σκέψεις μας για το τι είναι καλό και τι κακό.
Εμείς γνωρίζουμε ένα πράγμα: ότι η ποικιλία που έρχεται να αντικαταστήσει μια άλλη, είναι νέα ∙ εκείνη, την οποία αντικαθιστά, είναι γριά ∙ παρατηρούμε τις αιώνες αλλαγές στον κόσμο ∙ εμείς οι ίδιοι παίρνουμε μέρος στην εναλλαγή των ποικιλιών ∙ η συμμετοχή σε μεγάλο βαθμό είναι αδρανής ∙ γεννιόμαστε, γερνάμε ∙ σπανίως είναι ενεργής: καταλαμβάνουμε κάθε θέση στον παγκόσμιο πολιτισμό και οι ίδιοι συμβάλουμε στη γέννηση νέων ποικιλιών.

Ο ποιητής είναι γιος της αρμονίας ∙ του έχει δοθεί κάποιος ρόλος στον παγκόσμιο πολιτισμό. Τρία πράγματα υπάρχουν σ’ αυτόν: πρώτον – να απελευθερώσει τους ήχους από το άηχο στοιχείο, στο οποίο βρίσκονται ∙ δεύτερον, να φέρει αυτούς τους ήχους σε αρμονία, να τους δώσει μορφή ∙ τρίτον, να φέρει αυτή την αρμονία στον εξωτερικό κόσμο. Οι κλεμμένοι από τη φύση και υποταγμένοι στην αρμονία ήχοι, εισερχόμενοι στον κόσμο, αρχίζουν από μόνοι τους να κάνουν τη δουλειά τους. «Τα λόγια του ποιητή είναι η ουσία του έργου του».

Εκδηλώνουν μια αναπάντεχη γενναιότητα: δοκιμάζουν τις ανθρώπινες καρδιές και διεξάγουν κάποια επιλογή στα στήθη της ανθρώπινης σκουριάς ∙ ίσως, συλλέγουν κάποια μέρη της παλιάς ποικιλίας, η οποία φέρει το όνομα «άνθρωπος» ∙ μέρη, κατάλληλα για τη δημιουργία νέων ποικιλιών ∙ γιατί η παλιά, προφανώς, γρήγορα αρχίζει να λιγοστεύει, γεννιέται και πεθαίνει.
Είναι αδύνατον να αντισταθεί στην ισχύ της αρμονίας, η οποία έχει επιβληθεί στον κόσμο από τον ποιητή ∙ ο αγώνας μαζί της εξυψώνει και τις ατομικές και τις ενωμένες ανθρώπινες δυνάμεις «θαρρείς και όλοι ένιωθαν τη δύναμη της αρμονίας!» – λέει μελαγχολικά ο μοναξιασμένος Σαλιέρι. Μα την αισθάνονται όλοι, μόνο οι θνητοί, – διαφορετικά για ποιο λόγο να υπάρχει ο θεός – Μότσαρτ. Από το σημείο, με το οποίο η ποίηση σημειώνει στο χρόνο, από το όνομα, το οποίο δίνει, όταν αυτό χρειάζεται – κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει, όπως και με το θάνατο. Το όνομα αυτό δίνεται χωρίς λάθη.
Έτσι, για παράδειγμα, ο ποιητής ποτέ δεν θα μιλήσει άσχημα για εκείνους που δεν είναι τίποτα άλλο από ένα θραύσμα της φύσης, εκείνους που δεν μπορούν και δεν έχουν το χάρισμα να κατανοούν. Δεν αποκαλούνται όχλος οι άνθρωποι που οργώνουν τη γη, ένα κομμάτι ομίχλης, από το οποίο βγήκαν, θεριά, τα οποία κυνηγούν. Απεναντίας, εκείνοι, οι οποίοι δε θέλουν να καταλάβουν, αν και θα πρέπει να καταλαβαίνουν πολλά, γιατί διακονούν τον πολιτισμό, – εκείνοι που στιγματίζονται με το προσβλητικό όνομα: όχλος ∙ από το όνομα αυτά δεν τους σώζει ούτε ο θάνατος ∙ το όνομα αυτό απομένει και μετά το θάνατο, όπως έμεινα για τον κόμη Μπέκεντορφ, για τον Τιμκόφσκι, για τον Μπουλγκάριν – για όλους όσους εμπόδιζαν τον ποιητή να εκπληρώσει την αποστολή του.
Στα απύθμενα βάθη της ψυχής, όπου ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος, στα βάθη που είναι απρόσιτα στο κράτος και την κοινωνία, τα οποία δημιουργήθηκαν από τον πολιτισμό – αναπαύονται τα ηχητικά κύματα που μοιάζουν με κύματα της αύρας, η οποία αγκαλιάζει την οικουμένη ∙ εκεί συμβαίνουν ρυθμικές ταλαντώσεις που μοιάζουν με τις διαδικασίες σχηματισμού των ορέων, των αγέρηδων, των θαλασσίων ρευμάτων, του φυτικού και ζωικού κόσμου.

