Απόστολος Θηβαίος, Είναι τα τραγούδια ξενιτιές

Μύριζε καπνό
Πρόστυχα αρώματα,
Νεροχύτη
Γ. Θεοτοκάς, «Λεωνής»

ΣΕΝΑΡΙΟ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΚΠΟΜΠΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ
Μικρό, ως 40΄αφιέρωμα στον συνθέτη
Σταμάτη Κραουνάκη

«Είναι τα τραγούδια ξενιτιές»

Ξημερώματα, στα ερτζιανά να χτυπούν τα φτερά τους. Τραγούδια μονάχα, θα πεις μα ένας αληθινός μάγος αναδύει από την κορδέλα του καπέλου του ώρες ώρες άνθη πορτοκαλιάς. Κάνουν θόρυβο, σαν να τινάζονται οι ζωές απ΄τα χώματα. Τραγούδια μονάχα, θα πεις.

Μα δεν το νιώθεις τούτο τον θόρυβο, μονάχα κύματα, κλειδιά, θησαυρούς στους κοίλους βράχους, τίποτε άλλο. Τώρα περνούν σαν ξαφνική ανάμνηση του κόσμου, μέσα από προπύλαια και μαγαζιά της νύχτας.

 Οι φίλοι μας απόψε έχουν τα πρόσωπα παιδιών. Κυρίες και κύριοι, στις συχνότητές μας τα τραγούδια της πρώτης μας νιότης, οι συγκινήσεις και τ΄άδεια βλέμματα. Και όλα να επιτρέπονται, κυρίες και κύριοι. Λοιπόν, απόγευμα για καφέ. Στου Άδωνι. Η παρέα μ΄όλους τους ύμνους της, δίχως θανάτους και αποχωρήσεις.

Και δικαίωμα

Το δέρμα σου είναι δικό μου. Το χρώμα σου είναι δικό μου. Ίσκιοι, νεφέλες, ρίγη, όλα δικά σου. Σου τα χαρίζω, επειδή είσαι το ομορφότερο κορίτσι της πολιτείας και επειδή δεν μπορώ χωρίς να μοιράζομαι και να εξαντλούμαι και ένα σωρός, βαθιές, παθητικές φωνές που μου ΄δωσε η γλώσσα μου. Ετούτη η αγάπη, Santa Maria de le Grecie μωρό μου, ετούτος ο γκρεμός το πιο επικίνδυνο πράγμα μετά τις θάλασσες. Δεν θέλω ορχήστρες, μονάχα τον βόμβο από την ζωή σου και το παιδομάνι των πουλιών νωρίς το χάραμα.

Να σ΄αγκαλιάζω μια φορά ούτε με φτάνει και ούτε μ΄αφορά, σε ζωντανή ηχογράφηση.

Ξημερώνει πάλι

Ο Νίκος από την Κόρινθο αφιερώνει στην Αντιγόνη του. ‘’Φαντάζεσαι τον ήχο των σωμάτων μες στο δωμάτιο, μικρά καλοκαίρια, εξασθένηση, πρόσωπα χειμώνες, σπαρακτικά σαξόφωνα, γυαλί και σκυρόδεμα πάνω από την αγάπη μας. Για την άβυσσο κουβέντα, για τις λάσπες, το στιλέτο κάτω από το πουκάμισο, την άγρια καρδιά, τον πάταγο της σιωπής σου.

Ο Αλέξης στέλνει την αγάπη του στην Μαρίνα. Φυλά μια θάλασσα, με ολόλευκα άρμενα, σχεδόν κοκάλινα απ΄την πλευρά του λιμανιού. Θα γυρίσει με τις εποχές, με την στολή του υπολοχαγού, σαν ήρωας νικημένος της Τορίνο φιλμ.Με μια λάμψη όμως, χιλίων και βάλε πύρινων μεταλλακτήρων.

