Ζωή Κατσιαμπούρα, Άσπρα χελιδόνια

Ήρθαν στη γειτονιά μετά το Πάσχα, σε ένα εγκαταλειμμένο από παλινοστήσαντες Βουλγάρους σπίτι. Το νοίκιασαν για να μείνουν τέσσερις, ένα ζευγάρι και τα δυο του παιδιά. Η ηλικιωμένη γειτόνισσα που τους το νοίκιασε, καθότι η ιδιοκτήτρια ξαδέλφη της είναι κάτοικος Μελβούρνης, μου το ανακοίνωσε στο τηλέφωνο με χαρά, να μην είναι έρημο,  βρε παιδί μου, το σπίτι… Τη ρώτησα αν οι ενοικιαστές είναι Ρομά, γιατί μόνο Ρομά νοικιάζουν πλέον τα παλιόσπιτα της περιοχής, οι Αλβανοί και οι Βούλγαροι, όσοι δεν έφυγαν, αγόρασαν κάποια ή νοίκιασαν και συμμόρφωσαν κάποια άλλα. «Μπα, όχι» μου απάντησε «είναι πολύ άσπροι και συμπαθητικοί»! Το χρώμα συντελεστής συμπαθητικότητας, πώς να γίνει…

Όταν όμως ήρθαμε και μεις στο χωριό, μέσα Ιουνίου, η εκτίμηση είχε αλλάξει. Η γειτονιά ήταν ανάστατη και μας ώκτειρε που θα τους είχαμε δίπλα, μέσα στην αυλή μας σχεδόν. Απλώνουν, λέει, τα ρούχα στους φράχτες, ρίχνουν  σαπουνόνερα στον δρόμο, ορμούν τα μωρά τους στους περαστικούς «ένα ευρώ, ένα ευρώ», κάνουν πολλή φασαρία! Πράγματι! Μέσα στο σπίτι των δύο δωματίων και των διάφορων παράσπιτων χωρίς παράθυρα έμεναν πια δεκάξι άνθρωποι, δυο τρίχρονα, τρία δεκάχρονα, δυο κοπελίτσες, ένας νεαρός, τέσσερις άντρες και τέσσερις γυναίκες! Οι γυναίκες ήρθαν να μας υποδεχτούν, να γνωριστούμε. Από πού είναι; «Είμαστε από τα Φάρσαλα, ήρθαμε για το καλοκαίρι στον Ταξιάρχη και βρήκαμε εδώ. Ξέρεις τι τράβηξα να το καθαρίσω τούτο το σπίτι; Και πόσο ασβέστη μου πήρε;. Ναι, Ρομά είμαστε, Τσιγγάνοι, μουσικοί είναι οι άντρες μας!».  Όντως το σπίτι φαίνονταν καθαρό και άδειο. Για στρωματσάδα.

Ως το μεσημεράκι σταθερά άφαντοι, άκρα σιωπή. Μετά ερχόταν το βανάκι του σούπερ-μάρκετ και φώναζε απέξω η οδηγός «τριάντα τέσσερα ευρώ», «είκοσι εφτά ευρώ», «Πάλι; αυτό δεν θα ξαναγίνει, σου το λέω να το ξέρεις». Έβγαινε η Νικολέτα, η νοικάρισσα, και έπαιρνε τις σακούλες, με αντίτιμο ή χωρίς.  Μετά άρχιζε το σκούπισμα της αυλής και του δρόμου, με επιμέλεια. Και μετά το πλύσιμο και το μπάνιο όλων. Πλένονταν και έπλεναν στην αυλή και τα αφρισμένα απόνερα  λίμναζαν στον δρόμο. Έβγαινε πάλι η Νικολέτα ή κάποια από τις κοπελίτσες  και προσπαθούσε να τα διώξει με τη σκούπα, να φύγουν παρακάτω στον κατηφοράκο. Το μεσημέρι φασάριζαν όλοι μαζί, το απογευματάκι έφευγαν οι άντρες με τα κλαρίνα και τις κιθάρες σε ένα κατατρύπιο από τη σαπίλα αγροτικό και έβγαιναν οι γυναίκες στον δρόμο να τους περιμένουν, ως αργά,  καθισμένες κατάχαμα οκλαδόν και παρακολουθώντας  τις νέες και τα μικρά που χόρευαν «τσιγγάνικα, δικά μας». Ρυθμικά, στη διαπασών, ελληνόγλωσσα τραγούδια. Αλλά μεταξύ τους δεν μιλούσαν ελληνικά. Τα δυο μωρά έμαθαν τα ονόματά μας, τους έδωσα και κάτι μπισκότα για το «καλώς σας βρήκαμε» και από κει και πέρα η εμφάνισή μου στον δρόμο συνοδεύονταν από ιαχές με το όνομά μου και με χοροπήδημα για να τα σηκώσω ψηλά ή να τους προμηθεύσω σοκολατένια καπρίς. Ο Κωνσταντίνος και η  Ταξιαρχούλα! Ίσαμε με δώδεκα κιλά το ένα, παναδύνατα, με κούρεμα πανκ ο μικρός (όπως και η μεγάλοι του σπιτιού του) και με περίτεχνες κοτσίδες η συντρόφισσά του. Κι όχι μόνο το δικό μου όνομα! Οι μη μουτρωμένες  περαστικές αντιμετωπίζονταν με τον ίδιο ενθουσιασμό.