Αυτή η βαθιά ψυχή είναι σκεπασμένη με τα φαινόμενα του εξωτερικού κόσμου. Ο Πούσκιν λέει ότι είναι σκεπασμένη από τον ποιητή, ίσως πιο πολύ απ’ ότι στους άλλους ανθρώπους: «ανάμεσα στα παιδιά του μηδαμινού κόσμου, ίσως απ’ όλους πιο μηδαμινός είναι αυτός». Το πρώτο πράγμα, το οποίο απαιτεί από τον ποιητή η διακονία του είναι να αφήσει «τις φροντίδες του μάταιου κόσμου» ώστε να σηκώσει τα εξωτερικά καλύμματα και να ανακαλύψει το βάθος. Η απαίτηση αυτή ξεχωρίζει τον ποιητή από τη σειρά «των μηδαμινών παιδιών του κόσμου».

Τρέχει άγριος και σκυθρωπός,
Ήχους και σύγχυση γεμάτος,
Στις έρημες ακτές από μοσχάρια
Στα πολύβουα πλατάνια.
Άγριος, σκυθρωπός, σύγχυση γεμάτος, γιατί η ανακάλυψη του πνευματικού βάθους είναι τόσο δύσκολη όσο και η πράξη της γέννησης. Στη θάλασσα και στο δάσος γιατί μόνο εκεί στη μοναξιά μπορείς να συγκεντρώσεις δυνάμεις και να ενωθείς με το «γενεσιουργό χάος», το άναρχο στοιχείο, το οποίο κυλά τα ηχητικά κύματα. Η μυστηριακή υπόθεση ολοκληρώθηκε ∙ το κάλυμμα σηκώθηκε, το βάθος αποκαλύφθηκε, ο ήχος έγινε δεκτός από τη ψυχή. Η δεύτερη απαίτηση του Απόλλωνα έγκειται στο ότι ο ξενομερίτης ήχος που έρχεται από το βάθος στον εξωτερικό κόσμο να κλειστεί στην σταθερή και γοητευτική φόρμα του λόγου ∙ οι ήχοι και τα λόγια θα πρέπει να σχηματίζουν μια ενιαία αρμονία. Αυτό είναι το πεδίο της τέχνης. Η τέχνη απαιτεί έμπνευση, όπως και κοινωνία με το «γενεσιουργό χάος» ∙ «η έμπνευση,- έλεγε ο Πούσκιν, – είναι η διάθεση της ψυχής προς τη ζώσα αντίληψη των εντυπώσεων και την κατανόηση των εννοιών, κατ’ συνέπεια και την ερμηνεία τους» ∙ για το λόγο αυτό δεν μπορούμε να χαράξουμε ακριβή όρια ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη αποστολή του ποιητή ∙ η μία συνδέεται με την άλλη ∙ όσο πιο δύσκολη είναι η γέννηση του ήχου – τόσο πιο καθαρή μορφή θέλει να λάβει, τόσο πιο αρμονικός και μακρόσυρτος είναι, τόσο πιο ανυποχώρητη ακολουθεί την ανθρώπινη ακοή.

