Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ο φάρος



Στην τέχνη της υποκριτικής διαπρέπουν όχι μόνον ηθοποιοί αλλά κι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι. Ορισμένοι απ’ αυτούς μάλιστα επιδίδονται στην τέχνη αυτή με τέτοια μαεστρία που είναι να τους ζηλεύουν κι οι κατά γενική παραδοχή ταλαντούχοι θεατρίνοι. Όσο για τις μάσκες που φορούν, θάλεγα ότι είναι τόσο πειστικές που τελικώς υποχρεώνουν ακόμα και τους πιο υποψιασμένους ανθρώπους. Είναι γνωστό βέβαια ότι τα προσωπεία τούτα φοριούνται είτε για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των κατόχων τους είτε για να εξαπατήσουν τ’ αθώα κι αφελέστατα αρνία μιας κοινωνίας. Εξυπακούεται ότι μια κοινωνία που βρίθει από υποκριτές δεν διαφέρει και πολύ απ’ τη σκηνή ενός θεάτρου.

Η Αλχανία ήταν μια τέτοια θεατρική σκηνή όπου όλα ήταν σκηνοθετημένα και τίποτα δεν δημιουργούσε έστω την υποψία αυθεντικότητας. Οι κάτοικοι της το γνώριζαν αυτό βέβαια αλλά κανείς δεν τολμούσε να ρίξει τις μάσκες ή έστω να διαμαρτυρηθεί. Έτσι όλοι τους παίζανε έναν ρόλο που λίγο πολύ τους βόλευε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Τούτο όμως εγκυμονούσε κινδύνους, καθώς η πραγματικότητα έπαιρνε συχνά εκδίκηση.

Η Αλχανία ως επίνειο διατηρούσε απ’ τα πρώτα χρόνια της ιδρύσεώς της λιμάνι για εμπορικούς σκοπούς. Το λιμάνι, που ήταν το πιο βρώμικο κι ελεεινό κομμάτι της πόλης, τ’ αγκάλιαζαν χαμοκέλες, παράγκες κι αποθήκες. Οι πλίνθινες οχυρώσεις του έγιναν απ’ τους κατακτητές της πόλης για το προστατέψουν απ’ άλλους επίδοξους κατακτητές τους οποίους οι νεώτεροι κάτοικοι του επίνειου δεν μνημόνευαν καν, καθώς γνώριζαν ότι για αιώνες καβάλαγαν τις προγόνισσές τους κι αυτό ήταν κάτι που δεν το άντεχαν οι υπέρμαχοι της φυλετικής καθαρότητας. Σε μια άκρη του λιμανιού δέσποζε ένας φ α λ ό μ ο ρ φ ο ς φάρος που για κάποιον ανεξήγητο λόγο οι κάτοικοι του επίνειου τον θεωρούσαν ως στολίδι του λιμανιού. Μα ο φάρος τούτος κάποτε εξυπηρετούσε πρακτικές και μόνον ανάγκες κι επομένως δεν θα μπορούσε να έχει κάποια αισθητική αξία. Εξάλλου ήταν γνωστό ότι κατασκευάστηκε από απλούς τεχνίτες της εποχής χωρίς να υπάρχει κάποια καλλιτεχνική πρόθεση στο όλο εγχείρημα. Αλλά οι κάτοικοι τον παρουσίαζαν ως έργο τέχνης προκειμένου να προσελκύουν τους ξένους και μαζί μ’ αυτούς τα λεφτά τους!

Παρά που το λιμάνι ήταν ρηχό και μικρό, ποδίζανε με άνεση τα πλεούμενα της εποχής, δηλαδή τα κωπήλατα και τα ιστιοφόρα. Τη μέρα, όταν άρχιζε το ξεφόρτωμα εμπορευμάτων, έβλεπε κανείς ναύτες, χαμάληδες και καροτσαρέους να πηγαινοέρχονται και να τραβάνε τις τάβλες μέσ’ απ’ τα πλοία και να τις μπάζουν στις αποθήκες. Τη νύχτα κάτω απ’ το μελιχρό φώς της σελήνης ακούγονταν που και που βρισιές, σπασίματα μπουκαλιών, κάνα παράταιρο τραγούδι, και λίγο πριν ξημερώσει ξεμύτιζαν κομμένες ανάσες και κούφια βογγητά.