Κάποια στιγμή μπήκαν στην αυλή μου να γυρέψουν να ειδοποιήσω ένα ταξί για το νοσοκομείο, μία από τις κοπελίτσες δεν μπορούσε να ανασάνει! Ποιο ταξί να απαντήσει μεσημεριάτικα, σταμάτησα ένα αυτοκίνητο περαστικό και μπήκαν μέσα και στην καρότσα όλο το παιδογυναικομάνι. Όταν επέστρεψαν ήρθαν  ναι μου δώσουν αναφορά, τους είπε ο γιατρός στο κέντρο υγείας να πάνε σε «πνεμολόγο» ή σε παιδίατρο. «Πνευμονολόγο δεν έχει η περιοχή. Παιδίατρο, γιατί, πόσων χρονών είναι η κόρη σου;» «Δεν είναι κόρη μου, νύφη μου είναι, δεκατεσσάρων!» Η δεκατετράχρονη δυσπνοϊκή χαμογελούσε, κατάξανθη και ντυμένη με κολλάν και τολμηρό ντεκολτέ. Η άλλη νεαρή είναι κόρη της, δεκατριών χρονών. Η κόρη εν τω μεταξύ είχε προλάβει, επιστρέφοντας από το κέντρο υγείας, να απλώσει, όπως κάθε μέρα, όλη μέρα, στο πρόσωπό της ένα στρώμα από γιαούρτι! « Σε έκαψε ο ήλιος παιδί μου;» «Όχι, είναι κρέμα για μωρά που όταν τη βάλεις ασπρίζει το δέρμα». Πράγματι, το δέρμα της νύφης και μιας από τις άλλες, τις φιλοξενούμενες, όπως τις δήλωναν (που δεν έβρισκαν, λέει, καράβι να φύγουν επί δύο μήνες…) ήταν άσπρο- άσπρο, αφύσικα άσπρο. Όχι, δεν τους την έδωσε γιατρός, αλλά όλες οι τσιγγάνες (sic) τη βάζουν. Κι όλες οι νέες αποχρωματίζουν τα μαλλιά τους και τα βάφουν ξανθά. Και η κόρη, η Ελισάβετ, έχει και φακούς επαφής, όταν πάει σε κανένα γάμο να γίνεται γαλανή!  «Σχολείο πας, Ελισάβετ;» Όχι, τα δεκάχρονα πάνε στο σχολείο, στα Φάρσαλα στην Τρίτη τάξη, εδώ στην Τετάρτη (δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται, αλλά μπορεί αυτά να μην ξέρουν σε ποια ακριβώς  τάξη τα βάζουν, έτσι και αλλιώς δεν μπορούν  να διαβάζουν…) «Η Ελισάβετ είναι μεγάλη πια, δεν κάνει να πάνε στο σχολείο τα κορίτσια, γιατί τώρα με το φέησμπουκ και με τα τέτοια γνωρίζουν κι άντρες και γω θέλω να πάει τίμια αύριο στην πεθερά της, όπως και η άλλη μου κόρη που είναι στη Γερμανία». «Μα θα το παντρέψεις, ένα κοριτσάκι;» «Τι κοριτσάκι, ξέρεις πόσοι μου το ζητάνε; Θα την πάντρευα τον Αύγουστο, αλλά δεν έχει περίοδο ακόμα, Παναγία μου…».

Στα μέσα του καλοκαιριού φυγαδεύτηκαν δύο δεκάχρονα, εγγόνια της Νικολέτας, να βρουν τους γονείς τους στη Γερμανία. Έφυγε και ένα ζευγάρι, ήρθε άλλο. Και δυο ξέξασπρες κοπέλες με ξανθά ράστα. Τα βρωμόνερα έτρεχαν σταθερά στον δρόμο, η γειτονιά απολάμβανε, θέλοντας και μη, κυρίως μη, την τσίκνα των γευμάτων τους, απειλητικές φωνές ακούγονταν για τις απλωμένες στους ξένους φράχτες μπουγάδες , τα θορυβώδη μαθήματα χορού συνεχίστηκαν, αλλά ήρθε και η αστυνομία. Η εκ Μελβούρνης πρώτον δεν πήρε άλλο νοίκι πέρα από την προκαταβολή και δεύτερον αποφάσισε να γκρεμίσει το παλιόσπιτο, έναν μπελά, οπότε έπρεπε οι «ενοικιαστές» να φύγουν ως τις 20 Αυγούστου. Αντέδρασαν με τρομαγμένα  ουρλιαχτά στους αστυνόμους, για πολύ λίγο. Συνέχισαν τα γλέντια, τα μπάνια, τους  χορούς. Κάποιοι πήγαν και στο Αϊβαλί να αγοράσουν ρούχα  «για τον γάμο, τον Αύγουστο». Ήμουν εκνευρισμένη, γιατί όσο ήταν η Νικολέτα στο Αϊβαλί αναγκαζόμουν να διώχνω όλη τη μέρα τα λιμνάζοντα στον δρόμο σαπουνόνερα, οι φιλοξενούμενες δεν ασχολούνταν με τέτοια, και δεν ρώτησα σε τίνος γάμο. Μου είπαν ωστόσο ότι δεν βρήκαν τίποτα, ήταν και εκεί πολύ ακριβά.

Πήραμε τη Νικολέτα, τη μάνα του σπιτιού,  με μεροκάματο, να καθαρίσει λίγο μια αποθήκη. Καθάρισε με επιμέλεια και ταχύτητα και με τις φιλοξενούμενές της, όλες, να την κοιτάνε! Καμιά συμμετοχή αυτές στη δουλειά, μόνο που κουβάλησαν ό,τι από την αποθήκη  βγάλαμε για πέταμα, παλιά ποδηλατάκια και παιγνίδια και πλαστικά και στρώματα.

Ένα απόγευμα μου έφεραν τις ταυτότητές τους να δω τι ζώδιο είναι και αν είναι καλό αυτό το ζώδιο, λες και δήλωσα Λεφάκης. Η μάνα του σπιτιού γεννηθείσα στις 3/8/1979. Με εγγόνια και παιδί δεκάχρονο! Με προβλήματα στο στομάχι που την έφερναν κάθε βραδάκι με ένα ποτήρι να μου γυρεύει λίγη κόκα κόλα ή ό,τι έχω για να μπορέσει να χωνέψει. Και να συνεχίσει τα μαθήματα  χορού, ως δασκάλα.

Ο απέναντι γείτονας απαύδησε  ένα απομεσήμερο και έβαλε τις φωνές, γιατί τον ξύπνησαν οι δυνατές μουσικές και τα κλαρίνα. Ήταν πλέον και οι άντρες στο σπίτι και έκαναν, σταθερά, πρόβες. Βγαίνοντας από την πόρτα ένας από αυτούς τους   άντρες σιγοντάρισε, στα σοβαρά «Πες τα, πες τα, και μένα δεν με άφησαν να κοιμηθώ»!

Την επόμενη, στις 19 Αυγούστου, έπλυναν πρωί πρωί το αυτοκίνητο, εκεί να δεις νερά στον δρόμο! Περίμενα να τελειώσουν, θα έβγαινε να τα μαζέψει η γυναίκα, δεν μπορεί…

Όταν ξαναβγήκα στην αυλή, δεν ήταν κανείς στον δρόμο. Ούτε δίπλα. Το κλειδί στην πόρτα. Το σπίτι άδειο και χωρίς τις λάμπες του ηλεκτρικού!

Μετά τον γάμο τον Αύγουστο θα έχει κι αλλού άδεια παλιόσπιτα.

*

©Ζωή Κατσιαμπούρα

φωτο: Στράτος Φουντούλης