Δημήτρης Φύσσας, Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία [2015]

Αρχείο 19.9.2015

fav-3

Στο Θωμά Κοροβίνη

Ι
Ό,τι γράφω είναι γεμάτο καφενεία:
Μαρμάρινα τραπέζια, αρχαία ψυγεία, σκόνη, τσόχα,
Πατάρια όπου ποτέ κανείς δεν ανεβαίνει
Τηλεοράσεις ανοιχτές που ουδείς ποτέ προσέχει
(Εκτός κι αν είναι κάνα ματς, μάλιστα κάποιο ντέρμπι)
Και ραδιόφωνα ανοιχτά που ουδείς ποτέ ακούει.
Με γεροντάκια στις καρέκλες με καμπύλες πλάτες
Με τις απίθανες, τις πιο ετερόκλητες διακοσμήσεις
(Θα χρειαζόταν ένα ποίημα χωριστό μόνο για δαύτες)
Και -σπάνια πια- τ΄ απολιθώματα: τζουκμπόξ και φλιπεράκια
Ένα μπιλιάρδο ξεχασμένο, ένα ποδοσφαιράκι χάρβαλο
Στο βάθος κήπος πια, παρατημένα.

ΙΙ
Δε λέω «καφετέριες», προσοχή, λέω «καφενεία»
Εκείνες είναι χώροι αλλιώτικοι, με τις γελοίες τους μουσικές
Δε λέω ««cafè», τα κομψεπίκοψα φλωράδικα,
Μα ούτε και «ρακάδικα» –μη χέσω– δεν αντέχω,
Κι ούτε βεβαίως –έσχατη πτώση– τα ρακομελάδικα.
Εγώ γουστάρω κρότο των ζαριών στο τάβλι.

ΙΙΙ
Και μάλιστα εξακολουθώ να τα γουστάρω
Έστω κι αν λένε τον καφέ «ελληνικό» –καγχάστε–
Έστω κι αν μ΄ ενοχλούνε καθώς πάντα οι καπνοί
Έστω κι αν χάθηκαν τα ειδικά της πρέφας τραπεζάκια
(Κι η ίδια η πρέφα, βέβαια, υπέρ των κουμκανοειδών)
Έστω κι αν μερικά κοτσάρουν αργιλέδες
Τουτέστιν νέες κονομησιές από τη μαλακία του συρμού
Που κάνει, λέει, και πιο υγιεινό το κάπνισμα.

IV
Μ’ ακατέργαστους ανθρώπους στης Ομόνοιας τις στοές
Στην υποφωτισμένη Δροσοπούλου ή στην Κεραμεικού
Πατώματα μωσαϊκά ή και γυμνά τσιμέντα
Κι οπωσδήποτε καθρέφτες (δεν υπάρχει καφενείο δίχως καθρέφτη)
Μ’ αυτά τα ονόματα «Το στέμμα», «Η Ζίτσα», «Το Πωγώνι»
«Το Ξηρόμερο», «Λυκοποριά», «Η Νάξος», «Τα κανάρια», «Μεσσηνία»
Ή «Μιχάλης», «Λίτσα», «Το Νέον», «Ο παράδεισος»
Ή και τα ταπεινότερα, τα εντελώς ανώνυμα, τα σκέτα
Αυτά που γράφουν μόνο «Καφενείο».

V
Κι αν οι τσακισμένοι γέροι κι αν οι χοντρές γυναίκες
Σερβίρουνε καμιά φορά μεζέδες
Ή πλήρη γεύματα ενίοτε αν σερβίρουν
Δε βλάφτει, καφενεία τούτα παραμένουν πάντα,
Ακόμα έχουνε κάποια βανίλια έστω
Και κάποιο μπρίκι για καφέ.

VI
Μ’ ανθρώπους αραχτούς, να σπάσουνε το χρόνο
Να συγκροτήσουνε τη σκέψη τους, να γράψουν
Σε μπλοκ και σε τετράδια, σε λάπτοπ και ταμπλέτες
(Στα καφενεία τού σήμερα η λογοτεχνία τού αύριο)
Με λυπημένους που στέκουνε αναποφάσιστοι,
Φίλους που λύνουν κάποιο θέμα σοβαρό,
Μοναχικούς που ξεφυλλίζουν κυριακάτικες φυλλάδες
Και –καιρός ήτανε– γυναίκες και κορίτσια και μικτές παρέες.

VII
Με σκακιστές πολλά εμβριθείς, κι άλλους πάλι είρωνες, και φωνακλάδες
Που χτυπάνε τα ρολόγια μόλις παίξουνε στα μπλιτς
Λαχειάδες που πουλάν μισό λαχείο τη φορά,
Ήχους από πούλια που κροτούνε δυνατά
Και το τάβλι το ίδιο που το κλείνει απότομα
Ο τσαντίλας απ΄ τη γκίνια ή ο μαζέτας των ζαριών.

VIII
Αίφνης η «Κρήτη» στην πλατεία Αμερικής
Ποια Κρήτη, στέκι πλέον Αφρικανών
Οι νέοι Αθηναίοι, πολύγλωσσοι, πολύχρωμοι να τοι και δω
Νάτοι και στα δικά τους καφενεία
Και οι ταμπέλες, ως συνήθως, ψεύδονται
Πάντα ξεχνιούνται, πάντα κατεβαίνουν τελευταίες
–Κι αν κατεβούνε μάλιστα ποτέ–
Όταν το μαγαζί, το όποιο μαγαζί, κλείσει ή αλλάξει.