Ήρθε η στιγμή για την τρίτη αποστολή του ποιητή: οι ήχοι που έγιναν αποδεκτοί από τη ψυχή και έχουν έρθει σε αρμονία μαζί της, πρέπει να βγουν στον κόσμο. Εδώ συμβαίνει η διαβόητη σύγκρουση του ποιητή με τον όχλο. Είναι αμφίβολο αν ποτέ ο όχλος αποκλήθηκε λαουτζίκος. Μήπως, όμως, εκείνος που ήταν άξιος αυτής της ονομασίας, τη χρησιμοποίησε για τον απλό λαό. Ο Πούσκιν συνέλεγε λαϊκά τραγούδια, έγραφε με απλοϊκό τρόπο ∙ η πιο οικεία ύπαρξη γι’ αυτόν ήταν η παραμάνα από το χωριό. Γι’ αυτό και θα πρέπει να είσαι ανόητος ή κακεντρεχής άνθρωπος για να σκεφτείς ότι με την έννοια όχλος ο Πούσκιν θα μπορούσε να εννοεί τον απλό λαό. Το λεξικό του Πούσκιν θα το εξηγήσει αυτό, αν ο ρωσικός πολιτισμός αναγεννηθεί.

Ο Πούσκιν εννοούσε με τη λέξη όχλος περίπου ότι και εμείς. Συχνά προσέθετε σε αυτό το ουσιαστικό το επίθετο «κοσμικός», δίνοντας ένα αθροιστικό όνομα σ’ εκείνη την κληρονομική αριστοκρατία της αυλής, η οποία δεν είχε στη ψυχή της τίποτα άλλο εκτός από τους αυλικούς τίτλους ∙ αλλά και αυτό μόνο επιδεικτικά. Σύντομα τη θέση της κληρονομικής αριστοκρατίας του Πούσκιν την κατέλαβε η γραφειοκρατία. Οι αξιωματούχοι αυτοί είναι η ουσία του δικού μας όχλου ∙ του όχλου της χθεσινής και της σημερινής ημέρας: δε ξέρουν καν πως είναι ο απλός λαός ∙ δεν ξέρουν τι είναι τα θεριά, ούτε οι σβώλοι της γης, ούτε κομμάτια της ομίχλης, ούτε θραύσματα του πλανήτη, ούτε δαίμονες, ούτε άγγελοι. Χωρίς την παρουσία της λέξεως «ούτε» το μόνο που μπορούμε να πούμε γι’ αυτούς είναι ότι είναι άνθρωποι ∙ αυτό δεν είναι ιδιαίτερα κολακευτικό ∙ άνθρωποι – καταφερτζήδες και χυδαίοι, το πνευματικό κενό των οποίων είναι χωρίς ελπίδα και έχει στέρεα καλυφθεί από τις «φροντίδες της ματαιόδοξης κοινωνίας».
Ο όχλος απαιτεί από τον ποιητή να διακονεί εκείνο που υπηρετεί ο ίδιος: να διακονεί τον εξωτερικό κόσμο ∙ απαιτεί από αυτόν να έχει «όφελος», όπως λέει απλά ο Πούσκιν ∙ απαιτεί από τον ποιητή «να καθαρίζει τα σκουπίδια από τους δρόμους», «να φωτίζει τις καρδιές των αδελφών» κλπ.
Υπό τη δική του οπτική γωνία ο όχλος έχει δίκιο για τις απαιτήσεις του. Πρώτον, ποτέ δε θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει τους καρπούς αυτής της μεγάλης αποστολής που απαιτείται από τον ποιητή να εκπληρώσει όπως το να καθαρίζει τους δρόμους από τα σκουπίδια. Δεύτερον, ενστικτωδώς νιώθει πως το έργο αυτό έτσι ή αλλιώς, γρήγορα ή αργά, θα την προκαλέσει ζημιά. Η δοκιμασία των καρδιών από την αρμονία δεν είναι μια ήρεμη ασχολία, η οποία εξασφαλίζει ισορροπία και την επιθυμητή για τον όχλο εξέλιξη των γεγονότων του εξωτερικού κόσμου.

