Αντώνης Νικολής, Σε νησί του ασυνειδήτου μου*

(…) Στην Αθήνα έμεινα έως και τον Ιούλιο του 1987, συνεχόμενα τέσσερα χρόνια. Οι μνήμες από τη σχολή δεν είναι οι καλύτερες, τεράστια αμφιθέατρα, εκατοντάδες φοιτητές, αρκετοί περιορισμένης ευφυΐας καθηγητές (προφανώς και μόρφωσης και πολλώ μάλλον καλλιέργειας), ελάχιστοι οι καλοί ή ενδιαφέροντες, δυο-τρεις οι σπουδαίοι, με κορυφαίο τον αείμνηστο Αριστόξενο Σκιαδά, δεν έχασα ούτε μία παράδοση της Μήδειας ή των Αρχαίων Λυρικών: κατάρτιση, εμβρίθεια, καλλιέργεια, μα και χιούμορ και το είδος της εκλεπτυσμένης χάριτος στο έπακρο. Πόσο συχνά μνημονεύω αυτόν τον άνθρωπο, εκπλήσσομαι ανιχνεύοντας την επιρροή του στη σκέψη μου. Ο άλλος, ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης, αυτός με καθήλωνε με την εργατικότητά του, απορούσα εντούτοις με ό,τι εκλάμβανα ως έλλειψη γλωσσικού ταλέντου ή αισθήματός του –προέβλεπε, φέρ’ ειπείν, ότι τύποι όπως οι μαθηταί, οι καθηγηταί, και άλλοι παρεμφερείς της καθαρεύουσας, θα επιβίωναν στη σύγχρονη νεοελληνική… Υπήρχαν και ορισμένοι, νεότεροι ετούτοι τότε, ο Ανδρέας Παναγόπουλος, ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης κ.ά., ενδιαφέροντες, όμως σεβαστός αριθμός καθηγητών όπως και φοιτητών, παρά τις ευάριθμες καλές εξαιρέσεις και σ’ αυτούς, ήταν απελπιστικά αδύναμοι στις πνευματικές τους επιδόσεις, εντυπωσιακοί παπαγάλοι σ’ αντιστάθμισμα, αλλά και μόνο αυτό, παπαγάλοι.

Με κάποιο τρόπο επέστρεφα στο κυρίαρχο μοτίβο της λογοτεχνίας των τελευταίων δύο αιώνων, τη σύγκρουση του επιθυμητού με το πραγματικό: η νεοελληνική πραγματικότητα με ήθελε σε αμφιθέατρο της ιατρικής, με υψηλό μέσο όρο ευφυΐας -πόσο νοσταλγούσα πότε πότε τους παλιούς συμφοιτητές-, ακολούθησα την κλίση, τις επιθυμίες μου, και να που τώρα προσπαθούσα να επικοινωνήσω με φοιτητές -φοιτήτριες στη συντριπτική πλειονότητά τους-, πολλές απ’ τις οποίες, αργότερα, όταν ήμαστε στο πτυχίο, καταγίνονταν με ήθη του τύπου να αποσπούν τρίχες απ’ το εφήβαιο ή ανάλογα άλλα σωματικά υλικά από τους εραστές τους, να τα πηγαίνουν στη μια ή την άλλη μάγισσα για να τους… δέσουν, (μετά το πτυχίο ο άλλος μεγάλος στόχος, το στεφάνι), μα τον Θεό, τι σοκ όταν συνειδητοποίησα πόσες πολλές επιδίδονταν σε κάτι τέτοια… Θυμόμουν τους συμφοιτητές (της φιλοσοφικής) στα Γιάννενα να διαχωρίζουν τους εαυτούς τους απ’ τους παπαγάλους της Αθήνας κυρίως και λιγότερο της Θεσσαλονίκης -που υπόψη, δεν υπήρχε ακόμα το κατοπινό εκπαιδευτικό σύστημα, όπου άπαντες οι μαθητές, αδιακρίτως ευφυΐας, κλίσεων, ή του βαθμού εμβάθυνσής τους στη γνώση, εξισώνονται διά… της παπαγαλίας, πάντως η κατάσταση στη σχολή με κατάθλιβε τόσο, που αν δεν ήταν να επιστρέψω στο νησί, να το χρειάζομαι σαν μια κάποια επαγγελματική διέξοδο, νομίζω το πτυχίο αυτό δεν θα το είχα πάρει ποτέ μου.