Σπάνια επισκέπτονταν το λιμάνι οι υπόλοιποι κάτοικοι του επίνειου γιατί τους απωθούσε τόσο η βρώμα όσο κι οι ειδεχθείς μούρες των ανθρώπων του λιμανιού. Οι μόνοι μόνιμοι κάτοικοι ήταν οι ιδιοκτήτες κάποιων λίγων πανδοχείων και ταβερνείων που έκαναν χρυσές δουλείες όταν ξεφόρτωναν τα πλοία στο επίνειο· αυτοί ήσαν γνωστοί κι ως λιμανιώτες.

Το πέρασμα του χρόνου σκόρπισε σαν άνεμος όλ’ αυτά και σηκώθηκε αυλαία δείχνοντας μια καινούργια τώρα σκηνογραφία. Τα καλυβόσπιτα κι οι αποθήκες έδωσαν τη θέση τους σε ακόμα περσότερα ταβερνεία και πανδοχεία κι όλ’ αυτό το κοπάδι των άθλιων και βρώμικων εργατών αντικαταστάθηκε από ξένους περιηγητές κι επισκέπτες. Το νέο σκηνικό ήταν αποτέλεσμα βέβαια της τεχνολογικής προόδου που σημείωνε η ναυσιπλοΐα την εποχή εκείνη: Στο λιμάνι έπαψαν να δένουν πλεούμενα γιατί οι νέες τεχνικές συνετέλεσαν στην κατασκευή γρήγορων, μεγάλων κι ογκωδών καραβιών που ταξίδευαν με τη βοήθεια ατμοκίνητων μηχανών. Τέτοια καράβια δεν χώραγαν πλέον στο επίνειο. Έτσι το εμπόριο σταμάτησε και μαζί με αυτό κι η πολλή κίνηση στο λιμάνι.

Τ’ αποτέλεσμα ήταν ν’ αρχίσουν οι αναδουλειές για τους λιμανιώτες και να μειωθεί αναπόφευκτα κι ο τζίρος. Αυτό δεν σήμαινε φυσικά ότι όλοι τούτοι θα πέθαιναν στην ψάθα· ο επιούσιος ήταν εξασφαλισμένος λόγω της παρουσίας των επισκεπτών τους οποίους φρόντιζαν να προσελκύουν διαφημίζοντας το λιμάνι κι ιδιαίτερα τον φ α λ ό μ ο ρ φ ο φάρο ως τάχα ένα λαμπρό μνημείο τέχνης! Αλλά όταν είσαι μαθημένος να κολυμπάς στα πλούτη και συνάμα παραδόπιστος, η πτώση απ’ τα πολλά στα λίγα σου κακοφαίνεται.

Έτσι, αντιπροσωπεία από δαύτους εμφανίστηκε μπροστά στον Δούκα της πόλης και στο συμβούλιο του κι έθεσε το πολυπόθητο αίτημά τους. Τους ζήτησαν, λέει, να μπαζώσουν ολόκληρο το λιμάνι και να φτειαχτεί καινούργιο ακριβώς μπροστά από την εμπατή του παλιού, εκεί που τα νερά είναι πιο βαθιά! Έτσι θα έδιναν τη δυνατότητα στα νέας τεχνολογίας πλεούμενα να δένουν εξ’ απ’ το επίνειο κι έτσι να επανέλθουν οι παλιές καλές μέρες και κατά συνέπεια τα κέρδη των πανδοχέων και των ταβερνιάρηδων!

