Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Οι ελεγείες των δρόμων

Τα ποιήματα
παραμένουν νέα
όταν κανείς
δεν τα διαβάζει.
Αυτό εξασφαλίζουν
οι εκτενείς
δημοσιεύσεις. 

Οι ελεγείες των δρόμων

από την σειρά των πολύ
μικρών
μυθιστορημάτων
¥

Καινούριες πόλεις
Ακούστε κύριε, ο Ρομπ είναι κατά βάθος εντάξει παιδί. Όποιον και να ρωτήσετε θα σας πει, ο Ρομπ; Ο Ρομπ δεν είναι άλλο από μικρός μου αδελφός, ναι, ακριβώς αυτό, μικρός αδελφός!

Όμως, ακόμη και τα καλύτερα παιδιά, ο Ρομπ διαθέτει ευαίσθητη και ελαφριά καρδιά. Τον φτερουγίζουν χιλιάδες πολιτείες και χιλιάδες όνειρα. Ο Ρομπ είναι μια χαμένη ομορφιά μες στους τρομερότερους καιρούς. Η πανοπλία του είναι χαρτονένια, καταλαβαίνετε;

Για αυτό σας ζητώ, κύριε, να φερθείτε με επιείκεια στον καλό μου φίλο. Γιατί όταν τον χτυπούσαν με δύναμη στα πλευρά, εκείνη ακριβώς την στιγμή κάτι έλαμψε μες στο μυαλό του, είδε όλες τις εποχές της ζωής του. Έκτοτε αγνοείται, κύριε.

Και άλλωστε ο αληθινός Ρομπ έχει χρυσαφένια μαλλιά ή σταχτιά δεμάτια με τον άνεμο. Δεν φυλακίζεται κύριε, δεν ζητάει την συγχώρεσή σας. Ο αληθινός Ρομπ σεργιανίζει εκατοντάδες δρόμους μ΄ορθάνοιχτη καρδιά, κύριε. Είναι ένα μοναχικό αστέρι, περιμένει την προσευχή του για να καεί, κύριε.Όλους τους ίσκιους του θα σκοτώσει, ούτε ίχνη, ούτε σημάδια, κύριε.

Αυγουστίνα
Ο κύριος δεν δίνει σημασία στις λεπτομέρειες. Δείχνει την απόφασή του πάντα με το σπαθί του, ένα γλυπτό, κομμάτι μέταλlο με θάνατο και από τις δυο του όψεις. Φωνάζει μονάχα δουλειά, με ένα λιονταρίσιο ύφος, καθώς προχωρούμε όλο και βαθύτερα μες στην ενδοχώρα. Η λάσπη μας έχει πνίξει, όλη μας η ζωή μια προσπάθεια να γλιτώσουμε από εκείνες τις προελάσεις. Οι φίλοι μου πεθαίνουν από τον πυρετό. Τους αποχαιρετούμε στο όνομα του Χριστού, ήσυχα, βιαστικά, κάτω από την βροχή θα αργήσουν να φύγουν οι φίλοι μου από αυτά τα μέρη. Ο λοχαγός που βαδίζει εμπρός μας κάθε τόσο επιστρέφει με μια καινούρια λεπτομέρεια.

Εμπρός μας χάσκει ένα βαθύ φαράγγι, λέει. Ο δρόμος μας τελειώνει εδώ και έπειτα ο λοχαγός με ένα βέλος καρφωμένο στην καρδιά, πόσα μας έλεγε εκείνη την ώρα. Μα ο κύριος δεν δίνει σημασία στις λεπτομέρειες. Είμαστε όλοι μας χαμένοι, Αυγουστίνα.

Ρομπ
Ο Ρομπ πρέπει να μάθει να ζει μόνος. Να μάθει να φροντίζει τα ρούχα του και να είναι συνεπής στην πληρωμή των λογαριασμών του. Ακόμη, πρέπει να μάθει να μαγειρεύει ένα δυο φαγητά, κάτι απλό, δίχως υπερβολές. Η ζωή του κρέμεται από όλα αυτά.