Αυτή η νύχτα μένει

Θυμάσαι, το απόγευμα του φθινοπώρου, εκείνο το απόγευμα που ΄ταν τόσο λίγο, τόσο λίγο. Έπαιζε στις τηλεοράσεις μια παλιά ταινία αμερικάνικη, με την λαϊκή του την τέχνη, με μπούικ και αρκετούς ίππους. Σηκώθηκες σαν τις ψυχές και έφεξες μες στο δωμάτιο, πίσω σου έσερνες την Πέργαμο, την Ελένη. Πως θα φύγεις, είπες και από τους διαδρόμους έφθαναν οι ήχοι της ζωής. Πώς να σε κρατήσω, ποιον από τους ανέμους να παλέψω. Πού πας, πού πας μικρή μου ταξιδιώτισσα, ρώτησα και έδειξες το πέλαγο. Ίσκιο δεν έχει για μας κάτω απ΄τα αγάλματα. Στις φλέβες της νύχτας κυκλοφορείς, τ΄άγρυπνο πρόσωπό σου, φτωχή μου Φλορίς και Κατερίνα και Οινόη. Και Μαρία της Λέσβου, με την υψίσυχνη φωνή, χάραμα στους καταυλισμούς του καιρού.

Το πάτωμα

Να λες, «κοντά στα κύματα, θα χτίσω το παλάτι μου» σημαίνει πως υπάρχει μια ώρα , μια στιγμή που γεννιέσαι από την αρχή, γυμνός και βασιλικός και ήμερος. Σαν όλα να τα δαπάνησες, τα χρόνια, τους έρωτες, δεμένη καθώς έζησες στων Κυκλάδων τις ακτές.

Σε έχω δει, που γίνεσαι κομμάτια στο πέμπτο πάτωμα, βράδυ Σαββάτου με αδέσποτα μάτια και καρδιά, μισή, απελπισμένη. Ο κόσμος δίχως εσένα είναι ανάπηρος, σκηνές, θέατρα, πλατείες όλα πεθαίνουν μυστικά όταν δεν είσαι εκεί. Και όλα μεταμορφώνονται κατά το παράλογο και το πελιδνό που ως γνωστόν παραμένουν ανίκητα σε γοητεία και συντρίμμια. Σημαίνει να ταξιδεύεις μ΄ανοιχτά τα χέρια στις δελφινιέρες, σημαίνει να μπαίνεις στην κατάμεστη σάλα, με το αίθριο και τους ωραίους χορευτές, σημαίνει, ωραία, με τις ρυτίδες σου, να περνάς στην ιστορία.

«Ξυπνάω μεσάνυχτα και ανοίγω το παράθυρο», σημαίνει να λογαριάζομαι στα ίσα τις νύχτες βαθιά μες στις κουζίνες, όλες οι ήττες μου εκεί, όλα τα ποιήματα, τα ραγισμένα φύλλα, οι ανεμιστές καρδιές.

Τέτοια τραγούδια σημαίνουν, – σας μιλώ ειλικρινά-, πράγματα πολύ προσωπικά. Και ίσως τούτο το πλάτεμα να συνιστά μια αυθαιρεσία. Υπάρχουν, όμως συνήθειες παράφορες και αδυναμίες ανίκητες που σ΄αγαπούν και σου στέκονται. Τραγούδια με λέξεις σκληρές, ασπαίρουσες, γλυκιές σαν κόσμος της ανατολής.

Λίγα λόγια για το τέλος

Ετούτη η εκπομπή φθάνει κάπου εδώ στο τέλος της. Όχι, δεν υπάρχει λόγος για συγκινήσεις, σας παρακαλώ, σταθείτε στο ύψος των περιστάσεων. Και όταν τελειώσει ετούτη η θλίψη ανοίξτε τα παράθυρα, αποχαιρετήστε τα τραγούδια με τον τρόπο που τους αρμόζει. Και ύστερα ξαπλώστε κάτω απ΄τ΄άστρα, μοναχικά αγριοπούλια της πόλης, τινάξτε τα σώματά σας, σαν χαρταετοί που ξυπνούν στο χάδι του ανέμου και άλλα τέτοια ρομαντικά που η εποχή μας δεν τ΄αντέχει. Και αν η φωνή σας στα ρεφραίν απόψε τρέμει, και αν οι γκαζολάμπες στα καφενεία άπόψε πέφτουν και πνίγονται, υπάρχει πάντα πίσω απ΄τις βροχές ο μύθος του καιρού που θα μας τυραννάει, που θα λέει τα τραγούδια ομορφότερα από μας, θερμότερα, με την πιο ζεστή αφοσίωση που ονειρεύτηκες ποτέ. Καλό πρωινό, οι πόρτες της Ραβένα σε λίγο θα ανοίξουν, σε λίγο.

Διαφημίσεις, ειδήσεις, ο σάλος της ζωής

*

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→