Το κοινωνικό στρώμα του όχλου, όπως, άλλωστε, και άλλα κοινωνικά στρώματα εξελίσσονται εξαιρετικά αργά. Έτσι, για παράδειγμα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά την διάρκεια των τελευταίων αιώνων οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι διογκώθηκαν σε βάρος όλων των υπολοίπων λειτουργιών του οργανισμού, οι άνθρωποι σκέφτηκαν να διαχωρίσουν από το κράτος  μόνο ένα όργανο – τη λογοκρισία, για να περιφρουρήσουν την τάξη του κόσμου τους, ο οποίος ξεπροβάλει μέσα από κρατικές μορφές. Με τον τρόπο αυτό έθεσαν το όριο μόνο στο ένα τρίτο της διαδρομής του ποιητή: στο δρόμο που φέρνει την αρμονία στον κόσμο ∙ το κοινωνικό στρώμα του όχλου, όπως, άλλωστε, και άλλα ανθρώπινα κοινωνικά στρώματα εξελίσσεται με πολύ αργούς ρυθμούς. Έτσι, για παράδειγμα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων αιώνων ο ανθρώπινος εγκέφαλος φούσκωσε σε βάρος των υπολοίπων λειτουργιών του οργανισμού, οι άνθρωποι προνόησαν να ξεχωρίσουν από το κράτος μόνο ένα όργανο – τη λογοκρισία, για την προστασία της τάξης του κόσμου του, ο οποίος εκφράζεται στις κρατικές φόρμες. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έβαλαν φραγμό μόνο στο τρίτο δρόμο του ποιητή: στο δρόμο εισαγωγής της αρμονίας στον κόσμο ∙ θα νόμιζε κανείς πως κατάφεραν να προνοήσουν να βάλουν φραγμό και στον πρώτο και στο δεύτερο δρόμο: ότι κατάφεραν να βρουν τα μέσα για να θολώσουν τις ίδιες τις πηγές της αρμονίας ∙ τι τους συγκρατεί – η μη προνοητικότητα, η δειλία ή το φιλότιμο, – δεν είναι γνωστό. Μήπως, αυτά τα μέσα αναζητούνται τώρα;

Ωστόσο το έργο του ποιητή, όπως είδαμε, είναι τελείως ασύγκριτο με τη τάξη του εξωτερικού κόσμου. Η αποστολή του ποιητή, όπως έχουμε συνηθίσει να λέμε, είναι οικουμενικά πολιτιστική ∙ το έργο του έχει ιστορικό χαρακτήρα. Γι’ αυτό και ο ποιητής έχει το δικαίωμα να επαναλάβει μετά τον Πούσκιν:
Ελεύθερα αν δημοσιεύω, η στεναχώρια λίγη
Βλάκες να κοροϊδεύω ή τη λογοκρισία την αυστηρή
 Στων περιοδικών τις σκέψεις το χωρατό διστάζει
 Μιλώντας έτσι, ο Πούσκιν υποστήριξε το δικαίωμα του όχλου να καθιερώνει τη λογοκρισία, γιατί υπέθετε πως ο αριθμός των βλακών δεν θα μειωθεί.
Έργο του ποιητή δεν είναι να γίνει κατανοητός από όλους τους βλάκες ∙ το πιο πιθανό είναι η αρμονία που θα επιτύχουν να προκαλέσει μια επιλογή ανάμεσα τους, με στόχο να βρεθεί κάτι πιο ενδιαφέρον από εκείνο που αφορά στο μέσο άνθρωπο, από το στήθος της ανθρώπινης σκουριάς. Το στόχο αυτό, φυσικά, αργά ή γρήγορα, τον επιτυγχάνει η αληθινή αρμονία ∙ καμιά λογοκρισία στον κόσμο δεν μπορεί να εμποδίσει αυτό το κύριο έργο του ποιητή.
Σήμερα, την ημέρα απότισης τιμής στη μνήμη του Πούσκιν, δεν θα ασχοληθούμε με τη διαφωνία για το αν σωστά ή λάθος όριζε ο Πούσκιν την ελευθερία, την οποία εμείς αποκαλούμε προσωπική, από την ελευθερία που αποκαλούμε πολιτική. Γνωρίζουμε ότι απαιτούσε «μιαν άλλη», «μυστική» ελευθερία. Κατ’ εμάς είναι «προσωπική» ∙ για τον ποιητή όμως αυτό δεν είναι μόνο η προσωπική ελευθερία:
…. Σε κάποιον
Λογαριασμό μη δίνεις ∙ τον εαυτό σου μόνο
Να υπηρετείς και να ικανοποιείς ∙ για τις αρχές, για τις λιβρέες
Να μη καταπιέζεις ούτε τη συνείδηση, ούτε τις σκέψεις, ούτε το σβέρκο ∙
Κατά τη βούλησή σου να πλανιέσαι πότε εδώ και πότε εκεί,
Απολαμβάνοντας τις θείες της φύσης ομορφιές,
Και μπρος στης τέχνης και της έμπνευσης τα έργα  –
Σιωπηλά να βυθίζεσαι στης συγκίνησης τον ενθουσιασμό –
Να η ευτυχία ! Στ’ αλήθεια! . . .
 