Η Ρέινυ δεν θα επιστρέψει Ρομπ, καταλαβαίνεις, εκείνη η ιστορία δεν ήταν έρωτας πρόσκαιρος, υπόθεση αντιδραστικότητας. Πρέπει να συνέλθεις, να ξεχάσεις για πάντα το πρόσωπό της. Όχι άλλο Ρομπ, μην πίνεις άλλο, είσαι κιόλας ένα σμάρι σκοτωμένα πουλιά, έχασες Ρομπ μα πρέπει να ζήσεις, για το καλό σου.

Τι και αν μέτρησε εντός του όλες τις σημασίες. Εκείνη την στιγμή, εμπρός του οι δρόμοι είχαν κλείσει και από τα μάτια του, τ΄ορκίζεται, περνούσαν μονάχα κατάμαυροι ουρανοί. Ένιωθε ένα σκληρό αίνιγμα μέσα βαθιά στο στήθος και ο νους του σκορπούσε. Φώναξε το ονοιμά της, περισσότερο για την ζωή που θα θυμάται κάποτε, Και ύστερα όλα σβήστηκαν και ο Ρομπ καταδικάστηκε σε δεκαετίες. Κράτησε το στόμα του κλειστό, σιωπηρά οι δεσμοφύλακες τον συμπονούσαν. Όμως μια κακιά αρρώστια τον έκανε κομμάτια, ένα χρόνο μετά

Αριάδνη 2000
Θα κάνεις ησυχία. Όπως τα οράματα που επιστρέφουν, θα διασχίσεις το μονοπάτι κάτω από τα κοιμισμένα αηδόνια. Αν είσαι τυχερός, αν σωθείς από τις μάχες, τις προδοσίες, αν κάποιος έρωτας δεν κόψει την λεπτή χορδή της ζωής σου, τότε ίσως φανείς τυχερός και φθάσεις ως το τέλος. Μα να προσέχεις, θα συναντήσεις πειρασμούς εκεί έξω. Θα σου ζητήσουν τον ίσκιο σου, θα απαιτήσουν την ψυχή σου την ίδια, όμως Ρομπ, εσύ γαλήνιος, σαν τ΄άγριο ζώο που σκάβει τα χώματα, εσύ Ρομπ δεν θα αλλάξεις ποτέ πορεία. Υποσχέσου Ρομπ, πως δεν θα κοιτάξεις ποτέ πίσω. Γιατί αν στα αλήθεια εκείνοι οι δυο νέοι υπήρξαν, τότε Ρομπ εσένα η ζωή σου είναι χαμένη εδώ σε αυτά τα μέρη.

Και ο άλλος τον κοιτούσε, με κάτι διαπεραστικά, αρχαία βλέμματα, γυρεύοντας να καταλάβει το τέλος που παιζόταν εκεί, εμπρός στα μάτια του.

Ήταν αρχές του καλοκαιριού, θυμάμαι που συνάντησα τον Ρομπ ένα πρωί, άγρυπνο, με τα χνώτα του να μυρίζουν ποτό, να ρωτάει επίμονα, για κάποια Αριάδνη και τα ρέστα.

Ο ωρολογοποιός
Στην σικελική νήσο Γκότσο επιστρέφουν πάντα οι γερασμένοι ακροβάτες της διεθνούς εταιρείας θεαμάτων. Κάθε τόσο ένα μικρό επιβατηγό πλοίο, το όνομά του μου διαφεύγει, όμως η κορδέλα του καπέλου των νεαρών ναυτών είναι ιριδίζουσα και έξοχη στην κίνησή της ξεφορτώνει μερικούς από αυτούς. Τους βλέπεις, γυάλινους, με μαύρους κύκλους, σχεδόν σπρώχνονται έξω, κάποιοι γελούν και κάνουν μια αμήχανη χειρονομία, σαν να υποκλίνονται σε ένα πληγωμένη θηρίο. Έπειτα είναι οι κοιτώνες, ευρύχωρα, τσιμεντένια κτίρια με νέον φως και συγκλονιστικούς διαδρόμους. Λένε το όνομά τους στην Λόρα και έπειτα χάνονται στην σιωπή τους. Μα και βέβαια ασκούνται και γνωρίζονται και δεν είναι λίγε ςοι φορές που κάποιοι ένωσαν τις μοναξιές τους.