Το συμβούλιο τους άκουγε με μάτια γουρλωμένα, χωρίς να πιστεύει στ’ αυτιά του. Ορισμένοι άρχοντες μάλιστα, οι πιο καλλιεργημένοι, ξεσηκώθηκαν λέγοντας ότι η ενέργεια τούτη θα κατέστρεφε αυτό το σπουδαίο μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς και έτσι δεν θα ξαναπάταγε κανένας ξένος στο επίνειο. Ο Δούκας τους ανακοίνωσε ότι το αίτημα τους δεν πρόκειται να ικανοποιηθεί και τους ζήτησε να επιστρέψουν με τάξη και κλιτότητα στις δουλίτσες τους. Κι όπως συμβαίνει μ’ όλους τους ανθρώπους πούναι έρμαια του συμφέροντος και δεν καταλαβαίνουν από τέχνη κι άλλα τέτοια και μόνη τους έγνοια είναι να προασπίζουν τα κεκτημένα τους πάση θυσία, έτσι κι οι λιμανιώτες, μπροστά στον φόβο μιας επικείμενης καταστροφής, όρμηξαν να τους χαλάσουν· κι έγινε μεγάλο κακό.  Στέλνοντας τις αρχές της πόλης στον αγύριστο έφυγαν κακήν κακώς και δεν ξαναπάτησαν το πόδι τους έξ’ απ’ τα σύνορα του λιμανιού.

Ένα βράδυ, την ώρα που το νερό χόρευε με άτακτους φλοίσβους κι αφρούς, όπως συνήθως γινόταν τέτοιες ώρες, ένα βορβορώδες ρεύμα έβγαλε στην επιφάνεια φλοιούς πορτοκαλιών. Στην αρχή δεν έδωσε και κανείς σημασία αλλά μετ’ από μέρες τους φλοιούς τούτους ακολούθησαν φλοιοί κι άλλων φρούτων και μετά συντρίμματα φιαλών και πιο ύστερα υποδήματα και πτώματα ορνίθων και ποντικών που κολυμπούσαν αμέριμνα στη επιφάνεια του γαληνιώντος νερού!

Αμέσως οι αρχές της πόλης βάλθηκαν να καθαρίσουν όλ’ αυτό το χάλι γιατί σε κλειστές και μικρονοϊκές κοινωνίες, όπως η Αλχανία, γεννιούνται εκ του μηδενός μεγάλα ζητήματα που προκαλούν αναστάτωση σεισμού. Και τούτο θα ζημίωνε τον κόσμο όλο γιατί θα έδιωχνε τους επισκέπτες και μαζί μ’ αυτούς και τα λεφτά τους.

Όμως το σκουπιδαριό δεν έλεγε να φύγει απ’ το λιμάνι γιατ’ ύστερα από κάθε επιμελή καθαρισμό εμφανίζονταν όλο και περσότερα σκουπίδια και κάθε φορά καινούργια. Έτσι τώρα είχαν προστεθεί καβαλίνες, καμένα λάδια, ψόφια ψάρια κι ανθρώπινα μέλη ακρωτηριασμένα που επέπλεαν στα φωσφορίζοντα νερά του λιμανιού, κάτω απ’ το μελιχρό φως της σελήνης!

Οι λιμανιώτες απείλησαν τότε τη διοίκηση της πόλης ότι αυτή τη φορά θα έρθουν με τα όπλα στο διοικητικό μέγαρο και θα κάνουν ζημιές πολλές, ενώ ταυτόχρονα θα κλείσουν το λιμάνι ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την άθλια κατάσταση που επικρατούσε στο κατώφλι τους. Επιπλέον, ζήτησαν την υποστήριξη των υπολοίπων κατοίκων του επίνειου καθώς και του τοπικού τύπου.

Ένας μυστήριος ψίθυρος που διαδόθηκε σαν χολέρα σ’ όλο το επίνειο έκανε την κατάσταση ακόμα πιο φορτική. Ακούστηκε, λέει, ότι τα σκουπίδια τα έριχναν κρυφά, φερέφωνα του Δούκα για να εκδικηθούν όλ’ αυτό το κοπάδι των ηλιθίων (σύμφωνα με δική του διατύπωση) που προκάλεσε αναστάτωση με την κτηνώδη συμπεριφορά του τόσο στο μέγαρο διοίκησης της Αλχανίας όσο και σ’ όλο το επίνειο.

Αμέσως σήμανε συναγερμός κι οι λιμανιώτες γύρεψαν εκδίκηση για όλη αυτή τη δυσφήμιση που τους έκανε ο Δούκας. Κι επειδή οι άνθρωποι με απελέκητο νου δύσκολα αποσπώνται από εκείνο που πίστεψαν μια φορά, η επακολουθήσασα αναταραχή, που προκλήθηκε από κάποια περίεργα ατυχήματα, κράτησε για μήνες. Κάποιες ανεξιχνίαστες δολοφονίες, μερικές θανατηφόρες δηλητηριάσεις και μπόλικοι εμπρησμοί σε διάφορα σημεία της πόλης ήσαν αρκετά για να διώξουν όχι μόνον τους επισκέπτες (και μαζί και τα λεφτά τους) αλλά και καμπόσους ντόπιους πλην των ταβερνιάρηδων βέβαια και του Δούκα που σήκωνε τα χέρια ψηλά δηλώνοντας αθώος (μια αθωότητα που τελικώς αποδείχτηκε εν ευθέτω χρόνω!).

Στο μεταξύ τα νερά είχαν βουρκιάσει απ’ την συσσώρευση όλης αυτής της μαγαρισιάς και μετατράπηκαν σιγά σιγά σε μια πρώτης τάξεως εστία θανάτου: Η ελονοσία άρχιζε ν’ απλώνει το φραγγέλιο της στα νώτα του επίνειου και να τα πληγιάζει. Κι ήρθαν στιγμές κακοσήμαδες. Τότε σταμάτησε η φαγωμάρα κι όλοι έτρεχαν να σωθούν. Μόνον όταν ψόφησαν οι ταβερνιάρηδες κι οι πανδοχείς έλαβε τέλος όλ’ αυτό το θανατικό· αλλά το ξεπάστρεμα των λιμανιωτών συνέπεσε περιέργως με την σταδιακή εξαφάνιση των σκουπιδιών και με την ως δια μαγείας μη επανεμφάνιση τους!

Το τελευταίο ανέβασμα της αυλαίας φανερώνει το λιμάνι της Αλχανίας αρκετά χρόνια μετά. Οι αλλαγές στη σκηνή είν’ επουσιώδεις. Ξανά τα ταβερνεία και τα πανδοχεία μ’ άλλους ιδιοκτήτες αυτή τη φορά. Τα σοκάκια φωταγωγημένα και καθαρά πλέον, πλήρη ταξιδιωτών κι επισκεπτών. Μια εκνευριστική μουσική, προερχόμενη απ’ όλα τα σημεία του λιμανιού, με μοτίβο μονότονο κι επαναλαμβανόμενο, συγχύζει το ήρεμο πρόσωπο της κάθε νύχτας που περνάει μαζί με τους ξένους απ’ το επίνειο.

Το αξιοσημείωτο αυτής της σκηνής είναι ότι τώρα έβλεπε κανείς αμέτρητα θήλεα όλων των ηλικιών και των κατηγοριών να ποζάρουν φιλήδονα μπροστ’ απ’ τον φωτογραφικό φακό, κάτω απ’ το μελιχρό φως του φεγγαριού (το περιαργυρούν τα β ο ρ β ο ρ ώ δ η νερά του λιμανιού), με φόντο πάντα αυτό το περίλαμπρο έργο τέχνης και παγκόσμιας κληρονομιάς· τον φ α λ ό μ ο ρ φ ο φάρο της Αλχανίας!

*

©Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης

photo: boatnerd.com