Αυτά είπε λίγο πριν το θάνατό του. Στη νιότη του ο Πούσκιν μιλούσε για το ίδιο πράγμα λέγοντας:
Τον έρωτα στη μυστική ελευθερία
Ενέπνευσε στην καρδιά ένας ύμνος απλός. 

 Αυτή η μυστική ελευθερία, αυτή η βούληση – είναι μια λέξη, η οποία στη συνέχεια ολοένα και πιο δυνατά επαναλάμβανε ο Φετ («Της παράφρονος βουλήσεως του τραγουδιστή!»), κάθε άλλο παρά μόνο προσωπική δεν είναι, αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο: συνδέεται στενά με τις δύο πρώτες αποστολές, τις οποίες απαιτεί από τον ποιητή ο Απόλλων. Όλα όσα απαριθμούνται στα ποιήματα του Πούσκιν είναι η αναγκαία προϋπόθεση για την απελευθέρωση της αρμονίας. Επιτρέποντας στον εαυτό του να αναμειγνύει στην υπόθεση της δοκιμασίας της αρμονίας των ανθρώπων – στην τρίτη αποστολή, ο Πούσκιν, δεν μπορούσε να μην επιτρέψει στον εαυτό του να αναμειχθεί στις δύο πρώτες ∙ και οι αποστολές αυτές δεν είναι προσωπικές.

Στο μεταξύ η ζωή του Πούσκιν, γέρνοντας προς τη δύση της, ολοένα και περισσότερο γέμισε με εμπόδια, τα οποία έμπαιναν στους δρόμους τους. Αποδυναμωνόταν ο Πούσκιν, αποδυναμωνόταν μαζί του και η κουλτούρα της εποχής του: η μοναδική πολιτισμένη εποχή στη Ρωσία του περασμένου αιώνα. Πλησίαζε η μοιραία δεκαετία του σαράντα. Πάνω από το κρεβάτι του θανάτου του Πούσκιν ακουγόταν το βρεφικό ψέλλισμα του Μπελίνσκι. Το ψέλλισμα αυτά μας φαινόταν εντελώς αντίθετο, εντελώς εχθρικό προς την ευγενική φωνή του κόμη Μπέκενφορντ. Και τον ίδιο έτσι εξακολουθούμε να τον εκλαμβάνουμε μέχρι σήμερα. Θα ήταν πολύ οδυνηρό για εμάς, αν τα πράγματα αποδεικνύονταν πως δεν ήταν έτσι. Και, αν ακόμη δεν είναι εντελώς έτσι, θα σκεφτόμαστε, παρόλα αυτά, ότι δεν είναι εντελώς έτσι. Προς το παρόν, βλέπετε –
Τα σκοτάδια των ποταπών αληθειών μας είναι πολυτιμότερα
Από την απάτη που μας εξυψώνει. 
Το δεύτερο μισό του αιώνα, εκείνο που ακούγονταν στο βρεφικό ψέλλισμα του Μπελίκνσκι, ο Πίσαρεφ το έλεγε ουρλιάζοντας με όση δύναμη είχε το λαρύγγι του.
Δε θα κάνω άλλες συγκρίσεις, γιατί είναι, προς το παρόν, αδύνατο, να περιγραφεί η εικόνα ξεκάθαρα ∙ μπορεί, πίσω από τον ιστό της αράχνης του χρόνου να φανεί κάτι που κάθε άλλο παρά είναι εκείνο που αχνοφαίνεται στις φευγαλέες σκέψεις μου, και κάτι που απλά βρίσκεται σε σκέψεις, εντελώς αντίθετες προς τις δικές μου ∙ θα πρέπει να βιώσουμε και κάποια άλλα γεγονότα ∙ η δικαστική απόφαση για αυτή την υπόθεση, βρίσκεται στο χέρια του μελλοντικού ιστορικού της Ρωσίας.
Ο Πούσκιν πέθανε. Αλλά «για τα παιδιά δεν πεθαίνουν οι Πόζες», είπε ο Σίλερ. Και τον Πούσκιν κάθε άλλο παρά η σφαίρα του Νταντές σκότωσε. Τον σκότωσε η απουσία αέρα. Μαζί του πέθανε και ο πολιτισμός του.
Ήρθε, φίλε μου η ώρα! Η καρδιά την ηρεμία ζητά. 
Αυτοί είναι οι επιθανάτιοι ρόγχοι του Πούσκιν, και επίσης, οι αναστεναγμοί του πολιτισμού της εποχής του Πούσκιν.
Δεν υπάρχει στον κόσμο ευτυχία, υπάρχει όμως βούληση και ηρεμία.
Ηρεμία και βούληση. Είναι απαραίτητες στον ποιητή για να απελευθερώσει την αρμονία. Την ηρεμία όμως, και τη βούληση, του της στερούν επίσης. Όχι την εξωτερική ηρεμία, αλλά τη δημιουργική. Όχι την παιδιάστικη βούληση , ούτε την ελευθερία της ελευθεριότητας, αλλά τη δημιουργική βούληση, – τη μυστική ελευθερία. Και ο ποιητής πεθαίνει, γιατί δεν έχει με τι να ανασάνει ∙  η ζωή έχασε το νόημα της.

Οι αγαπητοί αξιωματούχοι, οι οποίοι εμπόδιζαν τον ποιητή να βιώσει την αρμονία της καρδιάς, διατήρησαν για πάντα το ψευδώνυμο του όχλου. Εμπόδιζαν όμως την ποιητή μόνο στην τρίτη του αποστολή. Οι καρδιές δοκίμασαν την ποίηση του Πούσκιν σε όλο της το μεγαλείο χωρίς αυτούς.

Ας προσπαθήσουν να αποφύγουν χειρότερα παρατσούκλια εκείνοι οι αξιωματούχοι, οι οποίοι σκοπεύουν να στείλουν την ποίηση προς κάποια κατεύθυνση, υποτάσσοντας την μυστική της ελευθερία και εμποδίζοντας την να εκπληρώσει το μυστική της αποστολή.
Εμείς πεθαίνουμε, η τέχνη μένει. Οι τελικοί της σκοποί μας είναι άγνωστοι και δεν μπορούμε να τους γνωρίζουμε. Είναι ομοούσια και αδιαίρετη.
Θα ήθελα, χάριν παιδειάς, να ανακοινώσει τρεις απλές αλήθειες: δεν υπάρχει καμιά ιδιαίτερη τέχνη ∙ δεν χρειάζεται να δώσουμε όνομα στη τέχνη επειδή δεν αποκαλείται έτσι ∙ για να δημιουργήσεις ένα έργο τέχνης, θα πρέπει να ξέρεις πώς να το κάνεις.
Σε αυτές τις αστείες αλήθειες του ορθού λόγου, έναντι του οποίου έχουμε αμαρτήσει τόσο πολύ, μπορούμε να ορκιστούμε στο χαρούμενο όνομα του Πούσκιν.
10 Φεβρουαρίου 1921
Η ομιλία αυτή γράφτηκε από τον Αλεξάντρ Μπλοκ τον Φεβρουάριο του 1921 και διαβάστηκε στις 11 Φεβρουαρίου 1921, στην επίσημη εκδήλωση στον Οίκο των Λογοτεχνών για την 84η επέτειο από το θάνατο του Πούσκιν. 
vintage_under2
Μετάφραση από τα ρωσικά ©Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης –samizdat project
Ο τίτλος του πρωτοτύπου είναι: Александр Блок О назначении поэта

favicon