Κάποιοι που δυσκολεύονται περνούν μερικές μέρες με τις αποσκευές τους στο πλάι, κάτω στο λιμάνι. Περιμένουν το επόμενο παράξενο πλοίο, ως τότε θα αντέξουν εδώ πέρα, μες στους ανέμους, να κοίτα είναι και άλλοι γύρω τους, μέσα τους, παντού.

Όχι, όχι, κανείς δεν ήταν. Μονάχα μερικές από τις αρχαίες προβολές σου. Τίποτε δεν ήταν, να κοίτα το γράφει στο μέσα των χεριών, κοιμήσου κρίνο μου σπασμένο.

Τρεις Φορντ
Ο Ρομπ μετρά τις σταγόνες. Αυτός πια είναι ο ρυθμός του κόσμου του. Καημένε Ρομπ, τόσο νέος, με όλη την ζωή σου εμπρός ανοιχτή, ελπιδοφόρα, σίγουρη Ρομπ. Έχεις μια θέα και αυτό είναι καλό. Έχεις την γλυκιά Γκρέις που σου παραστέκει όταν πονάς τόσο πολύ Ρομπ. Κάνε κουράγιο και αν τα καταφέρεις σε περιμένει μια θέση στο συνεργείο, ανάμεσα σε άλλα δυνατά παιδιά του Μπρίστολ που ξέρουν να σου σφίγγουν το χέρι, δείχνοντας βέβαιοι, βέβαιοι Ρομπ. Όμως δεν θέλει δισταγμούς Ρομπ, σημαίνει πως ολάκερη η σημασία του κόσμου συνοψίζεται σε αυτό το σπουδαίο κάδρο. Ο στόχος Ρομπ, όλα τα άλλα είναι περιθώριο, κράτα γερά νέε μου, μέτρα τις σταγόνες σου, κοίτα την θέα σου, κράτα το βλέμμα σου προσηλωμένο Ρομπ. Ως την άνοιξη θα έχεις βγει, ολοκαίνουριος, χαρμόσυνος, το αληθινό πρόσωπο του χειμερινού ηλιοστασίου. Απόψε ξημερώνουν Χριστούγεννα Ρομπ και το ξέρω πως θα ήθελες και εσύ ένα ζεστό σπιτικό. Όμως η συνήθεια αυτή να σκαλίζεις λέει τα χέρια σου, σου στοίχισε Ρομπ. Κάπως ακριβή, ζήτησε και πήρε από εσένα τα πάντα.

Εδώ η ιστορία χάνεται, δεν τελειώνει. Υπάρχουν τα φώτα του μεγάλου δρόμου, θολά, υπάρχει η χαμηλή, ομιχλώδης βλάστηση της νύχτας. Από τον παλιό, καλό Ρομπ έχει απομείνει ένα λεπτό γυαλί. Από στιγμή σε στιγμή κινδυνεύει να σπάσει. Όμως μπορεί να ξαναπροσπαθήσει, ακόμη μία φορά, ακόμη χιλιάδες φορές. Επειδή τα παιδιά στο συνεργείο ρωτούν επίμονα για εκείνον, πείτε του δεν χάθηκε τίποτα. Και άλλωστε οι τρεις Φορντ που γυρεύουν αναπαλαίωση, θα χρειαστούν όλα τα διαθέσιμα χέρια Ρομπ.

*

©Απόστολος Θηβαίος

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Διαβάστε τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου→