Άρης Γιανναράς: H Δετή, 1911 [2015]

Αρχείο 24.11.2015

fav-3
Έχει ξυπνήσει σχετικά νωρίς
σαν μπλε ελεγκτής κυκλοφορίας στην πρωτεύουσα
όχι σα γυναίκα
Οι ώμοι της τεντώνουν τη φόδρα
κι απέξω είναι δυο χάσκι τυλιγμένα με χιόνι της τάιγκα.

Μέσα στο νεανικό της στέρνο -ένα ζεστό αντίσκηνο με μαξιλάρια- ο αέρας κουρνιάζει
σα σκύλος που ακούει κοφτές βορειοκορεατικές εντολές
και τη φλυαρία την ελληνική δε τη μπορεί
Έχει την ίδια μπλε χλομάδα στο δέρμα με τη συγκάτοικό μου
Την ίδια πάχνη από ανήσυχο ύπνο το πρωί

Θα με είχαν συλλάβει όταν κορόιδεψα τα καθαριστικά
που πήρε σα δώρο αποχαιρετισμού
μα όσο επιμένει η επικράτεια
επιστρέφει βαριά, εύθραυστη σκόνη
κι υπάρχει σκόνη στην άγρια δύση παντού.

Αν δε θέλουμε να μας βάλουν τόσο κρέας στη συνείδησή μας
γιατί δεν εμπιστευόμαστε την προέλευσή του
μπορούμε να βάλουμε λιγότερο
και κλαμένοι με φόβο υστερικό να ρωτήσουμε
Mεγάλε Καθοδηγητή είναι αλήθεια;
Πατέρα, μάς άφησες
Tην άφησες να φύγει;

Για να σαι πικραμένος σημαίνει ότι
οι κοπέλες τρέχουν στα πράσινα
οι άλλοι χορευτές είναι τα κλαδιά
κι ο ήλιος οι κρυφές τους σκέψεις
θέλουν δε θέλουν
αυτή είναι η φύση
θες δε θες θα βγεις από την έξοδο κινδύνου
μόνο αν υπάρχει ανάγκη
Aλλιώς θα σε πυροβολήσουν
και σαν άγαλμα από το σύμπλεγμα του Λαοκόωντα
θα πετάξεις το ρούχο της ζωής.

Χορεύουν σαν την αδικία
χορεύουν σαν την υστερία
χορεύουν και γλιτώνουν απ τα βασανιστήρια
(Υπάρχει η δυνατότητα
οι κοπέλες να τρέξουν στα πράσινα
ανάμεσα σε ζωντανά κλαδιά αν το θελήσουν)

‘Ενα φως
στο δρόμο μου για τις Άλπεις
δε φτάνει να μου τη θυμίσει
Απ τα μάτια της, εκεί που μετακόμισε, περνάει η άδεια λεωφόρος
από την άδεια λεωφόρο περνάει και δε φωνάζει
στέκεται κι έχει τα χέρια στη μέση
σαν η μορφή της να ναι οι μύτες και τα χείλια
δυο συνοικιών της πόλης
Σα να ναι ο αφημένος κορμός
η μυωπία του κάστορα
Ο κόσμος σημαδεύει κι αστοχεί.

Δύο εκατομμύρια τόνοι κυανά νούφαρα
Χαμηλώθηκαν με το νερό τους στον πάτο και εξατμίστηκαν
Πέρασαν μέσα απ τους υπόλοιπους ανθρώπους
σαν τραγούδια του ήρεμου ύψους
θαλάσσια χαριτωμένα κύτη
που παίζουν με όσους ισορροπούν
σε κάποιο απ τα χιλιάδες μονοκινητήρια της Ν.Α. Ασίας
και μετά δεν τα ξαναβλέπεις
Είναι μανιασμένη βροχή η ψυχή
Αλλά περνάει.

Με τόση αυταπάρνηση
μοιάζουν με δάσος οξιάς το χειμώνα
κι άθελά σου τους σκέφτεσαι με φύλλα
Bάζεις το βιβλίο τους σ ένα ράφι στο ύψος των ματιών.

Και τα λουλούδια δεν είναι μόνο ένα πράγμα
για επιτάφιους
ούτε μόνο για βάζα ούτε μόνο για βουνά
Τα λουλούδια είναι όπου υπάρχει νοιάξιμο
όπως η αγάπη, είναι και μίσος
για τη βλάβη αγαπημένων προσώπων
δεν είναι σκέτη αγάπη, αυταρχική
να μας σπρώχνει μέσα σ ένα στενό θάλαμο
να μάθουμε τι κάνει ο ποταμός Ίμτζιν, ο ποταμός Μπούχαν
με λίγα κέρματα, σαν τσέρκι με αποξηραμένο θάρρος.

Τον περιμένουν στην αίθουσα 5 των διαλέξεων, στο κτίριο των Ηνωμένων Εθνών.
Ένα απόγευμα άνοιξε βιαστικά την πόρτα για να δει ένα όμορφο πουλί που χε ξεμείνει,
αρχές Οκτωβρίου, στο απέναντι πάρκο.
Και πάντα οι ώμοι του όταν ανοίγει βαριές μπαλκονόπορτες, πονάνε.
Tο πλουμιστό με αναπνοή, φρύδι της λάμπας, σ ένα πολύ μικρό δωμάτιο,
πραγματικά εφιαλτικό.
Η σηκωμένη ουρά του πιάνο και δίσκοι.
Κι έξω φτωχοί, προδομένοι.

Ένα κύμα, αληθινού νερού σηκώνεται
Περικοπών συντάξεων και μισθών.
Κίνδυνοι που τα πουλιά δεν αντιλαμβάνονται.
Κι αυτός είναι ένα απ αυτά, καθισμένος σε μια τεράστια βελανιδιά κατατρεγμένων.

Την ίδια στιγμή που μια χοντρή λαμαρίνα λυγίζει από το βάρος της γυναικείας φιλίας
σε μια μάντρα αυτοκινήτων.
Ο χειριστής του ανυψωτικού μηχανήματος τη βλέπει
Και τη σκέφτεται αργότερα σπίτι, πίνοντας τσάι.
Η γυναίκα του λείπει
Έχει βγει έξω με τις φίλες της.
Κι εκείνος αναρωτιέται πώς εκείνη το αντιμετωπίζει.

*

©Άρης Γιανναράς
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com