Τον πρώτο χρόνο συγκατοίκησα με τον Θανάση, τον αδελφό μου, στην Ηρώων Πολυτεχνείου στου Ζωγράφου, ψηλά, κοντά στο νεκροταφείο, τα επόμενα τρία χρόνια και οι τρεις αδελφοί στη Γουναροπούλου στα Ιλίσια –έχω ήδη μιλήσει για την ευτυχή σύμπτωση να νοικιάσω το σπίτι των πρώτων τριών χρόνων της ζωής μου. Και αυτά συμβαίνουν μεσούσης της δεκαετίας του ’80, που εκτιμώ κυοφόρησε και την επιπόλαια οίηση, κυριολεκτικά την πτωχαλαζονεία της πρώτης δεκαετίας και τη χρεωκοπία της δεύτερης του τωρινού αιώνα, αλλά και όση, νομίζω πολλή ακόμη, καταστροφή μάς μέλλεται. Λαϊκισμός δίχως όρια, ρηχός εθνικισμός, άναρχη κοινωνική ρευστότητα που συνεπαγόταν την πλέον αντιπαραγωγική αστικοποίηση, σε ατμόσφαιρα αντιφατική παρ’ όλ’ αυτά, γιατί, παρά τη θεσμική παρακμή που συντελούνταν, οι Έλληνες ένιωθαν όσο ποτέ ευτυχείς, αντίφαση ορατή στο καθετί. Η Αθήνα είναι πια οριστικά η πόλη με τις ατελείωτες πανομοιότυπες μικροαστικές συνοικίες – φαβέλες, φαβέλες όχι για τη φτώχεια, αλλά για την υποτυπώδη ρυμοτομία, τον ελάχιστο δημόσιο χώρο. Κυκλοφορούσα με παπί, έψαχνα επί ματαίω τις άκριες της πόλης, τις απολήξεις της, από τη Βάρκιζα έως τον Βάρσο της Κηφισιάς, και όχι μόνο.

Είναι τα χρόνια που κάνω τα πρώτα δειλά ταξίδια εκτός Ελλάδος, και η διαφορά των ευρωπαϊκών απ’ τα νεοελληνικά αστικά κέντρα κυριολεκτικά με συνθλίβει. Πώς να ξεχάσω την πρώτη φορά… Τέσσερις μέρες περπατούσα στη Βασιλεία της Ελβετίας. Θαμπωμένος. Την τέταρτη κάθισα σε μια γωνιά, μου είχε παραλύσει τα γόνατα η σκέψη: τέσσερις μέρες κι όσες ασχήμιες είδα εδώ, αντίστροφα λίγες ομορφιές θα έβλεπα στην Αθήνα. Έκλαιγα ταπεινωμένος. Άντεξα ακόμα δυο – τρία ταξίδια σε κεντρική και βόρεια Ευρώπη, ύστερα ορκίστηκα να μην ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί, και μέχρι στιγμής τον όρκο αυτόν τον τηρώ, σαν το φτωχόπαιδο που από περηφάνια αποφεύγει τις συναναστροφές με τους πλούσιους. Ιδίως όταν σκεφτόμουν την ντροπή σ’ εκείνες τις πόλεις όποτε άκουγα φωνές Ελλήνων, ελληνικά, τη γλώσσα μου, πόση ντροπή, Θε μου, να τους βλέπω ύστερα –κατά το γερμανικό προσωνύμιο- «ανθρώπους φορτωμένους τσάντες», με ψώνια βέβαια.