IX
Αίφνης το «Πανελλήνιο», στέκι μου σταθερό-
(Δε στο ΄μαθα ρε Διονύση, πήγες και πέθανες νωρίς) .
«Προέκταση του γραφείου μου»,
Πολύ σωστά μου το ΄λεγες, γαλαζομάτα,
–Α ρε Νίκο, α ρε Γιάννη, γίγαντες της Μαυρομιχάλη–
Με το πεσοïκό πατάρι του, απερίγραπτα μοναδικό
Είμαι ο μόνος που το εγκαινιάζει ολοένα
Παίρνοντας συνεντεύξεις (kαι δίνοντας για μια φοράq
(Γεια σου βρε Κατερίνα, γεια σου Πέννυ)
Και κάποτε το γέμισα με κόσμο εγώ, στα «Σινεμά» μου.

X
Αυτό είναι το «μέγα πανελλήνιον».
Μόνο εδώ θα ΄τανε δυνατό να δω το Λουκανίδη
Τον Τάκη Λουκανίδη ντε, τον παιχταρά,
Μου ΄δωσε το βιβλίο του με αφιέρωση
Μες στα τριφύλλια και τις Λεωφόρους και τα κασκόλ
Ο μέγας Δραμινός, ο λεβεντόγερος.
Μόνο εδώ μπορούσε μου δώσει ο Αντρέας Οικονόμου
Τη δική του «Λεωφόρο ηρώων»- ο νέος μάγκας.

XI
Αίφνης το βράδυ βγαίνουνε και κάτι μπουζουκάκια
Κειμέσα στην κυρίλα του Ψυρή, μέσα στο κρύο
Από ΄να καφενείο – τρύπα, ένα τίποτα,
Από μια τόση δα στοά, αντίκρυ στο μαναβικάκι
Κι οι ήχοι τους γαμάνε την κυρίλα του Ψυρή
Ενίοτε κι ένα μπαγλαμαδάκι -εγώ μόνο τραγούδαγα-
Με δυο κιλά και δέκα μπίρες και μια γόπα
Οι ήχοι μας, το ξαναλαέω, γαμήσαν την κυρίλα του Ψυρή
Πήγαν να συναντήσουνε το Μήτσο της Ναυάρχου Αποστόλη
Από το μακρινό ΄78, και ο νοών νοείτω–
(Και ναι, το γράφω και το ξαναγράφω μ΄ ένα ρο, Ψυρή).

XII
Αίφνης –και τέλος, γιατί κάπως πρέπει κάποτε να κλείσω–
Είναι και μερικά που κατεβάζουν τα ρολά
Αργά μετά τις 2 ή και τις 3 ακόμα το πρωί
(Δε θα μιλήσω για μπαρμπούτι, δεν το ΄δα ιδίοις όμμασι)
Είναι η ώρα για πόκα και λεφτά –τονίζω, όχι μάρκες
Γνήσια λεφτά: είμαστε καφενείο, μη καζίνο και μη λέσχη–
Η ώρα που πλησιάζουν μερικά παιδιά της πιάτσας
Μα και κορόιδα κι άλλοι εκκολαπτόμενοι
Η ώρα για φωνή και για καβγά και φασαρία,
Για τράπουλες που ανοίγονται πρώτη φορά υποχρεωτικά
Κολλαριστές κι όμως πάλι μπορεί φτιαγμένες–
Είναι η ώρα σας να φύγετε για ύπνο
Και γω να μείνω δω, για να μπορώ να ιστορώ.

*
©Δημήτρης Φύσσας

*

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
μαζέτας: σκακιστής ανεπίδεκτος μάθησης
Διονύση: Δ. Μενίδης, ποιητής (1956 – 2014)
πεσοϊκό: Ο Πορτογάλος ποιητής Φ. Πεσόα έτρωγε πάντα σ΄ ένα ορισμένο πατάρι εστιατορίου στη Λισαβόνα
Κατερίνα, Πέννυ: Η Κατερίνα Σχινά εμπνεύστηκε και η Πέννυ Παναγιωτοπούλου σκηνοθέτησε τηλεοπτική εκπομπή σχετική με τα βιβλία μου, η οποία γυρίστηκε στο καφενείο αυτό
«Σινεμά»: Το διαδικτυακό βιβλίο μου «Τα σινεμά της Αθήνας. Ιστορίες του αστικού τοπίου 1896 – 2013» το παρουσίασε στο καφενείο αυτό τον Οκτώβρη του 2013
μέγα πανελλήνιον: από το «Εις το επίνειον» του Κ. Π. Καβάφη
Λεωφόρος: Το γήπεδο του Παναθηναϊκού, στη λεωφόρο Αλεξάντρας
Τάκης Λουκανίδης: το βιβλίο του «Εγώ ο Τάκης Λουκανίδης» βγήκε το 2012
«Λεωφόρος ηρώων»: «Λεωφόρος ηρώων. Η Ιστορία του Παναθηναϊκού Αθλητικού Ομίλου στα χρόνια του πολέμου και της Κατοχής (1940-1944)». Βιβλίο του Ανδρέα Οικονόμου που βγήκε το 2014.

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΗ
Ανάγνωση επιλεγμένων κομματιών στην ποιητική και μουσική εκδήλωση που οργάνωσε ο Θωμάς Κοροβίνης το καλοκαίρι του 2015 στο κτήμα του (Κάτω Λεχώνια Πηλίου). Τα ίδια συμπεριλήφτηκαν και στη σχετική επετειακή –εκτός εμπορίου– έκδοση. Εδώ με μικροαλλαγές.