Ήδη απ’ τα μαθητικά μου χρόνια έγραφα ποιήματα, σκάρωνα στίχους, ήταν κατά βάση αφηγηματικοί ακόμα και όταν έντονα λυρικοί, δεν ήταν κακοί, όμως… σχεδόν με έπνιγαν. Σαν να ’ταν κάθε φορά το ελεύθερο περιθώριο του στίχου μια ταράτσα, κι εγώ με ορμή στο στηθαίο της, έτοιμος να γκρεμιστώ. Αγαπούσα και συγκινούμουν πολύ περισσότερο με την πεζογραφία, αλλά κι όποτε το προσπαθούσα, σκάλωνα σε αβέβαια ασχημάτιστα ακόμη αιτήματα ύφους, περδουκλωνόμουν αφάνταστα πολύ, δυσκολευόμουν να ολοκληρώσω καν μια περίοδο. Και αυτό θα συνεχιζόταν για κάμποσα χρόνια. Και δεν θα λυτρωνόμουν προτού φτιάξω τη γλωσσική δεξαμενή μου, αποκτήσω την ευχέρεια στην ελληνική γλώσσα που μου πρόσφερε η πολυετής και σχεδόν εργώδης τεχνική σχέση με τη γλώσσα, εκείνα τα 15 χρόνια με τις 80-85 ώρες εβδομαδιαία δουλειά στο φροντιστήριο. Για να εκφραστεί καίρια και με ακρίβεια κάτι, πρέπει την ώρα που γράφεις, το εργαλείο, η γλώσσα σου, να μπορεί να ανακινεί όλες τις δυνατές εκδοχές – συντάξεις ή λέξεις. Ο αναδευτήρας είναι βέβαια η μνήμη, αναδεύει τη δεξαμενή απ’ όπου η γλώσσα σε συνθήκες δημιουργικού οίστρου ανασύρει δομές ή λέξεις, επιλέγοντας ή αποκλίνοντας, όπως μαθαίναμε στην υφογλωσσολογία (του Γεώργιου Μπαμπινιώτη), από τον συνταγματικό ή τον παραδειγματικό άξονα, αντίστοιχα.

Εύλογα θα εξερευνούσα τους λογοτεχνικούς και συναφείς κύκλους της Αθήνας, -εδώ κι αν απογοητεύτηκα. Μίζερες φιλοδοξίες, δυστυχισμένα εγωπαθή άτομα, καν άτομα, αγελαίου ήθους εγωκεντρικά όντα. Παρεάκια γύρω από περιοδικά ή εκδότες, μίμοι – μιμητές καλλιτεχνών ή λογοτεχνών στη συντριπτική τους πλειονότητα, πολιτικάντηδες μιας εξουσίας δίχως πραγματικό αντίκρισμα, με «καριέρες» μακριά από οποιαδήποτε έννοια αγοράς, στο τέλος όντα εξουθενωμένα απ’ την πολλή… ενδογαμία και τον… κανιβαλισμό. Γενικεύω ίσως, μα αυτή υπήρξε η δική μου εμπειρία. Κάπως σαν σε σκηνή δίχως πλατεία, στόματα που φωνάζουν υστερικά δίχως ακροατές, αλλά και κυρίως παντού ο λυσσαλέος αγώνας να μην υπάρξει ποτέ ή η πλατεία ή το κοινό των αναγνωστών, ακροατών κ.λπ. Η εμπειρία του να ζεις μακριά απ’ την ιστορία: όση ενέργεια θα απαιτούνταν για ν’ αβγατίσουν γράμματα – τέχνες, κι άλλη τόση θαρρώ, να ξοδεύεται για να μην τύχει και συμβεί αυτό ακριβώς. Πόσες δολοπλοκίες, πόση ίντριγκα, πόσα σπασμένα τηλέφωνα, για να μην υπάρξει ούτε ένα (αριθμητικώς 1) έργο… Κι όσο περνάνε οι δεκαετίες τίποτε δεν με προσγειώνει χειρότερα στον χέρσο λούμπεν τόπο που μας έλαχε για πατρίδα από τις τιμές και τις διακρίσεις προς όσους, δρεπανηφόρους, αναλώνουν τη ζωή τους επιβουλευόμενοι το όποιο γνήσιο έργο, με ζήλο ισιώνοντας… αξίες και κεφάλια…

Ένας από τους γνωστότερους τότε εκδότες λογοτεχνικού περιοδικού, και μάλλον από τους πιο προσιτούς, έχοντας ακούσει από άλλους, ενδεχομένως συμφωνώντας και ο ίδιος για το ταλέντο μου, είχε φαγωθεί να ’ρθει στο φοιτητικό μας σπίτι στα Ιλίσια, μόνο για να το δει. Με δασκάλεψαν να μην τον αφήσω, ότι έρχεται μόνο για να διερευνήσει τις οικονομικές δυνατότητες της οικογένειάς μου -αν είχα υποστήριξη από εύπορους γονείς, θα επέμενα στη λογοτεχνία, διαφορετικά θα χανόμουν. Δεν έδωσα βάση. Ήρθε πράγματι, μπήκε, επιθεώρησε, σάρωσε φουριόζος τον χώρο, να πάρει τις πληροφορίες που τον ενδιέφεραν, έφυγε όπως αδιάφορος παρατάει κανείς κάτι που από μακριά τον εντυπωσίασε. Νωρίτερα με είχαν ειδοποιήσει επίσης να μην του απαντήσω στο δέμα με τα έργα του –τα έστελνε ταχυδρομικά, προκειμένου να του το ανταποδώσεις, και τι άλλο, από στοιχειώδη αβρότητα αναπόφευκτα να τον κολακέψεις γραπτώς-, φλύαρα, βαρετά κείμενα, καμία σχέση με λογοτεχνία, όμως τα κολακευτικά σου λόγια θα σε δέσμευαν απέναντί του. Μικρό μόνο δείγμα οι συμπεριφορές αυτές, και προς Θεού όχι απ’ τις κακές.

(Παρεμπιπτόντως, ο ίδιος κύριος μια τριακονταετία περίπου αργότερα το ’φερε η ζωή να γράψει ως και υμνητική κριτική για πεζό μου. «Να, που άλλαξε ρότα», παρατήρησε καλός φίλος μετά την κριτική. «Δεν έπαψε ποτέ γενικά να απαξιώνει εμένα και το έργο μου, κι όχι πάντα με φινέτσα και κομψότητα διπλωμάτη χύνοντας το δηλητήριό του», απάντησα στον φίλο. «Ξαναδιάβασε την κριτική προσεκτικά. Πράγματι μου επιδαψιλεύει ένα – δυο επαίνους, όχι ευθέως ούτε γενναιόδωρα αποδοσμένους, όμως κυρίως απορεί πώς ένα έργο, του οποίου εκείνος μπορεί -αφ’ υψηλού, ασφαλώς- ν’ αντιλαμβάνεται την αξία, απορεί πώς βγήκε απ’ τη γραφίδα κάποιου, εμένα, εκεί κάτω στην Κω, και μάλιστα δεν κρατιέται να αναρωτηθεί πού τη βρήκα ή εμμέσως πώς μου επέτρεψαν οι γύρω μου τόση ελευθερία! –ερώτηση που τη λες και υπολανθάνον κράξιμο…» Έξοχη και απολύτως στον στόχο της η απορία του πάλαι λογοτεχνικού παράγοντος, πάντως. Αν δεν είχα, μπορεί κι από ένστικτο, ριζώσει κάπου εκεί στην άκρη, κάτω στα Δωδεκάνησα, θα με είχαν εντοπίσει, θα με είχαν αποκεφαλίσει από χρόνια οι δρεπανηφόροι, ή και αηδιασμένος απ’ την πολλή ισοπέδωση θα τα ’χα δώσει στην άλλη πανώλη της δεκαετίας του ’80 -ετούτη διεθνής-, θα συγκαταλεγόμουν στους νεκρούς του AIDS.)

Ενώ, λοιπόν, εγκαταλείπω –προσωπική μου επιλογή- την ποίηση, δίχως να βλέπω καθαρά κάποιον άλλον δρόμο στη λογοτεχνία, ωστόσο με τη λογοτεχνία, την τέχνη του λόγου, πάντοτε στο κέντρο του νου μου, συνδέομαι με τον Μίλτο Σαχτούρη –αναφέρθηκα πολλές φορές στη σχέση μου με τον ποιητή-, και που οι συναντήσεις μας με τον καιρό θα γίνουν εκείνη η γωνιά στην άκρη ενός κήπου, η παράξενη, η μαγική, η απόκρυφη. Όντως, μόνο ο Σαχτούρης. Όλη η άλλη Αθήνα μού είναι –εννοώ στη μνήμη μου εκείνων των χρόνων- συμβατική, προβλέψιμη, δεδομένη. Αχανής, όμως η ίδια μικροαστική νεοελληνική επικράτεια προς όποια κατεύθυνση κι αν την περπατήσω. Πού είναι οι σκοτεινιές, οι δαιδαλώδεις στοές, τα μυστήρια της Ρόδου, τα πεζοδρόμια της Βασιλέως Παύλου (σε πλάτος σχεδόν ίσα με της Σταδίου, αν είναι δυνατόν) ή η ρυμοτομία της Κω, που έστω σε φαντασιακό επίπεδο πολλαπλασιάζουν την αίσθηση του πολύπλοκου, του πολυσύνθετου της ζωής σε μια πόλη…

Διαφαινόταν ήδη η αντίφαση: συγγραφέας, σωστότερα λογοτέχνης, πα’ να πει κάποιος με κατεξοχήν αστικές ανάγκες, και ωστόσο θ’ απομακρυνόμουν απ’ το κέντρο της γλώσσας μου, αυτοεξόριστος από τη μεγαλούπολη και εφόσον επέστρεφα στο νησί, ας μη βαυκαλιζόμουν, αναγκαστικά ως συγγραφέας θα επέλεγα τόπο χωροταξικά ανύπαρκτο. Είχε δίκιο ο πάλαι λογοτεχνικός παράγων. Καμιά Κως δεν χωράει έναν συγγραφέα, κανένα νησάκι ή νησί στην περιφέρεια δεν γίνεται να έχει όση ελευθερία απαιτεί το έργο ενός συγγραφέα. Τον δικό μου τόπο, τον τόπο της αυτοεξορίας μου, έπρεπε να τον συνθέσω μόνος. Εξωτερικά με τις εικόνες, μα μόνο σαν σκηνικό, δανεισμένες απ’ την Κω, όμως στους ρυθμούς και στη δυναμική του να είναι τόπος μετουσιωμένος απ’ το υλικό της μνήμης, μνήμη της παιδικής και εφηβικής ζωής μου, όσο κι από επιλογές της ενήλικης εμπειρίας ή απ’ την αισθητική συγκρότησή μου, στο τέλος τέλος ένας τόπος καμωμένος από τη φαντασία μου. Αυτοεξόριστος, μ’ άλλα λόγια, σ’ ένα νησί του ασυνειδήτου μου, στη δική μου Κω, ας την ονομάσω καταχρηστικά. (…)

©Αντώνης Νικολής


(* Απόσπασμα, υπ’ αριθ. 20, από τις αυτοβιογραφικές σελίδες «Μία… μίνι φωτογραφική αυτοβιογραφία» του Αντώνη Νικολή, όπως τις αναρτά στην κατηγορία Αυτοβιογραφικά στο ομώνυμο blog του Αντώνης Νικολής (http://antnikolis.blogspot.com/). Στις φωτογραφίες, ο συγγραφέας στην Αθήνα το 1985.)